Άραγε, καλέ Πρώταρχε, όλα τα υπάρχοντα και αυτό το οποίον ονομάζεται
σύμπαν πρέπει να δεχθώμεν ότι το διοικεί με τάξιν η άλογος και τυφλή
δύναμις και η τύχη, ή αντιθέτως, καθώς έλεγαν οι προγενέστεροί μας,
κάποιος νους και θαυμασία φρόνησις;
Πρώταρχος.
Δεν είναι το ίδιον, αξιοθαύμαστε Σωκράτη. Διότι αυτό που είπες πρώτα
μου φαίνεται ότι δεν είναι καν θεμιτόν. Το να λέγωμεν όμως ότι αυτά όλα
τα τακτοποιεί κάποιος νους και την μορφήν του κόσμου και του ηλίου και
της σελήνης και των αστέρων, και όλου του στερεώματος είναι ορθόν, και
δεν είναι δυνατόν ποτέ εγώ ούτε να ομιλώ ούτε να φρονώ αλλέως περί
αυτών.
Σωκράτης.
Θέλεις λοιπόν και ημείς να συμφωνήσωμεν με τα προηγούμενα και να
ειπούμεν ότι αυτά είναι αληθή, και να μη φρονούμεν μόνον ότι πρέπει να
λέγωμεν ξένας γνώμας χωρίς κίνδυνον, αλλά και να τρέξωμεν εις τον
κίνδυνον και εις την κατάκρισιν, όταν θελήση ένας τρομερός άνθρωπος να
ειπή ότι αυτά δεν είναι πλασμένα με αυτήν την τάξιν αλλά με αταξίαν;
Πρώταρχος.
Πώς δεν θα θελήσω ;
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν πρόσεχε εις την έφοδον που μας κάμνει ο κατόπιν λόγος.
Πρώταρχος.
Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης.
Όσα περιστρέφονται εις την φύσιν των σωμάτων όλων των ζώων, καθώς το
πυρ και το ύδωρ και τον αέρα και την γην, τα βλέπομεν, καθώς λέγουν οι
ευρισκόμενοι μέσα εις τρικυμίαν, ότι υπάρχουν ως συστατικά αυτών.
Πρώταρχος.
Καλά μάλιστα τα βλέπομεν. Διότι βεβαίως μας παραδέρνει η αδιέξοδος αυτή
συζήτησίς μας.
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν, δι' έκαστον συστατικόν του ατόμου μας δέξου το εξής.
Πρώταρχος.
Τι πράγμα;
Σωκράτης.
Ότι ολίγον μέρος από το καθέν από αυτά υπάρχει εντός μας και μηδαμινόν
και διόλου ποτέ καθάρειον ούτε που να έχη δύναμιν ανταξίαν με την φύσιν
του. Επί του ενός δε σκεπτόμενος εφάρμοζε το ίδιον εις όλα. Λόγου χάριν
πυρ βεβαίως υπάρχει και εντός μας, υπάρχει όμως και εις το σύμπαν.
Πρώταρχος.
Αμέ πώς αλλέως;
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε δεν είναι ελάχιστον το εντός μας πυρ και ανίσχυρον και
μηδαμινόν, ενώ το πυρ του σύμπαντος είναι θαυμάσιον και διά την
πληθώραν και διά το κάλλος και δι' όλην του την δύναμιν όσην ημπορεί να
έχη το πυρ ;
Πρώταρχος.
Είναι πολύ αληθές αυτό που λέγεις.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Άραγε διατηρείται και παράγεται και εξαρτάται από αυτό το
ιδικόν μας το πυρ του σύμπαντος, ή αντιθέτως από εκείνο λαμβάνει αυτάς
τας ωφελείας και το ιδικόν μου και το ιδικόν σου και των άλλων ζώων το
πυρ ;
Πρώταρχος.
Εις αυτό που ερωτάς τόρα, δεν αξίζει ούτε να σου απαντήσω.
Σωκράτης.
Πολύ ορθά. Και βεβαίως τα ίδια, νομίζω, θα απαντήσης και διά το χώμα το
οποίον υπάρχει εις τα ζώα και εις το σύμπαν, και εν γένει δι' όλα τα
άλλα στοιχεία, όσα σε ηρώτησα ολίγον προηγουμένως, τα ίδια θα
απαντήσης.
Πρώταρχος.
Και ποίος δηλαδή αν απαντήση αλλέως ημπορεί να νομισθή υγιής ;
Σωκράτης.
Σχεδόν κανείς απολύτως. Αλλά τόρα πρόσεχε και το κατόπιν. Δηλαδή όλα
αυτά όσα είπαμεν προηγουμένως δεν τα ωνομάσαμεν σώματα, διότι τα
είδαμεν να αποτελούν εν όλον ;
Πρώταρχος.
Τι άλλο βεβαίως ;
Σωκράτης.
Το ίδιον λοιπόν υπόθεσε και δι' αυτό το οποίον ονομάζομεν κόσμον.
