ΚΘ. Μετά δε ταύτα, εν ώ προεμηνύετο ήδη ο Πελοποννησιακός

πόλεμος, έπεισε τον δήμον να στείλωσι βοήθειαν εις τους

Κερκυραίους, πολεμουμένους υπό των Κορινθίων, και να οικειωθώσι

νήσον έχουσαν ισχυράν ναυτικήν δύναμιν· διότι οι Πελοποννήσιοι

διέκειντο υπέρποτε εις πολεμικάς προς αυτούς διαθέσεις. Ως δ'

εψήφισεν ο δήμος την βοήθειαν, έστειλε τον Λακεδαιμόνιον

(548), υιόν του Κίμωνος, έχοντα δέκα πλοία μόνον, ως εξυβρίζων

αυτόν διότι ο οίκος του Κίμωνος πολλήν έτρεφεν εύνοιαν και

φιλίαν προς τους Λακεδαιμονίους. Διά να συκοφαντηθή λοιπόν έτι

μάλλον ως λακωνίζων ο Λακεδαιμόνιος, αν επί της στρατηγίας του

ουδέν εγίνετο μέγα και ένδοξον, διά τούτο τω έδωκεν ολίγα

πλοία, και τον έστειλε χωρίς να θέλη. Και κατά πάντα τρόπον

ανθίστατο εις την πρόοδον των υιών του Κίμωνος, λέγων ότι και

εκ των ονομάτων αυτών εφαίνετο ότι δεν ήσαν γνήσιοι, αλλά νόθοι

(549) και ξένοι, διότι ο μεν ωνομάζετο Λακεδαιμόνιος, ο δε

Θεσσαλός, και ο άλλος Ηλείος. Φαίνεται δ' ότι όλοι εγεννήθησαν

εκ μητρός Αρκαδίας. Κατηγορούμενος δ' ο Περικλής διά τας δέκα

ταύτας τριήρεις, ότι εχορήγησε μικράν μεν βοήθειαν εις τους

έχοντας ανάγκην αυτής, μεγάλην δε πρόφασιν εις τους εγκαλούντας

τους Αθηναίους, έστειλε πάλιν και άλλας περισσοτέρας εις την

Κέρκυραν (550), αίτινες έφθασαν μετά την μάχην. Εν ώ δ'

ωργίζοντο οι Κορίνθιοι, και κατηγόρουν τους Αθηναίους εις την

Λακεδαίμονα, ήλθον οι Μεραγείς, παραπονούμενοι ότι αφ' όλων των

αγορών και των λιμένων όπου κρατούσιν οι Αθηναίοι, εμποδίζουσι

και διώκουσιν αυτούς παρά το κοινόν δίκαιον και παρά τους

όρκους των Ελλήνων. Οι δ' Αιγινήται, αδικούμενοι και αυτοί, ως

φαίνεται, και πιεζόμενοι, παρεπονούντο κρυφίως προς τους

Λακεδαιμονίους, μη έχοντες θάρρος να κατηγορήσωσι φανερώς τους

Αθηναίους. Εν τούτοις δε και η Ποτίδαια (551) πόλις υπήκοος

των Αθηναίων, άποικος δε των Κορινθίων, αποστατήσασα και

πολιορκουμένη, επετάχυνεν έτι μάλλον τον πόλεμον. Επειδή όμως

πρεσβείαι εστάλησαν εις Αθήνας, και ο βασιλεύς των

Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος διήλλαξε τας πλείστας των διαφορών, και

επράυνε τους συμμάχους, ο πόλεμος εφαίνετο, ως εκ των άλλων

αιτιών, ότι δεν ήθελεν εκραγή κατά των Αθηναίων, αν είχον

πεισθή να καταργήσωσι το Μεγαρικόν ψήφισμα, και να φιλιωθώσι

μετά των Μεγαρέων. Δι' ό προ πάντων ο Περικλής, εναντιωθείς εις

τούτο, και παροξύνας τον δήμον να επιμείνη εις την προς τους

Μεγαρείς φιλονεικίαν του, μόνος εκατηγορήθη ως αιτία του

πολέμου γενόμενος.

Λ. Λέγουσι δ' ότι όταν ήλθε περί τούτου πρεσβεία εις Αθήνας εκ

Λακεδαίμονος, και ο Περικλής επρότεινε νόμον απαγορεύοντα ν'

αφαιρεθή το πινάκιον, εφ' ού ήτον γεγραμμένον το ψήφισμα, ο

Πολυάρκης, είς των πρέσβεων, είπε· «Μη το αφαιρής λοιπόν, αλλά

στρέψον αυτό εντός. Δεν υπάρχει νόμος όστις ν' απαγορεύη και

τούτο.» Και ο μεν λόγος εφάνη ευφυής, αλλ' ο Περικλής δεν

ενέδωκε. Φαίνεται δ' ότι είχε και ιδιαιτέραν τινά κατά των

Μεγαρέων απέχθειαν. Κοινόν δε προσάπτων, και φανερόν έγκλημα

εις αυτούς, ότι κατατέμνουσι τα ιερά λειβάδια (552), γράφει

ψήφισμα, να σταλή κήρυξ, ο ίδιος προς αυτούς και προς τους

Λακεδαιμονίους, και να κατηγορήση τους Μεγαρείς. Και τούτο μεν

το ψήφισμα του Περικλέους περιείχεν εύλογον δικαιολογίαν και

ήμερον. Επειδή όμως ο σταλείς κήρυξ Ανθεμόκριτος εθανατώθη, και

ο θάνατός του προσήφθη εις τους Μεγαρείς, γράφει ψήφισμα κατ'

αυτών ο Χαρίνος, να υπάρχη κατ' αυτών άσπονδος και ακήρυττος

έχθρα, όστις δε Μεγαρεύς εισέλθη εις την Αττικήν, να τιμωρήται

διά θανάτου, οι δε στρατηγοί, όταν ομνύωσι τον πατρικόν όρκον,

να ορκίζωνται ότι δις κατ' έτος θα εισβάλλωσιν εις την

Μεγαρικήν· ο δ' Ανθεμόκριτος να ταφή παρά τας Θριασίας πύλας,

αίτινες τώρα ονομάζονται Δίπυλον (553). Οι δε Μεγαρείς,

αρνούμενοι τον φόνον του Ανθεμοκρίτου, επιρρίπτουσι την ευθύνην

εις την Ασπασίαν και τον Περικλήν, αναφέροντες τα περιβόητα και

δημώδη ταύτα στιχάρια των Αχαρνέων (554).

Σιμαίθαν την εταίραν εις τα Μέγαρα

κρασοπατέρες νέοι ήλθαν κ' έκλεψαν,

κ' οι Μεγαρείς πονέσαντες, αντέκλεψαν

της Ασπασίας δύο εταιρίδια.

ΛΑ. Και η μεν αρχή ποία τις ήτον δεν είν' εύκολον να το

ηξεύρωμεν. Της δε μη ακυρώσεως του ψηφίσματος την αιτίαν όλοι

ομοφώνως αποδίδουσιν εις τον Περικλέα. Πλην, οι μεν λέγουσιν

ότι επέμεινεν αυτός εκ μεγαλοφροσύνης και εκ φρονήσεως, προς το

δημόσιον καλόν, φρονών ότι η απαίτησις των Λακεδαιμονίων ήτον

δοκιμή αν η πόλις ενδίδη, και ότι η παραδοχή αυτής θα ήτον

ασθενείας εξομολόγησις· οι δε, ότι μετ' αυθαδείας μάλλον τινός,

και τον πόλεμον επιθυμών όπως λάβη ισχύν και δόξαν,

περιεφρόνησε τους Λακεδαιμονίους. Η δε χειροτέρα όλων των

αιτιών, ήτις όμως έχει τους πλείστους μάρτυρας, ούτω πώς

λέγεται. Ο γλύπτης Φειδίας, ήτον, ως είπομεν, εργολάβος του

αγάλματος (555). Ήτον δε φίλος του Περικλέους, και μεγίστην

είχεν επιρροήν παρ' αυτώ· δι' ό, φθονούμενος, είχεν εχθρούς,

τινάς μεν δι' εαυτόν, άλλοι δε θέλοντες δι' αυτού να δοκιμάσουν

οποίος κριτής θα εδείκνυτο ο δήμος ως προς τον Περικλέα,

κατέπεισαν Μένωνά τινα, ένα των εργατών του Φειδίου, και τον

εκάθισαν οικέτην εις την αγοράν, ζητούντα άδειαν να καταμηνύση

και κατηγορήση τον Φειδίαν. Ο δήμος λοιπόν εδέχθη τον άνθρωπον,

και εγένετο καταγγελία εις την εκκλησίαν. Και περί κλοπών μεν

ουδέν ελέγετο, διότι ο Φειδίας ούτως ειργάσθη εξ αρχής αμέσως

και προσέθηκεν εις το άγαλμα τον χρυσόν, κατά συμβουλήν του

Περικλέους, ώστε δυνατώτατον ήτον να τον αφαιρέσωσι, και ν'

αποδείξωσι το βάρος αυτού· και τούτο είπε τότε ο Περικλής εις

τους κατηγόρους να πράξωσιν. Αλλά τον Φειδίαν επίεζεν υπό

φθόνου η δόξα των έργων του, και μάλιστα διότι παραστήσας επί

της ασπίδος την μάχην των Αμαζόνων, ενετύπωσε την ιδίαν αυτού

μορφήν, ως γέροντος φαλακρού, αίροντος πέτραν διά των δύο

χειρών του (556), και προσέθηκεν ωραιοτάτην εικόνα του

Περικλέους, μαχομένου προς Αμαζόνα. Το δε σχήμα της χειρός,

υψούσης το δόρυ εμπρός του προσώπου του Περικλέους, ήτον

τοσούτον επιτηδείως διατεθειμένον, ώστε θέλει τρόπον τινά να

κρύπτη την ομοιότητα, υποφαινομένην όμως εκατέρωθεν. Και ο μεν

Φειδίας εις το δεσμωτήριον ριφθείς, απέθανε νοσήσας, ως δέ

τινες λέγουσι, φαρμακευθείς υπό των εχθρών του Περικλέους, νέαν

ζητούντων διαβολής αφορμήν. Εις δε τον κατήγορον Μένωνα, διά

ψηφίσματος ό έγραψεν ο Γλύκων, έδωκεν ο δήμος ατέλειαν (557),

και προσέταξε τους στρατηγούς να επιμελώνται περί της ασφαλείας

του ανθρώπου.

ΛΒ. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον εδικάζετο και η Ασπασία

δι' ασέβειαν, εγκαλουμένη υπό Ερμίππου του κωμωδοποιού, και

κατηγορουμένη προσέτι ότι εδέχετο ελευθέρας γυναίκας προς χάριν

του Περικλέους. Και ψήφισμα έγραψεν ο Διοπείθης (558), να

καταγελθώσιν εις τον δήμον (559) οι μη τα θεία πιστεύοντες, ή

διδάσκοντες λόγους περί των μετεωρολογικών, αντανακλών ούτω την

υπόνοιαν διά του Αναξαγόρου εις τον Περικλέα. Ως δ' εδέχθη και

ενέκρινε την καταμήνυσιν ο δήμος, εκυρώθη ψήφισμα προταθέν υπό

του Δρακοντίδου (560), ο Περικλής να καταθέση εις τους

Πρυτάνεις (561) τους απολογισμούς των χρημάτων, οι δε

δικασταί, την ψήφον φέροντες από του βωμού, να κρίνωσιν εντός

της Ακροπόλεως (5625). Ο δε Άγνων τούτο μεν αφήρεσεν από του

ψηφίσματος, έγραψε δε να κριθή η δίκη υπό χιλίων πεντακοσίων

δικαστών (563), είτε κλοπής και δωροδοκίας, είτε αδικίας ήθελέ

τις να ονομάση την καταμήνυσιν. Και της μεν Ασπασίας κατώρθωσε

την απόλυσιν, πολλά, ως ο Αισχίνης λέγει, χύσας υπέρ αυτής

δάκρυα επί της δίκης, και πολλάς παρακλήσεις απευθύνας εις τους

δικαστάς. Τον δ' Αναξαγόραν, φοβηθείς, εξαπέστειλε, και

συνώδευσεν ο ίδιος εκτός της πόλεως. Όταν δε διά του Φειδίου

δυσηρέστησε τον δήμον, φοβηθείς το δικαστήριον, ανήψε τον

πόλεμον, απειλούντα ήδη και υπεκκαιόμενον, διότι ήλπιζε να

διασκεδάση τας κατηγορίας και να ταπεινώση τον φθόνον, όταν, εν

μέσω μεγάλων πραγμάτων και κινδύνων, η πόλις ήθελεν εις εκείνον

μόνον εμπιστευθή εαυτήν διά την επισημότητα αυτού και την

δύναμιν. Αύται λοιπόν λέγονται αι αιτίαι δι' άς δεν αφήκε τον

δήμον να ενδώση εις τους Λακεδαιμονίους. Το δ' αληθές είναι

άδηλον.

ΛΓ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες ότι αν εκείνου την δύναμιν

καταβάλωσι, θέλουσιν έχει τους Αθηναίους κατά πάντα

μαλακωτέρους, τους προέτρεπον ν' αποδιώξωσι το μίασμα το

κηλιδούν, το εκ μητρός γένος αυτού (564)· ως λέγει ο

Θουκυδίδης. Αλλ' η απόπειρα απέβη όλως εναντία εις τους

προτείναντας. Διότι αντί υποψίας και διαβολής, ο Περικλής έτι

περισσοτέραν απήλαυσε τιμήν και εμπιστοσύνην παρά τοις

πολίταις, όταν είδον ότι τον εμίσουν και τον εφοβούντο μάλιστα

οι εχθροί. Διό και πριν εισβάλη εις την Αττικήν ο Αρχίδαμος

μετά των Πελοποννησίων, είπεν ο Περικλής εις τους Αθηναίους,

αν, λεηλατών τ' άλλα μέρη ο Αρχίδαμος, εφείδετο των εδικών του

κτημάτων εξ αιτίας της παλαιάς σχέσεως ήτις υπήρχε μεταξύ των,

ή όπως δώση εις τους εχθρούς του διαβολής αφορμάς, ότι αυτός

εχάριζε και τα κτήματα και τας επαύλεις του εις την πόλιν.

Εισέβαλον λοιπόν εις την Αττικήν μετά στρατού μεγάλου οι

Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του Βασιλέως

Αρχιδάμου· και λεηλατούντες την χώραν, προυχώρησαν εις τας

Αχαρνάς (565), και εστρατοπέδευσαν εκεί, πιστεύοντες ότι οι

Αθηναίοι δεν θα το ανείχοντο, αλλά θ' αντιπαρετάττοντο μετ'

οργής και υπερηφανείας. Εις τον Περικλέα όμως δύσκολον εφαίνετο

να συνάψη μάχην υπέρ αυτής της πόλεως προς εξήκοντα χιλιάδας

Πελοποννησίων και Βοιωτών· διότι τοσούτοι ήσαν οι κατ' αρχάς

εισβαλόντες. Τους δε θέλοντας να πολεμήσωσι και

δυσαρεστούμενους διά τα γινόμενα κατεπράυνε λέγων, ότι δένδρα

μεν καταρριφθέντα και κοπέντα αναφύονται ταχέως, άνδρες δε

φονευθέντες, ευκόλως δεν αναζώσι. Δεν συνεκάλει δε τον δήμον

εις εκκλησίαν, φοβηθείς μη παρά την θέλησίν του βιασθή· αλλ' ως

κυβερνήτης πλοίου, όταν άνεμος επέρχηται εις το πέλαγος,

διαθέσας τα πάντα, και καλώς εξαρτήσας τα άρμενα,

μεταχειρίζεται την τέχνην αυτού αφήνων τα δάκρυα και τας

παρακλήσεις των επιβατών όσοι πάσχουσιν υπό ναυτίας ή φόβου,

ούτω και αυτός, κλείσας την πόλιν, και φύλακας πανταχού τάξας

προς ασφάλειαν, ηκολούθει τας ιδίας αυτού εμπνεύσεις, ολίγον

φροντίζων περί των καταβοώντων και των αγανακτούντων, ει και

πολλοί μεν των φίλων του επέμενον παρακαλούντες αυτόν, πολλοί

δε των εχθρών του τον ηπείλουν και κατηγόρουν, πολλοί δ'

έψαλλον άσματα και χλευασμούς προς καταισχύνην, υβρίζοντες την

στρατηγίαν αυτού ως άνανδρον, και τα πράγματα εις τους εχθρούς

αφήνουσαν. Επέπιπτε δε κατ' αυτού και ο Κλέων, ωφελούμενος εκ

της εναντίον του οργής των πολιτών όπως δημαγωγήση, ως δηλούσι

και τ' ανάπαιστα (566) ταυτά του ποιητού Ερμίππου (567).

«Βασιλεύ των σατύρων, ειπέ, διατί

να βαστάξης το δόρυ δεν θέλεις λοιπόν,

αλλά λόγους πολέμου κηρύττεις δεινούς,

την ψυχήν δε του Τέλητος έχεις; (568)

Κ' οι οδόντες σου τρύζουν, ως όταν κοπίς

εις ακόνην ακούσης να τρύζη σκληράν,

και σε δάκνει αστράτττων ο Κλέων; (569)»

ΛΔ. Πλην υπ' ουδενός των τοιούτων εκινήθη ο Περικλής, αλλά

πράως και εν σιωπή την αδοξίαν και την απέχθειαν υπομένων, και

πέμψας στόλον εκατόν πλοίων περί την Πελοπόννησον, αυτός δεν

συνεξέπλευσεν, αλλ' έμεινεν οικουρών και εις την εξουσίαν του

έχων την πόλιν, έως ότου ανεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι.

Περιποιούμενος όμως το πλήθος, αγανακτούν ουχ ήττον ένεκα του

πολέμου, το εκολάκευε διά διανομών χρημάτων, και έγραφε

ψηφίσματα περί κληρουχιών, και αποδιώξας όλους τους Αιγινήτας,

διένειμε διά λαχνών την νήσον εις τους Αθηναίους. Παρηγορούντο

δ' ούτοι οπωσούν και εξ όσων έπασχον οι εχθροί· διότι

περιπλέοντες την Πελοπόννησον, ελεηλάτουν πολλήν χώραν και τας

μικράς πόλεις αυτής· και ο ίδιος, εισβαλών εις την Μεγαρικήν,

την κατέφθειρε πάσαν. Εκ τούτου, δ' εγίνετο προφανές ότι πολλά

μεν κακοποιούντες οι εχθροί τους Αθηναίους, πολλά δε πάσχοντες

υπ' εκείνων διά θαλάσσης, δεν θα παρέτεινον τοσούτον τον

πόλεμον, αλλά ταχέως θ' απέκαμνον, καθώς εξ αρχής προείπεν ο

Περικλής, αν θεία τις βούλησις δεν είχεν εναντιωθή εις των

ανθρώπων τους διαλογισμούς. Τώρα δε, πρώτον μεν επέπεσεν η

λοιμική φθορά, και εξηφάνισε πάσαν την ακμάζουσαν ηλικίαν και

πάσαν την δύναμιν. Υπ' αυτής προσβαλλόμενοι και κατά τα σώματα

και κατά τας ψυχάς, εξηγριώθησαν εντελώς κατά του Περικλέους,

και ως αν υπό της νόσου παραφρονήσαντες εξανίσταντο κατ' ιατρού

ή κατά πατρός, προσηνέχθησαν αδικώτατα κατ' αυτού, πεισθέντες

υπό των εχθρών ότι την μεν νόσον επέφερεν η συσσώρευσις του

πλήθους των χωρικών εις την πόλιν, διότι εν καιρώ θέρους

ηναγκάζοντο πολλοί ομού να διάγωσιν εις μικρά οικήματα και εις

πνιγηράς σκηνάς ζωήν οικουρόν και αργήν, αντί της καθαράς

διαίτης ήν είχον εις τον ανοικτόν αέρα το πρότερον· τούτου δ'

αίτιος ότι ήτον εκείνος, όστις ένεκα του πολέμου έχυσε τον

όχλον των αγρών εις τα τείχη, χωρίς εις ουδέν να μεταχειρίζηται

τους τόσους ανθρώπους, και εμάνδρωσεν αυτούς ως βοσκήματα,

αφήνων να μεταδίδηται το μίασμα αμοιβαίως, και μη χορηγών εις

αυτούς ουδεμίαν της τύχης των μεταβολήν ή ανακούφισιν.

ΛΕ. Ταύτα θέλων να θεραπεύση, και να βλάψη ολίγον τους εχθρούς,

εισεβίβασεν εις εκατόν πεντήκοντα πλοία πολλούς και ανδρείους

οπλίτας και ιππείς, και έμελλε ν' αποπλεύση, χορηγών διά της

τοιαύτης δυνάμεως μεγάλην ελπίδα εις τους πολίτας, και όχι

ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς. Εν ώ δ' ήσαν πλήρη τα πλοία,

και ο Περικλής είχεν ήδη αναβή εις την ιδίαν αυτού τριήρη,

συνέβη ηλίου έκλειψις, και έγινε σκότος, και όλοι είδον μετά

καταπλήξεως τούτο, ως μέγα σημείον. Βλέπων δ' ο Περικλής τον

κυβερνήτην περίφοβον και απορούντα τι να πράξη, ύψωσε την

χλαμύδα εμπρός των οφθαλμών του, και καλύψας αυτούς, τον

ηρώτησεν αν θεωρή τούτο ως μέγα δεινόν ή ως σημείον δεινού

τινος. Ως δ' απεκρίθη «όχι» ο κυβερνήτης· «Τι λοιπόν, είπε,

διαφέρει τούτου εκείνο, εκτός ότι το σώμα εξ ού προήλθεν η

επισκότισις είναι μεγαλήτερον της χλαμύδος;» Αλλά ταύτα

συζητούνται εις τα σχολεία των φιλοσόφων. Εκπλεύσας δ' ο

Περικλής, ουδέν φαίνεται πράξας άξιον της προπαρασκευής.

