ΙΘ. Έγινε δ' η μάχη περί τας θερινάς τροπάς, περί την

πανσέληνον (359) κατά την αυτήν ημέραν καθ' ήν και άλλοτε είχε

συμβή η μεγάλη συμφορά, η περί τους Φαβίους, όταν τριακόσιοι εκ

του γένους αυτών εσφάγησαν υπό των Τυρρηνών. Επεκράτησε δε να

ονομάζωσιν από της δευτέρας ήττης την ημέραν εκείνην μέχρι

τούδε Αλιάδα, εξ αιτίας του ποταμού. Περί δ' αποφράδων ημερών,

αν πρέπη να παραδεχώμεθα τοιαύτας τινάς, ή αν ορθώς ο

Ηράκλειτος (360) επέπληξε τον Ησίοδον ότι έκαμε τας μεν καλάς

ημέρας τας δε κακάς, ως αγνοών ότι όλων των ημερών η φύσις

είναι η ιδία, τούτο το συζητούμεν αλλού (361). Επί δε του

προκειμένου ίσως αρμόδιον είναι ν' αναφέρωμεν τινά

παραδείγματα. Πρώτοι μεν οι Βοιωτοί επί του Ιπποδρομίου μηνός,

ως δ' οι Αθηναίοι ονομάζουσιν αυτόν, του Εκατομβαιώνος (362),

κατά την πέμπτην ημέραν αυτού, δύο έτυχε να κερδίσωσι νίκας

ενδοξοτάτας, δι' ών ηλευθέρωσαν τους Έλληνας, την μεν περί τα

Λεύκτρα (363), την δε άλλην εις Κερησσόν (364) υπέρ τα εκατόν

έτη πρότερον, όταν ενίκησαν τον Λατταμύαν (365) και τους

Θεσσαλούς. Δεύτερον δ' οι Πέρσαι κατά την έκτην του

Βοηδρομιώνος (366) ηττήθησαν υπό των Ελλήνων εις τον Μαραθώνα,

την τρίτην δ' εις τας Πλαταιάς και ενταυτώ και περί την Μυκάλην

(367), την εικοστήν έκτην δ' εις τα Άρβηλα (368). Οι δ'

Αθηναίοι ενίκησαν την κατά την Νάξον ναυμαχίαν υπό την

στρατηγίαν του Χαβρίου (369) περί την πανσέληνον του

Βοηδρομιώνος, την δ' εν Σαλαμίνι (370) περί την εικοστήν, ως

απεδείξαμεν εις την περί ημερών (371) πραγματείαν ημών.

Επέφερε δε και ο Θαργηλιών (372) μην εις τους βαρβάρους

προφανή δυστυχήματα. Διότι κατά Θαργηλιώνα ενίκησεν ο

Αλέξανδρος τους στρατηγούς του Βασιλέως εις τον Γρανικόν

(373), και οι Καρχιδόνιοι περί την Σικελίαν ενικήθησαν υπό του

Τιμολέοντος (374) την εικοστήν τετάρτην του αυτού μηνός, περί

ήν φαίνεται ότι εκυριεύθη και το Ίλιον, ως διηγούνται ο Έφορος,

και ο Καλλισθένης, και ο Δαμαστής, και ο Φύλαρχος (375). Εκ

του εναντίου δ' ο Μεταγειτνιών (376), όν οι Βοιωτοί ονομάζουσι

Πάνεμον, δεν υπήρξεν ευμενής εις τους Έλληνας· διότι κατά την

εβδόμην του μηνός τούτου και εις την εν Κρανώνι (377) μάχην

υπό του Αντιπάτρου νικηθέντες εντελώς απωλέσθησαν, και πρότερον

εν Χαιρωνεία, πολεμούντες κατά του Φιλίππου, απέτυχον (378).

Την δ' αυτήν εκείνην ημέραν του ιδίου έτους οι μετά του

Αρχιδάμου (379) διαβάντες εις την Ιταλίαν, κατεστράφησαν υπό

των εκεί βαρβάρων. Οι δε Καρχηδόνιοι προφυλάττονται πάντοτε από

της εικοστής δευτέρας του αυτού μηνός, καθ' ό φερούσης εις

αυτούς τα πλείστα και μέγιστα των δυστυχημάτων. Δεν μοι είναι

δ' άγνωστον ότι περί τον καιρόν των μυστηρίων (380) πάλιν, αι

Θήβαι κατεσκάφησαν υπό του Αλεξάνδρου (381), και μετά ταύτα οι

Αθηναίοι φρουράν εδέχθησαν των Μακεδόνων (382) κατ' αυτήν την

εικοστήν του Βοηδρομιώνος, καθ' ήν εξάγουσι τον μυστικόν Ίακχον

(383). Ομοίως δε και οι Ρωμαίοι, την ιδίαν ημέραν, πρώτον μεν

απώλεσαν το υπό τον Καιπίωνα στρατόπεδόν των (384), προσβληθέν

υπό των Κίμβρων, ύστερον δε, όταν ο Λούκουλλος εστρατήγει,

ενίκησαν τους Αρμενίους και τον Τιγράνην (385). Άτταλος δ' ο

βασιλεύς (386), και Πομπήιος ο Μαγνος απέθανον κατά τας ημέρας

των γενεθλίων των. Και, εν γένει πολλούς δυνάμεθα να

καταδείξωμεν, εις ούς κατά τας αυτάς περιόδους συνέβησαν και αι

ευτυχίαι και αι δυστυχίαι. Διά δε τους Ρωμαίους αύτη είναι μία

των αποφράδων ημερών, και εξ αιτίας αυτής, καθ' έκαστον μήνα

και άλλαι δύο (387), διότι ο φόβος και η δεισιδαιμονία ηύξησαν

ως εκ του συμβάντος τούτου, καθώς συνήθως γίνεται. Αλλά ταύτα

εξετέθησαν επιμελέστερον εις το «π ε ρ ί α ι τ ι ώ ν

Ρ ω μ α ϊ κ ώ ν» πόνημα.

Κ. Μετά δε την μάχην εκείνην, αν οι Γαλάται είχον αμέσως

ακολουθήσει τους φεύγοντας, ουδέν θα εμπόδιζε να καταστραφή η

Ρώμη εξ ολοκλήρου, και όλοι οι εντός αυτής ευρεθέντες να

φονευθώσι· τόσον οι φεύγοντες ενέπνεον φόβον εις εκείνους προς

ούς έφευγον, και τόσης οι ίδιοι ήσαν πλήρεις ταραχής και

παραφροσύνης. Αλλά δυσπιστούντες οι βάρβαροι προς της νίκης το

μέγεθος, και υπό χαράς τραπέντες εις συμπόσια, και εις το να

μοιράζωνται του στρατοπέδου τα λάφυρα, αφήκαν εις τον όχλον τον

εξερχόμενον της πόλεως, καιρόν όπως διαφύγη, εις δε τους

μένοντας αφορμήν να ελπίζωσι, και ευκαιρίαν να παρασκευασθώσι.

Τότε οι Ρωμαίοι, αφήσαντες την άλλην πόλιν, έφραξαν το

Καπιτώλιον διά τειχισμάτων, και το επλήρωσαν όπλων. Και εν

πρώτοις μέν τινα των ιερών εκόμισαν εις το Καπιτώλιον· το δε

πυρ της εστίας αρπάσασαι αι παρθένοι μετά των ιερών, έφυγον αν

και τινές διηγούνται ότι το φρουρούμενον υπ' αυτών τίποτε άλλο

δεν είναι εκτός ασβέστου πυρός, ό διέταξε να σέβωνται ο

βασιλεύς Νουμάς, ως πάντων των πραγμάτων αρχήν. Διότι το πυρ

είναι στοιχείον κινητικώτατον εν τη φύσει· είναι δ' η γένεσις

κίνησις, ή τουλάχιστον μετά κινήσεως γίνεται· τα δ' άλλα της

ύλης μόρια, όταν λείψη η θερμότης, μένουσιν ακίνητα και ως

νεκρά, και ποθούσι την δύναμιν του πυρός, ως ψυχήν, και όταν

αύτη προσέλθη, τότε άρχονται ενεργούντα και πάσχοντα. Ο Νουμάς

λοιπόν, όστις ήτον ανήρ πολυμαθής, ώστε και ελέγετο περί αυτού

ότι διά την σοφίαν του συναναστρέφετο μετά των Μουσών,

κατέστησεν αυτό ιερόν, και διέταξε να το φρουρώσιν ακοίμητον,

ως εικόνα της τα πάντα διακοσμούσης αϊδίου δυνάμεως. Άλλοι δε

διισχυρίζονται ότι το μεν πυρ καίει εμπρός των ναών προς

καθαρισμόν, καθώς εις τους Έλληνας, αλλά δ' ότι κρύπτονται

εντός αόρατα προς πάντας, πλην των παρθένων τούτων αίτινες

ονομάζονται Εστιάδες. Και πολύς μεν διέτρεχε λόγος ότι εκεί

ήτον κατατεθειμένον το Τρωικόν εκείνο Παλλάδιον (388), το

κομισθέν υπό του Αινείου εις την Ιταλίαν· άλλοι δε μυθολογούσιν

ότι εκεί εισι της Σαμοθράκης τα ιερά, άτινα λαβών και κομίσας

εις την Τροίαν ο Δάρδανος (389), αφιέρωσε μετ' οργίων όταν

έκτισε την πόλιν, κατά δε την άλωσιν ότι τα έκλεψε ν ο Αινείας,

και τα διέσωσε μέχρις ότου κατώκησεν εις την Ιταλίαν. Όσοι δε

προσποιούνται ότι γνωρίζουσι περισσότερα περί τούτων, λέγουσιν

ότι δύο εισί μεγάλοι πίθοι εκεί κατατεθειμένοι, ο μεν

ηνεωγμένος και κενός, ο δε πλήρης και εσφραγισμένος· αμφότεροι

δ' ότι είναι ορατοί εις μόνας τας αγίας παρθένους. Άλλοι δε

νομίζουσιν ότι ούτοι απατώνται, εκ του ότι τα πλείστα των ιερών

τότε αι κόραι απέθεσαν εις δύο πίθους, και τα έκρυψαν εις την

γην υπό τον ναόν του Κυρίνου (390), δι' ό και ο τόπος εκείνος

μέχρι τούδε φέρει την επωνυμίαν των Πιθίσκων (391).

ΚΑ. Λαβούσαι δ' αύται τα κυριώτερα και μέγιστα των ιερών,

ανεχώρησαν, και έφευγον παρά τον ποταμόν. Εκεί δε, άνθρωπος εκ

του λαού, Λεύκιος Αλβίνος καλούμενος, έτυχε μεταξύ των

φευγόντων αποκομίζων εφ' αμάξης τα νήπια τέκνα και την γυναίκα

του μετά των χρημάτων αυτών. Ως δε είδε τας παρθένους να

φέρωσιν εις τους κόλπους των τα ιερά των Θεών, και να βαδίζωσιν

αβοήθητοι και κακοπαθούσαι, καταβιβάσας αμέσως την γυναίκα, τα

παιδία και τα πράγματά του από της αμάξης, παρέδωκε την άμαξαν

εις αυτάς διά ν' αναβώσι και διαφύγωσιν εις Ελληνικήν τινα

πόλιν. Ενομίσαμεν δ' ότι του Αλβίνου η προς το θείον ευλάβεια

και τιμή, εκδηλωθείσα εις καιρούς επισφαλέστατους, ήτον αξία να

μη αποσιωπηθή αμνημόνευτος. Οι δε των άλλων Θεών ιερείς, και οι

γέροντες μεταξύ των υπατικών και των κατά καιρούς τελεσάντων

θριάμβους, δεν υπέφερον ν' αφήσωσι την πόλιν. Ενδυθέντες δε

φορέματα ιερά και λαμπρά, και αρχηγόν έχοντες Φάβιον τον

αρχιερέα, ηυχήθησαν προς τους θεούς, ως εις αυτούς υπέρ της

πατρίδος αφιερούμενοι, και εκάθησαν εις τους ελεφαντίνους

δίφρους εις την αγοράν, την επερχομένην τύχην των περιμένοντες.

ΚΒ. Την τρίτην δ' από της μάχης ημέραν επήλθεν ο Βρέννος, φέρων

το στράτευμα κατά της πόλεως, και ευρών τας πύλας ηνεωγμένας,

και τα τείχη φυλάκων έρημα, πρώτον μεν εφοβήθη ενέδραν και

δόλον, μη πιστεύων ότι ούτως εντελώς παρητήθησαν οι Ρωμαίοι

πάσης ελπίδος. Αφ' ού δ' εγνώρισε την αλήθειαν, εισελθών διά

της Κυλλίνης πύλης, εκυρίευσε την Ρώμην, έχουσαν ηλικίαν ολίγον

πλείονα των τριακοσίων εξήκοντα ετών από της κτίσεώς της, αν

είναι πιστευτόν ότι σώζεται ακρίβειά τις περί της τότε

χρονολογίας, εν ώ και περί νεωτέρων συμβάντων αμφιβολίαι

υπάρχουσιν ως εκ της τότε συγχύσεως. Αυτής δε της συμφοράς και

της αλώσεως φαίνεται ότι αμυδρά φήμη διήλθεν αμέσως εις την

Ελλάδα· διότι Ηρακλείδης ο Ποντικός, όστις των καιρών εκείνων

δεν ήτον πολύ νεώτερος (392), αναφέρει εν τω «Π ε ρ ί

ψ υ χ ή ς» συγγράμματί του λόγον διαδοθέντα εκ δύσεως, ότι

στρατός υπερβορείων, ελθών έξωθεν, εκυρίευσε πόλιν Ελληνικήν,

την Ρώμην, ιδρυμένην είς τι μέρος εκεί περί την μεγάλην

θάλασσαν (393). Δεν απορώ δ' αν ο Ηρακλείδης, όστις είναι

μυθογράφος και θαυματογράφος, επεκόσμησε την αλήθειαν, καθ'

όσον αφορά την άλωσιν, και διά των Υπερβορείων και διά της

μεγάλης θαλάσσης. Ο δε φιλόσοφος Αριστοτέλης, ότι μεν εκυριεύθη

η πόλις, είναι προφανές ότι το ήκουσεν ακριβώς. Λέγει όμως ότι

ο σώσας αυτήν ήτον ο Λεύκιος, εν ώ ο Κάμιλλος ήτον Μάρκος και

όχι Λεύκιος. Αλλά ταύτα μεν λέγονται κατ' εικασίαν. Καταλαβών

δε την Ρώμην ο Βρέννος, πέριξ μεν του Καπιτωλίου έστησε φρουράν

καταβαίνων δ' ο ίδιος διά της αγοράς, εθαύμαζε βλέπων τους

περικαθημένους εκείνους άνδρας κοσμίως και εν σιωπή, οίτινες

ούτε ηγέρθησαν όταν έφθασαν οι εχθροί, ούτε ήλλαξαν όψιν ή

χρώμα, αλλ' ανέτως και αφόβως ηπλωμένοι εις τα καθέδρας των, άς

έφερον εκεί, και βλέποντες ο είς τον άλλον, ησύχαζον. Επροξένει

δ' έκπληξιν εις τους Γαλάτας το παράδοξον τούτο θέαμα, και

πολύν καιρόν διστάζοντες να εγγίσωσιν αυτούς, διότι τους

εθεώρουν ως ανωτέρους ανθρώπων, και να πλησιάσωσιν εις αυτούς,

ίσταντο εν απορία. Αλλά τέλος είς αυτών, τόλμην λαβών, ήλθε

πλησίον εις τον Παπείριον Μάνιον, και εκτείνας την χείρα,

ήγγισεν ελαφρώς τον πώγωνά του, και εκράτει την γενειάδα του,

ήτις ήτον πυκνή. Τότε ο Μαπείριος κτυπήσας διά της βακτηρίας

την κεφαλήν αυτού, την συνέτριψεν· ο δε βάρβαρος, σύρας την

μάχαιράν του, εφόνευσεν εκείνον. Από της στιγμής δ' εκείνης

επιπεσόντες, εφόνευον και τους λοιπούς, και εκ των άλλων

πολιτών έσφαζον όσους επετύγχανον, και εγύμνουν τας οικίας,

πολλάς ημέρας λεηλατούντες την πόλιν. Μετά ταύτα δε την

επυρπόλησαν και την κατέσκαπτον, οργιζόμενοι κατά των

φρουρούντων το Καπιτώλιον, διότι προσκαλούμενοι υπ' αυτών δεν

υπετάσσοντο, αλλά και όταν προσέβαλλον οι Γαλάται, αυτοί τους

εκτύπησαν, ανθιστάμενοι από του περιτειχίσματος. Διά τούτο

κατέστρεφον την πόλιν, και εξωλόθρευον όσους συνελάμβανον,

ομοίως άνδρας και γυναίκας, και γέροντας και παιδία.