Δηλαδή και αυτός διά τον ίδιον λόγον θα είναι έν σώμα, το οποίον
αποτελείται από αυτά τα ίδια.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Λοιπόν άραγε από αυτό το σώμα τρέφεται και το ιδικόν μας σώμα και
λαμβάνει όσας ωφελείας είπαμεν προ ολίγου περί αυτών, ή από το ιδικόν
μας τρέφεται τούτο ;
Πρώταρχος.
Και αυτό πάλιν, καλέ Σωκράτη, δεν άξιζε και να το ερωτήσης.
Σωκράτης.
Αλλά τόρα; Τούτο άραγε αξίζει να το ερωτήσω ; Ή τι θα απαντήσης ;
Πρώταρχος.
Λέγε τι πράγμα ;
Σωκράτη.
Άραγε το ιδικόν μας σώμα δεν θα δεχθώμεν ότι έχει ψυχήν;
Πρώταρχος.
Είναι προφανές ότι θα δεχθώμεν.
Σωκράτης.
Από πού την έλαβε, καλέ Πρώταρχε, εάν βεβαίως το σώμα του σύμπαντος δεν
ήτο έμψυχον, και αν δεν είχε τα ίδια πλεονεκτήματα με τούτο και άλλα
ακόμη καθ' όλα λαμπρότερα ;
Πρώταρχος.
Είναι προφανές ότι από κανέν άλλο μέρος δεν τα έλαβε, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Και βεβαίως, φίλε Πρώταρχε, δεν θα φαντασθώμεν ποτέ από τα τέσσαρα
εκείνα γένη, δηλαδή το πέρας και το άπειρον και το κοινόν γένος και την
αιτίαν, η οποία εις όλα υπάρχει ως τέταρτον, ότι η τελευταία αυτή μέσα
εις ημάς μεν δίδει ψυχήν και εμφυσά σωμασκίαν, και όταν σφάλλη το σώμα
το ιατρεύει και άλλοτε άλλα στοιχεία συνθέτει και επισκευάζει, και δι'
αυτό ονομάζεται τελεία και πολυποίκιλος σοφία, ενώ όμως αυτά τα ίδια
υπάρχουν εις ολόκληρον τον ουρανόν και εις μεγάλας δόσεις, και εκτός
τούτου ωραία και καθάρεια, τάχα μέσα εις αυτά δεν εμηχανουργήθη η φύσις
των ωραιοτέρων και τιμαλφεστέρων ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως αυτό δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να είναι λογικόν.
Σωκράτης.
Λοιπόν, αφού αυτό δεν είναι λογικόν, δεν θα ήτο καλλίτερον να
ακολουθήσωμεν εκείνον τον διισχυρισμόν και να ειπούμεν ότι υπάρχουν
αυτά τα οποία επανελάβαμεν πολλάκις, δηλαδή άπειρον εις το σύμπαν πολύ,
και πέρας άφθονον και κάποια αιτία εκτός αυτών όχι μηδαμινή, η οποία
τακτοποιεί τα έτη και τας ώρας και τους μήνας, και η οποία είναι πολύ
δίκαιον να ονομασθή σοφία και νους ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως είναι δίκαιον.
Σωκράτης.
Η σοφία όμως και ο νους δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν ποτέ χωρίς ψυχήν.
Πρώταρχος.
Όχι βεβαίως.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν πρέπει να δεχθώμεν ότι εις μεν την φύσιν του Διός
υπάρχει βασιλική ψυχή και βασιλικός νους με την δύναμιν της αιτίας, εις
άλλα δε υπάρχουν άλλα καλά, καθώς ευχαριστούνται να ονομάζονται έκαστα
;
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Μη τυχόν λοιπόν νομίσης, φίλε Πρώταρχε, ότι αυτόν τον λόγον τον είπαμεν
εις μάτην, αλλά είναι σύμμαχος με τους παλαιούς, οι οποίοι
εγνωμοδότησαν ότι πάντοτε ο νους εξουσιάζει το σύμπαν.
Πρώταρχος.
Βεβαίως είναι.
Σωκράτης.
Εις δε την ιδικήν μου έρευναν επρομήθευσε απάντησιν, ότι δηλαδή ο νους
ανήκει εις εκείνο το γένος από τα τέσσαρα, το οποίον είπαμεν ότι είναι
αιτία όλων των πραγμάτων, και από τα οποία έν ήτο αυτή. Δηλαδή τώρα
πλέον επήρες την απάντησίν μας.
Πρώταρχος.
Την επήρα και είναι πολύ ικανοποιητική, αν και δεν σε αντελήφθην πότε
μου απήντησες.
Σωκράτης.
Βεβαίως, καλέ Πρώταρχε, η αστειότης χρησιμεύει ως ανάπαυλα εις την
σπουδήν.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Λοιπόν, αγαπητέ μου, ο νους εις ποίον γένος ανήκει και ποίαν δύναμιν
έχει, σχεδόν αρκετά καλά το εξηγήσαμεν προς το παρόν.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλά και της ηδονής το γένος επίσης προ πολλού εξηγήθη.