Πολιορκήσας δε την ιεράν Επίδαυρον (570), ήτις παρείχεν

ελπίδας ότι θέλει κυριευθή, απέτυχεν εξ αιτίας της νόσου· διότι

επελθούσα εξολόθρευσεν όχι μόνον αυτούς, αλλά και όλους όσοι

έλαβον οπωσούν επιμιξίαν μετά του στρατού. Ως εκ τούτου

ωργίζοντο οι Αθηναίοι κατ' αυτού, και επροσπάθει να τους

παρηγορή και να τους ενθαρρύνη. Αλλά δεν έπαυσε την οργήν των,

ουδέ τους μετέπεισεν, έως ου λαβόντες κατ' αυτού εις τας χείρας

τας ψήφους, και της τύχης του γινόμενοι κύριοι, τω αφόρεσαν την

στρατηγίαν, και τω επέβαλον ζημίαν χρηματικήν, ήν οι μεν

λέγουσι δεκαπέντε ταλάντων εις ελάχιστον όρον, οι δε εις

ανώτατον πεντήκοντα. Κατήγορος δ' εις την δίκην, επεγράφη, ως

μεν λέγει ο Ιδομενεύς (571), ο Κλέων, ως δ' ο Θεόφραστος

(572), ο Σιμμίας, ο δ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (573), λέγει τον

Λακρατίδαν.

ΛΣΤ. Το δημόσια όμως ατυχήματά του έμελλον ταχέως να παύσωσι,

διότι το πλήθος μετά της πληγής είχεν αφήσει εις αυτόν και το

κέντρον του (574). Αλλά τα του οίκου του ήσαν εις

δυστυχεστάτην κατάστασιν, διότι επί του λοιμού απέθανον ουκ

ολίγοι των οικείων του, και προ πολλού ετάραττον διαιρέσεις

αυτούς. Ούτως ο πρεσβύτερος των γνησίων υιών του Ξάνθιππος,

πολυδάπανος ων και αυτός εκ φύσεως, και γυναίκα νέαν και

πολυτελή νυμφευθείς, την θυγατέρα Ισάνδρου του Επιλύκου,

ηγανάκτει διά την ακρίβειαν (575) του πατρός του, όστις ολίγα

και κατ' ολίγον τω έδιδεν. Ούτος έστειλε και έλαβε παρ' ενός

φίλου του αργύριον, ως εκ μέρους του Περικλέους. Επειδή δ'

έπειτα εκείνος απήτει αυτό, ο μεν Περικλής και δίκην εκίνησε

κατ' αυτού· ο δε νεανίσκος Ξάνθιππος επί τούτω δυσαρεστηθείς,

εκακολόγει τον πατέρα του, και πρώτον μεν διηγείτο χλευαστικώς

τας κατ' οίκον συναναστροφάς αυτού, και τας συνομιλίας άς είχε

μετά των σοφιστών. Όταν πένταθλός τις (576) φερ' ειπείν,

εκτύπησε διά του ακοντίου του ακουσίως τον Φαρσάλιον (5775)

Επιτίμιον, και τον εφόνευσεν, έλεγεν ότι εδαπάνησεν ολόκληρον

ημέραν ο Περικλής μετά του Πρωταγόρου, συζητών αν το ακόντιον ή

ο ρίψας αυτό, ή οι αγωνοθέται έπρεπε κατ' ορθότατον λόγον να

θεωρηθώσιν ως αίτιοι του κακού (578). Προσότι δε και την περί

της ιδίας αυτού γυναικός κατηγορίαν λέγει ο Στησίμβροτος ότι

αυτός ο Ξάνθιππος διέδωκεν εις το πλήθος (579), και ότι μέχρι

του θανάτου του διετήρησεν ο νέος άσπονδον την κατά του πατρός

αυτού αντιπάθειαν. Απέθανε δ' ο Ξάνθιππος ασθενήσας επί του

λοιμού. Απώλεσε δε τότε ο Περικλής και την αδελφήν του και των

συγγενών και φίλων του τους πλείστους και τους χρησιμωτάτους

εις τα της πολιτείας. Αλλά δεν απηλπίσθη, ουδ' εταπεινώθη το

φρόνημα και το μέγεθος της ψυχής αυτού υπό των συμφορών και

ουδέ κλαίων, ουδέ νεκρόν συνοδεύων, ουδέ παρά τον τάφον εφάνη

τινός των οικείων του, μέχρις ού απώλεσε και τον έσχατον των

γνησίων υιών του, τον Πάραλον. Ο θάνατος όμως αυτού τον

εκλόνισε· και επροσπάθει μεν να εμμείνη καρτερικώς εις το ήθος

του, και να διαφυλάξη την μεγαλοψυχίαν. Φέρων όμως στεφάνον εις

τον νεκρόν, κατεβλήθη υπό του πάθους άμα τον είδε, και εις

κλαυθμόν παρεδόθη, και έχυσε πλήθος δακρύων, εν ώ ποτέ καθ'

όλον τον βίον του τοιούτον τι δεν έπραξεν άλλοτε.

ΛΖ. Η δε πόλις, αφ' ού εδοκίμασε τους άλλους στρατηγούς και

ρήτορας διά τον πόλεμον τούτον, επειδή ουδείς εφαίνετο έχων την

ανάλογον προς τας περιστάσεις βαρύτητα, ουδ' αξίαν παρέχουσαν

τας δεούσας εγγυήσεις προς τοιαύτην αρχήν, ήρχισε να ποθή πάλιν

εκείνον, και να τον καλή εις το βήμα και εις την στρατηγίαν.

Εκείνος δε κατέκειτο εις την οικίαν του αθυμών διά το πένθος

αυτού, μέχρις ού τέλος ο Αλκιβιάδης και οι άλλοι του φίλοι τον

έπεισαν να εξέλθη· και αφ' ού ο δήμος εζήτησε συγχώρησιν διά

την προς αυτόν αγνωμοσύνην του, ανεδέχθη πάλιν την διεύθυνσιν

των πραγμάτων, και εκλεχθείς στρατηγός, επρότεινε την

κατάργησιν του περί νόθων νόμου, όν ο ίδιος είχεν άλλοτε

εισαγάγει, ίνα μη εκλείψη παντάπασιν από του οίκου αυτού το

όνομα και το γένος δι' έλλειψιν διαδοχής. Ήσαν δε τα κατά τον

νόμον τοιαύτα. Όταν ήκμαζεν ο Περικλής εις την πολιτείαν, προ

πάρα πολλών χρόνων, και έχων, ως είπομεν, υιούς γνησίους,

έγραψε νόμον, Αθηναίοι να είναι μόνοι οι εκ δύο Αθηναίων

γεννηθέντες. Όταν δ' ο βασιλεύς των Αιγυπτίων έστειλε δωρεάν

εις τον δήμον τεσσαράκοντα χιλιάδας μεδίμνων σίτου, και

επρόκειτο να διανεμηθώσιν αυτόν οι πολίται, πολλαί ως εκ του

ψηφίσματος εκείνου ανεφύοντο δίκαι κατά των νόθων, οίτινες

πρότερον δεν εγνωρίζοντο και παρεβλέποντο, πολλοί δε και

συκοφαντιών εγίνοντο θύματα. Και διά τούτο καταδικασθέντες

επωλήθησαν περί τους πεντακισχιλίους σχεδόν (580) οι δε

μείναντες εις την πολιτείαν και κριθέντες Αθηναίοι, ευρέθησαν

δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα. Ήτον λοιπόν δεινόν,

νόμος όστις εφηρμόσθη κατά τοσούτων, ν' ακυρωθή πάλιν υπ' αυτού

εκείνου όστις τον επρότεινεν· αλλ' η οικιακή δυστυχία του

Περικλέους, δι' ής εφαίνετο τιμωρηθείς διά την υπεροψίαν και

την μεγαλαυχίαν του, εκίνησε τους Αθηναίους εις οίκτον· και

φρονούντες ότι αφ' ού υπέστη την θείαν δίκην, είχεν ανάγκην

φιλανθρώπου επιεικείας, τω επέτρεψαν να εγγράψη τον νόθον εις

τους φράτορας (581) δίδων εις αυτόν το ίδιον αυτού όνομα. Και

τούτον μεν μετέπειτα, νικήσαντα τους Λακεδαιμονίους εις την εν

Αργινούσαις ναυμαχίαν, εφόνευσεν ο δήμος μετά των συστρατήγων

του.

ΛH. Τότε φαίνεται ότι τον Περικλέα κατέλαβεν ο λοιμός, ουχί

μετ' οξύτητος και ορμής καθώς άλλους, αλλ' ως ηπία τις

αρρωστία, ήτις παρατεινομένη και ποικίλως μεταβαλλομένη,

βραδέως κατέστρεφε το σώμα, και κατέβαλλε της ψυχής την

μεγαλοφροσύνην. Ο δε Θεόφραστος, εις τα ηθικά αυτού, συζητών αν

τα ήθη συμμεταβάλλωνται μετά της τύχης, και υπό των παθών του

σώματος συνταραττόμενα, αποβάλλωσι την αρετήν, διηγείται ότι ο

Περικλής εις φίλον τινά όστις τον επεσκέπτετο έδειξεν ότι αι

γυναίκες τω είχον δέσει φυλακτόν περί τον τράχηλον, απόδειξιν

λέγων τούτο ότι πολύ κακώς διέκειτο, αφ' ού και ταύτην υπέμεινε

την αβελτηρίαν. Εν ώ δ' αυτός επλησίαζεν εις τον θάνατον,

καθήμενοι πέριξ αυτού οι επισημότεροι των πολιτών, ωμίλουν περί

της αρετής αυτού, και έλεγον πόση υπήρξεν αυτού η δύναμις, και

απηρίθμουν τας πράξεις και των τροπαίων αυτού το πλήθος· διότι

στρατηγών και νικών, εννέα έστησε τρόπαια. Ωμίλουν δε ταύτα

προς αλλήλους, νομίζοντες ότι δεν τους ακούει, και ότι είχεν

ήδη απολέσει την αίσθησιν. Αλλ' εκείνος προσείχεν εις όλα όσα

ελέγοντο, και διακόψας αυτούς, είπεν ότι απορεί ακούων αυτούς

να επαινώσι και ν' απομνημονεύωσιν έργα αυτού εις ά συνετέλεσε

και η τύχη, και κατωρθώθησαν πολλάκις και, υπό πολλών

στρατηγών, ότι δε δεν λέγουσι το κάλλιστον και το μέγιστον,

«ότι εξ αιτίας εμού ουδείς Αθηναίος εμελανοφόρησεν.»

ΛΘ. Ήτον δ' ο ανήρ θαυμαστός ου μόνον διά την επιείκειαν και

πραότητα ήν εν μέσω τοσούτων περιστάσεων και απέναντι μεγάλων

αντιπαθειών διετήρησεν, αλλά και διά το φρόνημα αυτού,

θεωρούντος ως το άριστον εξ όλων αυτού των καλών, ότι εν μέσω

τοσαύτης δυνάμεως ούτε εις φθόνον ούτε εις θυμόν ποτέ ενέδωκεν,

ούτε κατά τινος ως εχθρός άσπονδος κατηνέχθη. Και μοι φαίνεται

ότι του ήθους του η ευμένεια, και ο βίος αυτού όν διετήρησε

καθαρόν και αμίαντον εν τω μέσω της εξουσίας, αναδεικνύουσιν

ουχί κατακριτέαν, αλλά πρέπουσαν εις αυτόν την ογκώδη και

σοβαράν του Ολυμπίου προσωνυμίαν. Διότι περί του γένους των

Θεών φρονούμεν ότι, αίτιον όν των καλών (582), παντός δε κακού

αναίτιον, διά τούτο άρχει και βασιλεύει των όντων ουχί καθώς οι

ποιηταί (583) συνταράττουσιν ημάς διά δοξασιών, αίτινες εξ

αυτών των ποιημάτων αυτών ελέγχονται αμαθέσταται· διότι τον μεν

τόπον εις όν λέγουσιν ότι οι Θεοί κατοικούσι, καλούσιν έδαφος

ασφαλές (584) και ασάλευτον, ουδ' ανέμους ουδέ σύννεφα έχον,

αλλ' υπό μαλακής αιθρίας και υπό φωτός καθαρού διά παντός του

χρόνου ομαλώς περιλαμπόμενον τοιαύτη τω όντι διαμονή αρμόζει

μάλιστα εις την μακαρίαν και αθάνατον αυτών φύσιν αυτούς δε

τους Θεούς παριστώσι ταραχής πλήρεις, και δυσμενείας, και

οργής, και άλλων παθών, μη πρεπόντων ουδ' εις ανθρώπους νουν

έχοντας. Αλλά ταύτα μεν ίσως κριθή μάλλον ότι εις άλλην

ανήκουσι πραγματείαν. Ταχέως δ' η κατάστασις των πραγμάτων

επαισθητήν κατέστησεν εις τους Αθηναίους του Περικλέους την

στέρησιν, και πόθον αυτού τοις ενέπνευσε. Διότι όσοι επί ζωής

του ησθάνθησαν βαρείαν αυτού την δύναμη, ήτις τους επεσκίαζεν,

άμα εκείνος εξέλιπε, και απεπειράθησαν άλλων ρητόρων και

δημαγωγών, ωμολόγουν ότι ουδέποτε υπήρξε συμπεριφορά μετριωτέρα

μετά μεγαλοπρεπείας, και σοβαρωτέρα μετά πραότητος. Η δ'

επίφθονος ισχύς εκείνη, ήτις πριν ελέγετο μοναρχία και

τυραννίς, εφάνη τότε ότι ήτον σωτήριον της πολιτείας στήριγμα·

διότι την τοσαύτην ορμήν και το πλήθος της κακίας ήτις έφθειρε

τα δημόσια πράγματα, εξασθενών εκείνος και ταπεινών, την

απέκρυπτε, και δεν την άφηνε ν' αποβή ολεθρία εις την εξουσίαν.

ΦΑΒΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ

A. ΚΑI ο μεν Περικλής τοιούτος ην κατά τα περί αυτού μάλλον

αξιομνημόνευτα, όσα περιήλθον μέχρις ημών. Ήδη δε μεταβαίνομεν

εις του Φαβίου την ιστορίαν. Λέγουσιν ότι νύμφη τις, ή

επιχώριός τις γυνή, συζευχθείσα μετά του Ηρακλέους περί τον

ποταμόν Θύμβριν (585) εγέννησε τον Φάβιον, εξ ού προέκυψε τα

μέγα και επίσημον γένος των Φαβίων εν Ρώμη. Ιστορούσι δέ τινες

ότι οι του γένους τούτου αρχηγοί, πρώτοι μεταχειρισθέντες

ορύγματα τάφρων προς άγραν των ζώων, ωνομάζοντο το πάλαι

Φόδιοι, διότι Φ ό σ σ α ι μέχρι τούδε καλούνται τα ορύγματα,

και το σκάπτειν Φ ό δ ε ρ ε (586)· μετά καιρόν δ' ότι

μετεβλήθησαν δύο γράμματα, και ωνομάσθησαν Φάβιοι. Εξήλθον δ'

εκ της οικίας άνδρες πολλοί και μεγάλοι· ο δε Φάβιος Μάξιμος

(587), περί ού ταύτα γράφομεν, ήτον τέταρτος από Ρούλλου

(588) του μεγίστου, και διά τούτο Μαξίμου (589)

επονομασθέντος παρά Ρωμαίοις. Ήτον δε το σωματικόν αυτού

επωνύμιον ο Βερούκωσσος (590), διότι είχεν έκφυμα μικρόν εις

το επάνω χείλος. Οουικούλας δε σημαίνει το μικρόν πρόβατον

(591). Τω εδόθη δε και η επωνυμία αύτη, διότι είχε πράον και

βαρύ το ήθος κατά την παιδικήν ηλικίαν του· διότι ο ήσυχος και

σιωπηλός αυτού χαρακτήρ, και η ολίγη του προθυμία προς τας

ηδονάς των παιδίων, και το ότι βραδέως και επιπόνως εμάνθανεν,

ην δε προς τους συντρόφους του ευπειθής και εύκολος, έδιδον εις

τους ξένους υπόνοιαν αμβλύτητός τινος και νωθρότητος του νοός·

ολίγοι δ' ήσαν οι εννοούντες ότι η δυσκινησία αυτού προήρχετο

υπό βάθους, και ότι εις την φύσιν αυτού ενυπήρχε τι το

μεγαλόψυχον και το λεοντώδες. Αλλά μετ' ου πολύ, ως ο καιρός

προυχώρει, υπό των πραγμάτων εξεγειρόμενος, απέδειξεν εις

πάντας ότι ήτον απάθεια το νομιζόμενον αδιαφορία, φρόνησις ότι

ήτον η περίσκεψις, και το να μη ορμά, ουδέ ταχέως να

μετακινήται, ότι ήτον ευστάθεια και ασφάλεια. Βλέπων δε και της

πολιτείας το μέγεθος, και των πολέμων το πλήθος, εξήσκει μεν το

σώμα του προς τον πόλεμον, ως όπλον εκ φύσεως εις αυτόν

δεδομένον, εγύμναζε δε και τον λόγον του εις όργανον πειθούς

προς τον δήμον, καλώς προς τον τρόπον του βίου του διαρρυθμίζων

αυτόν, διότι εις τον λόγον του δεν υπήρχον καλλωπισμοί, ουδέ

ματαία χάρις και αγοραία, αλλά νους έχων ίδιον εκφράσεως

τρόπον, και μέγα βάθος ιδεών, καθ' ό λέγουσιν ότι ομοιάζει

κυρίως του Θουκυδίδου τον ρητορικόν χαρακτήρα· διότι σώζεται

λόγος αυτού όν εξεφώνησεν εις την συνέλευσιν του δήμου,

εγκώμιον του υιού αυτού, αποθανόντος αφ' ού υπάτευσεν.

Β. Υπάτευσε δε και ο ίδιος πεντάκις, και η πρώτη των υπατειών

του εδοξάσθη διά του κατά των Λιγύων θριάμβου (592)· διότι

νικηθέντες υπ' αυτού, και πολλούς απολέσαντες εις την μάχην,

περιωρίσθησαν εις τας Άλπεις, και έπαυσαν λεηλατούντες και

κακοποιούντες τας γείτονας της Ιταλίας χώρας. Όταν δ' ο Αννίβας

(593), εισβαλών εις την Ιταλίαν, και νικήσας κατά πρώτον εις

μάχην παρά τον Τρεβίαν ποταμόν, διήρχετο διά της Τυρρηνίας

πορθών την χώραν, και μεγάλην έκπληξιν και φόβον προυξένησεν

εις την Ρώμην, εγίνοντο τότε σημεία τινά μη συνήθη εις τους

Ρωμαίους, τα διά κεραυνών, άλλα δε όλως αλλόκοτα και παράδοξα,

οίον ότι, ως ερρέθη, ασπίδες εβράχησαν εφ' εαυτών δι' αίματος,

και κατά το Άντιον (594) από των θεριζομένων σταχύων έρρεεν

αίμα, και λίθοι πεπυρωμένοι και φλέγοντες ότι έπιπτον εκ του

αέρος, υπέρ δε τους Φαλερίους (595) ότι εφάνη ο ουρανός

σχισθείς, και ότι απ' αυτού έπεσον και διεσπάρησαν πολλά

γραμμάτια, και εφ' ενός εφάνη γεγραμμένον κατά λέξιν «Ο Άρης

σαλεύει τα όπλα του.» Και τούτων μεν ουδέν συνετάραξε τον Γάιον

Φλαμίνιον, άνδρα φύσει μεν ορμητικόν και φιλότιμον, επαιρόμενον

δε και διά τας μεγάλας επιτυχίας του, όταν παρά πάσαν

προσδοκίαν, εναντίον των διαταγών της Βουλής και της γνώμης του

συνάρχοντός του, συγκρουσθείς βιαίως μετά των Γαλατών, τους

ενίκησε. Τον δε Φάβιον ολίγον ετρόμαξαν τα σημεία, διότι ήσαν

παράλογα, αν και ισχυράν επί πολλών απετέλουν εντύπωσιν.

Μανθάνων όμως ότι οι εχθροί ήσαν ολίγοι, και εστερούντο

χρημάτων, παρεκίνει τους Ρωμαίους να δειχθώσι καρτερικοί, και

να μη πολεμήσωσι κατ' ανθρώπου έχοντος στράτευμα διά πολλών

αγώνων εξησκημένον εις τον πόλεμον· αλλά να στείλωσι βοηθείας

εις τους συμμάχους, και κρατούντες τας πόλεις, ν' αφήνωσι την

ακμήν του Αννίβου να μαραίνηται αφ' εαυτής, ως φλόγα ήτις

ανέλαμψεν ολίγην έχουσα και ουχί στερεάν την τροφήν.