ΚΓ. Επειδή δε παρετείνετο η πολιορκία, οι Γαλάται είχον ανάγκην

να προμηθευθώσι τροφάς, και διαιρεθέντες, οι μεν έμειναν μετά

του βασιλέως και παρεφύλαττον το Καπιτώλιον, οι δ' άλλοι, την

χώραν περιερχόμενοι, ελεηλάτουν αυτήν, και εκυρίευον τας κώμας,

επιπίπτονπες, ουχί όλοι ομού, αλλ' άλλοι αλλαχού κατ' αρχηγίας

και συντάγματα, και εσκορπίζοντο, μεγαλοφρονούντες διά τας

επιτυχίας αυτών, και ουδέν φοβούμενοι. Το δε πλείστον και

μάλλον συγκεκροτημένον μέρος αυτών προυχώρει προς την πόλιν των

Αρδεατών, εις ήν διέτριβεν ο Κάμιλλος, εν αργία και απραξία

διατελών μετά την φυγήν του, και ιδιωτεύων, ελπίδας δε τρέφων

και διαλογισμούς ουχί ανθρώπου αρκουμένου να διαφύγη τους

πολεμίους, αλλά σκεπτομένου πώς να τοις αντισταθή αν

παρουσιάζετο η περίστασις. Διό βλέπων ότι οι Αρδεάται ήσαν

ικανοί τον αριθμόν, τόλμης όμως εστερημένοι, εξ αιτίας της

απειρίας και της μικροψυχίας των στρατηγών, ομίλησε πρώτον προς

τους νέους, λέγων ότι δεν πρέπει να θεωρώσι την ήτταν των

Ρωμαίων ως των Κελτών ανδρίαν, ουδέ να νομίζωσιν ότι όσα έπαθον

εκείνοι διότι κακώς εσκέφθησαν ήσαν κατορθώματα των εχθρών,

οίτινες ουδόλως συνετέλεσαν εις την νίκην, αλλ' ότι ήσαν της

τύχης σύμπτωσις. Προσέθετε δ' ότι καλόν είναι και διά πολλών

κινδύνων ν' απωθήσωσιν εχθρόν βάρβαρον και αλλόφυλλον, όστις,

ως το πυρ, άλλο τέλος της νίκης του δεν γνωρίζει, πλην της

εντελούς εξολοθρεύσεως του εχθρού του· ότι δ' αν λάβωσι θάρρος

και δείξωσι προθυμίαν, τοις υπέσχετο εν καιρώ την νίκην

ακίνδυνον. Αφ' ού δ' εδέχθησαν τούτους τους λόγους οι νέοι,

απετάθη ο Κάμιλλος προς τους άρχοντας και τους προβούλους των

Αρδεατών, και πείσας και τούτους, ώπλησε πάντας τους ενήλικας,

και τους εκράτει εντός του τείχους, θέλων να μη τους εννοήσωσιν

οι εχθροί, οίτινες ήσαν ήδη πλησίον. Όταν δ' ούτοι, έφιπποι

περιελθόντες την χώραν, και βαρείς υπό του πλήθους των λαφύρων,

αμελώς και αφροντίστως εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα, τους

εύρεν η νυξ ενώ εμέθυον, και σιωπή κατέλαβε το στρατόπεδον.

Ταύτα μαθών ο Κάμιλλος παρά των κατασκόπων, έφερεν έξω τους

Αρδεάτας· και ησύχως διαβάς τον μεταξύ τόπον, περί το

μεσονύκτιον έφθασεν εις το χαράκωμα, μεγάλας εγείρων κραυγάς,

και διά των σαλπίγγων πανταχόθεν ταράττων τους ανθρώπους,

οίτινες υπό μέθης μόλις και μετά δυσκολίας εξύπνων εις τον

μέγαν θόρυβον. Και ολίγοι μεν εγερθέντες έμφοβοι και

οπλισθέντες αντέστησαν εις τον Κάμιλλον, και έπεσαν

πολεμούντες· τους δε πλείστους υπό του ύπνου έτι και υπό του

οίνου ευρίσκοντες κατεχομένους, τους εφόνευον αόπλους. Τους

ολίγους δ' όσοι βοήθεια της νυκτός διέφυγον διά του

χαρακώματος, τούτους την ημέραν σποράδην περιφερομένους εις την

χώραν τους κατεδίωκον οι ιππείς και τους απέκτεινον.

ΚΔ. Την πράξιν δε ταύτην ταχέως εις τας πόλεις η φήμη

διασαλπίζουσα, επροκάλει πολλούς των νέων να συρρεύσωσιν εις τα

όπλα. Προ πάντων δε όσοι Ρωμαίοι, διαφυγόντες την εν Αλία μάχην

ήσαν εις τους Βηίους, ωδύροντο καθ' εαυτούς λέγοντες· «Ποίον

αρχηγόν αφήρεσεν αφ' ημών ο κακός δαίμων της Ρώμης, διά των

κατορθωμάτων του Καμίλλου δοξάσας τους Αρδεάτας, εν ώ η πόλις

ήτις εγέννησε και έθρεψε τοιούτον άνδρα, απωλέσθη

καταστραφείσα. Ημείς δε, στρατηγού στερούμενοι, εκλείσθημεν εις

ξένα τείχη, και καθήμεθα την Ιταλίαν εγκαταλείψαντες. Αλλ' ας

στείλωμεν να ζητήσωμεν παρά των Αρδεατών τον στρατηγόν ημών, ή,

λαβόντες τα όπλα, ας απέλθωμεν ημείς προς εκείνους· διότι δεν

είναι πλέον φυγάς, ουδ' ημείς είμεθα πλέον πολίται, αφ' ού

πατρίδα δεν έχομεν, και αύτη είναι υπό των πολεμίων την

εξουσίαν.» Ταύτα ενέκρινον πάντες, και πέμψαντες, παρεκάλεσαν

τον Κάμιλλον να δεχθή την αρχηγίαν αυτών. Αλλ' εκείνος

απήντησεν ότι δεν την δέχεται πριν ή κατά τον νόμον ψηφίσωσι

τούτο οι εν τω Καπιτωλίω πολίται· διότι εκείνους θεωρεί ως

πατρίδα, εν όσω σώζονται, και αν μεν εκείνοι διατάξωσιν, ότι

θέλει υπακούσει προθύμως, αν δ' εκείνοι δεν θέλωσι, δεν θέλει

αναμιχθή. Και την μεν ευλαβή μετριοφροσύνην και την

καλοκαγαθίαν του Καμίλλου εθαύμασαν· δεν ήξευρον δε τίνα να

πέμψωσιν όπως ν' αναγγείλη ταύτα εις το Καπιτώλιον, ή μάλλον

όλως αδύνατον τοις εφαίνετο, εν ώ οι εχθροί κατείχον την πόλιν,

να πέμψωσιν απεσταλμένον εις την Ακρόπολιν.

ΚΕ. Υπήρχε δε μεταξύ των νέων Πόντιός τις Κομίνιος καλούμενος,

εκ των μέσων πολιτών κατά το γένος, αγαπών όμως την τιμήν και

την δόξαν. Ούτος ανεδέχθη εκουσίως το δύσκολον έργον. Και

γράμματα μεν δεν έλαβε προς τους εν Καπιτωλίω, μήπως

συλλαβόντες αυτόν οι εχθροί μάθωσι δι' αυτών τους σκοπούς του

Καμίλλου. Φορέσας δε πενιχρά φορέματα, και φέρων φελλούς υπ'

αυτά, τον μεν επίλοιπον δρόμον διήλθεν αφόβως εν καιρώ ημέρας.

Έφθασε δε πλησίον της πόλεως όταν είχεν ήδη επέλθει το σκότος·

και μη δυνάμενος να περάση επί γεφύρας τον ποταμόν, διότι αυτάς

οι βάρβαροι παρεφύλαττον, περιετύλιξε περί την κεφαλήν τα

φορέματά του, διότι ήσαν ολίγα και όχι βαρέα, και παραδοθείς

εις τους φελλούς, οίτινες ανεκούφιζον το σώμα του, επέρασεν

ούτω και απέβη εις την πόλιν. Αποφεύγων δε τους αγρυπνούντας

στρατιώτας, ούς διέκρινεν εκ των φώτων και εκ του θορύβου,

διευθύνθη προς την Καρμεντίδα πύλην, ήτις ήτον η ησυχωτέρα, και

όπου ο λόφος του Καπιτωλίου ήτον προ πάντων όρθιος, και πολλή

και τραχεία ηγείρετο πέριξ η πέτρα. Δι' αυτής ανέβη κρυφίως,

και επλησίασε τους φυλάττοντας το τείχος, δυσκόλως και μόλις

κατά τα μάλλον ευεπίβατα μέρη. Χαιρετίσας δε τους άνδρας, είπε

το όνομά του, και τότε τον επήραν αυτοί, και επήγε προς τους

άρχοντας των Ρωμαίων. Έγινε δ' αμέσως σύγκλητος, και

παρουσιασθείς αυτός, ανήγγειλε του Καμίλλου την νίκην, περί ής

πρότερον ουδέν είχον ακούσει, και διηγείτο την απόφασιν των

στρατιωτών, και τους παρεκάλει να επικυρώσωσι του Καμίλλου την

εξουσίαν, διότι εις μόνον εκείνον επείθοντο οι έξω πολίται.

Ακούσαντες δε ταύτα εκείνοι και συσκεφθέντες, ανεκήρυξαν τον

Κάμιλλον Δικτάτωρα, και τον Πόντιον εξαπέστειλον πάλιν διά της

ιδίας οδού, και η επιστροφή του επέτυχεν επίσης ευτυχέστατα,

διότι διέφυγε τους εχθρούς, και έφερε της βουλής τας αποφάσεις

εις τους έξω Ρωμαίους.

ΚΣΤ. Ως δ' εκείνοι εδέχθησαν ταύτα προθύμως, ελθών ο Κάμιλλος,

εύρεν είκοσι χιλιάδας ενόπλους, και έτι περισσοτέρους

συνήθροισεν εκ των συμμάχων, και ητοιμάζετο διά την προσβολήν.

Ούτως εξελέγη εκ δευτέρου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος (394). Εις δε

την Ρώμην τινές των βαρβάρων κατά τύχην διαβαίνοντες εμπρός του

μέρους δι' ού ο Πόντιος ανέβη διά νυκτός εις το Καπιτώλιον, και

παρατηρήσαντες εις πολλά μεν μέρη ίχνη ποδών και χειρών, όπου

εκείνος εκρατείτο και εστηρίζετο, και πεπατημένα πολλά των

φυτών όσα εβλάστανον επί των κρημνών, και ολισθημάτων σημεία

εις τα γαιώδη μέρη, ανέφερον ταύτα εις τον βασιλέα των. Ελθών

δ' εκείνος και ιδών ταύτα, τότε μεν έμεινεν ησυχάζων· το δ'

εσπέρας, συναθροίσας εκείνους των Κελτών όσοι είχον τα σώματα

ελαφρότερα και ήσαν καταλληλότεροι διά να βαδίζωσιν εις τα όρη,

«Την μεν οδόν, είπεν, ήτις φέρει προς τους εχθρούς, και ήτις

μας ήτον άγνωστος μέχρι τούδε, μας δεικνύουσιν αυτοί οι εχθροί,

ότι δεν είναι ούτε απάτητος, ούτε άβατος εις ανθρώπους. Αισχύνη

δε πολλή δι' ημάς, όταν έχωμεν την αρχήν, να μείνωμεν ελλειπείς

εις το τέλος, και ν' αφήσωμεν τον τόπον ως αν δεν τον είχομεν

κυριεύσει, ενώ αυτοί οι εχθροί μας διδάσκουσι πόθεν πορθείται.

Διότι όπου είναι εύκολον είς μόνος ν' αναβή, δεν είναι ουδ' εις

πολλούς δύσκολον όταν ανά είς αναβαίνωσι, συναλλήλως

βοηθούμενοι και ενισχυόμενοι. Θέλουσι δε δοθή εις έκαστον

δωρεαί και αμοιβαί ανάλογοι προς την ανδραγαθίαν του.»

ΚΖ. Ως είπε ταύτα ο βασιλεύς, ανεδέχθησαν οι Γαλάται προθύμως

την επιχείρησιν, και περί το μεσονύκτιον πατήσαντες πολλοί ομού

εις την πέτραν, ανέβησαν μετά σιωπής, προσέρποντες εις τους

κρημνούς, οίτινες ήσαν μεν τραχείς και απότομοι, αλλ' εφάνησαν,

όταν εδοκίμασαν να τους αναβώσιν, ευκολώτεροι και ομαλώτεροι

αφ' ό,τι ενόμιζον. Ώστε οι πρώτοι ανέβησαν εις την άκραν και

παρετάττοντο, και παρ' ολίγον θα κατελάμβανον το προτείχισμα,

και θα επέπιπτον κατά των φυλάκων εν ώ εκοιμώντο· διότι ουδείς

τους ήκουσεν, ούτε άνθρωπος ούτε κύων. Αλλ' υπήρχον περί τον

ναόν της Ήρας ιεραί χήνες, αίτινες ετρέφοντο αφθόνως όλον τον

άλλον καιρόν τότε όμως, επειδή ολίγαι ήσαν αι τροφαί και μόλις

τοις εξήσκουν, αμελούμεναι, εις κακήν διετέλουν κατάστασιν. Και

εκ φύσεως μεν είναι το ζώον τούτο ψοφοδεές, και έχει οξείαν την

ακοήν. Εκείναι δε τότε, επειδή επείνων, έτι μάλλον αγρυπνούσαι

και θορυβώδεις γενόμενοι, ήκουσαν ταχέως την είσοδον των

Γαλατών, και μεθ' ορμής και κλαγκής φερόμεναι προς αυτούς,

εξύπνισαν όλους τους φρουρούς, και οι βάρβαροι, βλέποντες ότι

απεκαλύφθησαν, επέπιπτον ήδη βιαιότερον, και μη φροντίζοντες να

καταστέλλωσι πλέον τον θόρυβον. Αρπάσαντες λοιπόν οι Ρωμαίοι

ό,τι όπλον έτυχεν έκαστος, έτρεχον ν' αντισταθώσιν όπως

εδύναντο. Πρώτος δε πάντων ο Μάλλιος, υπατικήν έχων εξουσίαν,

ρωμαλέος δε το σώμα, και διαπρέπων διά της ψυχής του το

φρόνημα, απήντησε δύο συγχρόνως εχθρούς, και εν ώ ο είς ήγειρεν

ήδη την κοπίδα να τον θανατώση, επρόφθασε και του απέκοψε την

δεξιάν χείρα διά του ξίφους του, τον δ' άλλον εκτύπησε διά της

ασπίδος του εις το πρόσωπον, και τον απώθησεν οπίσω εις τον

κρημνόν. Σταθείς δ' εις το τείχος μεθ' όλων των άλλων όσοι

συνέρρευσαν και τον περιεστοίχισαν, απέκρουσε τους άλλους όσοι

είχον αναβή, και οίτινες ούτε πολλοί ήσαν, ούτε άξιόν τι της

τόλμης των έπραξαν. Ούτω δε διαφυγόντες τον κίνδυνον, άμα

εξημέρωσε, τον μεν αρχηγόν των φυλάκων έρριψαν εις τους

πολεμίους κατά των κρημνών, εις δε τον Μάλλιον ψηφίσαντες

αριστείον της νίκης, προς τιμήν μάλλον παρά διότι είχεν

ανάγκην, συνεισέφερον υπέρ αυτού όσον ελάμβανεν έκαστος εις

τροφήν εκάστης ημέρας, σίτου μεν εντοπίου ημίλιτρον (ως αυτοί

τ' ονομάζουσιν), οίνου δε κοτύλης Ελληνικής τέταρτον (395).