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν ας ενθυμούμεθα καλώς και τα εξής περί αυτών των δύο, ότι δηλαδή
ο μεν νους είναι συγγενής με την αιτίαν και σχεδόν από το ίδιον γένος,
η δε ηδονή είναι και η ιδία απέραντος και ανήκει εις το γένος το οποίον
δεν έχει ούτε θα έχη ποτέ του ούτε αρχήν ούτε μέσον ούτε τέλος μόνον
του.
Πρώταρχος.
Θα το ενθυμούμεθα καλώς. Πώς όχι;
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν πλέον πρέπει ημείς να προσέξωμεν, εις ποίον πράγμα υπάρχει
το καθέν από αυτά και από ποίον πάθημα συμβαίνει, όταν συμβαίνη. Και
πρώτον διά την ηδονήν, καθώς εβασανίσαμεν προηγουμένως το ιδικόν της
γένος, ομοίως ας ερευνήσωμεν και αυτά προτίτερα. Εξ άλλου χωρίς λύπην
δεν θα ημπορούσαμεν να βασανίσωμεν τελείως την ηδονήν.
Πρώταρχος.
Αν βεβαίως είναι ανάγκη να βαδίσωμεν με αυτόν τον δρόμον, ας βαδίσωμεν.
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε και συ φρονείς ό,τι και εγώ ως προς την γένεσιν αυτών ;
Πρώταρχος.
Τι πράγμα ;
Σωκράτης.
Εις εμέ φαίνεται ότι κατά φύσιν η λύπη και η ηδονή ανήκουν εις το
κοινόν γένος.
Πρώταρχος.
Αλλά, φίλε Σωκράτη, υπενθύμισέ μας ποίον θέλεις να ειπής κοινόν από τα
γένη τα οποία είπαμεν προηγουμένως;
Σωκράτης.
Αυτό θα το εκτελέσω όσον ημπορώ, αξιοθαύμαστε φίλε.
Πρώταρχος.
Καλά το είπες.
Σωκράτης.
Λοιπόν ως κοινόν ας αναγνωρίζωμεν εκείνο ακριβώς από τα τέσσαρα, τα
οποία το ελέγαμεν τρίτον.
Πρώταρχος.
Αυτό που ανέφερες κατόπιν από το άπειρον και το πέρας, εις το οποίον
κατέτασσες την υγείαν, και νομίζω και την αρμονίαν ;
Σωκράτης.
Έξοχα μου απήντησες. Τόρα όμως πλέον πρόσεχε όσον ημπορείς
περισσότερον.
Πρώταρχος.
Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης.
Λοιπόν σου λέγω ότι, όταν μεν λύεται η αρμονία μέσα εις ημάς και όλα τα
ζώα, συγχρόνως λύεται η φυσική μας κατάστασις και εις τον χρόνον αυτόν
γεννώνται πόνοι.
Πρώταρχος.
Πολύ πειστικώς ομιλείς.
Σωκράτης.
Όταν δε πάλιν επανέλθη η αρμονία εις την φυσικήν της κατάστασιν, πρέπει
να ειπούμεν ότι γεννάται ηδονή, προκειμένου να απαντήσωμεν με ολίγας
λέξεις το ταχύτερον διά πολύ σπουδαία πράγματα.
Πρώταρχος.
Νομίζω μεν, καλέ Σωκράτη, ότι ομιλείς ορθώς, αλλά ας προσπαθήσωμεν να
τα είπουμεν αναμεταξύ μας σαφέστερον.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν είναι ακοπώτερον να εννοήσωμεν καλώς τα κοινολογούμενα
εκείνα και πασίγνωστα ;
Πρώταρχος.
Ποία ;
Σωκράτης.
Η πείνα, ως γνωστόν, δεν είναι λύσις και λύπη ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης. I
Το δε φαγητόν, το οποίον είναι κορεσμός, δεν είναι ηδονή ;
Πρώταρχος.
Ναι.
Σωκράτης.
Αλλά πάλιν η δίψα δεν είναι φθορά και λύπη και λύσις, και δεν είναι
ηδονή η δύναμις της υγρασίας, η οποία αναπληρόνει το αποξηραμμένον; Η
δε παρά φύσιν πάλιν έκκρισις και διάλυσις, τα οποία είναι παθήματα του
καύσωνος, δεν είναι λύπη, και η κατά φύσιν ανταπόδοσις και δρόσισις δεν
είναι ηδονή ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Και εις το κρύον η μεν παρά την φύσιν του ζώου πήξις της υγρότητος δεν
είναι λύπη ; Όταν δε πάλιν επιστρέψουν εις την πρώτην κατάστασιν και
χωρισθούν, η φυσική αποκατάστασις δεν είναι ηδονή ; Και με μίαν λέξιν
πρόσεξε αν σου φαίνεται μετρημένος ο λόγος ο οποίος λέγει ότι το
έμψυχον είδος το οποίον παράγεται κατά φύσιν από το άπειρον και από το
πέρας, το οποίον ανέφερα προηγουμένως, οσάκις μεν αυτό φθείρεται, η μεν
φθορά του είναι λύπη, η δε επάνοδος εις την ιδικήν του κατάστασιν πάλιν
είναι η καθολική ηδονή όλων.