Γ. Αλλά δεν κατεπείθετο ο Φλαμίνιος· και λέγων ότι δεν θέλει

ανεχθή να πλησιάση την Ρώμην ο πόλεμος, ουδέ θέλει πολεμήσει,

ως ο αρχαίος Κάμιλλος, εντός της Ρώμης προς σωτηρίαν αυτής,

διέταξε τους χιλιάρχους να εξαγάγωσι τον στρατόν, και επήδησεν

εις ίππον ο ίδιος. Αλλ' ο ίππος άνευ προφανούς λόγου και

αναιτίως κατελήφθη υπό τρόμου, και αγριεύσας, τον έρριψε· και

έπεσε μεν ο Φλαμίνιος κατά κεφαλής, αλλά δεν μετέβαλε παντάπασι

την γνώμην του, και ως εξ αρχής είχε την πρόθεσιν να κινηθή

κατά του Αννίβου, παρετάχθη κατά την λεγομένην Θρασυμένην

(596) λίμνην της Τυρρηνίας. Ως δε συνεκρούσθησαν οι

στρατιώται, επί αυτής της μάχης συνέπεσε σεισμός, όστις και

πόλεις κατέστρεψε, και ρεύματα ποταμού εκ της κοίτης αυτών

μετέτρεψε, και κρημνών υπωρείας διέσχισεν· αλλ' αν και μετά

τοσαύτης βίας επήλθεν, εκ των πολεμούντων όμως ουδείς τον

εννόησε. Και ο μεν Φλαμίνιος διά πολλών και τόλμης και ανδρείας

έργων διακριθείς, έπεσε, και περί αυτόν οι άριστοι των

στρατιωτών. Οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν, και πολύς εγένετο

αυτών φόνος, και δεκαπεντακισχίλιοι κατακόπησαν, και άλλοι

τόσοι συνελήφθησαν ζώντες. Το δε σώμα του Φλαμινίου

φιλοτιμούμενος να θάψη ο Αννίβας, και να το τιμήση διά την

ανδρείαν αυτού, δεν το εύρε, και ουδείς ήξευρε πώς έγινεν

άφαντον. Ουδείς δε, ούτε ο στρατηγός, όστις έγραψεν εις την

Ρώμην, ούτε ο σταλείς ως κομιστής της αγγελίας, ωμολόγησεν

αληθώς την κατά τον Τρεβίαν (597) γενομένην ήτταν, αλλ' είπε

ψευσθείς ότι η νίκη έμεινεν άκριτος και αμφίβολος. Άμα δ'

ήκουσε περί αυτής ο στρατηγός Πομπώνιος, συνεκάλεσε τον δήμον

εις εκκλησίαν, και προσελθών ευθύς, είπεν απαρακαλύπτως, χωρίς

περιπλοκών και δόλων· «Ενικήθημεν, ω άνδρες Ρωμαίοι, εις

μεγάλην μάχην, και κατεστράφη το στρατόπεδον ημών, και ο ύπατος

Φλαμίνιος εφονεύθη. Σκεφθήτε περί της σωτηρίας και ασφαλείας

σας». Τούτον ρίψας τον λόγον ως καταιγίδα εις πέλαγος τοσούτου

πλήθους, συνετάραξε πάσαν την πόλιν, ουδ' εδύναντο οι λογισμοί

ν' αντιστώσιν εις τοιαύτην έκπληξιν και να την υπομείνωσιν.

Όλοι δ' εις μίαν συνέπεσαν γνώμην, ότι τα πράγματα χρειάζονται

ανεύθυνον μοναρχίαν, ήν καλούσι δικτατωρίαν, και άνθρωπον όστις

να διαχειρισθή αυτήν αυστηρώς και αφόβως. Είς δε μόνος ότι

είναι ούτος, ο Φάβιος Μάξιμος, όστις είχε φρόνημα και ήθους

σοβαρότητα ανάλογον προς της αρχής ταύτης το μέγεθος, και εις

την περίοδον εκείνην ήτον της ηλικίας του, καθ' ήν το σώμα διά

της ρώμης του βοηθεί εισέτι τα βουλεύματα της ψυχής, και το

θάρρος συγκιρνάται μετά της φρονήσεως.

Δ. Ως δ' απεφάσισαν ταύτα, εξελέγη μεν Δικτάτωρ ο Φάβιος,

ωνόμασε δ' αυτός ίππαρχον τον Λεύκιον (598) Μινούκιον, και

πρώτον μεν εζήτησε παρά της συγκλήτου την άδειαν να

μεταχειρίζηται ίππον εις τας εκστρατείας· διότι τούτο δεν

επετρέπετο, και παλαιός νόμος το απηγόρευεν, είτε διότι η

κυριωτέρα του στρατού δύναμις εθεώρουν ότι συνίστατο εις το

πεζικόν, και διά τούτο ενόμιζον ότι ο στρατηγός πρέπει να μένη

μετά της φάλαγγος, και να μη αφήνη αυτήν είτε διότι ήθελον, ο

δικτάτωρ, έχων καθ' όλα τα άλλα τυραννικήν και μεγάλην της

αρχής του την εξουσίαν, να φαίνηται καθ' έν και μόνον, κατά

τούτο, κατώτερος του δήμου. Θέλων δ' ο Φάβιος ευθύς να δείξη

της εξουσίας του το μέγεθος και τον όγκον, όπως τω είναι

ευπειθέστεροι και μάλλον τω υπακούωσιν οι πολίται, εξήλθε

συναθροίσας περί εαυτόν εικοσιτέσσαρας ραβδούχους, και ιδών τον

άλλον ύπατον ερχόμενον προς αυτόν, έστειλεν υπηρέτην και τω

είπε ν' αποπέμψη τους ραβδούχους του, να καταθέση τα παράσημα

της αρχής, και να προσέλθη ως ιδιώτης. Έπειτα δε, κάλλιστα από

Θεών αρχόμενος, και εξηγήσας εις τον δήμον ότι εδυστύχησε διότι

ο στρατηγός ελησμόνησε και περιεφρόνησε τα θεία, ουχί διότι οι

αγωνισθέντες εδείχθησαν άνανδροι, παρεκίνει αυτόν να μη φοβήται

τους εχθρούς, συγχρόνως δε να εξιλεώση τους Θεούς και να τους

τιμά. Διά τούτων δε δεν τοις ενέπνεε δεισιδαιμονίαν, αλλά τους

ενεθάρρυνεν εις την αρετήν διά της ευσεβείας, και αφήρει των

Θεών τον φόβον, και τους παρηγόρει διά της ελπίδος προς τους

Θεούς. Κατά την εποχήν δι' εκείνην ηνεώχθησαν και πολλά εκ των

μυστικών βιβλίων αυτών, χρησμούς (599) περιέχοντα, άτινα

καλούνται Σιβύλλεια, και λέγεται ότι τινές εκ των λόγων των

εγγεγραμμένων εις αυτά εσυμφώνουν προς τας τότε τύχας και

πράξεις των Ρωμαίων αλλά δεν επετρέπετο να γνωσθώσιν αυτά και

εις άλλους. Ελθών λοιπόν ο δικτάτωρ εις το μέσον, ηυχήθη προς

τους Θεούς, τάξας να προσφέρη εις θυσίαν όλα τα κατ' εκείνο το

έτος νεογέννητα των αιγών και των χοίρων και των προβάτων και

των βοών, όσα μέχρι της προσεχούς ανοίξεως ήθελον θρέψει της

Ιταλίας τα όρη και αι πεδιάδες και οι ποταμοί και τα λειβάδια·

να τελέση δε πανηγύρεις μουσικάς και θεατρικάς, διά δαπάνης

σεστερτίων (600) τριακοσίων τριάκοντα τριών, και δηναρίων

τριακοσίων τριάκοντα τριών, και προσέτι ενός τρίτου του

δηναρίου. Αποτελεί δ' η ποσότης αύτη δραχμών ογδοήκοντα τρεις

χιλιάδας και πεντακοσίας ογδοήκοντα τρεις, και οβολούς δύο. Τον

λόγον δε διά την ποσότητα ταύτην και διά την ακρίβειαν της

διανομής είναι δύσκολον να τον ειπώμεν, εκτός αν ήθελε τις να

υμνήση της τριάδος την δύναμιν, διότι και φύσει είναι αριθμός

τέλειος, και πρώτος είναι των περιττών, και αρχή καθ' εαυτόν

της πληθύος, και συμπεριλαμβάνει εν εαυτώ, συναναμίξας και

συναρμόσας, τας πρώτας διαφοράς και τα στοιχεία παντός αριθμού

(601).

Ε. Ούτω λοιπόν οικοδομήσας προς το θείον την γνώμην του πλήθους

ο Φάβιος, κατέστησεν αυτό θαρραλεώτερον προς το μέλλον. Αυτός

δε τας ελπίδας της νίκης εις εαυτόν στηρίξας, εν πεποιθήσει ότι

ο Θεός διά της φρονήσεως και διά της αρετής χορηγεί τας

επιτυχίας, τρέπεται κατά του Αννίβου, ουχί επί σκοπώ του να

πολεμήση αυτόν, αλλά θέλων να κατατρίψη και βραδέως να

καταναλώση την δύναμιν αυτού διά της πολυκαιρίας, και διά

χρημάτων την αχρηματίαν αυτού, και διά της πολυανθρωπίας την

ολιγότητα των στρατευμάτων του. Όθεν, προφυλαττόμενος από του

εχθρικού ιππικού, εστρατοπέδευε πάντοτε εις θέσεις υψηλάς και

ορεινάς, και όταν μεν εκείνος εκάθητο, ησύχαζε και αυτός, όταν

δ' εκινείτο εκείνος, τον παρηκολούθει κύκλω εις τας κορυφάς,

και εφαίνετο ολίγον εις τόσην απόστασιν, ώστε να μη βιασθή να

πολεμήση χωρίς να θέλη, διά της τοιαύτης όμως αναβολής να

φοβίζη πάντοτε τους εχθρούς· ότι μέλλει να πολεμήση. Ούτω

κατατρίβων τον καιρόν, περιεφρονείτο υφ' όλων, και κατηγορείτο

μεν εις το στρατόπεδον, εις δε τους εχθρούς εφαίνετο άτολμος,

και όλοι τον εθεώρουν μηδέν, εκτός ενός, του Αννίβου. Εκείνος

δε μόνος εννοήσας την επιτηδειότητα αυτού, και τον τρόπον καθ'

όν είχεν αποφασίσει να διευθύνη τον πόλεμον, εσκέφθη ότι διά

παντός τεχνάσματος ή διά πάσης βίας έπρεπε ν' αναγκάση εις

μάχην τον άνθρωπον, ή ότι άλλως ήσαν κατεστραμμένοι οι

Καρχηδόνιοι, όταν δεν εδύναντο να μεταχειρισθώσι τα όπλα καθ' ά

υπερείχον, ματαίως δε κατεδαπανώντο και ολιγόστευον εκείνα,

καθ' ά ήσαν πολύ κατώτεροι, οι άνθρωποι και τα χρήματα. Δι' ό

παν στρατήγημα και παν τέχνασμα σοφιζόμενος, και λαβήν επί

εκείνου ζητών, ως έμπειρος αθλητής, προσέβαλλε και ετάραττε τον

Φάβιον, και εις πολλά τον περιέστρεφε μέρη, θέλων να τον

αποσπάση της ασφαλούς πορείας αυτού. Αλλ' ο Φάβιος, πεπεισμένος

περί του συμφέροντος, έμενε σταθερός και αμετάτρεπτος εις την

κρίσιν αυτού. Τον ηνόχλει όμως ο ίππαρχος Μινούκιος, άκαιρον

έχων προθυμίαν να πολεμήση και αυθαδείας πλήρης, δημαγωγών το

στράτευμα, και εμπνέων εις αυτό πολεμικήν μανίαν και ελπίδας

άφρονας· ώστε οι στρατιώται ειρωνευόμενοι και κατηγορούντες τον

Φάβιον, τον ωνόμαζον παιδαγωγόν του Αννίβου, τον δε Μινούκιον

ωνόμαζον και μέγαν άνδρα, και της Ρώμης άξιον στρατηγόν. Εκ

τούτων ούτος μάλλον επαιρόμενος και θρασύτερος γινόμενος,

εχλεύαζε τας επί των κορυφών στρατοπεδεύσεις, λέγων ότι ο

Δικτάτωρ τοις ητοίμαζεν ωραία θέατρα, αφ' ών να βλέπωσι την

Ιταλίαν λεηλατουμένην και εις φλόγας παραδιδομένην. Ηρώτα δε

τους φίλους του Φαβίου, αν εκ της γης απελπισθείς, φέρη το

στράτευμα εις τον ουρανόν, ή αν ζητή να διαφεύγη τους εχθρούς,

εις σύννεφα και εις ομίχλας κρυπτόμενος. Ταύτα έλεγον προς τον

Φάβιον οι φίλοι αυτού, και τον παρεκίνουν διά τινων κινδύνων να

παύση ταύτην την αδοξίαν. Αλλ' εκείνος, τότε μάλιστα, είπε, θα

εγινόμην πολύ δειλότερος αφ' ό,τι φαίνομαι τώρα, αν φοβηθείς

ύβρεις και χλευασμούς, εγκατέλειπον την απόφασίν μου. Να

φοβήται τις υπέρ της πατρίδος του δεν είναι αισχρόν αλλά να

τρομάζη διά των ανθρώπων την γνώμην και τας διαβολάς και τας

κατακρίσεις αυτών, είναι ανάξιον ανθρώπου τοιαύτην αρχήν

περιβεβλημένου, είναι ίδιον δούλου υποτασσομένου εις εκείνους

εις ούς πρέπει αυτός να επιβάλλη θέλησιν, όταν υπό κακών

φρονημάτων εμπνέωνται.

ΣΤ. Μετά ταύτα δ' υπέπεσεν εις σφάλμα ο Αννίβας· διότι θέλων να

μακρύνη περισσότερον το στράτευμά του από του Φαβίου, και να

καταλάβη πεδιάδας έχουσας νομάς, διέταξε τους οδηγούς μετά το

δείπνον ευθύς να τους οδηγήσωσιν εις το Κασινάτον (602),

εκείνοι δε, μη ακούσαντες καλώς την λέξιν εξ αιτίας της

βαρβάρου του προφοράς, ωδήγησαν την δύναμιν αυτού και την

έφερον εις της Καμπανίας τα έσχατα άκρα, εις την πόλιν

Κασιλίνον, ήν σχίζει, διά μέσου ρέων αυτής, ο Λοθρόνος ποταμός

(603) όν οι Ρωμαίοι καλούσι Ουουλτούρνον. Περιλαμβάνετε δ' η

χώρα εκείνη κατά μεν τα λοιπά μέρη αυτής υπό στεφάνης βουνών

μία δε μόνη στενή κοιλάς ανοίγεται προς την θάλασσαν, όπου

εκβάλλουσιν οι βάλτοι οι σχηματιζόμενοι υπό του πόταμου όταν

εκχειλίζηται, και άμμους έχει βαθείς, και εις θάλασσαν

ανοίγεται κυματώδη και επικίνδυνον. Εδώ κατέβη ο Αννίβας· ο δε

Φάβιος, έμπειρος ων των οδών, ήλθε πέριξ, και οπλίτας στήσας

τετρακισχιλίους, έφραξε την διέξοδον. Τον δ' επίλοιπον στρατόν

καθίσας εις καταλλήλους θέσεις υπεράνω των άλλων άκρων, ώρμησε

μετά των ελαφροτάτων και των προχειροτάτων στρατιωτών εις τας

τελευταίας των εχθρών τάξεις, και συνετάραξεν όλον το

στράτευμα, και εφόνευσε σχεδόν οκτακοσίους. Τότε ο Αννίβας

ηθέλησε να μακρύνη εκείθεν το στράτευμα, εννοήσας το λάθος ως

προς τον τόπον και τον κίνδυνον, και ετιμώρησε μεν τους

οδηγούς, σταυρώσας αυτούς, ελπίδα δ' ουδεμίαν είχε να βιάση

τους εχθρούς εις μάχην, εν ώ ήσαν των υψωμάτων κύριοι. Αθυμία

λοιπόν κατέλεβε τότε πάντας και φόβος, διότι έβλεπον ότι είχον

περιέλθει πανταχόθεν εις αμηχανίαν, εξ ής δεν υπήρχεν απαλλαγή

δι' αυτούς. Απεφάσισεν επομένως ο Αννίβας ν' απατήση τους

εχθρούς διά δόλου, και έπραξε ταύτα. Διέταξε να λάβωσιν ως δύο

χιλιάδας βοών εκ των αιχμαλωτισθέντων, και να δέσωσιν εις

έκαστον των κεράτων αυτών δέμα λυγαριάς ή ξηρών φρυγάνων και

έπειτα την νύκτα, όταν δοθή το σημείον, ν' ανάψωσιν αυτά, και

να διώξωσι τα ζώα προς τα όρη, κατά τα στενά και τας φυλακάς

των εχθρών. Εν ώ δ' ητοίμαζον ταύτα οι διαταχθέντες, παραλαβών

αυτός το επίλοιπον στράτευμα, προέβαινε μετ' αυτού βραδέως. Οι

δε βόες, εν όσω μεν το πυρ ήτον ολίγον, και έκαιε μόνον τα

δέματα, επροχώρουν ησύχως διωκόμενοι προς τους πρόποδας των

βουνών και μετά θαυμασμού έβλεπον οι ποιμένες και οι βουκόλοι

από των κορυφών τας φλόγας ως έλαμπον εις τον κεράτων τα άκρα,

και εφαίνοντο ως αν εβάδιζε στρατόπεδον εν τάξει μετά λαμπάδων

πολλών. Όταν όμως πυρούμενα τα κέρατα μέχρι ρίζης διέδωκαν την

αίσθησιν εις την σάρκα, και υπό του πόνου παραφερόμενοι και τας

κεφαλάς τινάσσοντες, μετέδιδον οι βόες εις αλλήλους τας φλόγας,

τότε δεν έμεινον πλέον εις της πορείας την τάξιν, αλλ' ήρχισαν

υπό φόβου και αλγηδόνος να τρέχωσι προς τα όρη, λάμποντες κατά

τας ουράς και τα μέτωπα, και τους θάμνους ανάπτοντες δι' ών

έφευγον. Ήτον δε το θέαμα τούτο καταπληκτικόν διά τους

Ρωμαίους, οίτινες παρεφύλαττον τας διαβάσεις· διότι αι φλόγες

εφαίνοντο ως λαμπάδες άνω και κάτω φερόμεναι υπ' ανθρώπων

οίτινες έτρεχον. Και θόρυβος διηγέρθη και φόβος πολύς μεταξύ

αυτών, και ενόμιζον ότι εχθροί επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι

άλλοθεν, και πανταχόθεν ότι τους περιεκύκλουν. Διά τούτο δεν

ετόλμησαν να παραμείνωσιν, αλλ' ανεχώρησαν προς το μέγα

στρατόπεδον, αφήσαντες τα στενά. Συγχρόνως δ' επελθόντες οι

ψιλοί του Αννίβου, κατέλαβον τας διόδους. Η δε λοιπή αυτών

δύναμις προυχώρησε τότε αφόβως, σύρουσα μεθ' εαυτής τα πολλά

και βαρέα λάφυρα.

Ζ. Ο δε Φάβιος, εν ώ ήτο νυξ έτι ενόησε τον δόλον, διότι

φεύγοντες τινές βόες και διεσπαρμένοι έπεσον εις τας χείρας

του. Φοβούμενος όμως ενέδρας εν μέσω του σκότους, εκράτει το

στράτευμα ωπλισμένον αλλ' ακινητούν. Ως δ' εξημέρωσεν, ετράπη

εις καταδίωξιν, και έφθασε τους εσχάτους, και συμπλοκή έγινε

κατά τα στενά, και πολύς ήν ο θόρυβος, έως ότου ο Αννίβας εκ

του μετώπου του στρατού του έστειλεν Ίβηρας (604) άνδρας

εμπείρους ν' αναβαίνωσιν εις τα όρη, ελαφρούς και ταχείς,

οίτινες επιπεσόντες εις βαρείς τους Ρωμαίους οπλίτας, εφόνευσαν

πολλούς, και έστρεψαν οπίσω τον Φάβιον. Τότε δε μάλιστα

κατηγορήθη και κατεφρονήθη ο Φάβιος· διότι παρητήθη της τόλμης

των όπλων, διισχυριζόμενος ότι θέλει νικήσει τον Αννίβαν διά

της φρονήσεως και διά της προνοίας· αντί δε τούτου εφαίνετο

νικηθείς και απατηθείς εκ των στρατηγημάτων εκείνου. Θέλων δ'

έτι μάλλον ν' αυξήση την κατ' αυτού οργήν των Ρωμαίων ο

Αννίβας, όταν ήλθεν εις τους αγρούς αυτού, όλα μεν τ' άλλα

διέταξε να τα καύσωσι και να τα καταστρέψωσιν, απηγόρευσε δε να

εγγίσωσιν εκείνους μόνους, και έθεσε φυλακήν, διά να μη τους

βλάψη κάνεις ουδέ λάβη τι εξ αυτών. Ταύτα, όταν εγνώσθησαν εις

την Ρώμην, ηύξησαν τας κατά του Φαβίου διαβολάς· και πολλή μεν

υπήρχε καταβοή κατ' αυτού εκ μέρους των δημάρχων προς τον

δήμον, ήν διήγειρε και παρώξυνε προ πάντων ο Μετίλιος, ουχί

έχων έχθραν τινά προς τον Φάβιον, αλλά διότι ήτο φίλος του

ιππάρχου Μινουκίου, και ενόμιζεν ότι αι κατά τούτου κατηγορίαι

έφερον τιμήν εις εκείνον και δόξαν. Ωργίσθη δε και η βουλή κατ'

αυτού, μεμφομένη τας περί αιχμαλώτων συνθηκολογίας αυτού μετά

του Αννίβου· διότι εσυμφώνησαν ν' ανταλλάσσωσιν άνδρα προς

άνδρα, και αν οι του ενός μέρους ήσαν περισσότεροι, ο

εξαγοράζων αυτούς να δίδη δραχμάς διακοσίας πεντήκοντα δι'

έκαστον. Όταν λοιπόν έγινεν η κατ' άνδρα ανταλλαγή, και,

ευρέθησαν παρά τω Αννίβα υπόλοιποι Ρωμαίοι διακόσιοι

τεσσαράκοντα, η σύγκλητος απεφάσισε να μη στείλη τούτων τα

λύτρα, και κατηγόρει προσέτι τον Φάβιον ότι εξηγόραζεν, ούτε

προς την αξιοπρέπειαν συμφώνως, ούτε προς το συμφέρον της

πόλεως, άνδρας οίτινες εζωγρήθησαν υπό των εχθρών. Ταύτα

ακούσας ο Φάβιος, την μεν οργήν των πολιτών υπέφερε πράως·

χρήματα δε μη έχων, και μη ανεχόμενος να ψευσθή προς τον

Αννίβαν και ν' αφήση τους πολίτας, έστειλε τον υιόν του εις την

Ρώμην, διατάξας αυτόν να πωλήση τους αγρούς του, και να τω φέρη

αμέσως τα χρήματα εις το στρατόπεδον. Άμα λοιπόν ο νέος επώλησε

τα κτήματα, και επέστρεψεν, έστειλε τα λύτρα, προς τον Αννίβαν,

και έλαβεν οπίσω τους αιχμαλώτους· και όταν μετά ταύτα πολλοί

τω τα απέδιδον, δεν τα έλαβε παρ' ουδενός, αλλά τα εχάρισεν εις

όλους.