ΚΗ. Έκτοτε ήρχισαν να προβαίνωσιν αθυμότερα τα πράγματα των

Κελτών, διότι εστερούντο τροφών αφ' ότου διά τον φόβον του

Καμίλλου δεν εδύναντο να επιδοθώσιν εις λαφυραγωγίαν και νόσος

ενέσκηψε προσέτι εις αυτούς, διότι κατεσκήνουν εις ερείπια,

αναμεμιγμένοι μετά των νεκρών οίτινες έκειντο εις αυτά σωρηδόν

και προσέτι το βάθος της στάχτης, ήτις ανέπεμπεν αέρα ξηρόν και

δριμύν, και διεφθαρμένον υπό του καύσωνος και υπό των ανέμων,

έβλαπτε τα σώματα διά της αναπνοής. Προ πάντων δε τους

κατέβαλεν η μεταβολή της συνήθους αυτοίς διαίτης, διότι εκ

τόπων σκιερών, και εχόντων το θέρος δροσερά καταφύγια,

κατέβησαν εις χώραν χαμηλήν, ήτις δεν ήτον ευκραής το

φθινόπωρον ουχί ήττον δε και η πολυχρόνιος πολιορκία, κρατούσα

προ επτά ήδη μηνών ακινήτους αυτούς εμπρός του Καπιτωλίου.

Ένεκα τούτων φθορά μεγάλη επήλθεν εις το στρατόπεδον, και ουδ'

εθάπτοντο πλέον διά το πλήθος οι αποθνήσκοντες. Αλλ' ουδέ των

πολιορκουμένων δεν ήτον πολύ καλλητέρα η κατάστασις. Η πείνα

ηύξανε πάντοτε, και η άγνοια αυτών περί των κινημάτων του

Καμίλλου τους ενέβαλλεν εις πολλήν αθυμίαν, και κανείς δεν

ήρχετο εκ μέρους αυτού, διότι η πόλις εφρουρείτο ακριβώς υπό

των βαρβάρων. Επειδή λοιπόν εις τοιαύτην ήσαν θέσιν αμφότεροι,

οι προφύλακες συναπαντώμενοι ήρχισαν να έρχωνται εις λόγους

συμβιβασμού, έπειτα δε, κατ' απόφασιν των επισημοτέρων,

συνωμίλησε μετά του Βρέννου ο Σουλπίκιος, ο χιλίαρχος των

Ρωμαίων, και εσυμφωνήθη, οι μεν Ρωμαίοι να καταβάλωσι χιλίας

λίτρας χρυσού (396), οι δ' εχθροί να λάβωσιν αυτάς, και ν'

αναχωρήσωσεν αμέσως εκ της πόλεως και εκ της χώρας. Επί τούτων

έγιναν όρκοι, και το χρυσίον εκομίσθη· οι δε Κελτοί κατ' αρχάς

εδολιεύοντο κρυφίως τα ζύγια, έπειτα δε και φανερώς είλκον κάτω

και διέστρεφον την πλάστιγγα, και ηγανάκτουν δι' αυτό οι

Ρωμαίοι. O δε Βρέννος, ως εφυβρίζων και καταγελών αυτούς, λύσας

την μάχαιραν μετά του ζωστήρος του, προσέθηκεν αυτά εις τα

βάρη· και όταν ο Σουλπίκιος τον ηρώτησε τι είναι τούτο, «Τι

άλλο, απεκρίθη, παρά δυστυχία εις τους νενικημένους» (397),

και τούτο έγινεν έκτοτε λόγος παροιμιώδης. Οι δε Ρωμαίοι, άλλοι

μεν ηγανάκτουν, και εφρόνουν ότι πρέπει λαβόντες το χρυσίον ν'

αναχωρήσωσι, και να υπομείνωσι την πολιορκίαν· άλλοι δ' έλεγον

ότι πρέπει να υποφέρωσι την μετρίαν αυτήν αδικίαν, μη

νομίζοντες αισχρόν το να δώσωσι περισσότερα, και να υπομείνωσιν

ουχί ως δικαίαν, αλλ' ως εξ ανάγκης γινομένην την δόσιν.

ΚΘ. Εν ώ δ' ούτως εφιλονείκουν οι Κελτοί και αυτοί, έφθασεν ο

Κάμιλλος εις τας πύλας, φέρων τον στρατόν, και μαθών τα

γινόμενα, διέταξε τους λοιπούς να τον ακολουθώσιν εν τάξει και

βραδέως, αυτός δε, σπεύδων μετά των επισημοτέρων, διευθύνθη

αμέσως προς τους Ρωμαίους. Τότε εκείνοι υποχωρήσαντες εμπρός

του, εδέχθησαν αυτόν ως αυτοκράτορα μετ' ευκοσμίας και σιωπής·

αυτός δ' επήρε τον χρυσόν από της ζυγαριάς και τον έδωκεν εις

τους υπηρέτας· την δε ζυγαριάν και τα βαρύδια διέταξε τους

Καλετούς να τα λάβωσι και ν' αναχωρήσωσιν, ειπών ότι πάτριον

έθος είναι εις τους Ρωμαίους να σώζωσι την πατρίδα διά σιδήρου,

ουχί διά χρυσού. Προς ταύτα ηγανάκτει ο Βρέννος, και έλεγεν ότι

αδίκως ηθετείτο η συμφωνία· αλλ' ο Κάμιλλος αντέκρουε ταύτα,

λέγων ότι αι συνθήκαι δεν έγινον νομίμως, ουδ' έχουσι κύρος, ως

συνομολογηθείσα μετ' ανθρώπων οίτινες εξουσίαν δεν είχον όταν

αυτός ήτον ήδη Δικτάτωρ εκλελεγμένος, και ουδείς άλλος εξήσκει

αρχήν κατά νόμον. Ήδη δ' ότι πρέπει να ειπώσιν εάν τι θέλωσι,

διότι ήλθεν έχων νόμιμον εξουσίαν και να τους συγχωρήση αν

παρακαλέσωσι, και να τιμωρήση τους ενόχους, αν δεν μετανοώσι.

Προς τους λόγους τούτους θορυβηθείς ο Βρέννος, επεχείρησε να

έλθη αμέσως εις χείρας, και έσυραν εκατέρωθεν τα ξίφη, και

ήρχισαν να σπρώχνωνται, αναμεμιγμένοι προς αλλήλους, ως ήτον

επόμενον, διότι εκινούντο μεταξύ οικιών και στενωπών, και εις

τόπους μη επιδεχομένους στρατιωτικήν παράταξιν. Αλλά ταχέως

συνελθών ο Βρέννος, απήγαγε τους Κελτούς εις το στρατόπεδον,

χωρίς να φονευθώσι πολλοί, και εγείρας όλους την νύκτα,

εγκατέλιπε την πόλιν. Προχωρήσας δ' εξήκοντα στάδια (398)

εστρατοπέδευσε παρά την Γαβινίαν (399) οδόν. Άμα δ'

εξημέρωσεν, ήλθεν ο Κάμιλλος κατ' αυτού ωπλισμένος λαμπρώς,

μετά των Ρωμαίων οίτινες είχον αναλάβει τότε το θάρρος των.

Μετ' ισχυράν δε και μακράν μάχην, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν, αφ'

ού πολλούς εφόνευσε, και εκυρίευσε το στρατόπεδον. Εκ δε των

φυγάδων άλλοι μεν ευθύς εθανατώθησαν καταδιωχθέντες, τους δε

περισσοτέρους, διασπαρέντας, απέκτεινον ορμώντες κατ' αυτών εκ

των πέριξ πόλεων και χωρίων.

Λ. Ούτως η Ρώμη παραδόξως κυριευθείσα, παραδοξότερον έτι εσώθη,

αφ' ού έμεινεν επτά ολοκλήρους μήνας υπό τους βαρβάρους· διότι

εισελθόντες εις αυτήν ολίγας ημέρας μετά τας Κυιντιλίας είδους

(400), απεδιώχθησαν κατά τας ειδούς Φεβρουαρίου. Ο δε Κάμιλλος

ετέλεσε θρίαμβον, ως ήτον εύλογον, διότι έγινε σωτήρ της

πατρίδος απολεσθείσης, και επανέφερε την πόλιν αυτήν εις

εαυτήν. Τότε, εν ώ αυτός εισήρχετο επί της θριαμβευτικής αμάξης

αυτού, επέστρεφον μεν οι έξωθεν μετά των γυναικών και των

παίδων των, απήντων δ' αυτούς οι εις το Καπιτώλιον

πολιορκηθέντες, οίτινες εκινδύνευσαν ν' αποθάνωσιν όλοι της

πείνης, και ενηγκαλίζοντο αλλήλους και εδάκρυον, μη πιστεύοντες

εις την παρούσαν των ευτυχίαν· και οι ιερείς και διάκονοι των

Θεών, όσα ιερά φεύγοντες έκρυψαν εις την πόλιν, ή εκκλέψαντες

παρέλαβον μεθ' εαυτών, ταύτα διασωθέντα, τα έφερον ήδη, και τα

εδείκνυον, θεάματα ποθητά εις τους πολίτας, οίτινες τα εδέχοντο

μετά χαράς, ως αν κατήρχοντο αυτοί πάλιν οι Θεοί μετ' αυτών εις

την Ρώμην. Θυσιάσας δ' εις τους Θεούς, και καθαρίσας την πόλιν

υπό την οδηγίαν των περί ταύτα εμπείρων, τους μεν υπάρχοντας

ήδη ναούς αποκατέστησεν αύθις, ίδρυσε δε και αυτός ναόν της

Φήμης και της Κληδόνος, ανευρών τον τόπον εκείνον, εις όν διά

νυκτός προσέβαλεν εκ Θεού τον Κεδίκιον Μάρκον η φωνή η

αναγγέλλουσα των βαρβάρων την εκστρατείαν. Μετά πολλής δε

δυσκολίας και μόλις ανεκαλύπτοντο αι θέσεις των ιερών διά της

φιλοτιμίας του Καμίλλου, και διά πολλού κόπου των ιεροφαντών.

ΛΑ. Επειδή δε και η πόλις ήτον εντελώς κατεστραμμένη, όταν

έπρεπε ν' ανοικοδομηθή, οκνηρία κατέλαβε τον λαόν προς τα έργα,

και ανέβαλλον αυτά, διότι εστερούντο όλων των αναγκαίων, και

εχρειάζοντο μάλλον αναψυχήν τινα και ανάπαυσιν από των κακών,

παρά να κοπιάσωσι και να κακοπαθήσωσιν, εν ώ και χρήματα τοις

έλειπον, και τα σώματά των ήσαν εξησθενημένα. Ούτω κατ' ολίγον

έστρεψαν πάλιν τον νουν των προς τους Βηίους, πόλιν ήτις

διετηρείτο, και είχεν όλα τ' απαιτούμενα, και εχορήγησαν νέαν

αφορμήν δημαγωγιών εις τους συνεχομένους να κολακεύωσι τον

λαόν, και έδιδον ακρόασιν εις λόγους στασιαστικούς κατά του

Καμίλλου, ότι εκείνος εκ φιλαυτίας και φιλοδοξίας στερεί αυτούς

πόλεως ετοίμης, και τους βιάζει να κατοικώσιν εις ερείπια, και

ν' ανασκάπτωσι τόσην τέφραν πυρκαϊάς, διά να λέγηται αυτός ουχί

μόνον ηγεμών των Ρωμαίων και στρατηγός, αλλά και κτίστης έτι,

τον Ρωμύλον παραγκωνίσας. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η βουλή,

τον μεν Κάμιλλον δεν αφήκε ν' αποθέση, ως ήθελε, την εξουσίαν

εντός ενιαυτού, αν και ουδέποτε άλλος Δικτάτωρ υπερέβη τους έξ

μήνας. Αυτή δε παρηγόρει και κατεπράυνε τον δήμον, πείθουσα και

περιποιουμένη αυτόν, και δεικνύουσα μεν τα μνημεία και τους

τάφους των πατέρων, ενθυμίζουσα δε τα ιερά χωρία και τους

αγίους τόπους, όσους ο Ρωμύλος ή ο Νουμάς ή άλλος τις των

βασιλέων καθιερώσας παρέδωκεν εις αυτούς. Μεταξύ δε των θείων

αντικειμένων εν πρώτοις ανέφερον την νεοσφαγή κεφαλήν, ήτις

εφάνη κατά την θεμελίωσιν του Καπιτωλίου (401), ως δηλούσα ότι

ο τόπος εκείνος ήτον πεπρωμένον να γίνη κεφαλή της Ιταλίας, και

της εστίας το πυρ, όπερ, αναπτόμενον μετά τον πόλεμον υπό των

παρθένων, ήθελον σβύσει και εξαφανίσει οι εγκαταλείποντες την

πόλιν, και θα είναι όνειδος αυτών αν την βλέπωσι κατοικουμένην

ή υπ' αλλοεθνών και ξένων, ή έρημον και προβάτων βοσκήν.

Τοιαύτας προς έκαστον ιδιαιτέρως και κοινώς πολλάκις εις τον

δήμον επαναλαμβάνοντες ελεεινολογίας, εκάμπτοντο πάλιν υπό των

του λαού, οίτινες έκλαιον την αμηχανίαν των, και τους

παρεκάλουν, αφ' ού εσώθησαν ως εκ ναυαγίου γυμνοί και άποροι,

να μη τους βιάσωσι να συνοικοδομήσωσι πάλιν τα λείψανα της

κατεστραμμένης πόλεως, εν ώ υπήρχεν άλλη ετοίμη.