Πρώταρχος.
Παραδέχομαι. Δηλαδή μου φαίνεται ότι το πράγμα έλαβε κάποιαν
διατύπωσιν.
Σωκράτης.
Αυτό λοιπόν θέλεις να το θεωρήσωμεν ως έν είδος της λύπης και της
ηδονής μέσα εις το καθέν από αυτά τα δύο παθήματα ;
Πρώταρχος.
Το παραδέχομαι.
Σωκράτης.
Θεώρησε λοιπόν της ιδίας ψυχής την προσδοκίαν εις το διάστημα αυτών των
παθημάτων, ότι ως ελπίς μεν προ των ηδονικών είναι ηδονική και
ενθαρρυντική, ως πρόβλεψις όμως των λυπηρών είναι φοβιστική και
αλγεινή.
Πρώταρχος.
Δηλαδή βεβαίως είναι διάφορον αυτό το είδος της ηδονής, το οποίον
παράγεται χωρίς το σώμα με μόνην την προσδοκίαν της ψυχής.
Σωκράτης.
Καλά με επρόλαβες. Διότι εις αυτά ίσως, κατά την γνώμην μου
τουλάχιστον, επειδή παράγεται καθάρειον, καθώς φαίνεται, και αμιγές
έκαστον είδος της λύπης και της ηδονής, θα γίνη φανερόν περί της
ηδονής, άραγε ολόκληρον το γένος της είναι προτιμητέον, ή το μεν
προτιμητέον πρέπει να το αποδώσωμεν εις κάποιον άλλο από τα γένη που
είπαμεν προηγουμένως, την δε ηδονήν και λύπην, καθώς το θερμόν και το
ψυχρόν και όλα τα παρόμοια, άλλοτε να τα προτιμώμεν και άλλοτε όχι,
διότι αγαθά μεν δεν είναι, κάποτε όμως μερικά δέχονται την φύσιν των
αγαθών.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς, ότι κατά τοιούτον κάπως τρόπον πρέπει να ερευνήσωμεν
το ζήτημά μας τούτο.
Σωκράτης.
Πρώτον λοιπόν ας προσέξωμεν μαζί εις το εξής. Δηλαδή, αν είναι
πραγματικώς ορθόν αυτό που είπαμεν τότε, ότι, όταν μεν φθείρωνται αυτά,
παράγεται πόνος, όταν δε ανακτώνται, παράγεται ηδονή, τότε ας σκεφθώμεν
διά τα μήτε φθειρόμενα μήτε ανακτώμενα, ποίου είδους διάθεσις θα υπάρχη
κατ' ανάγκην εις τα ζώα, όταν συμβαίνουν αυτά. Πρόσεξε όμως καλά τι θα
απαντήσης. Άραγε δεν είναι πολύ λογικόν εις αυτό το διάστημα
οποιονδήποτε ζώον ούτε να λυπήται ούτε να ευφραίνεται ούτε πολύ ούτε
ολίγον ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως είναι λογικόν.
Σωκράτης.
Λοιπόν τόρα δεν παρουσιάζεται κάποια τρίτη διάθεσις έξω από την
διάθεσιν του ευφραινομένου και του λυπουμένου ;
Πρώταρχος.
Αμέ πώς αλλέως ;
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν τόρα προσπάθησε να την ενθυμήσαι αυτήν. Διότι, διά να
κρίνωμεν την ηδονήν, δεν έχει μικράν σημασίαν το να ενθυμούμεθα αυτήν ή
όχι. Και αν αγαπάς, ας τελειώνωμεν μίαν σύντομον εξέτασιν δι' αυτήν.
Πρώταρχος.
Λέγε ποίαν.
Σωκράτης.
Όστις προτιμήση τον βίον της φρονήσεως, γνωρίζεις ότι δεν υπάρχει κανέν
εμπόδιον να μη ζη κατ' αυτόν τον τρόπον;
Πρώταρχος.
Μήπως εννοείς βίον χωρίς χαράν και λύπην ;
Σωκράτης.
Δηλαδή βεβαίως είπαμεν τότε, όταν εσυγκρίναμεν τους βίους, ότι δεν
είναι ανάγκη να χαίρη ούτε πολύ ούτε ολίγον όστις προτιμήση τον βίον
της φρονήσεως.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα το είπαμεν αυτό.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν βεβαίως αυτά πρέπει να υπάρχουν εις εκείνον. Και ίσως δεν
είναι διόλου παράδοξον, αν αυτός είναι ο αρμοδιώτερος διά τους θεούς
από όλους τους βίους.