Η. Μετά ταύτα δε, επειδή οι ιερείς τον εκάλουν εις την Ρώμην

διά τινας θυσίας, παρέδωκε τον στρατόν εις τον Μινούκιον, μετά

παραγγελίας να μη πολεμήση, ουδέ να συγκρουσθή παντάπασι μετά

του εχθρού· και ταύτα απηγόρευσεν ού μόνον ως στρατηγός, αλλά

και παραινέσεις τω έδωκε, και παρακλήσεις πολλάς τω απεύθυνεν.

Αλλ' εκείνος, ολίγον διά τούτο φροντίσας, ευθύς εκινήθη κατά

των εχθρών. Παραφυλάξας δε τον Αννίβαν όταν αφήκε τον πλείστον

στρατόν του να σιτολογήση, προσέβαλε τους υπολειπομένους, τους

κατέκλεισεν εις τα χαρακώματά των, και πολλούς εφόνευσε, και

φόβον ενέπνευσεν εις όλους, ότι θέλει τους πολιορκήσει. Τότε,

εν ώ η δύναμις του Αννίβου συνήρχετο πάλιν εις το στρατόπεδον,

αυτός ανεχώρησεν ασφαλώς, πλήρης αμέτρου μεγαλαυχίας, και

θάρρους εμπλήσας το στράτευμα. Τέλος δ' έφθασεν εις Ρώμην η

φήμη του έργου, έτι μάλλον εξογκωθείσα. Και ο μεν Φάβιος, όταν

ήκουσεν αυτήν, είπεν ότι έτι μάλλον φοβείται του Μινουκίου την

ευτυχίαν· ο δε δήμος επαρθείς, συνέτρεχε μετά χαράς εις την

αγοράν και αναβάς εις το βήμα ο δήμαρχος Μετίλιος, εδημηγόρει

εγκωμιάζων τον Μινούκιον, τον δε Φάβιον κατηγόρει ουχί διά

χαυνότητα ή δι' ανανδρίαν, αλλ' ήδη διά προδοσίαν, συνεγκαλών

και τους ισχυροτάτους και τους πρώτους εκ των άλλων ανδρών, ότι

αυτοί προκάλεσαν τον πόλεμον εξ αρχής, όπως διαλύσωσι την

δημοκρατίαν, και παραδώσασι την πόλιν εις ανεύθυνον μοναρχίαν,

ήτις, χρονοτριβούσα, να δώση καιρόν εις τον Αννίβαν να

καθιδρύση την δύναμίν του, και κυριεύων ήδη της Ιταλίας, να

φέρη και άλλην δύναμιν εκ Λιβύας.

Θ. Προσελθών δε μετά ταύτα ο Φάβιος, εις μεν τον δήμαρχον ουδ'

εφρόντισε ν' απολογηθή· είπε δε να γίνωσι τάχιστα αι θυσίαι και

αι ιερουργίαι, διά ν' απέλθη εις το στράτευμα να τιμωρήση τον

Μινούκιον, διότι συνεκρούσθη μετά των εχθρών, εν ώ αυτός τω

είχεν απαγορεύσει τούτο. Τότε θόρυβος ηγέρθη εν τω δήμω πολύς,

διά τον κίνδυνον όν διέτρεχεν ο Μινούκιος· Διότι εις τον

Δικτάτωρα επιτρέπεται και να φυλακίση και να θανατώση προ της

δίκης. Ενόμιζον δ' ότι ο θυμός του Φαβίου, παρεκτραπείς εκ της

συνήθους αυτού πραότητος, έπρεπε να είναι βαρύς και αδυσώπητος.

Όθεν οι μεν άλλοι φοβηθέντες, ησύχαζον. Ο δε Μετίλιος, άφοβος

εξ αιτίας της δημαρχικής αυτού θέσεως, ήτις μόνη, όταν

εκλέγηται Δικτάτωρ, δεν στερείται της εξουσίας της, αλλά μένει

εν ώ αι λοιπαί καταλύονται, επέμενε παρά τω δήμω, και τον

παρεκάλει να μη εγκαταλείψη τον Μινούκιον και να μη τον αφήση

να πάθη ό,τι ο Μάλλιος Τουρκουάτος (605) έπραξε προς τον υιόν

του, αποκεφαλίσας αυτόν διά πελέκεως, αφ' ού ηρίστευσε και

εστεφανώθη. Προέτρεπε δε ν' αφαιρέσωσιν από του Φαβίου την

τυραννίδα, και ν' αναθέσωσι τα πράγματα εις τον δυνάμενον και

θέλοντα να τα σώση. Εκ τοιούτων λόγων παρακινηθέντες οι

άνθρωποι, τον μεν Φάβιον δεν ετόλμησαν ν' αναγκάσωσι να

παραιτήση την μοναρχίαν, αν και ουδεμίας απελάμβανε δόξης,

εψήφισαν δ' ο Μινούκιος να ήναι της στρατηγίας ομότιμος, και να

διευθύνη τον πόλεμον μετ' ίσης εξουσίας ως και ο Δικτάτωρ,

πράγμα απαραδειγμάτιστον άλλοτε, επαναληφθέν δ' ολίγον μετά

ταύτα, μετά την εν Κάνναις ήτταν. Τότε Δικτάτωρ ήτον επί των

στρατοπέδων ο Μάρκος Ιούνιος. Εις δε την πόλιν εφάνη αναγκαίον

ν' αναπληρωθή το βουλευτικόν σώμα, διότι πολλοί συγκλητικοί

είχον πέσει εις την μάχην, και τότε εξελέξαντο και άλλον

Δικτάτωρα, τον Φάβιον Βουστεώνα. Αλλ' ούτος, άμα εφάνη εις το

δημόσιον, και κατέταξε τους άνδρας, και συνεπλήρωσε την βουλήν,

αυθημερόν απέπεμψε τους ραβδούχους, και διαφυγών τους θέλοντας

να τον προαγάγωσιν, εισήλθεν εις τον όχλον, και συνανεμίγη μετ'

αυτού, και ως ιδιώτης διέτριβεν εις την αγοράν, διοικών και

διαθέτων τας ιδίας αυτού υποθέσεις.

I. Αναδείξαντες δε τον Μινούκιον ισοδύναμον προς τον Δικτάτωρα,

ενόμιζον ότι κατέβαλον και εταπείνωσαν τούτον, πολύ ολίγον

γνωρίζοντες τον άνδρα· διότι αυτός την ανοησίαν εκείνην δεν

εθεώρει ως συμφοράν εδικήν του. Όταν ποτέ τις είπε προς τον

σοφόν Διογένην (606), «Αυτοί σε περιγελώσιν,» «Αλλ' εγώ δεν

περιγελώμαι», απεκρίθη εκείνος· διότι εφρόνει ότι εκείνοι μόνον

περιγελώνται, όσοι συναισθάνονται τα τοιαύτα, και ταράττονται

εξ αυτών. Ούτω και ο Φάβιος ανείχετο απαθώς και ευκόλως το καθ'

εαυτόν τα γινόμενα, συντελών εις απόδειξιν του αξιώματος των

φιλοσόφων, ότι ο αγαθός και σπουδαίος ανήρ ούτε υβρίζεται ούτε

ατιμάζεται. Τον ελύπει όμως του πλήθους η αφροσύνη διά τα

κοινά, διότι έδιδεν αφορμήν προς πόλεμον εις άνδρα μη έχοντα

υγιαίνουσαν την φιλοτιμίαν. Φοβηθείς δε μη εντελώς υπό

κενοδοξίας και υπεροψίας παραφερόμενος, προφθάση να πράξη κακόν

τι, εξήλθε της πόλεως χωρίς ουδείς να τον εννοήση, και έφθασεν

εις το στρατόπεδον. Ευρών δε τον Μινούκιον όστις δεν εκρατείτο

πλέον, βαρύν και τετυφωμένον, και αξίωσιν έχοντα να στρατηγή

και αυτός εξ ημισείας, τούτο μεν δεν το συνεχώρησε· διήρεσε δε

την δύναμιν μετ' αυτού, φρονών ότι είναι προτιμώτερον να διοική

μέρος μόνον, παρά να συμμερίζηται μετ' εκείνου την του όλου

διοίκησιν. Και το μεν πρώτον τάγμα και το τέταρτον έλαβεν

αυτός, το δε δεύτερον και το τρίτον παρέδωκεν εις εκείνον, και

διήρεσεν επίσης και τα τάγματα των συμμάχων. Βλέπων δε τον

Μινούκιον καυχώμενον και χαίροντα διότι το αξίωμα της ακροτάτης

και μεγίστης εξουσίας εταπεινώθη και εξουθενώθη εξ αιτίας

αυτού, τω ενεθύμιζεν ο Φάβιος, ότι ουχί προς τον Φάβιον, αλλά

προς τον Αννίβαν είχε ν' αγωνισθή. Αν δε φιλονεική και προς τον

συνάρχοντά του, να προσέξη μη ο νικήσας και τιμηθείς φανή

ολιγώτερον του νικηθέντος και του υβρισθέντος υπό των πολιτών

φροντίζων υπέρ της σωτηρίας και υπέρ της ασφαλείας αυτών.

ΙΑ. Εκείνος δε, τους λόγους μεν τούτους εξελάμβανεν ως ειρωνίαν

γεροντικήν· λαβών δε την δύναμιν ήτις τω εδόθη εις την μερίδα

του, εστρατοπέδευσε κατ' ιδίαν και χωριστά· ο δ' Αννίβας εκ των

γινομένων τούτων ουδέν ηγνόει, αλλ' επετήρει τα πάντα. Υπήρχε

δε λόφος μεταξύ αυτών, εύκολος να κυριευθή, οχυρός δ' εις

στρατοπέδευσιν δι' όντινα ήθελε τον κυριεύσει, και έχων όλα τ'

απαιτούμενα. Η δε πέριξ πεδιάς, άδενδρος ούσα, εφαίνετο

μακρόθεν ομαλή και λεία, είχεν όμως τάφρους τινάς ουχί μεγάλας,

και άλλας κοιλότητας. Ο Αννίβας εδύνατο μετ' ευκολίας να

κυριεύση κρυφίως τον λόφον αλλά δεν ηθέλησε, και τον αφήκεν εν

τω μέσω να μένη πρόφασις μάχης. Όταν δε είδεν ότι ο Μινούκιος

εχωρίσθη του Φαβίου, διά νυκτός διέσπειρε στρατιώτας τινάς εις

τας τάφρους και τας κοιλότητας. Άμα δ' εξημέρωσεν, έστειλε

φανερώς ολίγον αριθμόν να καταλάβη τον λόφον, διά να παροξύνη

τον Μινούκιον να πολεμήση υπέρ του τόπου. Τούτο και συνέβη τω

όντι· διότι ούτος πρώτον μεν έστειλεν ελαφρόν στρατόν, έπειτα

δ' ιππείς, και τέλος, βλέπων τον Αννίβαν ότι ήρχετο να βοηθήση

τους επί του λόφου, κατέβη παρατάξας πάσαν την δύναμιν, και

συνάψας ισχυράν μάχην, προσέβαλλε τους τον λόφον κατέχοντας,

συμπλακείς μετ' αυτών, και ισορρόπως αγωνιζόμενος, έως ότου,

ιδών αυτόν ο Αννίβας καλώς ηπατημένον, και τα νώτα

παρουσιάζοντα εις τους ενεδρεύοντας, ύψωσε το σημείον, και

πανταχόθεν εγερθέντες αυτοί, και μετά κραυγών ορμώντες,

εφόνευον τους των τελευταίων τάξεων, και ταραχή και τρόμος

κατέλαβε τους Ρωμαίους. Τότε απώλεσε το θάρρος του και αυτός ο

Μινούκιος, και στρέφων τα βλέμματα αυτού από αρχηγού εις

αρχηγόν, τους έβλεπε μη τολμώντας να μένωσιν εις τας θέσεις

των, αλλά συνωθουμένους εις φυγήν, ήτις δεν συνέτεινεν όμως εις

σωτηρίαν των διότι οι Νομάδες (607) νικώντες ήδη περιέτρεχον

το πεδίον, και εφόνευον τους σκορπιζομένους.

ΙΒ. Εν ώ δ' εις τοιαύτα κακά περιήρχοντο οι Ρωμαίοι, ο Φάβιος

δεν ηγνόησε τον κίνδυνον, αλλά και προλαμβάνων αυτόν πριν

επέλθη, είχε την δύναμιν εις τα όπλα παρατεταγμένην, και

εφρόντιζε να γνωρίζη τα συμβαίνοντα, ουχί δι' αγγελιαφόρων,

αλλά κατασκοπεύων αυτά ο ίδιος έμπροσθεν του χαρακώματος. Άμα

λοιπόν είδεν ότι το στράτευμα περιεκυκλούτο και περιήρχετο εις

αταξίαν, και έφθασε μέχρις αυτού η κραυγή των καταλειπόντων τας

τάξεις των, και τρεπομένων εις φυγήν υπό φόβου, κτυπήσας τον

μηρόν του και μεγαλοφώνως στενάξας, «Ω Ηράκλεις, είπε προς τους

παρόντας, πόσον ταχύτερον αφ' ό,τι περιέμενον, βραδύτερον δ'

αφ' ό,τι επροσπάθει ο ίδιος, κατεστράφη ο Μινούκιος!» Διατάξας

δε να εξαγάγωσι τάχιστα τας σημαίας, και ο στρατός να τον

παρακολουθήση, ανέκραξε· «Τώρα, ω στρατιώται, ενθυμηθήτε τον

Μάρκον Μινούκιον, και σπεύσατε υπέρ αυτού· διότι είναι ανήρ

λαμπρός και φιλόπατρις· Αν δ' έσφαλε κατά τι εκ της

ανυπομονησίας του του ν' αποδιώξη τους εχθρούς, άλλοτε θέλομεν

τον επιπλήξει.» Και πρώτον μεν άμα εφάνη, έτρεψεν εις φυγήν και

διεσκόρπισε τους περιτρέχοντας την πεδιάδα Νομάδας. Έπειτα δε

προυχώρει προς τους μαχομένους και περιβάλλοντας όπισθεν τους

Ρωμαίους, και εφόνευε τους ανθισταμένους· οι δε λοιποί, πριν ή

απομονωθώσι, και περιπέσωσιν εις όσα αυτοί έπραξαν εις τους

Ρωμαίους, στραφέντες εδόθησαν εις φυγήν. Βλέπων δ' ο Αννίβας

την μεταβολήν των πραγμάτων, και τον Φάβιον ότι μετ' ευρωστίας

ανωτέρας της ηλικίας του προυχώρει, διά των εχθρών ωθούμενος,

προς τον Μινούκιον άνω εις τον λόφον, διέκοψε την μάχην, και

ανακαλών διά της σάλπιγος τους Καρχηδονίους, τους έφερεν οπίσω

εις τα χαρακώματα, εν ώ και οι Ρωμαίοι μετά χαράς επέστρεφον

εις τα εδικά των. Λέγεται δ' ότι όταν απήρχετο, είπε προς τους

φίλους του περί του Φαβίου αστειευόμενος. «Δεν σας προέλεγον

πολλάκις ότι η νεφέλη εκείνη ήτις εκάθητο εις τας κορυφάς,

θέλει εκρήξει ποτέ βροχήν μετ' ανεμοζάλης και καταιγίδων;»

ΙΓ. Μετά δε την μάχην, λαφυραγωγήσας ο Φάβιος τους εχθρούς

όσους εφόνευσε, ανεχώρησε χωρίς ουδέν τι προσβλητικόν ή

δυσάρεστον να ειπή περί του συνάρχοντός του. Ο δε Μινούκιος,

συναθροίσας τον στρατόν του, «Άνδρες, είπε, συστρατιώται, το να

μη σφάλη ποτέ τις επί μεγάλων πραγμάτων είναι ανθρώπου

ανώτερον· το δε, όταν σφάλη, να τω γίνωνται τα σφάλματα

διδάγματα διά το εξής, τούτο είναι ίδιον ανδρός αγαθού και

φρονίμου. Εγώ λοιπόν ομολογώ, ολίγον διά την τύχην

παραπονούμενος, ότι μάλλον τη ευγνωμονώ. Διότι ό,τι δεν ενόουν

τοσούτον χρόνον, τούτο εδιδάχθην εις μικρόν μέρος μιας ημέρας,

γνωρίσας ότι εγώ δεν δύναμαι να είμαι άρχων, αλλ' έχω ανάγκην

εις άλλον άρχοντα να υπόκειμαι· ουδέ πρέπει να φιλοτιμώμαι να

νικώ εκείνους, υφ' ών καλλήτερον είναι να νικώμαι. Άρχων υμών

δι' όλα τα λοιπά είναι ο Δικτάτωρ, αλλ' ως προς έν έσομαι εγώ

αρχηγός σας, την προς εκείνον ευγνωμοσύνην, πρώτος εγώ

δεικνύμενος ευπειθής, και πράττων ό,τι εκείνος προστάττει.»

Ταύτα ειπών, και διατάξας να λάβωσι τους αετούς (608), και

πάντες να τον ακολουθήσωσιν, επήγεν εις το χαράκωμα του Φαβίου,

και εισελθών, προυχώρει προς την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε όλοι

εθαύμαζον και ηπόρουν. Ως δ' εξήλθεν ο Φάβιος, στήσας τας

σημαίας εμπρός του, τον ησπάζετο μεγαλοφώνως πατέρα, οι δε

στρατιώται τους στρατιώτας του εκάλουν πάτρονας. Τούτο δ' είναι

το όνομα ό δίδουσιν οι απελεύθεροι εις τους ελευθερώσαντας

αυτούς. Έγινε δε τέλος ησυχία, και ο Μινούκιος είπε· «Δύο

νίκας, ω Δικτάτωρ, την σήμερον ημέραν ενίκησας, διά της ανδρίας

σου μεν τον Αννίβαν, διά της φρονήσεως δε και διά της

χρηστότητός σου τον συνάρχοντα· και διά της μεν έσωσας εμέ, διά

της άλλης δε μ' εδίδαξας· και ηττήθην ήτταν αισχράν μεν υπ'

εκείνου, καλήν δε και σωτήριον υπό σου. Σ' ονομάζω δε πατέρα

χρηστόν, μη έχων εντιμοτέραν επωνυμίαν διότι μεγαλητέραν χάριν

οφείλω εις σε, παρά εις τον γεννήσαντά με. Υπ' εκείνου

εγεννήθην μόνος, υπό σου δε σώζομαι μετά τοσούτων». Ταύτα δ'

ειπών, και εναγκαλισθείς το Φάβιον, τον ησπάζετο. Το αυτό δ'

έπραττον και οι στρατιώται, ριπτόμενοι εις τας αγκάλας αλλήλων

και καταφιλούμενοι, ώστε το στρατόπεδον ην πλήρες χαράς και

γλυκυτάτων δακρύων.