ΛΒ. Επρότεινε λοιπόν ο Κάμιλλος να συνέλθη η βουλή, και πολλά

και αυτός ωμίλησε παρακαλών υπέρ της πατρίδος, πολλά δε και

όστις εκ των άλλων ήθελε. Τέλος δε πείσας να εγερθή τον Λεύκων

Λουκρήτιον, όστις συνείθιζε να γνωμοδοτή πρώτος πάντων, τον

προσεκάλεσε ν' αποφανθή, και μετά ταύτα όλους τους άλλους κατά

σειράν. Ως δ' εγένετο σιωπή, και ο Λουκρήτιος έμελλε ν' αρχίση,

κατά τύχην διαβαίνων έξωθεν εκατόνταρχος φέρων τάγμα ημερησίας

φυλακής, και φωνάξας μεγαλοφώνως τον πρώτον όστις έφερε την

σημαίαν, τον διέταξε να σταθή εκεί και να στήση την σημαίαν,

διότι ήτον αυτός κάλλιστος τόπος διά να καθήσωσι και να

μείνωσιν. Ως δ' ηκούσθη η φωνή αύτη εγκαίρως, εν ώ εσκέπτοντο

περί αδήλου του μέλλοντος, ο Λουκρήτιος, προσκυνήσας, είπεν ότι

εις την θείαν εντολήν προσθέτει την γνώμην του και αυτός, και

έκαστος των άλλων την ηκολούθησε. Θαυμαστή δ' έγινε μεταβολή

και της του πλήθους ορμής, και πάντες παρεκίνουν αλλήλους, και

ήρχιζον το έργον, ουχί διαιρέσαντες αυτό και κατά τάξιν, αλλά

κατελάμβανεν έκαστος κατά λόγον της προθυμίας του οποίον τόπον

ήθελε. Διά τούτο μετά σπουδής και τάχους ανεγείροντες την

πόλιν, την ωκοδόμουν έχουσαν ανωμάλους τας οδούς μεταξύ των

συσσωρευομένων κατοικιών και εντός ενός έτους λέγεται ότι

ανεστήθη η πόλις νέα πάλιν και κατά τα τείχη, και κατά τας

ιδιωτικάς οικοδομάς. Οι δε ταχθέντες υπό του Καμίλλου όπως

ανεύρωσι και προσδιορίσωσι τους ιερούς τόπους, συγκεχυμένους

και αυτούς, ως πάντα τα άλλα, όταν ήλθον εις τον ναΐσκον του

Άρεως, περιοδεύοντες το Παλάτιον, αυτόν μεν εύρον, ως όλα τ'

άλλα κατεστραμμένον και κεκαυμένον υπό των βαρβάρων

ανερευνώντες δε και καθαίροντες τον τόπον, απήντησαν το

μαντικόν ξύλον του Ρωμύλου (402), κεχωσμένον υπό πολλήν και

βαθείαν στάκτην. Είναι δε τούτο κυρτόν κατά τα δύο πέρατα, και

καλείται Λίτυον. Μεταχείζονται δ' αυτά διά να διαγράφωσι τα

πλινθία, όταν κάθηνται μαντευόμενοι διά των ορνέων. Τούτο

μετεχειρίζετο και εκείνος, διότι ήτον μαντικώτατος. Όταν δ'

έγινεν άφαντος εκ του μέσου των ανθρώπων, παραλαβόντες οι

ιερείς το ξύλον, το εφύλαττον άθικτον, ως παν άλλο ιερόν. Όταν

λοιπόν, εν ώ όλα τα άλλα είχον απολεσθή, ανεύρον τούτο τότε

διαφυγόν την φθοράν, επλήσθησαν γλυκυτάτων ελπίδων υπέρ της

Ρώμης, πιστεύοντες ότι το σημείον τούτο τοις εξησφάλιζε την

σωτηρίαν αΐδιον.

ΛΓ. Δεν είχον δ' έτι παύσει ασχολούμενοι περί ταύτα, όταν τους

κατέλαβε πόλεμος, και οι μεν Αικανοί (403) μετά των Ουολούσκων

και Λατίνων εισέβαλον εις την χώραν, οι δε Τυρρηνοί επολιόρκουν

το Σούρτιον (404), πόλιν σύμμαχον των Ρωμαίων.

Στρατοπεδεύσαντες δ' οι χιλίαρχοι, οίτινες είχον την αρχηγίαν

των Ρωμαίων, παρά το Μάρκιον όρος (405), επολιορκούντο υπό των

Λατίνων, και κινδυνεύοντες ν' απολέσωσι το στρατόπεδόν των,

εμήνυσαν εις την Ρώμην, και τότε εξελέγη ο Κάμιλλος εκ τρίτου

Δικτάτωρ. Λέγονται δε περί του πολέμου τούτου λόγοι διττοί, εξ

ών διηγούμαι πρώτον τον μυθώδη. Λέγουσιν ότι οι Λατίνοι, είτε

προφασιζόμενοι, είτε θέλοντες αληθώς ν' αναμίξωσι τα γένη πάλιν

εξ αρχής, έστειλαν και εζήτουν παρά των Ρωμαίων παρθένους

ελευθέρας εις γυναίκας· οι δε Ρωμαίοι ηπόρουν τι να πράξωσι,

διότι, μη αποκαταστηθέντες εισέτι, ουδ' αναλαβόντες τας

δυνάμεις των, εφοβούντο τον πόλεμον, και υποπτεύον ότι η

ζήτησις των γυναικών ήτον πρόφασις διά να λάβωσιν ομήρους, και

ευπρεπείας χάριν ότι την ωνόμαζον επιγαμίαν. Τότε θεραπαινίς

τις, ονομαζομένη Τ ο υ τ ο ύ λ α, ως δέ τινες λέγουσι, Φιλωτίς

(406), εσυμβούλευσε τους άρχοντας να στείλωσι μετ' αυτής εκ

των υπηρετριών τας ωραιοτέρας και τας μάλλον κατά την μορφήν

διακεκριμένας, και να τας στολίσωσιν ως νύμφας ευγενείς, τα δε

λοιπά ότι θέλουσιν είσθαι εδική της φροντίς. Κατεπείσθησαν

λοιπόν οι άρχοντες, και εκλέξαντες εκ των θεραπαινίδων όσας

εκείνη εθεώρησε καταλλήλους διά την περίστασιν, τας εστόλισαν

διά λαμπρών φορεμάτων και διά χρυσού, και τας παρέδωκαν εις

τους Λατίνους, οίτινες εστρατοπέδευον ουχί πολύ μακράν της

πόλεως. Την νύκτα δε, αι μεν άλλαι υπέκλεψαν τας μαχαίρας των

εχθρών, η δε Τουτούλα ή Φιλωτίς, αναβάσα εις μεγάλην

αγριοσυκήν, και εκτείνασα το ιμάτιόν της προς τα οπίσω, ύψωσε

λαμπάδα προς την Ρώμην, καθώς είχε προσυμφωνήσει μετά των

αρχόντων, χωρίς να το γνωρίζη ουδείς άλλος εκ των πολιτών. Δια

τούτο και οι στρατιώται, βιαζόμενοι υπό των αρχόντων, εξήρχοντο

θορυβωδώς, και έκραζον ο είς τον άλλον, και μόλις έμβαινον εις

τάξιν. Ελθόντες δ' εις το χαράκωμα, εν ώ οι εχθροί δεν τους

περιέμενον αλλ' εκοιμώντο, εκυρίευσαν το στρατόπεδον, και

εφόνευον τους περισσοτέρους. Λέγεται δ' ότι τούτο έγινε κατά

τας Ιουλίας, ως τώρα λέγονται, ως δ' ωνομάζοντο τότε Κυιντιλίας

νόννας (407), και ότι η ήδη τελουμένη εορτή είναι της πράξεως

εκείνης ενθύμησις· διότι, πρώτον μεν, εξερχόμενοι της πύλης,

πολλά των εγχωρίων και κοινών ονομάτων καλούσι μεγαλοφώνως,

Γάιον, Μάρκον, Λούκιον, και αλλά όμοια, μιμούμενοι τας κραυγάς

μεθ' ών εκαλούντο τότε εν μέσω της μεγάλης των βίας. Έπειτα,

εστολισμέναι λαμπρώς αι υπηρέτριαι, περιφέρονται, και

αστειευόμεναι περιπαίζουσιν όσους απαντώσιν. Εκτελούσι δε και

μάχην τινά αύται μεταξύ των, ως είχον και τότε μεθέξει του προς

τους Λατίνους πολέμου. Κάθηνται δε και τρώγουσι, σκιαζόμεναι

υπό κλάδους συκής· και την ημέραν καλούσι Νόννας Καπρατίνας, εξ

αιτίας, ως νομίζεται, της αγριοσυκής αφ' ής η θεραπαινίς ύψωσε

την λαμπάδα· διότι την αγριοσυκήν ονομάζουσι

Κ α π ρ ί φ ι κ ο ν. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι τα περισσότερα

τούτων γίνονται και λέγονται διά το συμβάν του Ρωμύλου· διότι

κατά ταύτην την ημέραν έγινεν αυτός άφαντος έξω της πύλης, όταν

επήλθε σκότος και θύελλα, και, ώς τινες νομίζουσιν, έγινεν

ηλίου έκλειψις· και ότι η ημέρα εκ τούτου ωνομάσθη Νόνναι

καπρατίναι, διότι την αίγα ονομάζουσι κ ά π ρ α ν, ο δε Ρωμύλος

ανελήφθη δημηγορών περί το καλούμενον Αιγός έλος, ως εγράψαμεν

εις τον βίον εκείνου.

ΛΔ. Την δ' ετέραν διήγησιν ούτω λέγουσιν οι περισσότεροι

συγγραφείς, επιδοκιμάζοντες αυτήν. Όταν έγινεν εκ τρίτου

Δικτάτωρ ο Κάμιλλος, ακούσας ότι το μετά των χιλιάρχων

στράτευμα επολιορκείτο υπό των Λατίνων και των Ουολούσκων,

ηναγκάσθη να οπλίση και τους πολίτας όσοι ήσαν ουχί πλέον νέοι,

αλλά παρακμάσαντες ήδη. Πορευθείς δε διά μακρού γύρου πέριξ του

Μαρκίνου όρους, και μη εννοηθείς υπό των εχθρών,

εστρατοπέδευσεν οπίσω αυτών, και ανάψας πολλά πυρά, ούτως

εδήλωσε την παρουσίαν του. Τότε οι πολιορκούμενοι, θάρρος

λαβόντες, εσκέπτοντο να εκδράμωσι, και να συνάψωσι μάχην. Οι δε

Λατίνοι και οι Ουολούσκοι, περιορισθέντες εντός των

χαρακωμάτων, ωχύρουν διά ξύλων πολλών και περιέφραττον το

στρατόπεδον πανταχόθεν, όντες μεταξύ δύο εχθρικών προσβολών,

και απεφάσισαν να περιμείνωσιν άλλην δύναμιν εκ της πατρίδος

των, ελπίζοντες συγχρόνως και των Τυρρηνών βοήθειαν. Εννοήσας

δε τούτο ο Κάμιλλος, και φοβηθείς μη πάθη ό,τι αυτός έκαμεν εις

τους εχθρούς όταν τους περιεκύκλωσεν, εβιάζετο να προλάβη

αυτούς. Επειδή δε το περίφραγμα ήτον ξύλινον, και σφοδρός

άνεμος κατήρχετο από των ορέων όταν εξημέρωνεν, ετοιμάσας πολλά

πυρά, και περί την αυγήν οδηγών το στράτευμα, τους άλλους

διέταξεν από του απέναντι μέρους να ρίπτωσι βέλη μετά κραυγών·

ο ίδιος δ' έχων μεθ' εαυτού τους μέλλοντας να βάλωσι το πυρ

προς το μέρος του χαρακώτος όπου συνήθως προσέπιπτε κυρίως ο

άνεμος, περιέμενε την ώραν. Όταν δε, αφ' ού ήρχισεν η μάχη,

ανέτειλεν ο ήλιος, και ο άνεμος εφύσα λαμπρός, εσήμανε την

προσβολήν, και κατέσπειρε περί τον χάρακα άφθονα τα πυροβόλα.

Ταχέως δ' υψώθησαν αι φλόγες τρεφόμενοι εκ των πυκνών πάλων και

των ξυλίνων σταυρωμάτων, και εξετείνοντο πέριξ, χωρίς οι

Λατίνοι να έχωσι κανέν βοήθημα έτοιμον διά την απόσβεσιν.

Επειδή δε το στρατόπεδον ήτον ήδη πλήρες πυρός, εις ολίγον

αυτοί συστελλόμενοι τόπον, ηναγκάζοντο να περιπίπτωσιν εις τους

εχθρούς, οίτινες ένοπλοι και παρατεταγμένοι τους περιέμενον έξω

του χαρακώματος. Και εξ αυτών μεν ολίγοι διέφυγον· τους δε

μείναντας εις το στρατόπεδον όλους κατέστρεψε το πυρ, έως ότου

οι Ρωμαίοι το έσβεσαν διά να δοθώσιν εις την αρπαγήν των

πραγμάτων.

ΛΕ. Αφ' ού δε ταύτα έγιναν, αφείς εις το στρατόπεδον τον υιόν

του Λούκιον, φύλακα των αιχμαλωτισθέντων ανθρώπων και των

χρημάτων, εισέβαλεν ο ίδιος εις των εχθρών την χώραν, και

κυριεύσας την πόλιν των Αικανών, και υποτάξας τους Ουολούσκους,

ωδήγησεν ευθύς το στράτευμα προς το Σούτριον, επειδή δεν είχεν

εισέτι ακούσει τα συμβάντα εις τους Σουρτίνους, αλλ' έσπευδε να

βοηθήση, νομίζων αυτούς εις κίνδυνον και πολιορκουμένους υπό

των Τυρρηνών. Αυτοί δε, την μεν πόλιν είχον ήδη παραδώσει εις

τους εχθρούς, πάντων δ' εστερημένοι, και μετά μόνων αφειμένοι

των ιματίων των, απήντησαν μετά παίδων και γυναικών καθ' οδόν

τον Κάμιλλον, διά την τύχην των οδυρόμενοι. Λυπηθείς δ' ο

Κάμιλλος διά την θέαν ταύτην, και βλέπων τους Ρωμαίους ότι

εδάκρυον προς τας παρακλήσεις των Σουτρίνων, και ηγανάκτουν διά

τα γενόμενα, απεφάσισε να μη αναβάλη την τιμωρίαν, αλλ' ευθύς,

την ιδίαν εκείνην ημέραν να κινηθή κατά του Σουτρίου,

σκεπτόμενος ότι ανθρώπους οίτινες εκυρίευσαν πόλιν προ ολίγου

ευδαίμονα και πλουσίαν, και ουδένα εχθρόν αφήκαν εις αυτήν ουδέ

περιέμενον έξωθεν, θέλει τους εύρει όλως εις παραλυσίαν

παραδεδομένους, και αφυλάκτους. Και ορθώς εσκέφθη. Όχι μόνον

την χώραν διήλθε χωρίς να εννοηθή, αλλά και εις τας πύλας

έφθασε, και τα τείχη κατέλαβε, διότι ουδείς τα εφύλαττεν, αλλ'

ήσαν εις τας οικίας διεσπαρμένοι, μεθύοντες και συμποσιάζοντες.

Όταν δ' ενόησαν ότι οι εχθροί είχον ήδη κυριεύσει της πόλιν,

τόσον κακώς διέκειντο υπ' ακρασίας και μέθης, ώστε ουδ' εις

φυγήν ετράπησαν πολλοί, αλλ' εντός των οικιών έμενον αισχρώς

φονευόμενοι, ή παρεδίδοντο εις τους πολεμίους. Ούτω λοιπόν

συνέβη εις την πόλιν των Σουτρίνων, δις κατακτηθείσαν εντός

μιας ημέρας, και ν' απολέσωσιν οι έχοντες αυτήν, και να την

λάβωσι πάλιν οπίσω, εξ αιτίας του Καμίλλου, οι αυτής

στερηθέντες.