Πρώταρχος.
Τουλάχιστον δεν είναι λογικόν βεβαίως ούτε να χαίρουν οι θεοί ούτε
αντιθέτως.
Σωκράτης.
Βεβαίως δεν είναι λογικόν. Τουλάχιστον θα ήτο άσχημον, οποιονδήποτε και
αν συνέβαινε από αυτά. Αλλά αυτό μεν βεβαίως και κατόπιν πάλιν θα το
εξετάσωμεν, όταν συμπέση ο λόγος περί αυτού, και θα παραχωρήσωμεν τον
νουν εις τα δευτερεία, εάν δεν ημπορούμεν να τον κατατάξωμεν εις τα
πρωτεία.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Τόρα όμως το άλλο είδος των ηδονών, που είπαμεν ότι ανήκει μόνον εις
την ψυχήν, με την μνήμην παράγεται ολόκληρον.
Πρώταρχος.
Πώς;
Σωκράτης.
Καθώς φαίνεται, πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν τι είναι μνήμη και
πλησιάζει να είναι πάλιν προηγούμενον από την μνήμην η αίσθησις, εάν
θέλωμεν να εξηγήσωμεν καλώς τα ζητήματα αυτά.
Πρώταρχος.
Πώς εννοείς ;
Σωκράτης.
Δέξου ότι άλλα μεν από τα παθήματα που συμβαίνουν εις το σώμα μας
σβύνονται μέσα εις το σώμα πριν εισχωρήσουν εις την ψυχήν μας, και
αφήνουν εκείνην απαθή, άλλα δε διαπερνούν και τα δύο και προξενούν κάτι
τι ωσάν σεισμόν και χωριστά εις έκαστον και κοινόν.
Πρώταρχος.
Δέχομαι.
[Σωκράτης]
Λοιπόν όσα μεν δεν διέρχονται και τα δύο, εάν ειπούμεν ότι διαφεύγουν
την ψυχήν μας, όσα δε διέρχονται και τα δύο, εάν ειπούμεν ότι δεν την
διαφεύγουν, άραγε δεν θα ειπούμεν πολύ ορθά ;
Πρώταρχος.
Πώς όχι ;
Σωκράτης.
Λοιπόν το να διαφεύγουν μην το θεωρήσης ότι το εννοώ ως παραγωγήν λήθης
εδώ. Διότι η λήθη είναι φυγή της μνήμης. Αλλά επί του προκειμένου
τοιαύτη μνήμη δεν παρήχθη ακόμη. Και δι' ό,τι δεν υπάρχει ούτε παρήχθη
ακόμη, βεβαίως είναι παράλογον να δεχθώμεν αποβολήν. Δεν είναι έτσι ;
Πρώταρχος.
Αμέ πώς αλλέως ;
Σωκράτης.
Λοιπόν τα ονόματα άλλαξε μόνον.
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Αντί της αποχής της ψυχής, όταν αυτή μένη απαθής από τους σεισμούς του
σώματος, την οποίαν τόρα την ονομάζεις λήθην, ονόμασε την αναισθησίαν.
Πρώταρχος.
Το ενόησα πλέον.
Σωκράτης.
Το να κινήται όμως η ψυχή και το σώμα με έν πάθος, το οποίον συμβαίνει
κοινώς εις αυτά, αν πάλιν αυτήν την κίνησιν την ονομάσης αίσθησιν, δεν
θα ομιλήσης απρεπώς.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Επί τέλους λοιπόν ενοήσαμεν άραγε τι θέλομεν να ονομάζωμεν την
αίσθησιν;
Πρώταρχος.
Αμέ τι;
Σωκράτης.
Λοιπόν, εάν ονομάση κανείς την μνήμην διάσωσιν της αισθήσεως, θα ωμίλει
ορθώς κατά την γνώμην μου τουλάχιστον.
Πρώταρχος.
Και βέβαια ορθώς.
Σωκράτης.
Από την μνήμην όμως άραγε δεν θεωρούμεν διαφορετικήν την ανάμνησιν ;
Πρώταρχος.
Ίσως.
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε δεν την θεωρούμεν ως εξής;
Πρώταρχος.
Πώς δηλαδή ;
Σωκράτης.
Όταν η ψυχή, όσα άλλοτε έπασχε μαζί με το σώμα, τόρα μόνη της όσον
είναι δυνατόν χωρίς το σώμα τα συλλαμβάνει πάλιν, τότε λέγομεν, νομίζω,
ότι τα αναμιμνήσκεται. Δεν είναι έτσι;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλ' επίσης και όταν χάση την μνήμην είτε της αισθήσεως είτε της
μαθήσεως και πάλιν αναπολήση αυτήν μόνη της εντός της, και αυτά όλα τα
ελέγαμεν, νομίζω, είδη αναμνήσεως και μνήμης.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Λοιπόν ο λόγος, διά τον οποίον ελέχθησαν όλα αυτά, είναι ο εξής.
Πρώταρχος.