ΙΔ. Μετά τούτο δ' ο Φάβιος παρητήθη της αρχής, και εξελέγησαν

πάλιν ύπατοι (609). Και οι μεν πρώτοι αυτών διεφύλαξαν εκείνου

το σχέδιον περί του πολέμου, ν' αποφεύγωσι μεν τας εκ

παρατάξεως μάχας προς τον Αννίβαν, να βοηθώσι δε τους

συμμάχους, και να εμποδίζωσι τας αποστασίας των. Αλλ' ο

Τερέντιος Ουάρων, προαχθείς εις την υπατείαν εκ γένους ασήμου,

επίσημος δε γενόμενος διά την δημοκοπίαν και την προπέτειάν

του, εφάνη αμέσως ότι εξ απειρίας και εκ θρασύτητος ήθελεν

αναρρίψει τον περί των όλων κύβον. Διότι εβόα εις τας εκκλησίας

ότι ο πόλεμος θέλει μένει εν όσω η πόλις μεταχειρίζεται

στρατηγούς Φαβίους, αυτός δε ότι την ιδίαν ημέραν θέλει ιδή και

θέλει νικήσει τους εχθρούς. Συγχρόνως δε μετά τούτων των λόγων

συνήγε και κατέγραψε τόσην δύναμιν, όσην ποτέ κατ' ουδενός

εχθρού η Ρώμη δεν εκίνησε· διότι εστρατολογήθησαν εννέα

μυριάδες παρά δύο χιλιάδας (610) Τούτο δ' εφόβισε πολύ τον

Φάβιον και τους νουνεχείς των Ρωμαίων, διότι, αν κατεστρέφετο

πάσα αύτη η πολυπληθής νεολαία, ελπίς δεν υπήρχε ν' ανακύψη

πλέον η πόλις. Διά τούτο παρεκίνει τον συνάρχοντα του Τερεντίου

Παύλον Αιμίλιον, άνδρα πολλών μεν πολέμων έμπειρον, αλλά μη

αρέσκοντα εις τον δήμον, και πεφοβισμένον αφ' ότου είχε ποτέ

καταδικασθή (611), και τον ενεθάρρυνε να καταστέλλη την μανίαν

εκείνον, λέγων εις αυτόν ότι, θέλει έχει ν' αγωνίζηται ουχί

τοσούτον προς τον Αννίβαν, όσον προς τον Τερέντιον υπέρ της

πατρίδος· διότι θέλουσι σπεύσει να πολεμήσωσιν, ο μεν μη εννοών

την δύναμίν του, ο δε εννοών την αδυναμίαν του. «Εγώ δε, ω

Παύλε, τω είπε, δικαιούμαι μάλλον να πιστευθώ παρά ο Τερέντιος,

διαβεβαιών σε περί των πραγμάτων του Αννίβου, ότι αν κανείς δεν

τον πολεμήση τούτο το έτος, ή θα καταστραφή, αν μείνη, ο

άνθρωπος, ή θέλει φύγει και μας αφήσει. Και σήμερον, όταν

φαίνηται ότι νικά και υπερισχύει, ουδείς μεν των εχθρών

προσήλθεν εις αυτόν, της δε δυνάμεως ήν έφερε μεθ' εαυτού εκ

της πατρίδος του, ουδέ καν το τρίτον διασώζεται μέρος.» Εις

ταύτα λέγεται ότι ο Παύλος απήντησε. «Το κατ' εμέ, ω Φάβιε, αν

μόνον εις εμαυτόν απέβλεπον, προτιμότερον θα ήτον να πέσω υπό

τα δόρατα των εχθρών, παρά εκ νέου από τας ψήφους των πολιτών.

Αν όμως ούτως έχωσι τα δημόσια πράγματα, θα προσπαθήσω μάλλον

εις σε να φανώ καλός στρατηγός, παρά εις όλους τους άλλους όταν

με βιάζωσι διά τα εναντία.» Τοιαύτην έχων ο Παύλος προαίρεσιν,

εξήλθεν εις τον πόλεμον.

ΙΕ. Αλλ' ο Τερέντιος πείσας αυτόν να διοικώσιν ημέραν παρ'

ημέραν, και στρατοπεδεύσας πλησίον του Αννίβου παρά τον

Αυφίδιον ποταμόν και τας λεγομένας Κάννας, ευθύς ως εξημέρωσεν

ύψωσε το σημείον της μάχης. Είναι δε τούτο χιτών κόκκινος

εκτεινόμενος υπέρ την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε και οι

Καρχηδόνιοι κατ' αρχάς εταράχθησχν ιδόντες την τόλμην του

στρατηγού και το πλήθος του στρατοπέδου, εν ώ αυτοί δεν ήσαν

ουδ' οι ημίσεις. Ο δ' Αννίβας, την δύναμιν διατάξας να οπλισθή,

έφιππος μετ' ολίγων κατεσκόπευεν εξ ομαλού λόφου τους εχθρούς

παραταττομένους. Εκεί είς εκ των οπαδών αυτού, ανήρ εξ ευγενών

και αυτός, Γίσκων ονομαζόμενος, είπεν ότι θαυμαστόν τω φαίνεται

το πλήθος των εχθρών. Αλλ' ο Αννίβας, συστείλας τας οφρύς,

«λησμονείς άλλο τι, τω είπεν, έτι θαυμαστότερον.» «Το ποίον;»

ερώτησεν ο Γίσκων. «Ότι, απεκρίθη, εν ώ είναι τόσοι, κανείς εξ

αυτών δεν ονομάζεται Γίσκων.» Επειδή δε το σκώμμα τούτο εφάνη

απροσδόκητον εις τους άλλους, τους κατέλαβεν όλους γέλως, και

κατέβαινον από του λόφου, λέγοντες εις όσους τους απήντων τον

αστεϊσμόν, ώστε πολύς πολλών ην ο γέλως, και δεν εδύναντο να

συνέλθωσιν οι περί τον Αννίβαν. Τούτο βλέποντες οι Καρχηδόνιοι,

έλαβον θάρρος, αναλογιζόμενοι ότι εκ πολλής και ισχυράς

καταφρονήσεως εγέλων ούτω, και ο στρατηγός ηστεΐζετο παρ' αυτόν

τον κίνδυνον.

ΙΣΤ. Κατά δε την μάχην μετεχειρίσθη στρατηγήματα, πρώτον μεν ως

εκ του τόπου, λαβών κατά νότον τον άνεμον· διότι επήρχετο

σφοδρός ως φλογερός πρίων, και εις πεδιάδας ανοικτάς και

αμμώδεις τραχύν διεγείρων κονιορτόν, εφύσα αυτόν υπέρ την

φάλαγγα των Καρχηδονίων προς τους Ρωμαίους, και προσβάλλων

αυτούς, τους ηνάγκαζε να στρέφωσι τα πρόσωπα και τους ετάραττε.

Δεύτερον δ' ετεχνάσθη ως προς την τάξιν διότι το ισχυρότατον

και μαχιμώτατον της δυνάμεως τάξας εκατέρωθεν του μέσου, το

μέσον τούτο συνεπλήρωσεν εκ των αχρειοτέρων, και το

μετεχειρίσθη ως έμβολον πολύ προέχον της άλλης φάλαγγος. Ερρέθη

δ' εις τους αρίστους, όταν οι Ρωμαίοι διαρρήξαντες τούτους, και

ορμώντες κατά των υποχωρούντων, εισέλθωσιν εντός της φάλαγγος,

ταχέως αυτοί στραφέντες εκατέρωθεν, να επιπέσωσιν εις τα πλάγια

αυτών, και να τους περικυκλώσωσι, κλείοντες τον κύκλον των

όπισθεν. Τούτο φαίνεται ότι επέφερε τον μεγαλήτερον φόνον.

Διότι άμα ενέδωκε το μέσον, και εδέχθησαν τους Ρωμαίους

διώκοντας, και η φάλαγξ του Αννίβου, μεταβαλούσα σχήμα, έγινε

μηνοειδής, και οι ταξίαρχοι των επιτάκτων ταχέως κλίναντες τους

μεν επί δεξιά τους δ' επί αριστερά (612) επέπεσαν εις τα

γυμνά, τότε όλους όσοι δεν επρόφθασαν να διαφύγωσι την

κύκλωσιν, τους κατέκοψαν κλείσαντες εν τω μέσω και τους

εφόνευσαν. Λέγεται δ' ότι και το ιππικόν των Ρωμαίων υπέπεσεν

εις σφάλμα παράδοξον. Πληγωθείς ο ίππος του Παύλου, έρριψεν

αυτόν, ως φαίνεται, καί τινες των περί αυτόν, καταβάντες των

ίππων των, εβοήθουν πεζοί τον ύπατον. Τούτο δ' ιδόντες οι

ιππείς, και νομίσαντες ότι εδόθη κοινόν παράγγελμα, επήδησαν

όλοι κατά γης, και εμάχοντο πεζοί μετά των εχθρών. Ιδών δ'

αυτούς ο Αννίβας, «Τούτο ήθελον μάλλον, είπε, παρ' αν τους

συνελάμβανον δεδεμένους.» Αλλά ταύτα διηγούνται οι γράψαντες

τας διεξοδικάς ιστορίας. Εκ δε των υπάτων, ο μεν Βάρρων μετ'

ολιγίστων ιππέων έφυγεν εις την πόλιν Ουενουσίαν. Ο δε Παύλος,

εις το ρεύμα και την ανεμοζάλην της φυγής εκείνης, το σώμα έχων

πλήρες βελών μενόντων έτι εντός των πληγών, και την ψυχήν υπό

πένθους βαρείαν, εκάθησεν εις λίθον, και περιέμενε τον εχθρόν

όστις ελθών να τον σφάξη. Αίμα δε πολύ έρρεε, και ην

κεκολλημένον εις την κεφαλήν αυτού και το πρόσωπον, ώστε ην

αγνώριστος, και φίλοι και υπηρέται αυτού παρήλθον εμπρός του

χωρίς να τον διακρίνωσι. Μόνος δ' ο Κορνήλιος Λέντλος (613),

νέος ευπατρίδης, ιδών και εννοήσας αυτόν, επέζευσε, και φέρων

τον ίππον του, τον παρεκάλει να τον μεταχειρισθή, και να σωθή

υπέρ των πολιτών, οίτινες τότε προ πάντων είχον ανάγκην αγαθού

άρχοντος. Εκείνος δ' απέρριψε την παράκλησιν ταύτην, και

ηνάγκασε τον νεανίαν ν' αναβή δακρύων εις τον ίππον του πάλιν.

Έπειτα δε, δους εις αυτόν την δεξιάν, και αναστάς, «Ανάγγειλε,

είπεν, ω Λέντλε εις τον Φάβιον Μάξιμον, και έσο μάρτυς ο ίδιος,

ότι ο Παύλος Αιμίλιος ενέμεινεν εις την γνώμην αυτού μέχρι

τέλους, και ουδέν ηθέτησεν εξ όσων τω υπεσχέθη, αλλ' ενικήθη

πρώτον μεν υπό του Βάρωνος, έπειτα δ' υπό του Αννίβου.» Τοιαύτα

εμήνυσε, και τον μεν Λέντλον απέπεμψε, ριφθείς δε μεταξύ των

φονευομένων, απέθανε. Λέγεται δ' ότι έπεσαν μεν εις την μάχην

πεντήκοντα χιλιάδες Ρωμαίων, εζωγρήθησαν δε τετρακισχίλιοι, και

μετά την μάχην ότι ηχμαλωτίσθησαν εις τα δύο στρατόπεδα ουχί

ολιγώτεροι των δεχακισχιλίων.

ΙΖ. Μετά το τόσον δ' εξαίσιον κατόρθωμα τούτο πολλοί των φίλων

παρεκίνουν τον Αννίβαν ν' ακολουθήση την τύχην, και μετά των

φευγόντων εχθρών να εισορμήση και αυτός εις την πόλιν, διότι θα

εδείπνει εις το Καπιτώλιον την πέμπτην ημέραν μετά την νίκην.

Δεν είναι εύκολον όμως να ειπώμεν τις σκέψις τον απέτρεψεν αλλά

μάλλον η αναστολή και η αργοπορία αυτού φαίνεται ότι ήτον έργον

δαίμονός τινος ή Θεού όστις τον εμπόδισε, δι' ό και λέγουσιν

ότι Βάρκας ο Καρχηδόνιος είπε προς αυτόν μετ' οργής· «Ηξεύρεις

να νικάς, όχι όμως και να ωφελήσαι εκ της νίκης.» Τόσην δε

μεταβολήν επέφερε περί αυτόν η νίκη, ώστε εν ώ προ της μάχης

δεν είχεν ούτε πόλιν, ούτε εμπορικήν τινα θέσιν, ούτε λιμένα

της Ιταλίας, δυσκόλως δε και μόλις εφωδίαζε δι' αρπαγής το

στράτευμα, και ουδένα πόρον ασφαλή είχε προς τον πόλεμον, αλλ'

επλανάτο και περιεφέρετο μετά του στρατοπέδου ως μετά μεγάλης

φωλεάς ληστών, τότε καθυπέταξε σχεδόν όλην την Ιταλίαν· διότι

τα πλείστα και μέγιστα έθνη (614) προσήλθον εις αυτόν

εκουσίως, και κατέλαβεν υποταγείσαν την Καπύην, ήτις μετά την

Ρώμην έχει την μεγίστην επισημότητα. Δεν είναι δε μόνον μεγάλη

δυσχέρεια, ως λέγει ο Ευριπίδης (615) το να γνωρίση τις τους

φίλους, αλλά και το να γνωρίση τους φρονίμους στρατηγούς. Η προ

της μάχης λεγομένη δειλία και ψυχρότης του Φαβίου, μετά την

μάχην ευθύς εφαίνετο ουχί ανθρώπινος διαλογισμός, αλλά θεία

διάνοια και δαιμόνιος, προβλέπουσα προ μακρού χρόνου τα

μέλλοντα, ά και αυτοί οι παθόντες αυτά εδύναντο μόλις να

πιστεύσωσι. Όθεν ευθύς η Ρώμη εις εκείνον συγκεντρώσασα τας

λοιπάς της ελπίδας, προσέφυγεν εις την συμβουλήν του ανδρός ως

εις ιερόν βωμόν, και η φρόνησις εκείνου έγινε πρώτη και μεγίστη

αιτία του να μείνη αυτή και να μη διαλυθή καθώς επί των

Κελτικών συμφορών. Και εν ώ, όταν οι καιροί δεν ήσαν

επικίνδυνοι, εφαίνετο πεφοβισμένος αυτός και μικράς έχων

ελπίδας, τότε, όταν όλοι ήσαν καταβεβλημένοι, και εις απέραντα

παραδεδομένοι πένθη, και εις ταραχάς αίτινες πάσαν πράξιν

εκώλυον, μόνος διέβαινε διά της πόλεως πράως βαδίζων, και

ήσυχον έχων το πρόσωπον, και μετά φιλοφροσύνης ομιλών τους

πολίτας, και απηγόρευε των γυναικών τους θρήνους, και διέλυε

τας συσσωματώσεις, αίτινες δημοσίως εγίνοντο, διά να κλαύσωσιν

από κοινού. Έπεισε δε και την Βουλήν να συνέλθη, και ενεθάρρυνε

τας αρχάς, ο ίδιος ων η ρώμη και η δύναμις πάσης αρχής, ήτις

απέβλεπεν εις αυτόν.

ΙΗ. Εις τας πύλας λοιπόν έστησε φρουράν, όπως εμποδίζει τον

όχλον όστις έφευγεν αφήνων την πόλιν. Προσδιώρισε δε και καιρόν

και τόπον του πένθους, διατάξας, όστις ήθελε να θρηνή τριάκοντα

ημέρας εντός της οικίας· μετά ταύτα δ' έπρεπε να παύση παν

πένθος, και η πόλις να μείνη καθαρά των τοιούτων. Επειδή δε

κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτεν εορτή της Δήμητρος, καλόν

εφάνη να παραιτηθώσι παντάπασιν αι θυσίαι και η πομπή, ίνα μη

διά της ολιγότητος και της κατηφείας των συνερχομένων φανή της

συμφοράς το μέγεθος. Διότι οι Θεοί ευχαριστούνται υπ'

ευτυχούντων τιμώμενοι. Επράττοντο όμως όλα όσα οι μάντεις

συνεβούλευον προς εξιλέωσιν των Θεών και προς τεραστίων

συμβάντων αποφυγήν. Και έπεμψαν μεν εις Δελφούς τον Πίκτορα,

συγγενή του Φαβίου, να ερωτήση τον χρησμόν, εκ δύο δ' Εστιάδων

αίτινες ευρέθησαν προδούσαι τον όρκον των, η μία ετάφη ζώσα, ως

είναι συνήθεια, η δ' άλλη έγινεν αυτόχειρ. Άξιον δε θαυμασμού

εφάνη το φρόνημα και η πραότης της πόλεως, όταν επιστρέφοντα

τον Βάρρωνα από της φυγής, ταπεινόν και κατηφή ως ουδείς ποτ'

επέστρεψε μετά τοιούτον αίσχος και μετά τοιαύτην συμφοράν, τον

προϋπάντησαν περί τας πύλας η βουλή και το πλήθος όλον και τον

ησπάσθησαν· οι δ' άρχοντες και οι πρώτοι της Γερουσίας, εν οίς

ην και ο Φάβιος, αφ' ού εγένετο ησυχία, τον επήνεσαν ότι δεν

απηλπίσθη περί της πόλεως μετά δυστυχίαν τοσαύτην, αλλ' ήλθε ν'

αναλάβη τα πράγματα, και να διοικήση τους νόμους και τους

πολίτας, ως πιστεύων ότι δύνανται να σωθώσιν.

ΙΘ. Ως δ' ήκουσαν ότι ο Αννίβας μετά την μάχην ετράπη προς την

άλλην Ιταλίαν, λαβόντες θάρρος, έστελλον στρατηγούς και

στρατεύματα. Τούτων δ' επισημότατοι ήσαν ο Φάβιος Μάξιμος και ο

Κλαύδιος Μάρκελλος, οίτινες δι' εναντίας ιδιότητας εθαυμάζοντο

εξ ίσου· διότι ο μεν Μάρκελλος, ως το είπον εν τω βίω του

(616), έχων δραστηριότητα λαμπράν και θρασείαν, ανήρ ανδρείος

την χείρα, και της φύσεως εκείνων ούς ο Όμηρος καλεί μάλιστα

φ ι λ ο π τ ολ έ μ ο υ ς και α γ ε ρ ώ χ ο υ ς (617),

επεχείρησε τους πρώτους αγώνας του κατ' ανδρός τολμηρού, του

Αννίβου, ίσην τόλμην και αυτός δείξας, και τρόπον πολέμου

παράβολον και προπετών. Ο δε Φάβιος, εις την πρώτην γνώμην του

επιμένων, ήλπιζεν, αν ουδείς πολεμήση ουδ' ερεθίση τον Αννίβαν,

αυτός εαυτόν να βλάψη, και να κατατριβή εις τον πόλεμον, καθώς

τα αθλητικά σώματα, όταν η δύναμις αυτών υπέρ το δέον ταθή και

κοπιάση, παρακμάζουσι τάχιστα. Διά τούτο λέγει ο Ποσειδόνιος

(618) ότι ούτος μεν ωνομάζετο υπό των Ρωμαίων α σ π ί ς

(619), ο δε Μάρκελλος ξ ί φ ο ς, ότι δε συγκερασθείσα η

ευστάθεια και η επιμονή του Φαβίου μετά του ήθους του

Μαρκέλλου, εγένετο σωτήριος εις τους Ρωμαίους. Του δ' Αννίβου η

δύναμις, τον μεν πολλάκις ως σφοδρώς ρέοντα ποταμόν απαντώσα,

υπεσείετο υπ' αυτού, και εθραύετο· υπό δε του άλλου, άνευ

κρότου και κατ' ολίγον ρέοντος, αλλά μετ' επιμονής

επιφερομένου, εδαπανάτο απαρατηρήτως και κατέπιπτεν εις

ερείπιον. Και μέχρι τέλους εις τοιαύτην αμηχανίαν κατήντησεν

αυτός, ώστε απέκαμε μεν πολεμών προς τον Μάρκελλον, εφοβείτο δε

τον Φάβιον μη πολεμούντα. Τον περισσότερον τω όντι καιρόν μετ'

αυτών επολέμησεν, είτε στρατηγοί εξελέγοντο, είτε ανθύπατοι ή

ύπατοι· διότι έκαστος αυτών υπάτευσε πεντάκις. Αλλά τον

Μάρκελλον, όταν ήτον το πέμπτον ύπατος, τον ενέπλεξεν εις

ενέδραν, και τον εφόνευσε. Προς δε τον Φάβιον, πάσαν απάτην και

πάσαν τέχνην δοκιμάσας πολλάκις, ουδέν κατώρθου, εκτός ότι

άπαξ, καταδολιευθείς αυτόν, τον έρριψεν εις μικρόν σφάλμα.

Συνέθεσε δηλ. και έστειλε προς τον Φάβιον επιστολάς ως εκ των

δυνατωτέρων και πρώτων κατοίκων του Μεταποντίου (620), δι' ών

τω ελέγετο ότι η πόλις θα τω παρεδίδετο, αν ήρχετο ο ίδιος, και

ότι οι ταύτα διενεργούντες εκείνον μόνον περιμένουσι να έλθη

και να τοις φανή πλησίον. Τα γράμματα ταύτα έπεισαν τον Φάβιον,

και λαβών μέρος του στρατεύματος, έμελλε να κινήση διά νυκτός.

Αλλ' επειδή των ορνέων αι μαντείαι δεν εφάνησαν αίσιαι (621),

μετέβαλε γνώμην, και μετ' ολίγον έγινε γνωστόν ότι ο Αννίβας

είχε μετά δόλου συνθέσει τα γράμματα, και ότι ενέδρευεν εκείνος

υπό την πόλιν. Αλλά ταύτα δύνανται ν' αποδοθώσιν εις την

εύνοιαν των Θεών.