ΛΣΤ. Ο δε διά ταύτην την νίκην θρίαμβος αυτού τω περιεποίησε

τιμήν και λαμπρότητα ουχί ολιγωτέραν των δύο πρώτων. Διότι και

αυτούς τους πολίτας όσοι εφθόνουν αυτόν, και διισχυρίζοντο ότι

κατώρθου τα πάντα εξ ευτυχίας τινός μάλλον παρά εξ ικανότητος,

ηνάγκασαν τότε αι πράξεις του ν' αποδώσωσι δόξαν εις την

δεινότητα και εις την δραστηριότητα του ανδρός. Επισημότατος δε

μεταξύ των αντιπάλων των φθονούντων αυτόν ήτον ο Μάρκος

Μάλλιος, ο πρώτος απωθήσας τους Κελτούς από της ακροπόλεως, ότε

διά νυκτός ανέβησαν εις το Καπιτώλιον, και διά τούτο

Καπιτωλίνος επονομασθείς. Ούτος, έχων την αξίωσιν ότι ήτον

πρώτος των πολιτών, και μη δυνάμενος να υπερτερήση διά καλών

τρόπων του Καμίλλου την δόξαν, επεχείρησε τα κοινά και συνήθη

των θελόντων ν' αρπάσωσι τυραννικήν εξουσίαν, εδημαγώγει το

πλήθος, μάλιστα μεν υπερασπιζόμενος τους αφειλέτας και

συνηγορών υπέρ αυτών κατά των δανειστών, άλλους δε και διά της

βίας αφαιρών από των χειρών αυτών, και εμποδίζων να δικασθώσι

κατά τον νόμον· ώστε πολλοί των απόρων ταχέως τον

περιεστοίχισαν, και πολύν φόβον επροξένουν εις τους

επισημοτέρους πολίτας, αυθάδεις γινόμενοι, και την αγοράν

ταράττοντες. Εν μέσω τούτων, Δικτάτωρ γενόμενος Κόιντος ο

Καπιτωλίνος (408), εφυλάκισε τον Μάλλιον· αλλ' ο λαός, άμα

τούτο έγινεν, ήλλαξεν ενδύματα, πράγμα γινόμενον διά μεγάλας

και δημοσίας συμφοράς. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η σύγκλητος

διέταξε ν' αφεθή ο Μάλλιος. Αλλά και αφ' ού αφέθη, δεν

εβελτιώθη αυτός, αλλά θρασύτερον εδημαγώγει, και ταραχάς

διήγειρεν εις την πόλιν. Εξελέγη δε πάλιν χιλίαρχος ο Κάμιλλος,

και εις δίκην εισήχθη ο Μάλλιος. Αλλά τους κατηγόρους αυτού

έβλαπτε μεγάλως η θέα, διότι ο τόπος εφ' ού ιστάμενος ο Μάλλιος

ενυκτομάχησε κατά των Κελτών, εφαίνετο άνωθεν από του

Καπιτωλίου εις την αγοράν, και ενέπνεεν οίκτον εις τους

βλέποντας αυτόν. Και αυτός δε προς εκεί τας χείρας υψών, και

δακρύων, ενεθύμιζε τους αγώνας αυτού, ώστε οι κρίνοντες έμενον

εις αμηχανίαν, και πολλάκις ανέβαλλον την δίκην, ούτε το

έγκλημα θέλοντες ν' αθωώσωσιν, εν ώ φανερά είχον αυτού τα

τεκμήρια, ούτε τον νόμον δυνάμενοι να εφαρμόσωσιν, εν ώ ως εκ

της θέσεως του τόπου είχον προ οφθαλμών των την πράξιν αυτού.

Τούτο εννοήσας ο Κάμιλλος, μετέφερε το δικαστήριον έξω της

πόλεως, εις το Πετηλίνον δάσος (409), όθεν το Καπιτώλιον δεν

εφαίνετο. Τότε και ο ενάγων εκατηγόρησε, και οι κρίνοντες

απέβαλον την μνήμην των παλαιών γεγονότων, ούτως ώστε

παρεδίδοντο εις την οργήν ής τα νέα αυτού εγκλήματα ήσαν άξια·

Ο Μάλλιος λοιπόν καταδικασθείς, ανεβιβάσθη εις το Καπιτώλιον,

και ριφθείς κατά του κρημνού, τον αυτόν τόπον έλαβεν ως

μνημείον και των ευτυχεστάτων έργων, και των μεγίστων

ατυχημάτων αυτού. Οι δε Ρωμαίοι, κατασκάψαντες την οικίαν

αυτού, ανήγειρον ιερόν Θεάς, ήν ονομάζουσι Μονήταν (410), και

εψήφισαν ότι του λοιπού ουδείς των Πατρικίων θέλει κατοικεί

πλέον εις την ακρόπολιν.

ΛΖ. Ο δε Κάμιλλος, κληθείς να λάβη και έκτην φοράν την

χιλιαρχίαν, παρητείτο, διότι και την ηλικίαν ήτον ήδη

προβεβηκώς, και εφοβείτο μέχρι τινός και τον φθόνον, και

χαιρεκακίαν τινα της τύχης μετά τοσαύτην δόξαν και τόσα

κατορθώματα. Η δε προτεινομένη φανερά αιτία ήτον αρρώστια του

σώματος, διότι συνέπεσε ν' ασθενή κατά τας ημέρας εκείνας. Αλλά

δεν τον αφήκεν ο δήμος ν' αποποιηθή την αρχήν, και εκραύγαζεν

ότι δεν τον θέλει ούτε να ιππεύη ούτε να οπλομαχή εις τους

πολέμους, αλλά μόνον να σκέπτηται και να προστάττη· ούτω τον

ηνάγκασε να δεχθή την στρατηγίαν, και μεθ' ενός των συνάρχων

του, του Λευκίου Φουρίου, να εξαγάγη ευθύς τον στρατόν κατά των

εχθρών. Ήσαν δ' ούτοι οι Πραινεστίνοι και οι Ουολούσκοι,

οίτινες μετά πολλής δυνάμεως περιέτρεχον λεηλατούντες την

συμμαχικήν των Ρωμαίων ώραν. Εξήλθε λοιπόν και εστρατοπέδευσε

πλησίον των εχθρών, και ευθύς μεν ήθελε να παρατείνη τον

πόλεμον διά χρονοτριβών, και αν ήτον ανάγκη μάχης, ν'

αγωνισθώσι μόνον αφ' ού αυτός αναλάβη την υγείαν του. Αλλ'

επειδή ο σύναρχος αυτού Λεύκιος, δόξαν επιθυμών, εφέρετο προς

τον κίνδυνον ακατασχέτως, και παρεκίνει συγχρόνως και τους

ταξιάρχας και λοχαγούς, φοβηθείς μήπως φανή ότι εκ φθόνου θέλει

να εμποδίση την φιλοτιμίαν νέων ανδρών και ν' αφαιρέση απ'

αυτών την αφορμήν κατορθώματος, συνεχώρησε παρά την θέλησίν του

εις εκείνον να παρατάξη την δύναμιν, αυτός δε, εξ αιτίας της

ασθενείας έμεινε μετ' ολίγων εις το στρατόπεδον. Αλλ' ο

Λεύκιος, ριφθείς μετά νεανικής προπετείας εις την μάχην,

απέτυχεν. Ιδών δ' ο Κάμιλλος την τροπήν των Ρωμαίων, δεν

εκρατήθη, αλλ' εξορμήσας εκ της κλίνης, ερρίφθη μετά των οπαδών

αυτού εις τας πύλας του χαρακώματος, διά των φευγόντων

διασχίζων την οδόν του προς τους διώκοντας, ώστε οι μεν ευθύς

εστρέφοντο εις τα οπίσω και τον ηκολούθουν, όσοι δ' ήρχοντο

έξωθεν, ίσταντο εμπρός αυτού συνασπιζόμενοι, και παρεκίνουν

αλλήλους να μη μείνωσιν οπίσω του στρατηγού των. Και τότε μεν

ούτως ηναγκάσθησαν να παραιτηθώσι της διώξεως οι εχθροί. Την δ'

επαύριον προχωρήσας ο Κάμιλλος μετά της δυνάμεως, και συνάψας

μάχην, και αυτούς νικά κατά κράτος, και το χαράκωμα αυτών

κυριεύει, εισορμήσας εις αυτό ομού μετά των φευγόντων, και τους

περισσοτέρους εφόνευσε. Μετά τούτο δε, ακούσας ότι η πόλις

Σατρία (411) εκυριεύθη υπό των Τυρρηνών, και ότι οι κάτοικοι

αυτής, εσφάγησαν, όντες όλοι Ρωμαίοι, το μεν πολύ και βαρύ

στράτευμα έστειλεν εις την Ρώμην, αυτός δε, παραλαβών τους

ακμαιοτέρους και προθυμοτέρους, επέπεσε κατά των κυριευσάντων

την πόλιν Τυρρηνών, και νικήσας αυτούς, άλλους μεν απεδίωξεν,

άλλους δ' εφόνευσεν.

ΛΗ. Επανελθών δε μετά πολλών λαφύρων εις την Ρώμην, έδειξεν ότι

φρονιμώτατοι πάντων ήσαν όσοι δεν εφοβήθησαν την ασθένειαν και

το γήρας αρχηγού έχοντος εμπειρίαν και τόλμην, αλλ' εξελέξαντο

εκείνον, μη θέλοντα και νοσούντα, μάλλον παρά τους νέους όσοι

παρεκάλουν και εζήτουν να στρατηγήσωσι. Διά τούτο και όταν

ερρέθη ότι απεστάτησαν οι Τουσκλάνοι (412), έλεγον τον

Κάμιλλον να εξέλθη κατ' αυτών, εκλέξας και ένα των πέντε

συστρατηγών του. Εκείνος δε, αν και όλοι παρεκάλουν και ήθελον,

αφήσας τους άλλους, εξελέξατο τον Λεύκιον Φούριον, εν ώ ουδείς

περιέμενε τούτο, διότι εκείνος ήτον όστις προ ολίγου είχε

προθυμηθή να πολεμήση παρά του Καμίλλου την γνώμην, και είχε

νικηθή εις την μάχην. Θέλων όμως, ως φαίνεται, να κρύψη την

συμφοράν αυτού, και ν' απαλλάξη από της καταισχύνης τον

άνθρωπον, αυτόν αντί όλων των άλλων προήγαγεν. Οι δε

Τουσκλάνοι, το σφάλμα των διορθούντες διά πανουργίας, εν ώ ο

Κάμιλλος εβάδιζεν εναντίον των, τας μεν πεδιάδας επλήρωσαν

ανθρώπων οίτινες εγεώργουν, και έβοσκον ποίμνια, ως εν καιρώ

ειρήνης, τας δε πύλας είχον ανεωγμένας, και τα παιδία

σπουδάζοντα εις τα σχολεία. Του δε λαού οι μεν βαναυσουργοί

ήσαν εις τα εργαστήρια, καταγινόμενοι εις τας τέχνας, οι δ'

αστοί εις την αγοράν, ιμάτια άνευ όπλων φορούντες (413). Οι δ'

άρχοντες περιήρχοντο μετά σπουδής προσδιορίζοντες καταλύματα

διά τους Ρωμαίους, ως ουδέν κακόν περιμένοντες ή έχοντες επί

της συνειδήσεώς των. Πράττοντες δε ταύτα, δεν έπεισαν μεν τον

Κάμιλλον ότι δεν υπήρξε προδοσία· αλλ' εκείνος οικτείρας την

μετάνοιαν αυτών διά την προδοσίαν των, τοις παρήγγειλε ν'

απέλθωσιν εις την σύγκλητον να την παρακαλέσωσι να πραΰνη την

οργήν αυτής· συνέπραξε δε και αυτός εις τας παρακλήσεις των,

όπως αθωωθή η πόλις από πάσης κατηγορίας, και δοδή εις αυτήν

ισοπολιτεία (414). Αύται ήσαν της έκτης αυτού χιλιαρχίας αι

επιφανέσταται πράξεις.

ΛΘ. Μετά δε ταύτα, όταν ο Λικίννιος Στόλων (415) ήγειρε

μεγάλην στάσιν εις την πόλιν, και ο δήμος επανίστατο κατά της

συγκλήτου, απαιτών εκ των δύο διοριζομένων υπάτων ο είς να

είναι απλώς δημότης, και όχι και οι δύο πατρίκιοι, τότε

εξελέγησαν μεν, δήμαρχοι, εμπόδισε δε το πλήθος να εκτελεσθώσι

και αι υπατικαί αρχαιρεσίαι· επροχώρουν δε δι' αναρχίας τα

πράγματα εις μείζονας ταραχάς, όταν ο Κάμιλλος ανεδείχθη και εκ

τετάρτου Δικτάτωρ υπό της Βουλής παρά του δήμου την θέλησιν,

ουδ' αυτός έχων προθυμίαν να δεχθή, ουδέ θέλων να εναντιωθή

προς ανθρώπους έχοντας θάρρος απέναντι αυτού διά τους πολλούς

και μεγάλους αγώνας των, διότι περισσότερα έπραξε μετ' αυτών

στρατηγών, παρά μετά των Πατρικίων εις τα πολιτικά, εννοών δ'

ότι και τώρα εξελέγη υπ' αυτών φθονούμενος δι' εκείνα, όπως ή

παύση την δημοκρατίαν, αν υπερίσχυε, ή παυθή αυτός, εάν

ενικάτο. Ουχ ήττον όμως επροσπάθησε να οικονομήση την

περίστασιν, και μαθών την ημέραν καθ' ήν οι δήμαρχοι εμελέτων

να προτείνωσι τον νόμον, διεκήρυξεν απογραφήν στρατολογικήν,

και μετεκάλεσε τον λαόν από της αγοράς εις το πεδίον, διά

μεγάλων προστίμων απειλών τους μη υπακούοντας. Αλλ' επειδή οι

δήμαρχοι, εις τας απειλάς ανθιστάμενοι, τον ανεκάλουν πάλιν

εκείθεν, και ώμνυον ότι θέλουσι τον ζημιώσει διά πεντήκοντα

χιλιάδων αργυρίου (416) αν δεν παύση να στερή τον δήμον του

νόμου και να εμποδίζη την ψηφοφορίαν, είτε φοβηθείς άλλην

εξορίαν και κατάδίκην, μη πρέπουσαν πλέον εις αυτόν, γέροντα

όντα και απηυδημένον, είτε διότι δεν ηδυνάτο να καταβάλη την

δυσνίκητον και ακαταμάχητον βίαν του πλήθους, τότε μεν απεσύρθη

εις την οικίαν του· τας δε λοιπάς ημέρας, προσποιούμενος τον

άρρωστον, παρητήθη της εξουσίας, η δε σύγκλητος εγκατέστησεν

άλλον Δικτάτωρα, όστις ανέδειξεν ίππαρχον αυτόν τον αρχηγόν της

στάσεως Στόλωνα, και τον αφήκε να κυρώση τον νόμον όστις προ

πάντων δυσηρέστει τους Πατρικίους. Ώρισε δ' ούτος, ουδείς να

έχη γην περισσοτέραν των πεντακοσίων πλέθρων. Και τότε μεν ο

Στόλων ανεδείχθη λαμπρός, νικήσας εις την ψηφοφορίαν. Ολίγον

ύστερον όμως εφωράθη ο ίδιος έχων όσην εμπόδιζεν άλλους να

έχωσι, και κατά τον ίδιον νόμον ετιμωρήθη.

Μ. Αλλ' ενώ έμενεν εισέτι η περί των υπατικών αρχαιρεσιών

φιλονεικία, ήτις και ήτον το δυσκολώτερον της στάσεως

αντικείμενον, και πρώτη αφορμή αυτής εγένετο, και περισσοτέρους

περισπασμούς έδωκεν εις την Βουλήν, διαιρέσασα αυτήν προς τον

δήμον, ήλθον ειδήσεις σαφείς, ότι οι Κελτοί, ορμώμενοι πάλιν

από της Αδριατικής θαλάσσης, ήρχοντο μετά πολλών μυριάδων κατά

της Ρώμης. Μετά του λόγου δ' αυτού ήρχισαν και του πολέμου τα

έργα, διότι η χώρα ελεηλατείτο, και οι άνθρωποι, όσο δεν

εδύναντο να καταφύγωσιν εις την Ρώμην, διεσκορπίζοντο εις τα

όρη. Ο φόβος λοιπόν ούτος έπαυσε την στάσιν, και συνελθόντες

εις έν οι άριστοι μετά του πλήθους, και η βουλή μετά του δήμου,

εξελέξαντο όλοι ομοφώνως Δικτάτωρα εκ πέμπτου τον Κάμιλλον

(417). Ήτον δ' αυτός τότε πολύ γέρων, και σχεδόν

ογδοηκοντούτης. Βλέπων όμως την ανάγκην και τον κίνδυνον, ούτε

απολογίαν είπεν ως πρότερον, ούτε προφάσεις μετεχειρίσθη, αλλ'

αμέσως δεχθείς την στρατηγίαν, εστρατολόγει τους αξιοπολέμους.