Ποίος;
Σωκράτης.
Διά να συλλάβωμεν όσον το δυνατόν καθαρώτερα την ηδονήν της ψυχής
χωριστά από το σώμα, και συγχρόνως και την επιθυμίαν. Διότι φαίνεται
ότι αυταί και αι δύο με αυτά κάπως φανερόνονται.
Πρώταρχος.
Τότε λοιπόν, καλέ Σωκράτη, ας ομιλήσωμεν διά τα κατόπιν.
Σωκράτης.
Βεβαίως πρέπει, καθώς φαίνεται, να συζητήσωμεν πολύ εξετάζοντες την
γένεσιν της ηδονής και όλην την μορφήν αυτής. Μάλιστα και τόρα ακόμη
φαίνεται ότι πρέπει πρώτον να εννοήσωμεν τι είναι η επιθυμία και πού
παράγεται.
Πρώταρχος.
Τότε λοιπόν ας εξετάσωμεν. Διότι δεν θα χάσωμεν τίποτε.
Σωκράτης.
Βεβαίως θα χάσωμεν, καλέ Πρώταρχε, και μάλιστα, αν εύρωμεν αυτό που
ζητούμεν, θα χάσωμεν την αμφιβολίαν μας ως προς αυτό.
Πρώταρχος.
Καλά μου τα εκατάφερες. Και λοιπόν το κατόπιν τούτων ας προσπαθήσωμεν
να συζητήσωμεν.
Σωκράτης.
Λοιπόν προ ολίγου δεν είπαμεν ότι η πείνα και η δίψα και πολλά άλλα
παρόμοια είναι είδη επιθυμιών ;
Πρώταρχος.
Πάρα πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε εις ποίαν ταυτότητα αποβλέποντες τα ονομάζομεν αυτά με έν
όνομα, ενώ είναι διαφορετικά ;
Πρώταρχος.
Μα τον Δία ίσως, Σωκράτη μου, δεν είναι εύκολον να το ειπή κανείς, όμως
πρέπει να το ειπούμεν.
Σωκράτης.
Λοιπόν από εκείνο το μέρος και από τα ίδια ας αρχίσωμεν πάλιν.
Πρώταρχος.
Από που λοιπόν ;
Σωκράτης.
Λέγομεν, νομίζω, κάθε φοράν ότι κάποιον πράγμα έχει δίψαν;
Πρώταρχος.
Και πώς όχι;
Σωκράτης.
Τούτο δε δεν σημαίνει ότι είναι κενόν;
Πρώταρχος.
Αμέ τι ;
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε μήπως η δίψα δεν είναι επιθυμία ;
Πρώταρχος.
Ναι, και μάλιστα επιθυμία ποτού.
Σωκράτης.
Ποτού, ή αναπληρώσεως ποτού;
Πρώταρχος.
Νομίζω, της αναπληρώσεως.
Σωκράτης.
Επομένως όστις από ημάς μένει κενός, καθώς φαίνεται, επιθυμεί το
αντίθετον από ό,τι πάσχει. Δηλαδή, όταν είναι κενός, επιθυμεί να
γεμισθή.
Πρώταρχος.
Πολύ φανερά μάλιστα.
Σωκράτης.
Και λοιπόν ; Όστις πρώτην φοράν μένει κενός είναι δυνατόν από κανέν
μέρος είτε με την αίσθησιν είτε με την μνήμην να συλλάβη την
αναπλήρωσιν εκείνου, το οποίον ούτε εις το παρόν πάσχει ούτε άλλοτε
έπαθε εις το παρελθόν ;
Πρώταρχος.
Πώς είναι ποτέ δυνατόν ;
Σωκράτης.
Και όμως όστις επιθυμεί είπαμεν ότι κάτι επιθυμεί.
Πρώταρχος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Αλλά δεν επιθυμεί αυτό το οποίον πάσχει. Διότι διψά, αυτό δε είναι
κένωσις. Αυτός όμως επιθυμεί αναπλήρωσιν.
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Επομένως κάποιον από τα μέρη του διψώντος θα συλλαμβάνη την
αναπλήρωσιν.
Πρώταρχος.
Εξ ανάγκης.
Σωκράτης.
Και βεβαίως το σώμα του δεν είναι δυνατόν να συλλαμβάνη αυτήν, διότι
βεβαίως γίνεται κενόν.
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Άρα υπολείπεται να συλλαμβάνη την αναπλήρωσιν η ψυχή, και βεβαίως με
την μνήμην. Διότι με τι άλλο θα ήτο δυνατόν να συλλάβη αυτήν;
Πρώταρχος.
Σχεδόν με τίποτε άλλο.
Σωκράτης.
Εννοούμεν λοιπόν τόρα τι εξάγεται από αυτήν την συζήτησιν ;
Πρώταρχος.
Τι πράγμα ;
Σωκράτης.
Αυτή η συζήτησις δεν παραδέχεται ότι είναι δυνατόν να υπάρχη επιθυμία
σωματική.