Κ. Ενόμιζε δ' ο Φάβιος ότι των πόλεων τας αποστασίας και τα

κινήματα των συμμάχων έπρεπε μάλλον να τα εμποδίζη και να τα

διαλύη δι' ηπίου συμπεριφοράς και διά πραότητος, μη εξελέγχων

πάσαν υπόνοιαν, ουδέ λίαν αυστηρός προς τους υπόπτους

δεικνύμενος. Ούτως, ως λέγεται, ακούσας ποτέ ότι στρατιώτης τις

Μάρσος (622), εκ των πρώτων μεταξύ των συμμάχων κατά το γένος

και την ανδρείαν, είχεν ομιλήσει μετά τινων άλλων εκτός του

στρατοπέδου διά ν' αποστατήσωσι, δεν ηρέθισεν αυτόν, αλλά τω

ωμολόγησεν ότι είχεν αμεληθή παρ' αξίαν, και τότε μεν ότι

έπταιον διά τούτο οι αρχηγοί του, οίτινες διένεμον τας τιμάς

χαριζόμενοι μάλλον παρ' αναλόγως της αρετής, έκτοτε όμως ότι

εκείνον θέλει θεωρεί ως πταίοντα, αν, όταν έχη τινά ανάγκην,

δεν αποτείνηται εις αυτόν και δεν τω την λέγη. Και ταύτα ειπών,

τω εχάρισεν ίππον μάχιμον, και δι' άλλων τον εστόλισεν

αριστείων, ώστε έκτοτε ο ανήρ ούτος έγινε πιστότατος και

προθυμότατος. Διότι δεινόν ενόμιζεν, οι μεν εις την ιππικήν και

εις το κυνήγιον ασχολούμενοι να πραΰνωσι την απείθειαν, τον

θυμόν και την αγριότητα των ζώων διά της επιμελείας μάλλον και

της συνηθείας και της τροφής, παρά διά των μαστίγων και των

δεσμών, οι δε άρχοντες των ανθρώπων να μη ζητώσι να διορθώσιν

αυτούς διά της γλυκύτητος και διά της πραότητος, αλλά να

φέρονται προς αυτούς μετά περισσοτέρας σκληρότητος και βίας

παρ' ό,τι οι γεωργοί προς τας αγριελαίας και τας αγριαχράδας

και τους ερινεούς, ας διά περιποιήσεων εξημερούσιν εις ελαίας

εις απιδέας και εις συκάς. Ομοίως τω είπον ποτέ οι λοχαγοί ότι

άλλος στρατιώτης, το γένος Λευκανός (623), περιεφέρετο εκτός

του στρατοπέδου, και εγκατέλειπε πολλάκις την τάξιν του. Τότε

ηρώτησε να μάθη οποίος τις ήτον κατά τ' άλλα ο άνθρωπος. Όλοι

δ' εμαρτύρουν ότι δεν υπήρχεν άλλος τοιούτος στρατιώτης, και

διηγούντο ενδόξους τινάς αυτού ανδραγαθίας και κατορθώματα.

Εξετάζων δε περί της αιτίας της αταξίας του, εύρεν ότι είναι ο

έρως προς νέαν κόρην, και δι' αυτήν εκινδύνευε μακράς οδούς

προς εκείνην πορευόμενος εκτός του στρατοπέδου. Έστειλε λοιπόν

και συνέλαβε την κόρην, και κρύψας αυτήν εντός της σκηνής,

εκάλεσε τον Λευκανόν ιδαιτέρως προς εαυτόν· «Δεν αγνοώ, τω

είπεν, ότι παρά την πατροπαράδοτον πειθαρχίαν και παρά τους

νόμους της Ρώμης διανυκτερεύεις εκτός του στρατοπέδου πολλάκις.

Επίσης όμως δεν αγνοώ ότι πριν ήσο καλός στρατιώτης. Διά τας

ανδραγαθίας σου σοι συγχωρώ το σφάλμα σου· εις το εξής όμως

θέλω εμπιστευθή εις άλλον να σε φρουρή». Προς ταύτα έμεινεν

εκπεπληγμένος ο στρατιώτης. Καλέσας δ' ο Φάβιος έξω την

νεάνιδα, την παρέδωκεν εις αυτόν, και τω είπεν. «Αύτη μεν

εγγυάται ότι θέλεις μένει μεθ' ημών. Συ δε διά των έργων σου θα

δείξης αν δεν απεδήμεις δι' άλλην μοχθηράν αιτίαν, και αν ο

έρως και αύτη δεν ήσαν παρ' απλαί προφάσεις.» Ταύτα περί τούτων

ιστορούσιν.

ΚΑ. Εκυρίευσε δε την πόλιν των Ταραντίνων (624) κατά τον εξής

τρόπον. Εις το στράτευμα αυτού ήτον κατατεταγμένος νεανίας

Ταραντίνος, έχων αδελφήν εις Τάραντα, πολλήν προς αυτόν

τρέφουσαν φιλοστοργίαν και πίστιν. Ηγάπα δ' αυτήν ανήρ Βρέττιος

(625), εξ εκείνων ούς είχε διορίσει ο Αννίβας να φρουρώσι και

διοικώσι την πόλιν. Τούτο έδωκεν εις τον Ταραντίνον ελπίδα

επιτυχίας, και εν γνώσει του Φαβίου εισήλθεν εις την πόλιν, επί

λόγω ότι απέδρα προς την αδελφήν του. Και τας μεν πρώτας ημέρας

ο Βρέττιος έμεινε μακράν της κόρης, νομίζων ότι ο αδελφός της

ηγνόει τας σχέσεις της. Έπειτα δε λέγει προς αυτήν ο νεανίας.

«Εκεί εκοινολογείτο ότι έχεις σχέσεις μετά τινος των μεγάλων

ενταύθα και των δυνατών. Τις είναι ούτος; Αν είναι, ως τον

λέγουσιν, άνθρωπος αρετής και λαμπρός, ολίγον φροντίζει περί

της καταγωγής ο πόλεμος, όστις τα πάντα αναμιγνύει. Αισχρόν δεν

είναι ουδέν ό,τι επιβάλλεται υπό της ανάγκης, και ευτυχία

μάλιστα είναι εις καιρούς εφ' ών είναι ασθενής η δικαιοσύνη, να

είναι πράος ο της βίας χρήσιν ποιούμενος». Ταύτα ακούσασα,

εμήνυσεν η κόρη τον Βρέττιον, και τον παρουσίασεν εις τον

αδελφόν της. Ούτος δε, υποβοηθών του βαρβάρου τον έρωτα, και

φαινόμενος ότι καθίστα την αδελφήν του έτι μάλλον ή πρότερον

εύνουν και ήμερον προς αυτόν, εκέρδισε την εμπιστοσύνην του,

ώστε άνευ δυσκολίας μετέβαλε την διάνοιαν ανθρώπου, ερώντος και

ιδιοτελούς, δι' ελπίδων μεγάλων δωρεών, άς τω υπέσχετο ότι

θέλει τω δώσει ο Φάβιος. Ταύτα γράφουσιν οι πλείστοι περί

τούτων. Τινές δε λέγουσιν ότι η γυνή υφ' ής μετεπεισθη ο

Βρέττιος δεν ήτον Ταραντίνη, αλλά Βρεττία το γένος, ερωμένη δε

του Φαβίου. Ως δ' ήκουσεν ότι ο αρχηγός των Βρεττίων ήτον

συμπολίτης αυτής και γνώριμος, το είπεν εις τον Φάβιον, και

ελθούσα μετ' αυτού εις συνομιλίας υπό το τείχος, έπεισε και

διέφθειρε τον άνθρωπον.

ΚΒ. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Φάβιος, σοφιζόμενος ν'

αντιπερισπάση τον Αννίβαν, εμήνυσεν εις τους εν Ρηγίω (626)

στρατιώτας να εισβάλωσιν εις την Βρεττίαν, και έχει

στρατοπεδεύσαντες να κυριεύσωσι κατά κράτος την Καυλωνίαν

(627). Ήσαν δ' ούτοι οκτώ χιλιάδες, αυτόμολοι οι περισσότεροι,

οι αχρειέστεροι εκ των ατίμων ούς ο Μάρκελλος (628) είχε φέρει

εκ Σικελίας. Η απώλεια αυτών μικράν λύπην και μικράν βλάβην

ήθελε φέρει εις την πόλιν. Ήλπιζε λοιπόν, αφήνων τούτους εις

τον Αννίβαν, και δελεάσας αυτόν διά τούτου, να τον μακρύνη από

του Τάραντος. Τούτο δε και συνέβη· διότι ο Αννίβας εχύθη αμέσως

εκεί μετά της δυνάμεώς του, εις καταδίωξιν των εισβαλόντων. Την

δ' έκτην ημέραν, αφ' ού ο Φάβιος εστρατοπέδευσε πέριξ του

Τάραντος, ο νεανίας, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρεττίου

και της αδελφής του, ήλθε διά νυκτός προς αυτόν, γνωρίζων και

εξετάσας ακριβώς τον τόπον, εις όν παραφυλάττων ο Βρέττιος

έμελλε να ενδώση, και να δεχθή εντός τους προσβάλλοντας. Αλλ' ο

Φάβιος δεν εξήρτησε την επιτυχίαν του εκ μόνης της προδοσίας·

αλλ' ο ίδιος μεν, πλησιάσας εκεί, έμενεν ήσυχος· το δ' άλλο

στράτευμα προσέβαλλε τα τείχη κατά ξηράν τε και θάλασσαν,

πολλήν συγχρόνως εγείρον κραυγήν και θόρυβον, μέχρις ότου οι

πλείστοι Ταραντίνοι ώρμησαν εκεί και συνεσωρεύοντο περί τους

μαχομένους εις τα τείχη. Τότε δ' ο Βρέττιος εδήλωσε διά σημείου

τον καιρόν εις τον Φάβιον, όστις διά κλιμάκων αναβάς, εκυρίευσε

την πόλιν. Εκεί όμως φαίνεται ότι ο Φάβιος εξώκειλεν εκ

φιλοτιμίας· διότι διέταξε να φονεύσωσι πρώτους τους Βρεττίους,

όπως μη γνωσθή ότι έλαβε διά προδοσίας την πόλιν· αλλ' ούτε την

δόξαν ταύτην επέτυχε, και κατηγορήθη προσέτι δι' απιστίαν και

δι' ωμότητα. Εφόνευσε δε και πολλούς εκ των Ταραντίνων.

Επωλήθησαν δε τριάκοντα χιλιάδες, και την πόλιν διήρπασεν ο

στρατός. Και εις μεν το δημόσιον εδόθησαν τρισχίλια τάλαντα

(629). Εν ώ δε τα λοιπά όλα ελεηλατούντο, λέγεται ότι ο

γραμματεύς ηρώτησε τον Φάβιον τι διατάττει περί των Θεών,

ονομάσας ούτω τας εικόνας και τους ανδριάντας· ο δε Φάβιος ότι

είπεν· «Ας αφήσωμεν εις τους Ταραντίνους τους Θεούς

αγανακτούντας». Τον κολοσσόν όμως του Ηρακλέους μετακομίσας εκ

Τάραντος έστησεν εις το Καπιτώλιον, και πλησίον τούτου έφιππον

εαυτού ανδριάντα, εις ταύτα φανείς αγροικότερος του Μαρκέλλου,

ή μάλλον αποδείξας εκείνον άνδρα θαυμαστόν διά την πραότητα και

την φιλανθρωπίαν του, καθώς εγράψαμεν εις τον Βίον του.

ΚΓ. Λέγεται δ' ότι ο Αννίβας, ερχόμενος μετά σπουδής, μόνον

τεσσαράκοντα στάδια καθυστέρησε (630), και ότι τότε φανερώς

μεν είπεν· «Υπήρχε λοιπόν και άλλος Αννίβας παρά τοις Ρωμαίοις·

διότι απωλέσαμεν την πόλιν των Ταραντίνων ως την εκυριεύσαμεν.»

Ιδιαιτέρως όμως ότι τότε πρώτον τω συνέβη να ειπή εις τους

φίλους του, ότι προ πολλού μεν έβλεπε δύσκολον, ήδη δε βλέπει

αδύνατον να κυριεύση την Ιταλίαν διά των δυνάμεων όσας είχεν

εις την διάθεσίν του. Τούτον εθριάμβευσεν ο Φάβιος δεύτερον

θρίαμβον, λαμπρότερον του προτέρου, ως καλός αθλητής

ανταγωνιζόμενος κατά του Αννίβου, και ευκόλως παραλύων τας

επιχειρήσεις αυτού, ως δέματα και ως κόμβους μη έχοντας πλέον

την αυτήν δύναμιν διότι μέρος μεν της δυνάμεως αυτού εχαλαρώθη

υπό της τρυφής και του πλούτου, μέρος δ' ημβλύνθη και κατετρίβη

διά των αδιακόπων αγώνων. Υπήρχε δέ τις Μάρκος Λίβιος (631),

όστις εφρούρει τον Τάραντα, όταν εκυρίευσεν αυτόν ο Αννίβας,

και εξηκολούθησε κατέχων την ακρόπολιν, χωρίς ν' αποδιωχθή, την

εφύλαξε δ' έως ότου οι Ταραντινοί υπέκυψαν πάλιν εις τους

Ρωμαίους. Τούτον δυσηρέστουν αι εις τον Φάβιον αποδιδόμεναι

τιμαί, καί ποτε υπό φθόνου και φιλαυτίας κινούμενος, είπεν εις

την σύγκλητον, ότι ουχί ο Φάβιος αλλ' αυτός έγινεν αιτία ν'

αλωθή η πόλις των Ταραντίνων. Γελάσας δ' ο Φάβιος· «Την

αλήθειαν λέγεις, είπε, διότι αν δεν είχες συ αφήσει να την

λάβωσιν οι εχθροί, εγώ δεν θα την εκυρίευον.»

ΚΑ. Οι δε Ρωμαίοι και κατά τ' άλλα μεν λαμπρώς αντέμειβον τον

Φάβιον, και τον υιόν αυτού Φάβιον ανέδειξαν ύπατον. Αφ' ού δ'

αυτός παρέλαβε την αρχήν, και εν ώ επεμελείτο υποθέσεώς τινος

περί του πολέμου, ο πατήρ αυτού, είτε διά γήρας και ασθένειαν,

είτε θέλων να δοκιμάση τον υιόν του, ανέβη τον ίππον του, και

ήλθε προς αυτόν διά του πλήθους των περιεστώτων. Ο δε νεανίας,

ιδών αυτόν μακρόθεν, δεν υπέφερε τούτο, αλλά πέμψας ένα

υπηρέτην, παρήγγειλε τον πατέρα του να καταβή, και να έλθη

πεζός, αν έχη ν' αναφέρη τι εις τον άρχοντα. Και τους μεν

άλλους δυσηρέστησεν η διαταγή, και εν σιωπή απέβλεπον προς τον

Φάβιον, ως πάσχοντα αναξίως της δόξης του. Εκείνος όμως,

πηδήσας αμέσως από του ίππου, έδραμε ταχεί βήματι προς τον υιόν

του, και εναγκαλισθείς και ασπασθείς αυτόν, «Καλώς, τω είπεν, ω

παι, φρονείς και πράττεις, συναισθανόμενος τίνων άρχεις, και

πόσον μέγεθος εξουσίας ανέλαβες. Ούτω και ημείς και οι πρόγονοι

την Ρώμην ηυξήσαμεν, υπέρ γονείς και παίδας προτιμώντες πάντοτε

το καλόν της Ρώμης.» Λέγεται δ' ότι τω όντι ο προπάππος του

Φαβίου, αποκτήσας δόξαν και δύναμιν μεγίστην εν Ρώμη, εγένετο

πεντάκις ύπατος, και ετέλεσεν εκ μεγίστων πολέμων λαμπροτάτους

θριάμβους. Όταν δ' ο υιός αυτού ήτον ύπατος, αυτός εστάλη

πρεσβευτής εις τον πόλεμον (632) και εις τον θρίαμβον, εκείνος

μεν εισήλθεν εις την πόλιν επί τεθρίππου, ούτος δε τον

παρηκολούθει μετά των άλλων έφιππος, χαίρων ότι, εν ώ ήτον

κύριος του υιού του, εν ώ ήτον και ωνομάζετο μέγιστος των

πολιτών, ετίθετο όμως κατώτερος του άρχοντος και του νόμου.

Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνα τα καθιστώντα θαυμαστόν εκείνον,

Συνέβη δε ν' αποθάνη ο υιός του Φαβίου, και τότε ούτος την μεν

συμφοράν υπέμεινεν ως ανήρ φρόνιμος και ως πατήρ χρηστός,

μετριοπαθέστατα· το δ' εγκώμιον το προφερόμενον εις τας κηδείας

των επισήμων πολιτών υπό των οικείων αυτών, αυτός το εξεφώνησεν

ελθών εις την αγοράν, και έγραψε τον λόγον και τον εξέδωκε.

ΚΕ. Κατ' εκείνους τους χρόνους σταλείς εις Ιβηρίαν (633) ο

Σκηπίων Κορνήλιος, τους μεν Καρχηδονίους απεδίωξε, νικήσας

αυτούς εις μάχας πολλάς, εκέρδησε δ' υπέρ των Ρωμαίων έθνη

πάμπολλα, και πόλεις μεγάλας, και πράγματα λαμπρά, και

επιστρέψας περιεστοιχίζετο υπ' ευνοίας του δήμου και υπό δόξης

ως ουδείς άλλος· Γενόμενος δ' ύπατος, και εννοών ότι ο δήμος

μεγάλην τινά πράξιν απήτει και περιέμενε παρ' αυτού, το να

πολεμήση προς τον Αννίβαν εν Ιταλία εθεώρει ως ιδέαν σκωριώσαν

και γεροντικήν, και διενοείτο αυτήν την Καρχηδόνα και την

Λιβύαν να πληρώση όπλων και στρατευμάτων, και να πορθήση αυτήν,

μεταβιβάζων εκεί εξ Ιταλίας των πόλεμον, και εις τούτο εξ όλης

καρδίας προέτρεπε τον δήμον. Αλλά τότε ο Φάβιος, παν είδος

φόβου εμπνέων εις την πόλιν, και λέγων ότι υπ' ανδρός ανοήτου

και νέου ερρίπτετο εις τον έσχατον και μέγιστον των κινδύνων,

ούτε λόγου εφείδετο ούτε έργου δυναμένου ν' αποτρέψη τους

πολίτας, και την μεν βουλήν έπειθεν, εις τον δήμον όμως

εφαίνετο ότι κατηγόρει τον Σκηπίωνα φθονών αυτόν διά την

επιτυχίαν του, και φοβούμενος, αν ήθελε κατορθώσει τι μέγα και

λαμπρόν, και ή παύση όλως τον πόλεμον, ή τον μακρύνη από της

Ιταλίας, μη φανή αυτός αδρανής και μαλακός, διότι τόσον καιρόν

επολέμει άνευ επιτυχίας οριστικής. Φαίνεται δ' ότι κατ' αρχάς

μεν ήρχισεν αντιλέγων ο Φάβιος εκ πολλής διά την ασφάλειαν

μερίμνης και προνοίας, και φοβούμενος τον κίνδυνον, όστις ήτον

τω όντι μέγας· αλλ' ότι έγινεν επιμονώτερος και προέβη

περαιτέρω, εμποδίζων του Σκηπίωνος την αυξήσιν εκ φιλαυτίας

τινός και εκ φιλονείκου διαθέσεως. Διά τούτο έπεισε και τον

Κράσσον, όστις ήτον συνύπατος μετά του Σκηπίωνος, να μη τω

αφήση την στρατηγίαν, ουδέ να υποκύψη εις αυτόν, αλλ' αν

εγκριθή η εκστρατεία, αυτός να εκστρατεύση κατά των

Καρχηδονίων· και δεν αφήκε να δοθώσι χρήματα διά τον πόλεμον.

Αναγκαζόμενος επομένως ο Σκηπίων να πορισθή ο ίδιος χρήματα,

έλαβεν αυτά εκ των Τυρρηνικών πόλεων, αίτινες μετ' αυτού είχον

οικειότητα, και ήθελον να τον ευχαριστήσωσι. Τον δε Κράσσον

εκώλυε ν' αναχωρήση της Ιταλίας και η φύσις αυτού, διότι δεν

ήτον φιλόνεικος αλλά πράος, και ο θείος νόμος, διότι είχε την

μεγίστην ιερωσύνην.

ΚΣΤ. Τότε δε δι' άλλης οδού αντιταττόμενος ο Φάβιος εις τον

Σκηπίωνα, εμπόδισε τους νέους όσοι επροθυμούντο να

συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού, και τους συνείχε, κραυγάζων εις

τας βουλάς και τας συνελεύσεις, ότι ο Σκηπίων όχι μόνον ο ίδιος

εδραπέτευε προ του Αννίβου, αλλ' απέπλει λαμβάνων μεθ' εαυτού

και την λοιπήν δύναμιν της Ιταλίας, δημαγωγών διά ματαίων

ελπίδων τους νέους, και πείθων αυτούς να εγκαταλείψωσι γονείς

και γυναίκας και πόλιν, εις ής τας θύρας τροπαιούχος και

ανίκητος κάθηται ο εχθρός. Ταύτα λοιπόν λέγων, εφόβισε τους

Ρωμαίους, και εψήφισε να μεταχειρισθή ο Σκηπίων μόνα τα

στρατεύματα της Σικελίας, και εκ των συνοδευσάντων αυτόν εις

την Ιβηρίαν να λάβη τριακοσίους, οίτινες ήσαν πιστοί εις αυτόν.

Η πολιτική αύτη του Φαβίου ήτον σύμφωνος προς την φύσιν αυτού.