Γνωρίζων δ' ότι το κυριώτερον μέρος της δυνάμεως των βαρβάρων

συνίστατο εις τας μαχαίρας αυτών, άς βαρβαρικώς και όλως

ατέχνως καταφέροντες, έκοπτον ομού ώμους και κεφαλάς, διέταξε

να χαλκευθώσι διά τους περισσοτέρους περικεφαλαίαι ολοσίδηροι

και έξωθεν λείαι, ώστε αι μάχαιραι να ολισθαίνωσιν ή να

θραύωνται εις αυτάς· πέριξ δε των ασπίδων ήρμοσε λεπίδα χαλκήν,

διότι το ξύλον μόνον δεν αντείχεν εις τα κτυπήματα. Εδίδαξε δ'

ο ίδιος τους στρατιώτας να μεταχειρίζωνται μακρά ακόντια, και

διευθύνοντες αυτά υπό τας μαχαίρας των εχθρών, να δέχωνται

αυτάς καταφερομένας.

ΜΑ. Όταν δ' επλησίασαν οι Κελτοί, και ήσαν περί τον Ανίωνα

ποταμόν (418), βαρύ στρατόπεδον έχοντες και πλήρες λαφύρων

αφθόνων, έφερεν έξω το στράτευμα, και το έστησεν εις κοιλάδα

σύδενδρον και μαλακήν, πολλάς κοιλότητας έχουσαν, ώστε το μεν

περισσότερον μέρος αυτής εκρύπτετο, όσον δ' εφαίνετο, ο φόβος

το εξελάμβανεν ως συστελλόμενον όλον εις τραχείς ανηφόρους.

Θέλων δ' ο Καμίλλος ν' αυξήση έτι μάλλον την περί τούτου απάτην

αυτών, δεν εβοήθησε τα υπό τους πόδας του μέρη, λεηλατούμενα,

αλλά φράξας το χαράκωμα, έμεινεν εν ησυχία, έως ότου είδον

άλλους μεν σκορπισθέντας όπως τροφάς συγκομίσωσιν, άλλους δ'

εις το στρατόπεδον κατά πάσαν ώραν κατά κόρον τρώγοντας και

μεθύοντας. Τότε δ' εν ώ νυξ ήτον έτι, πέμψας εμπρός τους ψιλούς

διά να εμποδίζωσι τους βαρβάρους να παραταχθώσι, και να τους

ταράττωσιν άμα εξήρχοντο του στρατοπέδου, κατεβίβασεν, άμα

εχάραξε, τους οπλίτας, και παρέταττεν αυτούς εις την πεδιάδα,

πολλούς και προθύμους, ουχί δε, ως οι βάρβαροι ήλπιζον ότι

θέλουσι τους ιδή, ολίγους και ατόλμους. Και πρώτον μεν τούτο

εταπείνωσε το φρόνημα των Κελτών, διότι δεν κατεδέχοντο να

είναι αυτοί οι προσβεβλημένοι. Έπειτα δε, επιπίπτοντες οι

ψιλοί, και πριν ή λάβωσι την συνήθη τάξιν και διαιρεθώσι κατά

λόχους, ταράττοντες και βιάζοντες αυτούς, τους ηνάγκασαν να

πολεμήσωσιν ατάκτως, και όπως έτυχε. Τέλος δ' ήλθε και ο

Κάμιλλος, φέρων τους οπλίτας· και εκείνοι μεν, υψώσαντες τας

μαχαίρας, ώρμησαν επί το αυτό· οι δε Ρωμαίοι, αποκρούοντες τας

πληγάς διά των ακοντίων, και εις τα κτυπήματα αντιτάττοντες

μέρη σεσιδηρωμένα, εγύριζον τον σίδηρον εκείνων, διότι ήτον

μαλακός και εις λεπτάς λεπίδας εσφυρηλατημένος, ώστε αι

μάχαιραι αυτών ταχέως ελυγίζοντο και εδιπλώνοντο, τας δε

ασπίδας των διεπέρων τα ακόντια, και έλκοντα αυτάς, τας

καθίστων βαρείας. Δια τούτο, ρίπτοντες τα ίδια αυτών όπλα,

επροσπάθουν να μεταχειρισθώσι τα όπλα εκείνων, και λαμβάνοντες

τα ακόντια διά των χειρών των, αλλού να τα στρέφωσιν. Οι δε

Ρωμαίοι, βλέποντες αυτούς ούτω γυμνούς, ήρχισαν να

μεταχειρίζωνται τα ξίφη αυτών, και πολλοί μεν εφονεύοντο εκ των

ισταμένων εις τας πρώτας τάξεις, οι δε λοιποί έφευγον πανταχού

εις όλην την πεδιάδα, διότι τους λόφους και τα υψηλά τα είχε

προκαταλάβει ο Κάμιλλος, το δε στρατόπεδον έχοντες άφρακτον εξ

αφοβίας, ήξευρον ότι ευκόλως θα εκυριεύετο. Η μάχη αύτη

λέγουσιν ότι έγινε δεκατρία έτη μετά της Ρώμης την άλωσιν

(419), και θάρρος ακλόνητον έλαβον εξ αυτής οι Ρωμαίοι,

οίτινες πολύ εφοβούντο τους βαρβάρους, πιστεύοντες ότι την

πρώτην φοράν ενικήθησαν ουχί υπό της δυνάμεως αυτών, αλλ' υπό

νόσων και υπ' απροσδοκήτων συμβάντων. Τόσον δε μέγας ήτον ο

φόβος αυτών, ώστε είχον ψηφίσει νόμον, να είναι οι ιερείς

ελεύθεροι της στρατολογίας, εκτός αν επέκειτο Γαλατικός

πόλεμος.

ΜΒ. Και των μεν στρατιωτικών του Καμίλλου αγώνων ούτος ήτον ο

τελευταίος, διότι την πόλιν των Ουελιτράνων εκυρίευσεν ως

πάρεργον της εκστρατείας ταύτης, αμαχητί υποταγείσαν. Των δε

πολιτικών τω επεφυλάττετο ο μέγιστος και ο δυσκολώτατος, ο προς

τον δήμον, όστις επέστρεφεν ισχυρός διά των νικών του, και

επέμενε ν' αναδείξη ύπατον εκ των απλών δημοτών παρά τον

υφιστάμενον νόμον, εν ώ η βουλή ανθίστατο, και δεν επέτρεπεν

εις τον Κάμιλλον να καταθέση την αρχήν, διότι ήλπιζεν ότι

έχουσα μεθ' εαυτής την ισχυράν και μεγάλην εξουσίαν εκείνου, θα

ηγωνίζετο καλλήτερον υπέρ της αριστοκρατίας. Εις την αγοράν

εκάθητο ο Κάμιλλος θεωρών υποθέσεις, όταν υπηρέτης πεμφθείς

παρά των δημάρχων, τω διέταξε να τον ακολουθήση, και έθηκεν επί

αυτού την χείρα του ως διά να τον σύρη. Τότε επλήσθη η αγορά

κραυγής και θορύβου, ως ποτέ άλλοτε, και οι μεν περί τον

Κάμιλλον απώθουν από του βήματος τον δημόσιον υπηρέτην, το δε

πλήθος κάτωθεν τω έλεγε να τον σύρη. Απορών δε τι να πράξη, της

μεν αρχής δεν παρητήθη, συμπεριλαβών δε τους βουλευτάς,

επορεύθη προς την σύγκλητον, και πριν ή εισέλθη, στραφείς προς

το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους Θεούς να κατευθύνωσι τα

πράγματα εις κάλλιστον τέλος, υποσχόμενος ν' ανεγείρη ναόν

Ομονοίας, αν η ταραχή καταπαύση. Μέγας δ' αγών ηγέρθη εις την

σύγλητον μεταξύ των εναντίων γνωμών ενίκησε δ' η μαλακωτέρα,

ενδούσα εις τον δήμον, και επιτρέπουσα ο είς εκ των υπάτων να

εκλέγηται υπό του πλήθους. Ταύτα ανεκήρυξεν ο Δικτάτωρ εις τον

δήμον ότι απεφασίσθησαν υπό της βουλής και αμέσως, ως ήτον

επόμενον, πλήρεις χαράς συνεφιλιούντο μετά της βουλής, και

προέπεμπον μετά κρότου και βοής τον Κάμιλλον εις την οικίαν

αυτού. Την δ' επαύριον συνελθόντες, εψήφισαν, ιερόν μεν της

Ομονοίας, ως ευχηθείς υπεσχέθη ο Κάμιλλος, να οικοδομήσωσι, διά

τα γεγονότα, εις θέσιν φαινομένην εκ της αγοράς και εκ της

εκκλησίας· εις δε τας καλουμένας Λατίνας ημέρας να προσθέσωσι

μίαν, και να εορτάζωσι τέσσαρας· αμέσως δε τότε να τελέσωσι

θυσίαν και να στεφανωθώσιν όλοι οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα δ'

έγειναν αρχαιρεσίαι υπό του Καμίλλου την προεδρείαν, και

εξελέγησαν ύπατοι, ο μεν Μάρκος Αιμίλιος εκ των πατρικίων, ο δε

Λεύκιος Σέξτιος, εκ των δημοτών, πρώτος (420). Τούτο είναι το

τέλος των πράξεων του Καμίλλου.

ΜΓ. Τον μετά ταύτα δε χρόνον (421) λοιμική νόσος επέπεσεν εις

την Ρώμην, και του μεν άλλου όχλου αναρίθμητον πλήθος έφθειρε,

των δ' αρχόντων τους περισσοτέρους. Απέθανε δε και ο Κάμιλλος,

ώριμος μεν, υπέρ τινα και άλλον άνθρωπον, διά την ηλικίαν και

του βίου την τελειότητα, λυπήσας όμως τους Ρωμαίους όσον δεν

τους ελύπησαν όλοι οι κατά τον χρόνον εκείνον εκ της νόσου

αποθανόντες.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Α. ΙΔΩΝ, ως φαίνεταί ποτε ο Καίσαρ εν Ρώμη πλουσίους

περιφέροντας εις τους κόλπους των μικρούς πήθικας και κυνάρια,

ηρώτησεν αν αι γυναίκες αυτών δεν γεννώσι παιδία, νουθεσίαν

δους, εις ηγεμόνα πρέπουσαν, εις τους καταναλίσκοντας εις ζώα

την ενυπάρχουσαν εις ημάς αγάπης και φιλοστοργίας δύναμιν, ήτις

οφείλεται εις τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν η ψυχή ημών έχει εκ

φύσεως και φιλομαθή τινα διάθεσιν και φιλοθεάμονα, δικαίως

δύναται να καθάπτηται των κατάχρησιν αυτής ποιουμένων εις

σπουδής ανάξια ακούσματα και θεάματα, παραμελούντων δε τα καλά

και ωφέλιμα. Διότι η μεν αίσθησις, ήτις αντιλαμβάνεται των

αντικειμένων όταν προσβάλληται υπ' αυτών, ίσως είναι

ηναγκασμένη να θεωρή παν το φαινόμενον, είτε χρήσιμον είτε

άχρηστον. Τον νουν όμως αν θέλη τις να μεταχειρισθή, ο νους

επλάσθη ευκολώτατα να τρέπηται και να μεταβάλληται κατά το

δοκούν. Πρέπει επομένως να επιδιώκη το βέλτιστον, έπειτα ου

μόνον να θεωρή, αλλά και να τρέφηται θεωρών. Διότι, ως εις τον

οφθαλμόν πρόσφορον είναι το ανθηρόν και το τερπνόν χρώμα, το

αναζωπυρούν και τέρπον την όψιν, ούτω πρέπει να στρέφωμεν την

διάνοιαν προς θεάματα, άτινα ευχαριστούντα αυτήν, την έλκουσι

προς το αγαθόν, το ανήκον εις την φύσιν αυτής. Τοιαύτα δ' εισί

τα ενάρετα έργα, άτινα, εξιστορούμενα, εξάπτουσι ζήλον και

προθυμίαν εις μίμησιν διότι ως προς άλλα πολλά, καί τοι

θαυμάζοντες το πραχθέν, δεν ορμώμεθα όμως αμέσως και εις το να

πράξωμεν αυτό οι ίδιοι· εξ εναντίας μάλιστα, ευχαριστούμενοι εκ

του έργου, πολλάκις περιφρονούμεν τον εργάτην αυτού. Ούτω μας

τέρπουσι τα μύρα και της αλουργίδος το χρώμα, αλλά τους βαφείς

και τους μυρεψούς θεωρούμεν ως αγενείς τινας και βαναύσους

τεχνίτας. Διά τούτο δίκαιον είχεν ο Αντισθένης (422) όταν

ήκουσεν ότι ο Ισμηνίας (423) ήτον σπουδαίος αυλητής, ν'

αποκριθή· «Αλλ' είναι άνθρωπος μοχθηρός· άλλως δεν θα ήτον

αυλητής τοσούτον σπουδαίος». Ο δε Φίλιππος είπε προς τον υιόν

του (424), όστις εις συμπόσιον είχε ψάλει μετά πολλής τέχνης

και χάριτος· «Δεν εντρέπεσαι να ψάλλης τόσον καλώς;» Διότι

αρκεί αν Βασιλεύς καιρόν έχη ν' ακούη άλλους ψάλλοντας, και

πολύ θυσιάζει εις τας Μούσας όταν γίνηται θεατής άλλων εις

τοιούτους αγώνας ασχολουμένων.

Β. Η δ' ενασχόλησις προς τα ταπεινά εξελέγχεται εκ του ότι υπέρ

των αχρήστων τις κοπιών, παραμελεί τα καλά, και ουδείς ευγενής

νέος υπάρχει όστις, διότι είδε τον Δία εν Πίση (425) επεθύμησε

να γίνη Φειδίας (426), ή την Ήραν εις το Άργος, Πολύκλειτος

(427), ουδ' Ανακρέων ή Φιλήμων ή Αρχίλοχος (428), διότι τω

ήρεσαν αυτών τα ποιήματα. Δεν είναι αναγκαίον, αν έργον τι

τέρπη διά την χάριν του, να είναι περισπούδαστος και ο εργάτης

αυτού. Όθεν ουδ' ωφελούσι τα τοιαύτα Θεάματα, τα μη εξάπτοντα

ζήλον μιμήσεως, ουδ' εμποιούντα προθυμίαν και ορμήν προς

άμιλλαν. Αλλ' αι πράξεις της αρετής διαθέτουσιν ούτως, ώστε

συγχρόνως και τα έργα να θαυμάζωνται, και οι εργασθέντες αυτά

να είναι επίζηλοι· ώστε των μεν αγαθών της τύχης αγαπώμεν την

κτήσιν και την απόλαυσιν, των δε της αρετής αγαπώμεν τας

πράξεις, και εκείνα μεν θέλομεν να προέρχωνται εις ημάς παρ'

άλλων, ταύτα δε παρ' ημών μάλλον προς άλλους να γίνωνται. Διότι

το καλόν έλκει προς εαυτό την ενέργειαν ημών, και εξορμά ημάς

αμέσως εις πράξεις, και διαρρυθμίζει τα ήθη ημών, την

προαίρεσιν ημών κινούν ουχί διά θεαμάτων μιμήσεως, αλλά δι'

αυτής της του έργου εκθέσεως. Διά ταύτα ενεκρίναμεν και ημείς

να εμμείνωμεν εις την των βίων περιγραφήν, και συνετάξαμεν

δέκατον το βιβλίον τούτο (429), περιέχον τον βίον του

Περικλέους και τον του Φαβίου Μαξίμου, του πολεμήσαντος προς

τον Αννίβαν, ανδρών ομοίων μεν και κατά τας λοιπάς αρετάς,

μάλιστα δε κατά την πραότητα και την δικαιοσύνην, και διότι

εγένοντο ωφελιμώτατοι εις τας πατρίδας των, έχοντες την

υπομονήν να υποφέρωσι την αγνωμοσύνην των δήμων και των

συναρχόντων αυτών. Αν δε ορθώς εσκέφθημεν, θέλει κρίνει έκαστος

εκ των ανωτέρω γραφομένων.