Πρώταρχος.
Πώς ;
Σωκράτης.
Διότι καταγγέλλει ότι είναι αντίθετος η επιχείρησις παντός ζώου προς τα
πάθη του σώματος.
Πρώταρχος.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Αφού δε η επιθυμία τα οδηγεί εις το αντίθετον από τα πάθη των, βεβαίως
σημαίνει ότι υπάρχει μνήμη των αντιθέτων προς τα πάθη.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Επομένως ο λόγος μας απέδειξε ότι η μνήμη οδηγεί εις τα επιθυμητά, και
αποδεικνύει ότι αυτή είναι όλης της ψυχής και ορμή και επιθυμία και
αρχή ολοκλήρου του ζώου.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Επομένως με κανένα τρόπον δεν υπερισχύει ο λόγος ότι το σώμα αισθάνεται
ή πείναν ή κανέν άλλο παρόμοιον πάθημα.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι αληθέστατον.
Σωκράτης.
Ακόμη λοιπόν ας προσέξωμεν και εις το εξής ως προς αυτά τα ίδια.
Δηλαδή, όταν περιστρεφώμεθα εις αυτά τα ίδια ζητήματα, θέλομεν να
δείξωμεν έν ιδιαίτερον είδος βίου.
Πρώταρχος.
Εις ποία και ποίον βίον εννοείς ;
Σωκράτης.
Εις την αναπλήρωσιν και κένωσιν και όλα όσα συντελούν εις την σωτηρίαν
και την καταστροφήν των ζώων, και εάν κανείς από ημάς ευρισκόμενος εις
έκαστον από αυτά τα δύο παθήματα άλλοτε πονή και άλλοτε ευχαριστήται
από τας μεταβολάς.
Πρώταρχος.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Τι θα ειπούμεν όμως, όταν ευρίσκεται εις το μέσον αυτών ;
Πρώταρχος.
Πώς γίνεται εις το μέσον;
Σωκράτης.
Όταν από μεν το πάθημα πονή, ενθυμήται όμως τα ηδονικά, τα οποία εάν
ήρχοντο, θα έπαυαν οι πόνοι του, και όμως ακόμη δεν λαμβάνη την
αναπλήρωσιν. Τότε τι θα ειπούμεν ; θα ειπούμεν ότι είναι ή δεν είναι
εις το μέσον των παθημάτων ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως θα ειπούμεν.
Σωκράτης.
Πώς άραγε ; Ότι εντελώς πονεί, ή εντελώς ευχαριστείται;
Πρώταρχος.
Όχι μα τον Δία, αλλά κάπως με διπλήν λύπην ότι λυπείται, εις το σώμα
μεν από το πάθημά του, εις την ψυχήν δε διότι
λαχταρά από την προσδοκίαν.
Σωκράτης.
Πώς εννοείς, καλέ Πρώταρχε, την διπλήν λύπην; Άραγε δεν συμβαίνει
κάποτε κανείς από ημάς να είναι κενός και να φθάση εις την ελπίδα της
αναπληρώσεως, άλλοτε δε αντιθέτως να ευρίσκεται εις απελπισίαν ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Άραγε λοιπόν, εάν μεν ελπίζη να αναπληρωθή, δεν σου φαίνεται ότι
ευχαριστείται από την ανάμνησιν, συγχρόνως όμως επειδή είναι κενός κατά
το ίδιον διάστημα πονεί ;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι λογικόν.
Σωκράτης.
Επομένως τότε και ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα λυπούνται και
ευχαριστούνται συγχρόνως.
Πρώταρχος.
Σχεδόν.
Σωκράτης.
Τι συμβαίνει όμως, όταν, ενώ είναι κενός, δεν έχη ελπίδα αναπληρώσεως ;
Άραγε τότε δεν συμβαίνει το διπλάσιον πάθημα της λύπης, το οποίον συ
προ ολίγου ενόησες και ενόμισες ότι είναι γενικώς διπλούν ;
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Εις αυτήν λοιπόν την εξέτασιν αυτών των παθημάτων θα μεταχειρισθούμεν
το εξής :
Πρώταρχος.
Ποίον ;
Σωκράτης.
Δηλαδή άραγε αληθείς θα τας ονομάσωμεν αυτάς τας λύπας και τας ηδονάς ή
ψευδείς ; Ή μερικάς μεν αληθείς, άλλας όμως όχι;
Πρώταρχος.
Πώς είναι δυνατόν, καλέ Σωκράτη, να υπάρχουν ψευδείς ηδοναί ή λύπαι;
Σωκράτης.
Αλλά πώς υπάρχουν, καλέ Πρώταρχε, φόβοι αληθείς ή ψευδείς, ή προσδοκίαι
αληθείς ή όχι, ή γνώμαι αληθείς ή ψευδείς ;
Πρώταρχος.
Όσον δια τας γνώμας εγώ τουλάχιστον ημπορώ να τας παραδεχθώ, αυτά όμως
τα άλλα δεν ημπορώ.