Όταν δ' ο Σκηπίων διέβη εις την Λιβύαν, και ευθύς ανηγγέλλοντο

εις την Ρώμην έργα θαυμαστά, και πράξεις υπερήφανοι το μέγεθος

και το κάλλος, και εις επικύρωσιν της φήμης ήρχοντο λάφυρα

πολλά, και ο βασιλεύς των Νομάδων αιχμάλωτος, και δύο

στρατόπεδα συγχρόνως επυρπολήθησαν, και πολλοί εφθάρησαν

άνθρωποι εν αυτοίς, και όπλα πολλά και ίπποι συγκατεκάησαν, και

πρεσβείαι εστέλλοντο υπό των Καρχηδονίων προς τον Αννίβαν,

προσκαλούσαι και ικετεύουσαι αυτόν ν' αφήση τας ανεκτελέστους

εκείνας ελπίδας, και να σπεύση εις βοήθειαν της πατρίδος του,

εις δε την Ρώμην όλοι είχον διά στόματος τον Σκηπίωνα διά τα

κατορθώματά του, τότε ο Φάβιος απήτει να πέμψωσι διάδοχον του

Σκηπίωνος, άλλην μεν μη έχων πρόφασιν, ειπών δε το γνωστόν

αξίωμα, ότι δεν είναι ασφαλές να πιστεύωνται εις ενός ανθρώπου

τύχην πράγματα τόσον μεγάλα· διότι δύσκολον είναι να επιτυγχάνη

είς και αυτός πάντοτε. Διά τούτων δε δυσηρέστησε το πλήθος, ως

άνθρωπος δύσκολος και φθονερός, ή διά το γήρας όλως άτολμος

γενόμενος, και τας ελπίδας αποκρούων, και τον Αννίβαν υπέρ παν

μέτρον τρομάζων. Και αφ' ού δ' ούτος απέπλευσε της Ιταλίας μετά

του στρατού αυτού, ουδέ τότε αφήκεν αθορύβητον και εν

πεποιθήσει ασφαλείας την χαράν και το θάρρος των πολιτών αλλά

τότε μάλιστα έλεγεν ότι η πόλις διέτρεχε τον έσχατον κίνδυνον,

και ότι επίφοβος ήτο η θέσις των πραγμάτων αυτής. Διότι εις την

Λιβύαν και προ της Καρχηδόνος βαρύτερος θα επιπέση κατ' αυτών ο

Αννίβας, και εις τον Σκηπίωνα θ' αντιταχθή θερμός έτι υπό του

αίματος πολλών αρχιστρατήγων και Δικτατώρων και υπάτων. Ώστε εκ

των λόγων τούτων εταράττετο πάλιν η πόλις, και εν ώ ο πόλεμος

είχε μετατεθή εις Λιβύαν, ενόμιζον ότι ο φόβος ήλθε

πλησιέστερον εις την Ρώμην.

ΚΖ. Αλλ' ο Σκηπίων μετ' ολίγον καιρόν νικήσας εις μάχην κατά

κράτος τον Αννίβαν, και ταπεινώσας και καταπατήσας την

υπεροψίαν της Καρχηδόνος καταβεβλημένης, απέδωκεν εις τους

πολίτας χαράν ανωτέραν πάσης ελπίδος, και την εξουσίαν αυτών τω

όντι

Σεισθείσαν υπό σάλου την ανώρθωσε (634).

Του Φαβίου Μαξίμου όμως η ζωή δεν παρετάθη μέχρι του τέλους του

πολέμου, ουδ' ήκουσεν αυτός του Αννίβου την ήτταν, ουδ' είδε

την μεγάλην και βεβαίαν της πατρίδος του ευτυχίαν· αλλά καθ' όν

καιρόν ο Αννίβας απήρχετο της Ιταλίας, νοσήσας, απέθανε. Και οι

μεν Θηβαίοι έθαψαν δημοσίως τον Επαμινώνδαν διά την πενίαν ήν

αφήκεν οπίσω του· διότι μετά θάνατόν του λέγεται ότι ουδέν

ευρέθη εις την οικίαν του πλην ενός οβολού σιδηρού (635). Τον

δε Φάβιον οι Ρωμαίοι δεν ενεταφίασαν μεν δημοσίως, αλλ' έκαστος

προσέφερεν ιδιαιτέρως το μικρότατον των νομισμάτων του, ουχί ως

βοηθών δι' ένδειαν αυτού, αλλ' ως θάπτων τον πατέρα του δήμου·

και ούτως ο θάνατος αυτού έλαβε τιμήν και δόξαν της ζωής του

αξίαν.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ

ΦΑΒΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ

Α. Και οι μεν βίοι των ανδρών τούτων τοιαύτην έχουσι την

ιστορίαν. Επειδή δε και πολιτικής και πολεμικής αρετής πολλά

και καλά παραδείγματα αφήκαν αμφότεροι, ας αρχίσωμεν εκ των

πολεμικών, παρατηρούντες, ότι ο Περικλής, διοικήσας τον δήμον

όταν ήτον εις θέσιν ευδαιμονεστάτην και μέγιστος δι' εαυτού,

και όταν εις δυνάμεως υπερτάτην περιήλθεν ακμήν, δύναται να

υποτεθή ότι ένεκα της κοινής ευτυχίας και της υγιούς

καταστάσεως των πραγμάτων, διέμεινεν ασφαλής και απρόσκοπτος.

Αι δε του Φαβίου πράξεις, αναδεχθέντος την διεύθυνσιν της

πόλεως εις καιρούς αίσχους και συμφορών, δεν διετήρησαν αυτόν

ασφαλή εις τα αγαθά, αλλ' εκ κακών τον προήγαγον εις τα

κρείττονα. Και εις μεν τον Περικλέα επέτρεψαν αι επιτυχίαι του

Κίμωνος, και του Μυρωνίδου και του Λεωκράτους τα τρόπαια, και

τα πολλά και μεγάλα κατορθώματα του Τολμίδου, εορτάζων μάλλον

και πανηγυρίζων να στρατηγή της πόλεως, παρά ν' ανακτήση και να

φυλάττη αυτήν διά του πολέμου. Ο δε Φάβιος, βλέπων πολλάς μεν

φυγάς και ήττας, πολλούς δε θανάτους και σφαγάς αυτοκρατόρων

(636) και στρατηγών, τας λίμνας δε και τας πεδιάδας και τους

δρυμούς πλήρεις νεκρών στρατοπέδων, και τους ποταμούς μέχρι της

θαλάσσης αίμα και πεφονευμένους κυλίοντας, διά της ιδίας αυτού

εμβριθείας (637) και ευσταθείας ανέλαβε και υπεστήριζε την

πόλιν, και δεν αφήκε, παρασυρομένη υπό των σφαλμάτων των άλλων,

να καταστραφή εντελώς. Αφ' ετέρου όμως δεν φαίνεται επίσης

δύσκολον να διαχειρισθή τις πόλιν τεταπεινωμένην υπό συμφορών,

και διά την ανάγκην εις ήν διατελεί υποτασσομένην εις τους

φρονίμους, ως το να χαλινώση την αυθάδειαν και την θρασύτητα

δήμου παραφερομένου και επαιρομένου διά τας ευτυχίας του. Κατά

τούτον όμως τον τρόπον φαίνεται ο Περικλής δαμάσας τους

Αθηναίους. Αλλά και το μέγεθος και πλήθος των κακών, όσα

εφώρμησαν τότε κατά της Ρώμης, ανέδειξαν τον Φάβιον άνδρα μέγαν

και ισχυρόν την διάνοιαν, διότι ούτε τον εσύγχυσαν, ούτε τον

ηνάγκασαν να εγκαταλείψη τας ιδέας του.

Β. Και εις μεν την άλωσιν της Σάμου υπό Περικλέους δύναται ν'

αντιταχθή η κατάληψις της Τάραντος, και εις την Εύβοιαν αι κατά

την Καμπανίαν πόλεις· διότι την Καπύην εκυρίευσαν οι ύπατοι

Φούλβιος και Άππιος (638). Δεν φαίνεται δε να ενίκησεν ο

Φάβιος ποτέ εις μάχην εκ παρατάξεως, πλην εκείνης, μεθ' ήν

ετέλεσε τον πρώτον του θρίαμβον, εν ώ ο Περικλής έστησεν εννέα

τρόπαια, νικήσας τους εχθρούς κατά γην και κατά θάλασσαν. Δεν

αναφέρεται δ' ουδεμία τοιαύτη πράξις του Περικλέους, οίαν

έπραξεν ο Φάβιος αρπάσας τον Μινούκιον από των χειρών του

Αννίβου, και διασώσας ολόκληρον στρατόπεδον των Ρωμαίων· και

τούτο ήτον όντως έργον καλόν ανδρείας ομού, φρονήσεως και

χρηστότητος. Επίσης όμως πάλιν ουδέ λάθος κανέν αναφέρεται του

Περικλέους, οποίον έσφαλεν ο Φάβιος, απατηθείς υπό του

στρατηγήματος του Αννίβου διά των βοών, όταν κατέλαβε τον

εχθρόν αυτομάτως και εκ τύχης εμπεσόντα εις τα στενά, και τον

αφήκε να φύγη κρυφίως διά νυκτός, και την ημέραν να διέλθη διά

της βίας, και να τον προκαταλάβη βραδύνοντα, και να τον νικήση

εν ώ είχε συλληφθή υπ' αυτού. Αν δ' ο καλός στρατηγός πρέπη

ουχί μόνον τα παρόντα να ηξεύρη να διοική, αλλά και να προνοή

ορθώς περί των μελλόντων, ο μεν πόλεμος των Αθηναίων ετελείωσεν

ως προείδε και προείπεν ο Περικλής· διότι εις πολλά

αναμιγνύμενοι, απώλεσαν την δύναμίν των. Οι δε Ρωμαίοι,

πέμψαντες παρά την γνώμην του Φαβίου τον Σκηπίωνα κατά των

Καρχηδονίων, εγένοντο παντοκράτορες ουχί εκ τύχης, αλλά διά της

σοφίας και ανδρείας του στρατηγού όστις ενίκησε τους εχθρούς.

Ώστε υπέρ τούτου μεν μαρτυρούσιν αι αποτυχίαι της πατρίδος του

ότι καλώς προεγνώρισεν, ο δε υπό των κατορθωμάτων αυτής

εξελέγχεται ότι εντελώς ηπατήθη. Ίσον δε σφάλμα είναι του

στρατηγού το να εμπέση εις κακόν χωρίς να το περιμένη, ως το ν'

αφήση εκ δυσπιστίας να παρέλθη καιρός κατορθώματος· διότι η

αυτή, ως φαίνεται, απειρία και το θάρρος γεννά και το θάρρος

αφαιρεί.

Γ. Εις δε τα πολιτικά λίαν αξιοκατηγόρητος είναι ο Περικλής διά

τον πόλεμον, διότι λέγεται ότι αυτός τον επέφερε, μη θελήσας να

ενδώση εις την προς τους Λακεδαιμονίους φιλονεικίαν. Νομίζω δ'

ότι ουδ' ο Φάβιος Μάξιμος θα ενέδιδέ ποτε εις τους

Καρχηδονίους, αλλ' ότι ευγενώς θα υπέμενε τον κίνδυνον υπέρ της

ηγεμονίας της Ρώμης. Του Φαβίου η προς τον Μινούκιον επιείκεια

και πραότης καταδικάζει τον στασιασμόν κατά του Κίμωνος και του

Θουκυδίδου, οίτινες άνδρες όντες αγαθοί και αριστοκρατικοί,

ηναγκάσθησαν υπό του Περικλέους να φύγωσι, και εξωστρακίσθησαν.

Η δύναμις όμως και το κράτος του Περικλέους ήτον μεγαλήτερον,

όθεν και ουδένα άλλον στρατηγόν αφήκεν εις την πόλιν να υποπέση

εις δυστυχήματα διά κακών βουλευμάτων· αλλά μόνος ο Τολμίδης,

διαφυγών και αποκρούσας διά βίας αυτόν, κατεστράφη εν Βοιωτία·

οι δ' άλλοι όλοι, διά το μέγεθος της δυνάμεώς του παρακολούθουν

αυτόν, και υπετάσσοντο εις την γνώμην του. Ο δε Φάβιος καθ'

εαυτόν ων άπταιστος και αναμάρτητος, φαίνεται ότι δεν είχεν

επίσης την δύναμιν του να εμποδίζη τους άλλους· διότι δεν θα

υπέπτιπτον εις τοσαύτας συμφοράς οι Ρωμαίοι, αν ο Φάβιος

εδύνατο παρ' αυτοίς όσον ο Περικλής εν Αθήναις. Την δ' ως προς

τα χρήματα μεγαλοφροσύνην αυτών απέδειξαν ο μεν ουδέν λαμβάνων

παρά των διδόντων, ο δε πολλά δίδων εις τους ανάγκην έχοντας,

και διά των ιδίων αυτού χρημάτων εξαγοράσας τους αιχμαλώτους.

Ταύτα όμως δεν ήσαν πολλά τον αριθμόν, αλλά μόνον έξ τάλαντα

(639)· εν ώ δεν δύναταί τις να ειπή πόσα ο Περικλής εδύνατο να

ωφεληθή και παρά συμμάχων και παρά βασιλέων, οίτινες διά την

δύναμίν του ήθελον να τον περιποιώνται, και όμως διατήρησεν

αδωροδόκητον εαυτόν και καθαρώτατον. Προς δε το μέγεθος των

έργων και των ναών, και προς την ανέγερσιν οικοδομημάτων, δι'

ών εκόσμησεν ο Περικλής τας Αθήνας, όλαι αι προ των Καισάρων

φιλότιμοι της Ρώμης ιδρύσεις δεν δύνανται αξίως να

παραβληθώσιν, αλλ' έξοχον έχει και ασύγκριτον το πρωτείον η

μεγαλουργία τούτων και η μεγαλοπρέπεια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.

1) Δίδυμος, ο Αλεξανδρεύς, γραμματικός επί Αυγούστου, γράψας

υπομνηματισμούς εις λογογράφους και ποιητάς. Εις αυτόν

αποδίδονται, αλλά κακώς, τα μικρά εις Όμηρον σχόλια. Ουδέν των

συγγραμμάτων του διεσώθη.

2) Ασκληπιάδης, γραμματικός εκ Βιβυνίας, σύγχρονος του

Διδύμου. Εσχολίασε και διόρθωσε συγγράμματα φιλοσόφων.

3) Φιλοκλής ήτον ο ανεψιός του Αισχύλου, τραγικός ποιητής, και

έτερος, τραγικός και αυτός, και τρίτος, κωμικός, χλευαζόμενος

υπ' Αριστοφάνους.

4) Από Κόδρου, του τελευταίου Βασιλέως, του θυσιασθέντος υπέρ

της πόλεως.

5) Ηρακλείδης ο Ποντικός, φιλόσοφος εξ Ηρακλείας του Πόντου,

μαθητής Σπευσίππου και Αριστοτέλους.

6) Σοφοκλ. Τραχίν. 442.

7) Συνήθως οι αρχαίοι ηλοίφοντο διά μύρων μετά το λουτρόν. Προ

των γυμνικών αγώνων όμως ηλοίφοντο στεγνοί δ' ελαίου, και μετά

ταύτα εκυλίοντο εις την άμμον. Η απαγόρευσις αύτη του Σόλωνος

τοις έκλειεν άρα και τα γυμνάσια. Η δ' ετέρα, του να μη αγαπώσι

τους παίδας, προήρχετο εκ του ότι ο έρως αυτών δεν εδύνατο να

έχη τον καθαρόν και ευγενή χαρακτήρα της φιλίας των ελευθέρων.

8) Χάρμος, άγνωστος αλλαχόθεν.

9) Κατά τα Παναθήναια ετελείτο ο αγών της λαμπάδος ή

λαμπαδηφορίας, καθ' όν οι αγωνιζόμενοι έτρεχον από της

Ακαδημίας προς την πόλιν λαμπάδας έχοντες, και ενίκα εκείνος

ούτινος η λάμπας δεν εσβύνετο.

10) Ο περιπατητικός. Ίδ. Λυκ. 20.

11) Ο Σόλων, ήτον ποιητής. Τούτο το απόσπασμα εκ των ποιημάτων

του, ηρωελεγείον, σύγκειται, ως τα πλείστα εξ αυτών, εξ

εξαμέτρων, και πενταμέτρων εναλλάξ. Έγραψε δε, ως φαίνεται εκ

των αποσπαμάτων του, εις διάφορα μέτρα, και εις εξαμέτρους, και

εις τριμέτρους ιαμβικούς, και εις τετραμέτρους τροχαϊκούς.

12) «Έργον ουδέν όνειδος· αεργίη δε τ' όνειδος». Ησιόδ. Έργ.

και Ημ. 311.

13) Το κείμενον λέγει «Πρώτος», άλλα βεβαίως κατά λάθος, διότι

τον οικιστήν της Μασσαλίας ονομάζει Πρώτιν ο Ιουστίνος (ΜΓ, Γ,

11), καθ' όν ενυμφεύθη Γύπτιν, την θυγατέρα Νάννου, του

βασιλέως των Κελτών. Κατά δ' Αριστοτέλην (Αθήν. ΙΓ, 36), ο

Πρώτις ην υιός του οικιστού της Μασσαλίας, Ευξείνου του

Φωκαέως, νυμφευθέντος την θυγατέρα του Νάννου, Πέλταν.

14) Ο Μιλήσιος, είς των επτά σοφών. Κατά Διογένην τον

Λαέρτιον, (Α), εμίσθωσε τα ελαιουργεία, και εκέρδησε πολλά

χρήματα.

15) Πιθανώς άλλος του Ιατρού.

16) Περίανδρος, υιός Κυψέλου, τύραννος της Κορίνθου, είς των

επτά σοφών και αυτός.

17) Αλιείς εκ της νήσου Κω.

18) Εκ της Μιλήτου, επισήμου πόλεως της Ιωνίας.

19) Βίας εκ Πριήνης της Ιωνίας, είς και αυτός των επτά σοφών.

20) Ισμήνιος ελέγετο ο Απόλλων από Ισμηνού, ποταμού

παραρρέοντος τας Θήβας. Είχε δ' υπό την επωνυμίαν ταύτην

αρχαιοτάτην λατρείαν εν Θήβαις.

21) Θεόφραστος, ο περίφημος φιλόσοφος εξ Ερεσσού της Λέσβου,

σύγχρονος του Αλεξάνδρου, μαθητής του Αριστοτέλους.

22) Βαθυκλής, καλλιτέχνης, ιδίως τορευτής εκ Μαγνησίας της

προς Μαιάνδρω, δ' επί Κροίσου κατασκευάσας εν Λακωνία τον

θρόνον του Αμυκλαίου Απόλλωνος.

23) Ανάχαρσις, Σκύθης, εκ της βασιλικής οικογενείας, υιός δ'

Ελληνίδος, ελθών εις την Ελλάδα περί την 47 Ολυμπιάδα και

τραφείς εις την Ελληνικήν παιδείαν, κατετάχθη, μετά των 7

σοφών.

24) Πάταικος, φιλόσοφος Πυθαγορικός, ιστορικός, πιθανώς και

μυθοποιός.

25) Την αρετήν θεωρεί ενταύθα ως συμφυή μετά των ψυχικών

δυνάμεων, υφ' ών έχουσι λαβήν τα φάρμακα και αι νόσοι, και ως

δι' αυτών εκδηλουμένην και ενεργούσαν.

26) Ελεγεία, τα έχοντα εναλλάξ ένα εξάμετρον και ένα

πεντάμετρον.

27) Ως εφόρουν οι ασθενείς. (Πλάτ. Πολιτ. Γ. 306)

28) Κωλιάς, ακρωτήριον της Αττικής ανατολικώς του Φαλήρου, εις

την θέαν την καλουμένην «Τρεις Πύργοι».

29) Εις τη Κωλιάδα ελατρεύετο κυρίως η Αφροδίτη.

30) Μεταξύ των διαφόρων ποταμών οίτινες έφερον το όνομα Ασωπός

φαίνεται ότι υπήρχεν εις και εν Αιγίνη (Πίνδ. Νεμ. Γ, 7).

Τούτου μάλλον παρά του εν Βοιωτία ήτον θυγάτηρ η Σαλαμίς. Εκτός

αν ο χρησμός ωνόμασεν Ασώπιον τον Σαλαμίνιον κόλπον δι' αυτό

τούτο, διότι η Σαλαμίς ελέγετο θυγάτηρ του Ασωπού.

31) Περίφημος και Κυχρεύς, ήρωες της Σαλαμίνος, ο πρώτος

αλλαχόθεν άγνωστος, ο δεύτερος υιός του Ποσειδώνος και της

Σαλαμίνος, βασιλεύσας επί της ομωνύμου νήσου, διότι εφόνευσε

δράκοντα όστις την εξερήμου.

32) Τριακόντορος, πολεμικόν πλοίον, έχον τριάκοντα κωπία.

33) Η Εύβοια είναι πολύ μακράν, και επιπροσθεί το Σούνιον.

Εννοεί δ' ότι η άκρα εκείνη ήτον εις τα βορειοανατολικά της

νήσου.

34) Εις αρχαιοτάτους χρόνους η Σαλαμίς ωνομάζετο και Σκιράς.

(Ευσταθ. εις Διον. 511. Στράβ. Η, 393). Το όνομα τούτο

περιωρίσθη μετά ταύτα, φαίνεται, εις έν ακρωτήριον, το

βορειανατολικόν, όπου υπήρχε και ναός της Αθηνάς Σκιράδος

(Ηρόδ. II, 84). Είχε δε το επίθετον τούτο η Αθηνά και εν

Αττική, και ώφειλεν αυτό, ει και διάφοροι παραγωγαί αυτού

αναφέρονται, εις την τραχείαν και πετρώδη θέσιν εφ' ής ίστατο ο

ναός της.

35) Ενυάλιος, ο Άρης.

36) Κατάλογος των πλοίων, ή Βοιωτία, μέρος της δευτέρας

ραψωδίας της Ιλιάδος, περιέχων απαρίθμησιν των πλοίων και των

στρατευμάτων μεθ' όσων οι Έλληνες εξεστράτευσαν κατά της

Τρωάδος. Τον κατάλογον τούτον λέγεται νοθεύσας ο Σόλων, διά

προσθήκης των δύω στίχων. Το τέχνασμα τούτο ήτον δυνατόν τότε,

όταν τα ποιήματα του Ομήρου εκ στήθους κυρίως απεμνημονεύοντο,

και κατά πρώτον μάλιστα επί Πεισιστράτου συνελέγησαν.