Γ. Ο Περικλής ήτον την φυλήν Ακαμαντίδης, Χολαργεύς δε τον

δήμον (430), γένους και οίκου πατρόθεν και μητρόθεν του

πρώτου· διότι Ξάνθιππος, ο νικήσας εις την Μυκάλην (431) τους

στρατηγούς του βασιλέως, ενυμφεύθη την Αγαρίστην, έγγονον του

Κλεισθένους (432), εκείνου όστις εδίωξε τους Πεισιστρατίδας,

και κατέλυσε γενναίως την τυραννίαν, και έδωκε νόμους, και

κατέστησε την πολιτείαν άριστα συγκεκερασμένην προς ομόνοιαν

και προς σωτηρίαν. Αύτη είδεν εις τον ύπνον της ότι εγέννησε

λέοντα, και μετ' ολίγας ημέρας εγέννησε τον Περικλέα, κατά τα

λοιπά μεν άμεμπτον ως προς την του σώματος μόρφωσιν, την

κεφαλήν όμως έχοντα επιμήκη και ασύμμετρον. Όθεν αι μεν εικόνες

αυτού σχεδόν όλαι φέρουσι περικεφαλαίαν, διότι, ως φαίνεται, οι

τεχνίται δεν ήθελον να τον εκθέσωσιν εις την χλεύην. Οι δ'

Αττικοί ποιηταί τον ωνόμαζον σ χ ι ν ο κ έ φ α λ ο ν, διότι

ενίοτε ονομάζουσι Σχίνον και το σ κ υ λ λ ο κ ρ ό μ μ υ ο ν

(433). Εκ δε των κωμικών ο Κρατίνος (434) λέγει εις τους

«Χ ε ί ρ ο ν α ς» αυτού (435),

Ο Κρόνος ο πρεσβυγενής και η στάσις, αλλήλοις μιγέντες,

τύραννον μέγαν έτεκον, όν κεφαληγερέτην (436)

επικαλούσιν οι θεοί. »

Και πάλιν εις την «Νέμεσιν» αυτού (437)

«Ελθέ, Ζευ ξένιε και μακροκέφαλε (438)»

Ο δε Τηλεκλείδης (439) ποτέ μεν λέγει περί αυτού ότι αμηχανών

διά τα δημόσια πράγματα, εκάθητο εις την πόλιν καρηβαρών

(440), ποτέ δε μόνον ότι εκ κεφαλής ε ν δ ε κ α κ λ ί ν ο υ

(441) μέγαν εξέπεμπε θόρυβον. Ο δ' Εύπολις εν τοις Δήμοις

(442) εξετάζων περί εκάστου των δημαγωγών ανερχομένων εκ του

άδου, όταν ο Περικλής ωνομάσθη τελευταίος, ερωτά·

«Τι εκ των κάτω έφερες κεφάλαιον; (443)»

Δ. Διδάσκαλον δ' αναφέρουσιν οι πλείστοι ότι είχεν εις την

μουσικήν τον Δάμωνα, ού το όνομα λέγουσιν ότι πρέπει να

προφέρηται βραχυνομένης της πρώτης αυτού συλλαβής (444). Ο δ'

Αριστοτέλης λέγει ότι ειργάσθη εις την εκμάθησιν της μουσικής

και παρά τω Πυθοκλείδη (445). Φαίνεται δ' ότι ήτον ο Δάμων

έξοχος σοφιστής (446), και συνεκαλύπτετο διά του ονόματος της

μουσικής, θέλων να κρύψη την πολλήν του δεινότητα· μετά του

Περικλέους δε συνανεστρέφετο, ως αλείπτης (447) και διδάσκαλος

μετ' αθλητού των πολιτικών. Δεν κατώρθωσεν όμως ο Δάμων να μη

γνωρισθή ότι μεταχειρίζετο την λύραν ως πρόσχημα, αλλ' ως

μεγαλοπράγμων και φιλοτύραννος την διάθεσιν, εξωστρακίσθη, και

έδωκεν ύλην εις των κωμικών τα σκώμματα. Ο Πλάτων (448), φερ'

ειπείν, παρεισάγει τινά ερωτώντα αυτόν ούτω·

«Ειπέ μοι πρώτον, σε καθικετεύω. Συ,

ως λέγουν, Χείρων (449), έθρεψας τον Περικλήν.»

Ήκουσε δ' ο Περικλής και τον Ελεάτην Ζήνωνα (450). όστις

επραγματεύετο περί της φύσεως ως ο Παρμενίδης (451), και είχεν

αποκτήσει την συνήθειαν του να συζητή και δι' αντιλογιών να

φέρη εις απορίαν ως και Τίμων ο Φλιάσιος (452) λέγει διά των

εξής·

«Ζήνωνος του διπλογλώσσου (453) το μέγα, δυσδάμαστον

σθένος,

επισταμένου τα πάντα (454).

Ο δε περισσότερον μετά του Περικλέους συναναστραφείς και προ

πάντων βαρύτητα δους εις αυτόν και δημαγωγίας εμβριθέστερον

φρόνημα, και την αξιοπρέπειαν εξυψώσας του ήθους του, ήτον

Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (455), όν οι τότε άνθρωποι «Νουν»

επωνόμαζον, είτε την σύνεσιν αυτού θαυμάσαντες, ήτις εις την

έρευναν της φύσεως εφάνη μεγάλη και έξοχος, είτε διότι πρώτος

ως αρχήν της των όλων διακοσμήσεως έστησεν ουχί την τύχην ή την

ανάγκην, αλλά τον νουν καθαρόν και άκρατον, διαχωρίζοντα τα

όμοια μέρη εις την κοινήν όλων των άλλων ανάμιξιν.

Ε. Τούτον τον άνδρα υπερτάτως θαυμάσας ο Περικλής, και

εντραφείς παρ' αυτώ εις την λεγομένην μετεωρολογίαν, και εις

βαθείας συζητήσεις, ου μόνον είχεν, ως φαίνεται, το φρόνημα

σοβαρόν, και τον λόγον υψηλόν και καθαρόν χυδαίας και

επιτετηδευμένης βωμολοχίας, αλλά και του προσώπου αυτού η

σοβαρότης, μη φαιδρυνομένου εις γέλωτα, και του βαδίσματος η

πραότης, και η σεμνότης της ενδυμασίας, ήν, όταν ωμίλει, το

πάθος ουδέποτε συνετάραττε, και της φωνής του ο αθόρυβος τόνος,

και όσα τοιαύτα, εκίνουν πάντας εις θαυμασμόν και εις έκπληξιν.

Υβριζόμενος δέ ποτε και κακολογούμενος δι' όλης ημέρας υπό

τινος των βδελυρών και ακολάστων ανθρώπων, τον υπέφερε σιωπών

εις την αγοράν, και ασχολούμενος εις υπόθεσιν κατεπείγουσαν. Το

δ' εσπέρας απήλθεν ησύχως εις την οικίαν του, παρακολουθούμενος

υπό του ανθρώπου, όστις πάσαν ύβριν εξετόξευε κατ' αυτού. Όταν

δ' έμελλε να εισέλθη, επειδή ήτον ήδη σκότος, διέταξεν ένα των

υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύσας τον άνθρωπον να τον

φέρη εις την οικίαν του. Ο δε ποιητής Ίων (456) λέγει ότι οι

τρόποι του Περικλέους ήσαν αλαζωνικοί και μάλλον τετυφωμένοι,

και ότι εις τας μεγαλαυχίας αυτού πολλή ήτον αναμεμιγμένη

υπεροψία και περιφρόνησις των άλλων. Επαινεί δε του Κίμωνος την

χάριν και την γλυκύτητα και την ευγένειαν κατά την

συμπεριφοράν. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Ίωνα, όστις απαιτεί, καθώς

αι τραγικαί παραστάσεις, ούτω και η αρετή να έχη αφεύκτως και

το σατυρικόν αυτής μέρος (457). Τους δ' αποκαλούντας την

σοβαρότητα του Περικλέους τύφον και δοξοκομπίαν προέτρεπεν ο

Ζήνων να δοξοκομπώσι (458) και αυτοί πως κατά τον ίδιον

τρόπον, διότι και η προσποίησις αυτή των καλών διεγείρει κατ'

ολίγον ζήλον αυτών και συνήθειαν.

ΣΤ. Δεν απήλαυσε δε μόνον ταύτα εκ της συναναστροφής του

Αναξαγόρου ο Περικλής, αλλά φαίνεται ότι και δεισιδαιμονίας

εγένετο ανώτερος, ήτις καταπλήττει τους αγνοούντας τας αιτίας

των μετεώρων, όσοι δι' απειρίαν αυτών πληρούνται φόβων και

ταραχής περί τα θεία. Την απειρίαν ταύτην θεραπεύουσα η

φιλοσοφία της φύσεως, αντί της φοβεράς και πυρεσσούσης

δεισιδαιμονίας εμπνέει αληθή ευσέβειαν μετ' αγαθών ελπίδων.

Λέγεται δ' ότι έφερόν ποτε εκ των αγρών κριού μονοκέρου κεφαλήν

εις τον Περικλέα, και ο μεν μάντις Λάμπων, ως είδε το κέρας

φυόμενον ισχυρόν και στερεόν εκ της μέσης του μετώπου, είπεν

ότι εν ώ τότε ήσαν δύο μερίδες ισχυραί εις την πόλιν, η του

Θουκυδίδου (459) και η του Περικλέους, η δύναμις ήθελε

περιέλθει εις ένα, εκείνον εις ού τους αγρούς το σημείον εφάνη.

Ο δ' Αναξαγόρας, κόψας το κρανίον, έδειξεν ότι ο εγκέφαλος δεν

κατείχε πάσαν την βάσιν, αλλ' οξύς ως αυγόν, εξ όλου του

αγγείου είχεν ολισθήσει εις εκείνο το μέρος, όθεν άρχεται η

ρίζα του κέρατος. Και τότε μεν εθαυμάσθη ο Αναξαγόρας υπό των

παρευρεθέντων· ολίγον δ' έπειτα ο Λάμπων, όταν ο μεν Θουκυδίδης

εξέπεσε της αρχής, όλα δε του δήμου τα πράγματα περιήλθον εις

τον Περικλέα. Τίποτε δε, νομίζω, δεν εμπόδιζε και ο φυσικός να

είχε δίκαιον, και ο μάντις, αν ο μεν την αιτίαν, ο δε το τέλος

καλώς ενόησε· διότι του μεν έργον ήτον να θεωρήση πόθεν και πώς

τι εγένετο· του δε, να προειπή προς τι εγένετο και τι σημαίνει.

Οι δε λέγοντες ότι της αιτίας η εύρεσις είναι του σημείου

αναίρεσις, δεν εννοούσιν ότι αρνούνται ομού και τα θεία σημεία

και τα τεχνητά, τους κρότους των δίσκων (460), και των πυρών

τα φώτα, και τας σκιάς των ηλιακών ωρολογίων, ών έκαστον ως έκ

τινος αιτίας και ως εκ της κατασκευής του εγένετο τοιούτον,

ώστε να είναι πράγματός τινος σημείον. Αλλά ταύτα ίσως εις

άλλην ανήκουσι πραγματείαν.

Ζ. Ο δε Περικλής, όταν ήτον νέος, εφοβείτο πολύ τον λαόν και

κατά την μορφήν εφαίνετο ομοιάζων τον τύραννον Πεισίστρατον· η

φωνή του ήτον επίσης γλυκεία, και η γλώσσα του εύστροφος και

ταχεία εις την ομιλίαν, ώστε οι πολύ γέροντες εξεπλήττοντο διά

την ομοιότητα. Επειδή δ' είχε πλούτον και γένος λαμπρόν και

ισχυρούς φίλους, φοβούμενος μη εξοστρακισθή, εις τα πολιτικά

μεν ουδόλως ανεμίγνυτο, εις τας εκστρατείας όμως εδείκνυντο

γενναίος και ριψοκίνδυνος. Αφ' ού δ' ο μεν Αριστείδης απέθανεν,

ο δε Θεμιστοκλής έφυγε, τον δε Κίμωνα εις εκστρατείας

απησχόλουν ως επί το πλείστον εκτός της Ελλάδος, τότε ο

Περικλής προσετέθη εις την δημοτικήν μερίδα, αντί των πλουσίων

και ολίγων προτιμήσας τους πολλούς και πένητας, παρά την φύσιν

αυτού, ήτις ήτον πολύ ολίγον δημοτική. Αλλ' ως φαίνεται,

φοβηθείς μη δώση υπόνοιαν ότι θέλει να γίνη τύραννος, βλέπων δε

τον Κίμωνα αριστοκρατικόν, και πολύ υπό των αρίστων αγαπώμενον,

ηνώθη μετά του λαού, λαμβάνων ούτως ασφάλειαν δι' εαυτόν και

δύναμιν κατ' εκείνου. Ευθύς δ' ήλλαξε και της διαίτης αυτού την

τάξιν και εις μεν την πόλιν εφαίνετο μίαν πάντοτε οδόν

πορευόμενος, την εις την αγοράν και το βουλευτήριον· αφήκε δε

τας προσκλήσεις εις δείπνους, και πάσαν τοιαύτην φιλοφροσύνην·

ώστε καθ' όλον τον χρόνον καθ' όν έπραττε τα πολιτικά, και

ούτος ήτον μακρός, εις ουδενός φίλου του την οικίαν ποτέ

εδείπνησε, εκτός ότι, όταν ενυμφεύετο ο εξάδελφός του

Ευρυπτόλεμος, παραμείνας μέχρι των σπονδών, ευθύς ανεχώρησε·

διότι αι τοιαύται δεξιώσεις ελαττούσι πολύ τον όγκον, και

δυσκόλως εις τας συναναστροφάς δύναται να φυλαχθή η κατ'

επίδειξιν σοβαρότης. Η δ' αληθινή αρετή, όσον περισσότερον

φαίνεται, τόσον φαίνεται ωραιοτέρα· και των αγαθών ανδρών ουδέν

υπάρχει τοσούτον διά τους ξένους θαυμάσιον, όσον ο καθημερινός

αυτών βίος διά τους συναστρεφομένους αυτούς. Ο δε Περικλής

απέφευγε την συνεχή και κατά κόρον κοινωνίαν του δήμου, και

επλησίαζεν εκ διαλειμμάτων μόνον αυτόν, ουδ' ωμίλει επί παντός

πράγματος, ουδ' ενεφανίζετο πάντοτε εις το πλήθος, αλλ' ως η

Σαλαμινία τριήρης (461) λέγει ο Κριτόλαος (462), εις τα

μεγάλα μόνον επιδιδόμενος, τα λοιπά έπραττεν ανατιθέμενος αυτά

εις φίλους και σχετικούς αυτού ρήτορας. Τούτων είς λέγουσιν ότι

ην και ο Εφιάλτης, όστις έπαυσε την δύναμιν της Βουλής του

Αρείου Πάγου, πολλήν, κατά τον Πλάτωνα, και άκρατον εις τους

πολίτας την ελευθερίαν οινοχοών (463). Τότε, λέγουσιν οι

κωμικοί ποιηταί, ο δήμος, ως ίππος αφηνιάσας, δεν εγνώριζε

πλέον χαλινόν πειθαρχίας, αλλ' εδάγκανε την Εύβοιαν, και επήδα

εις τας νήσους (464).