Σωκράτης.
Πώς το είπες; Πραγματικώς πλησιάζομεν να στήσωμεν όχι πολύ μηδαμινόν
ζήτημα.
Πρώταρχε.
Λέγεις την αλήθειαν.
Σωκράτης
Ναι, αλλά πρέπει, καλό παιδί, που έχεις εκείνον τον καλόν πατέρα, να
προσέξωμεν αν θα είναι αρμόδιος.
Πρώταρχος. Ίσως χρειάζεται αυτό τουλάχιστον.
Σωκράτης.
Επομένως πρέπει να αφήσωμεν τας άλλας πολυλογίας ή και οτιδήποτε
λέγεται έξω από το πρέπον.
Πρώταρχος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Λέγε μου λοιπόν. Διότι εμέ τουλάχιστον με κατέλαβε θαυμασμός διαρκής
εις την ζωήν μου διά τα προβλήματα τα οποία εθέσαμεν τόρα δα.
Πρώταρχος.
Πώς εννοείς λοιπόν;
Σωκράτης.
Είπες ότι δεν υπάρχουν ηδοναί ψευδείς και αληθείς ;
Πρώταρχος.
Πώς είναι δυνατόν βεβαίως να υπάρχουν ;
Σωκράτης.
Ούτε λοιπόν εις τον ύπνον ούτε εις τον ξύπνον, καθώς φρονείς, ούτε μέσα
εις τα διάφορα είδη της μανίας και της παραφροσύνης δεν υπάρχει κανείς
ο οποίος κάποτε νομίζει μεν ότι χαίρει, δεν χαίρει όμως διόλου, ούτε ο
οποίος νομίζει ότι λυπείται, δεν λυπείται όμως πραγματικώς ;
Πρώταρχος.
Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, όλοι αυτήν την γνώμην έχομεν δι' αυτά.
Σωκράτης.
Ναι, αλλά είναι άραγε ορθή ; Ή πρέπει να εξετάσωμεν αν λέγονται ορθώς ή
όχι;
Πρώταρχος.
Πρέπει να εξετάσωμεν, καθώς εγώ τουλάχιστον νομίζω.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν ας ορίσωμεν καθαρώτερα αυτό το οποίον λέγομεν
τόρα περί της ηδονής και της γνώμης. Δηλαδή είναι αληθές ημείς ότι
έχομεν κάπως μίαν γνώμην ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και ότι αισθανόμεθα ηδονάς ;
Πρώταρχος.
Επίσης.
Σωκράτης.
Αλλά και το αντικείμενον της γνώμης μας δεν είναι κάτι τι;
Πρώταρχος.
Πώς όχι ;
Σωκράτης.
Και το ελατήριον δια το οποίον ευχαριστείται όστις ευχαριστείται ;
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν όστις έχει μίαν γνώμην, είτε είναι ορθή είτε όχι, δεν χάνει
ποτέ βεβαίως την πραγματικότητα της γνώμης του.
Πρώταρχος.
Πώς είναι δυνατόν βεβαίως ;
Σωκράτης.
Και όστις αισθάνεται ηδονήν, είτε είναι ορθή είτε όχι, είναι φανερόν
ότι ποτέ δεν θα χάση την πραγματικότητα της ηδονής.
Πρώταρχος.
Μάλιστα και αυτό είναι ορθόν.
Σωκράτης.
Με ποίον τρόπον λοιπόν η μεν γνώμη μας συνηθίζει να είναι και ψευδής
και αληθής, η ηδονή όμως μόνον αληθής είναι, ενώ μας εδόθη εκ φύσεως
και να φρονούμεν και να τερπώμεθα πραγματικώς και εις τας δύο
περιπτώσεις;
Πρώταρχος.
Αυτό πρέπει να το εξετάσωμεν.
Σωκράτης.
Άραγε, επειδή εις την γνώμην ακολουθεί το ψεύδος και η αλήθεια, και ως
εκ τούτου δεν υπάρχει απλώς γνώμη αλλά συγχρόνως γνώμη κάποιου είδους,
δια τούτο λέγεις ότι πρέπει να εξετάσωμεν ;
Πρώταρχος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Ακόμη δε άραγε πρέπει να συμφωνήσωμεν αν κατ' αρχήν εκείνα μεν έχουν
κάποιαν ποιότητα, η ηδονή όμως και η λύπη είναι ό,τι είναι, και δεν
έχουν καμμίαν ποιότητα;
Πρώταρχος.
Αυτό είναι προφανές.
Σωκράτης.
Αλλ' αυτό δεν είναι διόλου δύσκολον να το εννοήσωμεν, ότι δηλαδή έχουν
και κάποιαν ποιότητα. Διότι, προ πολλού είπαμεν ότι έκαστον είδος από
αυτά γίνονται μεγάλα και μικρά και σφοδρά, δηλαδή και αι λύπαι και αι
ηδοναί.
Πρώταρχος.
Βεβαιότατα.