37) Βραυρών, δήμος της Αττικής, κατά τα Μεσόγαια, Βράουνας

καλούμενος σήμερον. Η δε Μελίτη ήτον μέρος της πόλεως των

Αθηνών, πιθανώς το βορειοδυτικόν.

38) Ηρέας, Μεγαρεύς, ιστορικός. Ίδ. και Θησ. § Κ.

39) Ιαονία, αρχαίος, πιθανώς Ασιανός τόπος, αντί Ιωνία.

40) Κίρρα, αρχαία πόλις εις τον Κορινθιακόν κόλπον, λιμήν των

Δελφών. Οι Κιρραίοι κατεκράτησαν γην ιεράν, ανήκουσαν εις τον

ναόν. Εντεύθεν ο αμφικτυονικός κληθείς πόλεμος, καθ' όν γενικός

μεν αρχηγός ην ο τύραννος των Σικυωνίων Κλεισθένης, στρατηγός

δε των Αθηναίων ο Αλκμαίων. Κυριευθείσα τότε η Κίρρα,

κατεδαφίσθη, και η χώρα αυτής αφιερώθη εις τον Απόλλωνα.

41) Οι Αμφικτύονες ήσαν οι απεσταλμένοι διαφόρων πόλεων,

οίτινες είχον του ναού την επιμέλειαν. Το συνέδριον δ' αυτών

ελάμβανε πολλάκις και πολιτικόν χαρακτήρα, και απεφάσιζε

προσέτι περί ειρήνης και πολέμου, όταν μάλιστα επρόκειτο, περί

ζητημάτων αφορώντων το ιερόν.

42) Των νικητών εις τους δημοσίους αγώνας συνετάττοντο και

διετηρούντο κατάλογοι. Των νικησάντων εις τα Πύθια, περί τους

Δελφούς, συνέταξεν ο Αριστοτέλης, μη διατηρηθέντα.

43) Πιθανώς ο περιπατητικός φιλόσοφος, όστις έγραψε και

επισήμων φιλοσόφων βίους. Διογ. Β. 55.

44) Ο Σάμιος Ευάνθης, συγγραφεύς άλλοθεν άγνωστος.

45) Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, έγγονος Αλκμαίωνος, του

τελευταίου ισοβίου άρχοντος.

46) Κύλων, επίσημος Αθηναίος, γαμβρός του Θεαγένους, τυράννου

των Μεγάρων, κατέλαβε την Ακρόπολιν, επί σκοπώ να γίνη και

αυτός τύραννος των Αθηνών, κατά Ολ. 42, α', ή 45. α'. Αλλ'

επολιορκήθη στενώς, και αυτός μεν εδραπέτευσε μετά του αδελφού

του, οι δ' οπαδοί του κατέφυγον εις ναόν τον της Αθηνάς. Οι

πολιορκηταί δε, υποσχεθέντες ότι δεν θέλουσι τους βλάψει, τους

εξήγειρον εκείθεν, διά να μη αποθάνωσιν εκ πείνης εντός των

ναών, και παρά την υπόσχεσιν τους απέσφαξαν. Οι Αθηναίοι όμως

απεδοκίμασαν την ανόσιον ταύτην πράξιν, και των φονέων τους μεν

εθανάτωσαν, ρίψαντες εκτός της χώρας και τα οστά αυτών, τους δε

εξώρισαν. Τούτο είναι το Κυλώνειον ανοσιούργημα, το

Κ υ λ ώ ν ε ι ο ν ά γ ο ς, ως ονομάζεται εν τη ιστορία. (Θουκ.

Α, 126).

47) Ο πατήρ του εν τω προλαβόντι παραγράφω μνησθέντος

Αλκμαίονος, του στρατηγού των Αθηναίων εις τον Αμφικτυονικόν

πόλεμον.

48) Το άγαλμα τούτο ήτον το εντός του ναού της Πολιάδος επί

της Ακροπόλεως ξύλινον, το Διιπετές (ουρανοκατάβατον). Το

χρυσελεφάντινον, όν έργον του Φειδίου, δεν υπήρχε τότε.

49) Εκράτουν την κλωστήν, ίνα μένωσιν ασφαλείς πάντοτε υπό την

προστασίαν της Θεάς.

50) Σεμναί Θεαί ήσαν αι Ευμενίδες ή Εριννύες, ών το ιερόν ήτον

εις τους βορειανατολικούς πρόποδας του Αρείου Πάγου, άντικρυ,

της Ακροπόλεως.

51) Μετά τον Αλκμαίονα, τον πατέρα του Μεγακλέους, έπαυσεν η

αρχοντία, και κατέστησαν εννέα άρχοντες δεκαετείς.

52) «Ε ν α γ ε ί ς».

53) Φλυεύς ή Φλυάσιος, από Φλύας, δήμου της Αττικής.

54) Νίσαια, ο λιμήν των Μεγάρων, ημίσειαν ώραν απ' αυτών

απέχων.

55) Φαίστιος, εκ Φαιστού, πόλεως Κρητικής· κατ' άλλους Φαιστός

ην η πατρίς του πατρός του, ο δ' Επιμενίδης εγεννήθη εν Κνωσσώ

της Κρήτης. Ήτον σοφός, και ιδίως περί τα ιερά, και μαγικής

τέχνης γνώσις απεδίδετο εις αυτόν, και πολλά θαυμάσια περί

αυτού διηγούνται, μεταξύ δ' άλλων ότι εκοιμήθη εντός σπηλαίου

επί 57 έτη, ότι εκαθάρισε τας Αθήνας από λοιμόν, και ότι έζησε

157 έτη χωρίς να φανή ποτέ τρώγων.

56) Υιός Κυψέλου, τύραννος Κορίνθου, είς των 7 σοφών.

57) Κατ' άλλους Βλάστης.

58) Κουρήται, πανάρχαιος φυλή, κατοικούσα την Αιτωλίαν και την

Κρήτην, και ενταύθα χειρονακτικάς τινας τέχνας ασκούσασα, ιδίως

δε την λατρείαν του Διός δι' ορχήσεων και άλλων εθίμων τελούσα,

οπαδοί δε της Κυβέλης κατ' άλλους των αρχαίων ιδίως, και τον

Δία βρέφος αναθρέψαντες. Ο Επιμενίδης έγραψε ποίημα περί αυτών,

και των ιερέων της Κυβέλης Κορυβάντων.

59) Η υποτιθεμένη αύτη προφητεία επηλήθευσεν επί Μακεδόνων,

ότε ο Αντίπατρος έθηκε Μεκεδονικήν φρουράν εις την άκραν της

Μουνυχίας, εν Ολ. 116.

60) Η ελαία ήν εχάρισεν η Αθηνά εις τας Αθήνας όταν

εφιλονείκησε μετά του Ποσειδώνος περί της κυριαρχίας αυτών.

Ήτον δ' η ελαία αύτη εντός του ναού της Πολιάδος Αθηνάς.

61) Ο αττικός λαός διηρείτο τότε εις τας τρεις ταύτας

γεωγραφικάς διαιρέσεις, αίτινες παρέμεινον και εις τους μετά

ταύτα χρόνους. Πεδιείς ήσαν οι κατοικούντες το περί τας Αθήνας

πεδίον, Διάκριοι κατά το βόρειον ορεινόν μέρος της Αττικής, από

του Πεντελικού και επέκεινα, και Πάραλοι, οι κατοικούντες την

ανατολικήν πλευράν, τα λεγόμενα Μεσόγαια, μέχρι της θαλάσσης.

62) Φανίας, εξ Ερεσού της Λέσβου, περιπατητικός φιλόσοφος,

μαθητής του Αριστοτέλους.

63) Άρχων επώνυμος.

64) «Τ ο ί σ ο ν π ό λ ε μ ο ν ο υ π ο ι ε ί».

65) Δηλ. νόμιμον, συγκεκερασμένην βασιλείαν, αντί της

τυραννίας.

66) Ο Πιττακός, τύραννος των Λεσβίων, ήτον είς των επτά σοφών.

67) Φώκον, άγνωστον τίνα. Πιθανώς προπάτορά τινα του Φωκίωνος,

όστις ήτον υιός Φώκου.

68) Δηλ. Φιληνάδας.

69) Σεισάχθεια, δηλαδή απόσεισις, αφαίρεσις του βάρους.

70) Ανδροτίων, Αθηναίος ιστορικός της γ'. εκατονταετηρίδος π.

Χ. έγραψεν ιστορίαν της Αττικής εις 12 βιβλία.

71) Ορθότερον ότι εσμίκρυνε τοσούτον την δραχμήν, ώστε αι επ'

αυτού 100 δραχμαί ήσαν ισοδύναμοι προς 73 των αρχαιοτέρων,

διότι ούτε πιθανόν είναι η αρχαία μνα να περιείχε τον παράδοξον

και δυσδιαίρετον αριθμόν των 73 δρ. (Το ημίμναιον θα ήτον

λοιπόν εκ 36 1/2 δραχμών!), ούτε εις τας καθ' ημέραν συναλλαγάς

θα εχρησίμευεν αν η μνα μόνη είχε γίνει ελαφροτέρα, η δε δραχμή

είχε μείνει η ιδία.

72) Κόνων, προφανώς προπάτωρ του ήρωος της Κνίδου. Κλεινίας,

προπάτωρ του Αλκιβιάδου, αναμφιβόλως ο πάππος του πατρός αυτού.

Ιππόνικος, πιθανώς ο πατήρ του δαδούχου Καλλίου, όστις ην εις

την μάχην του Μαραθώνος.

73) Το τάλαντον 6000 δραχμαί.

74) Πολύζηλος, Ρόδιος συγγραφεύς, αλλαχόθεν άγνωστος.

75) Εννοεί ουχί βασιλεύς· διότι άλλως ήτον εκ των ευγενεστέρων

οικογενειών των Αθηνών, καταγόμενος εξ αυτού του Κόδρου.

76) Ο Δράκων, άρχων αιρεθείς εν Ολ. 39, δ', έδωκε νόμους εις

τας Αθήνας, εξ ών μόνους τους αφορώντας του φονείς διετήρησεν ο

Σόλων, ως έχοντας τας ποινάς αναλόγους προς το κακούργημα, και

πιθανώς αρχαιοτάτους, και προγενεστέρους του Δράκοντος.

77) Δημάδης, είς των δέκα Αθηναίων ρητόρων, επί Φιλίππου.

78) Ο μέδιμνος ήτον μέτρον σίτου, ισοδυναμούν προς 85 λίτρας

περίπου.

79) Συνεισφέροντας αξίαν ίππου.

80) Ζευγίται, διότι εδύναντο να έχωσιν έν ζεύγος βοών.

81) Θης, ως λέγεται, παρά του Θέω, Θάω, Τίθειμι, κυρίως ο υπό

των γαιούχων τιθέμενος, εις τα κτήματα αυτών όπως επί μισθώ τα

καλλιεργή.

82) Η βουλή του Αρείου Πάγου κοινώς επιστεύετο πολύ αρχαιοτέρα

του Σόλωνος, και πανάρχαιον δικαστήριον των Αθηνών, δικάσαν τον

Ορέστην και αυτόν τον Άρην, και εις ιστορικωτέρους χρόνους

μέλλον να επιληφθή της δίκης του Μεσσηνίου Πολυχάρους εν Ολ.

9., β'. (Παυσ. Δ, 5), μίαν και ημίσειαν εκατονταετηρίδα προ του

Σόλωνος, όστις φαίνεται ότι ερρύθμισε μόνον την πολιτικήν

δικαιοδοσίαν του συνεδρίου τούτου· εκτός αν η μεταγενεστέρα

φήμη αυτού δεν έδωκεν αφορμήν εις τους μύθους, και δεν

απεδόθησαν αυτώ τα εις άλλα δικαστήρια ανήκοντα.

83) Οι Αθηναίοι διηρούντο τότε εις τας τέσσαρας Φυλάς,

αίτινες, ως φαίνεται, ήσαν παντός ιωνικού λαού η διαίρεσις,

επώνυμοι των τεσσάρων υιών του Ίωνος κατά τον μύθον, αληθώς

όμως επώνυμοι του βίου εις όν εκάστη επεδίδετο. Ίδ. κατωτ. ΚΓ.

84) Την του Αρείου Πάγου.

85) Εφέται, άλλο δικαστήριον εν Αθήναις, φονικάς δίκας

δικάζον, ιδίως τους ακουσίους φόνους. Αυτοί πιθανώς εδίκαζον

κατ' αρχάς και εις τον Άρειον Πάγον, πριν ο Σόλων κατατήση

ιδίαν βουλήν Αρειοπαγιτών.

86) Άξονες, στρεπταί σανίδες, περί άς ήσαν γεγραμμένοι οι

νόμοι του Σόλωνος.

87) Επίτιμος ήτον ο απολαμβάνων πάντων των πολιτικών αυτού

δικαιωμάτων, άτιμος δε, ο στερούμενος τινών εξ αυτών.

88) Πρυτανείον, το μέρος των συνεδριάσεων των πρυτάνεων της

βουλής εις τους μετά ταύτα χρόνους, ήν έν των δικαστηρίων και

αυτό, ού προέδρευεν είς των εννέα αρχόντων, ο λεγόμενος

βασιλεύς.

89) Ε π ί κ λ η ρ ο ς ωνομάζετο η κόρη εις ήν, δι' έλλειψιν

αδελφού, περιήρχετο η πατρική κληρονομία. Κ ύ ρ ι ο ς δε της

επικλήρου ήτον ο πλησιέστερος αυτής συγγενής, όστις ώφειλε να

προστατεύη αυτήν και την περιουσίαν. Εις τούτον ανήκε το πρώτον

δικαίωμα να την νυμφευθή. Ενιαχού η μετάφρασις αποφεύγει

επίτηδες την μεγάλην ακρίβειαν. Αλλά σπανιώτατα τούτο, και όπου

φαίνεται αναπόφευκτον.

90) Το κυδώνιον είχον εις πολλήν υπόληψιν οι αρχαίοι (Plin.

II. Ν. XVI, II). Εδήλου δε το έθιμον, ότι πρέπει οι προς

αλλήλους λόγοι των νυμφίων να έχωσι χάριν και γοητείαν. (Πλου.

Γαμ. παραγγ.).

91) Τας «φερνάς», όσα η νύμφη φέρει εις τον νυμφίον έπιπλα και

ενδύματα, το τ ρ ά χ ω μ α, ουχί την προίκα, διότι εξ εναντίας

πάσα γυνή, εκτός αν ήτον όλως πένητος κόρη, έπρεπε να έχη την

προίκα της.

92) Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών.

93) Εκ δράματός τινος επιγραφομένου Φιλοκτήτης, ουχί του

γνωστού του Σοφοκλέους, αλλ' άλλου τινος απολεσθέντος. Εις τα

ηθικά του ο Πλούταρχος (Ει πρεσβ. πολιτ. 9) αναφέρει του χωρίου

τούτου δύο πλήρεις στίχους

«Τις δ' αν σε νύμφη, τις δε παρθένος νέα

δέξαιτ' αν; Εύγ' ουν ως γαμείν έχεις τάλας».

ήτοι

Τις νύμφη, τις παρθένος θενά σε δεχθή;

Ω! εύγε! Είσαι διά γάμους, άθλιε.

94) Οβολός, το έκτον της δραχμής, σχεδόν 1/2 σημερινή δραχ.

95) Δηλαδή οι επί Ρωμαίων.

96) Γυναικονόμοι, άρχοντες, έχοντες την επιτήρησιν της κοσμίου

διαγωγής των γυναικών.

97) Μαθητής Αριστοτέλ. ιστορικός εκ της εν Πόντω Ηρακλείας.

98) Δημήτριος Φαληρεύς, ο επί Μακεδόνων άρχων των Αθηνών,

φιλόσοφος και συγγραφεύς.

99) Ακριβέστερον ήσαν τα ονόματα των Ό π λ η τ ε ς,

Α ρ γ άδ ε ι ς (εκ του Άργον το έργον ή ο αγρός),

Α ι γ ι κ ο ρ ε ί ς και Τ ε λ έ ο ν τ ε ς (οι τα ιερά τελούντες

ή τους φόρους τελούντες), Οι δε Γ ε δ έ ο ν τ ε ς θα παρήγοντο

εκ του Γη και δαίω (το διαιρώ), ή αν η λέξις ήτον

Γ ε λ έ ο ν τ ε ς, εκ του γ η ς λ α ό ς.

100) Στάδιον, έκταση 600 ποδών. Ιππικόν δε λέγεται διότι τόσην

έκτασιν διέτρεχον οι ίπποι κατ' ευθείαν εις τους αγώνας.

101) Η οργυιά 6 πόδας.

102) Χους είναι το δωδέκατον του μετρητού = 2 οκάδες 172

δράμια.

103) Διότι έλαιον εγίνετο άφθονον.

104) Κρατίνος, Αθηναίος κωμικός ποιητής της αρχαίας κωμωδίας,

επ' Αριστοφάνους.

105) Έξ εκ των εννέα αρχόντων ωνομάζοντο Θεσμοθέται.

106) Εν τη αγορά υπήρχε λίθος, όθεν εγίνοντο τα δημόσια

κηρύγματα.

107) Το μέγεθος της τιμής αποδεικνύει το σχεδόν αδύνατον της

παραβάσεως. Ο χρυσός επί Σόλωνος ήτον σπανιώτατος.

108) Εννοεί την τελευταίαν του σεληνιακού μηνός, καθ' ήν

γίνεται μάλιστα καταφανής η ανωμαλία.

109) «Έ ν η κ α ι ν έ α». Έ ν η είναι λέξις αρχαιοτάτη,

σημαίνουσα π α λ α ι ά ν.

110) Ομήρ. Οδύσσ, Ξ, 162. Ο Όμηρος ομιλεί περί της αφίξεως του

Οδυσσέως εις την Ιθάκην, εννοών επομένως μίαν και την αυτήν

ημέραν.

111) Νουμηνία, νέος μην.

112) Εις τρεις δεκάδας διηρείτο ο αττικός μην. Η πρώτη

ωνομάζετο «μηνός αρχομένου» ή «ισταμένου», ή δευτέρα

«μεσούντος», ή τρίτη «φθίνοντος». Δια τας δυο πρώτας ηρίθμουν

τας ημέρας κατά σειράν αύξουσαν: «πρώτη, δευτέρα ισταμένου ή

μεσούντος». Δια την τρίτην ηρίθμουν κατά σειράν ελαττουμένην,

λέγοντες «δεκάτη, εννάτη φθίνοντος», αντί εικοστή, εικοστή

πρώτη.

113) Κάνωβις, Ηλιούπολις και Σάις, πόλεις της κάτω Αιγύπτου.

114) Πλάτων εν Τιμαίω· ότι ο Σόλων έμαθε παρ' αρχαίων

αιγυπτίων ιερέων περί μεγίστης νήσου, Ατλαντίδος καλουμένης,

ήτις υπήρχεν άλλοτε εις τον Ωκεανόν, εντός των Ηρακλείων

στηλών, και κατωκείτο υπ' αρχαιοτάτων και ισχυροτάτων εθνών,

των Ατλάντων· ότι δ' εις τους μετέπειτα χρόνους κατεποντίσθη

υπό σεισμών. Κατ' άλλο χωρίον του Πλάτωνος (Κριτ. μείζ.), οι

Άτλαντες μετ' αναριθμήτου στρατού εκυρίευσαν το πλείστον του

τότε γνωστού κόσμου, πλην μόνων των Αθηνών, αίτινες ου μόνον

δεν υπετάγησαν, αλλά και τον στόλον εκείνων κατεπόντισαν, και

τον στρατόν κατετρόπωσαν. Τα πλείστα τούτων εισίν αναμφιβόλως

μυθώδη, τινές δε νομίζουσιν ότι περιέχουσα ίσως αληθούς τινος

ιστορικού συμβάντος αμυδράς απομνημονεύσεις, και ότι η Ατλαντίς

είναι η Αμερική, εις παναρχαίους χρόνους γνωστή υπάρξασα και

μετά ταύτα λησμονηθείσα. Άλλοι πpεσβεύoυσιv ότι η Ατλαντίς δεν

απείχε τοσούτον μακράν, αλλ' ότι ήτον η Αρκαδία. Ο Σόλων έγραψε

ποίημα περί του μυθικού εκείνου πολέμου.

115) Υψηλήν.

116) Η Αφροδίτη.

117) Σάρδεις, πρωτεύουσα της Λυδίας, ής βασιλεύς ήτον ο

Κροίσος.

118) Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήταν Αργείοι. Ο δε ναός της Ήρας,

πανάρχαιος, και περίφημος εν τη αρχαιότητι, έκειτο μίαν περίπου

ώραν ανατολικώς του Άργους, κατά τους πρόποδας των ορέων. Ο

ναός ούτος, καείς, ανωδομήθη μετά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον,

και εις αυτόν κατεσκεύασεν ο Πολύκλειτος χρυσελεφάντινον το

άγαλμα της Θεάς. Λείψανα του ναού σώζονται μέχρι τούδε.

119) Λ ο γ ο π ο ι ο ί λέγει το κείμενον, διότι λόγος δήλοι

ό,τι και μύθος, légende.

120) «Τ ο ι ς β α σ ι λ ε ύ σ ι δ ε ί ω ς ή κ ι σ τ α ή

ω ς ή δ ι σ τ α ο μ ι λ ε ί ν.» — «Μ α Δ ί α· α λ λ' ω ς

ή κ ι σ τ α ή ω ς ά ρ ι σ τ α.

121) Ίδ. § ΙΓ.

122) Ίδ. § ΙΒ.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος · 第 5 / 25 题