Η. Ρυθμίζων δε τον λόγον του εναρμονίως ως όργανον προς του

βίου αυτού το σύστημα και προς του φρονήματός του το μέγεθος,

παρενέβαλλε (465) πολλαχού τον Αναξαγόραν, διά των περί φύσεως

πραγματειών χρωματίζων ούτως ειπείν την ρητορίαν του. Διότι

πλην του ότι ην ευφυής, απέκτησε και εκ της περί την φύσιν

θεωρίας το ύψος εκείνο του πνεύματος, δι' ού κατώρθου τα πάντα,

ως λέγει ο θείος Πλάτων (466), και εξ αυτού εις την τέχνην των

λόγων εφαρμόζων ότι ήν πρόσφορον εις αυτήν, ανεδείχθη πολύ

ανώτερος όλων. Εκ τούτου λέγεται ότι τω εδόθη και η επωνυμία,

αν καί τινες, φρονούσιν ότι επωνομάσθη Ολύμπιος διά τα μνημεία

δι' ών εκόσμησε την πόλιν, άλλοι δε διά την δύναμιν ής

απελάμβανεν ως πολιτικός ανήρ και ως στρατηγός. Δεν είναι δε

απίθανον ότι πάντα ταύτα τα προσόντα συνέδραμον όπως απαρτίσωσι

του ανδρός την δόξαν. Αι δε κωμωδίαι των τότε ποιητών, πολλά ή

σπουδαίως ή προς γέλωτα κατ' αυτού φωνασκούντων, δηλούσιν ότι η

προσωνυμία τω εδόθη διά τον λόγον του μάλιστα, διότι λέγουσιν

ότι εβρόντα και ήστραπτεν όταν εδημηγόρει (467), και ότι έφερε

φοβερόν κεραυνόν εις την γλώσσαν του. Αναφέρεται δε και λόγος

τις Θουκυδίδου του Μιλησσίου, όν είπε αστειευόμενος περί της

Ρητορικής του Περικλέους δεινότητος. Ο Θουκυδίδης ούτος ην εκ

των επισημοτάτων πολιτών, και πολύν χρόνον αντιπολιτευόμενος

κατά του Περικλέους· ερωτηθείς δ' υπό του Αρχιδάμου, του

βασιλέως των Λακεδαιμονίων, αν αυτός ή ο Περικλής παλαίη

καλλίτερα, «όταν, είπεν, εγώ τον ρίψω κατά γης παλαίων, εκείνος

αντιλέγων, ότι δεν έπεσε, νικά, και μεταπείθει τους θεατάς».

Ήτον δε λίαν περιεσκεμμένος ο Περικλής ως προς τον λόγον, ώστε

όταν ανέβαινεν εις το βήμα, ηύχετο πάντοτε προς τους Θεούς ουδέ

λέξις ανάρμοστος προς το προκείμενον να πέση εκ των χειλέων του

χωρίς της θελήσεώς του. Και έγγραφον μεν ουδέν αφήκε, πλην των

ψηφισμάτων αυτού· αποφθέγματα δ' ολίγιστα αυτού

απομνημονεύονται· ως ότι είπε ν' αφαιρέσωσι την Αίγιναν, ως

λήμην (468) του Πειραιώς, και άλλοτε έλεγεν ότι βλέπει τον

πόλεμον ταχεί βήματι επερχόμενον εκ Πελοποννήσου. Προς τον

Σοφοκλέα δε, επαινέσαντα ωραίον παιδίον όταν ποτέ συνεξέπλεε

και συνεξεστράτευε μετ' αυτού (469), «Ο στρατηγός, είπεν, ω

Σοφόκλεις, πρέπει να έχη ου μόνον τας χείρας, αλλά και τας

όψεις καθαράς». Ο δε Στησίμβροτος (470) λέγει, ότι εγκωμιάζων

από του βήματος τους εν Σάμω πεσόντας, είπεν ότι έγινον

αθάνατοι ως οι Θεοί· διότι δεν βλέπομεν τους Θεούς, αλλ' εκ των

τιμών άς έχουσι και εκ των αγαθών ά παρέχουσι συμπεραίνομεν ότι

είναι αθάνατοι. Το αυτό λοιπόν συμβαίνει και ως προς τους υπέρ

πατρίδος αποθανόντας.

Θ. Επειδή δ' ο Θουκυδίδης (471) χαρακτηρίζει ως αριστοκρατικόν

το πολίτευμα του Περικλέους, και λεγόμενον μεν μόνον

δημοκρατίαν, αληθώς δ' όν ενός και πρώτου ανδρός εξουσίαν,

άλλοι δε λέγουσιν ότι υπ' εκείνου κατά πρώτον ο δήμος έλαβε

κληρουχίας και θεωρικά και μισθών διανομάς, και εκακοσυνείθισε,

και αντί σώφρονος και εργατικού έγινεν εξ αιτίας των πολιτικών

διατάξεων τούτων, πολυτελής και ακόλαστος, ας εξετασθή διά των

πραγμάτων αυτών η αιτία της μεταβολής. Και κατ' αρχάς μεν, ως

ανωτέρω είπομεν, εις την δόξαν του Κίμωνος αντιταττόμενος,

επεριποιείτο τον δήμον. Αλλά δεν είχεν όσον εκείνος πλούτον και

χρήματα, δι' ών ο Κίμων εκέρδιζε τους πτωχούς, δίδων καθ'

ημέραν δείπνον εις τους Αθηναίους όσοι είχον ανάγκην, και τους

γέροντας ενδύων, και αφαιρών τους φραγμούς των κήπων του, όπως

λαμβάνωσιν επί αυτών οπωρικά όσοι ήθελον. Διά ταύτα, βλέπων ο

Περικλής υπερτερούσαν του αντιπάλου του την δημοτικότητα,

ετράπη εις των δημοσίων πόρων την διανομήν, κατά συμβουλήν

Δημωνίδου του εξ Οίης (472), ως ιστορεί ο Αριστοτέλης. Και

ταχέως διά θεωρικών (473) και δικαστικών χρημάτων, και δι'

άλλων μισθοδοσιών και χορηγιών δελεάσας το πλήθος,

μετεχειρίζετο αυτό κατά της Βουλής του Αρείου Πάγου, ής μέλος

δεν ήτον ο ίδιος, διότι δεν είχε κληρωθή ποτέ ούτε άρχων, ούτε

θεσμοθέτης, ούτε βασιλεύς, ούτε πολέμαρχος (474). Διότι αι

αρχαί αύται ήσαν ανέκαθεν κληρωταί (475) και δι' αυτών, όσοι

επεδοκιμάζοντο ως καλώς άρξαντες, ανέβαινον εις Άρειον Πάγον.

Διά τούτο, όταν ο Περικλής έλαβε μείζονα ισχύν εν τω δήμω,

στάσεις αντεξήγειρε κατά της Βουλής ταύτης, ώστε εφηρέθησαν μεν

απ' αυτής αι πλείσται κρίσεις (476) διά του Εφιάλτου,

εξωστρακίσθη δ' ο Κίμων ως φιλολάκων και ως μισόδημος, αυτός

όστις ουδενός ην κατώτερος κατά γένος και πλούτον, καλλίστας δε

νίκας ενίκησε κατά των βαρβάρων, και πολλών χρημάτων και

λαφύρων ενέπλησε την πόλιν, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου.

Τοσαύτην επιρροήν εξήσκει επί του δήμου ο Περικλής.

I. Η διάρκεια της δι' εξοστρακισμού εξορίας ήτον ωρισμένη εις

δέκα έτη. Εν δε τω μεταξύ χρόνω εισήλασαν οι Λακεδαιμόνιοι μετά

μεγάλου στρατού εις την χώραν των Ταναγραίων (477), και ευθύς

οι Αθηναίοι ώρμησαν επί αυτούς. Τότε δ' επανελθών ο Κίμων εκ

της φυγής, κατετάχθη ένοπλος εις τον λόχον των φυλετών του

(478), και ήθελε δι' έργων ν' αποπλυθή από της κατηγορίας του

λακωνισμού, συγκινδυνεύσας μετά των πολιτών. Αλλ' οι φίλοι του

Περικλέους συνενωθέντες, τον απεδίωξαν ως φυγάδα. Διά τούτο

μάλιστα φαίνεται ότι ο Περικλής κατ' εκείνην την μάχην μετά

πολλής ανδρείας επολέμησε, και διεκρίθη υπέρ πάντας, αδιαφορών

διά την σωτηρίαν του. Έπεσαν δ' εις αυτήν και πάντες ομού οι

φίλοι του Κίμωνος, όσους ο Περικλής ομού μετ' αυτού κατηγόρει

ως λακωνίζοντας. Και ισχυρά μεταμέλεια κατέλαβε τους Αθηναίους,

και πόθος του Κίμωνος, διότι ενικήθησαν εις τα μεθόρια της

Αττικής, περιέμενον δε βαρύν τον πόλεμον κατά το επόμενον έαρ.

Εννοήσας δε τας διαθέσεις ταύτας ο Περικλής, δεν παρέλειψε να

ευχαριστήση το πλήθος, αλλά γράψας ψήφισμα, εκάλεσεν ο ίδιος

οπίσω τον άνδρα, και εκείνος επανελθών, έκλεισε την ειρήνην

μεταξύ των δύο πόλεων· διότι οι Λακεδαιμόνιοι είχον σχέσιν προς

αυτόν, εν ώ απεστρέφοντο τον Περικλήν και τους άλλους

δημαγωγούς. Τινές δε λέγουσιν ότι το ψήφισμα της επανόδου του

Κίμωνος δεν εγράφη υπό του Περικλέους πριν γίνωσι μεταξύ αυτών

μυστικαί συνθήκαι δι' Ελπινίκης της αδελφής του Κίμωνος, καθ'

άς ο μεν Κίμων ν' αναχωρήση μετά διακοσίων πλοίων, στρατηγών

εκτός της Αττικής, και καταστρέφων του βασιλέως την χώραν ο δε

Περικλής να έχη την δύναμιν εις την πόλιν. Και πρότερον δε

φαίνεται ότι η Ελπινίκη είχε καταστήσει τον Περικλέα πραότερον

προς τον Κίμωνα, όταν εδικάζετο την θανατικήν δίκην. Τότε ήτον

και ο Περικλής είς των υπό του δήμου εκλεχθέντων κατηγόρων.

Ήλθε δε προς αυτόν η Ελπινίκη και τον παρεκάλει. Μειδιάσας δ'

εκείνος, «Ω Ελπινίκη, τη είπεν, είσαι γραία, ώστε τοιαύτα

πράγματα να διαπραγματεύησαι.» Ουχ ήττον όμως άπαξ μόνον έλαβε

τον λόγον εις το δικαστήριον, καθ' ό ηναγκασμένος εκ της

εκλογής, και ανεχώρησε κατηγορήσας αυτόν ολιγώτερον όλων των

άλλων. Πώς λοιπόν να πιστεύση τις τον Ιδομενέα (479), όταν

κατηγορή τον Περικλέα ότι τον δημαγωγόν Εφιάλτην, όστις ήτον

φίλος του και κοινωνός των πολιτικών του ενεργειών,

εδολοφόνησεν εκ ζηλοτυπίας, και φθονών την δόξαν του; Δεν

ηξεύρω δε πόθεν συνέλεξε ταύτα, και τα επέχυσεν ως χολήν εις

άνδρα ουχί μεν ίσως εντελώς ανεπίληπτον, αλλ' έχοντα το φρόνημα

ευγενές και την ψυχήν φιλότιμον, εξ ής ουδέν βλαστάνει πάθος

σκληρόν τοσούτον και θηριώδες. Αλλά τον μεν Εφιάλτην, όστις

ήτον φοβερός κατά των ολιγαρχικών, και άκαμπτος εις την

καταδίωξιν και την απαίτησιν ευθύνης παρά των αδικούντων τον

δήμον, επιβουλευθέντες οι εχθροί αυτού δι' Αριστοδίκου του

Ταναγρικού, τον εθανάτωσαν κρυφίως, ως λέγει ο Αριστοτέλης. Ο

δε Κίμων απέθανεν εις την Κύπρον στρατηγών (480).

ΙΑ. Οι δ' αριστοκράται, βλέποντες τον Περικλέα και πρότερον ήδη

μέγιστον όντα των πολιτών, και θέλοντες να υπάρχη τις εις την

πόλιν όστις ν' αντιταχθή εις αυτόν, και να μετριάζη την δύναμίν

του, ώστε να μη καταντήση εντελώς μοναρχία, αντέταξαν εις αυτόν

διά να τον εναντιώται τον Θουκυδίδην εξ Αλωπεκής (481), άνδρα

σώφρονα και συγγενή του Κίμωνος. Ούτος ολιγώτερον μεν πολεμικός

του Κίμωνος, αλλ' εμπειρότερος της αγοράς και των πολιτικών,

κατοικών πάντοτε εις την πόλιν, και εις το βήμα αγωνιζόμενος

κατά του Περικλέους, ταχέως αποκατέστησε την ισορροπίαν εις το

πολίτευμα· διότι δεν αφήκε τους καλούς καγαθούς άνδρας, ως

ελέγοντο τότε οι άριστοι, να διασπαρώσιν εις τον δήμον και να

συναναμιγώσι μετ' αυτού, ως πρότερον, ότε η αξία αυτών

επεσκοτίζετο υπό του πλήθους. Αλλά χωρίσας αυτούς, και εις έν

συνάψας όλην αυτών την δύναμιν, έδωκε μείζονα βαρύτητα εις

αυτούς, και ούτω κατώρθωσεν υπέρ αυτών να κλίνη η πλάστιγξ.

Διότι υπήρχε πριν δυσδιάκριτός τις περιπλοκή (482) αυτών, ως

παρατηρείται εις του σιδήρου τα μόρια, υποφαίνουσα όμως την

υφισταμένην διαφοράν μεταξύ των δημοτικών και των

αριστοκρατικών διαθέσεων. Εκείνων όμως των ανδρών η άμιλλα και

η φιλοδοξία, βαθυτάτην χαράξασα εντομήν, έκαμεν ώστε μέρος μεν

των πολιτών να καλήται δήμος, μέρος δε ολιγάρχαι. Όθεν και

τότε, εις τον δήμον μάλιστα αφείς τας ηνίας ο Περικλής,

επολιτεύετο ούτως, ώστε αυτόν να ευχαριστή, επιτηδευόμενος να

υπάρχη εις τας Αθήνας πάντοτε ή θέαμά τι πανηγυρικόν, ή

συμπόσιον, ή πομπή, διασκεδάζων την πόλιν δι' ευγενών ηδονών,

και πέμπων ενταυτώ και εξήκοντα κατ' έτος τριήρεις, εφ' ών

πολλοί των πολιτών έπλεον οκτώ μήνας έμμισθοι, μελετώντες και

μανθάνοντες συγχρόνως τα ναυτικά. Προς δε τούτοις έστειλε

χιλίους κληρούχους (483) εις την Χερρόνησον (484),

πεντακοσίους εις την Νάξον, τους ημίσεις αυτών εις την Άνδρον,

και εις την Θράκην χιλίους, όπως κατοικήσωσι μετά των Βισαλτών

(485). Άλλους δ' έστειλεν εις Ιταλίαν, όταν ωκίζετο η Σύβαρις,

ήν ωνόμασαν Θουρίους (486). Έπραττε δε ταύτα ελαφρών την πόλιν

από όχλου αργού και φιλοταράχου, θεραπεύων δε του λαού την

ένδειαν, φρουράν δ' οικίζων επίφοβον πλησίον των συμμάχων, όπως

μη επαναστατώσιν.

ΙΒ. Αλλ' ό,τι προ πάντων έτερψε και εκόσμησε τας Αθήνας, και

μεγάλως εξέπληξε τους άλλους ανθρώπους, και μόνον μαρτυρεί ως

μη ψευδή την φημιζομένην εκείνην δύναμιν και τον παλαιόν της

Ελλάδος όλβον, είναι η των μνημείων κατασκευή, ά ανήγειρεν εν

Αθήναις. Διά τούτο το πολιτικόν αυτού έργον εφθόνουν κυρίως τον

Περικλέα οι εχθροί του, και τον κατηγόρουν εις τας εκκλησίας

βοώντες, ότι «ο μεν δήμος ατιμάζεται και υβρίζεται διότι έλαβεν

εκ Δήλου τα κοινά των Ελλήνων χρήματα (487)· την δε πρόφασιν

ήν εδύνατο ευλογοφανώς να προτείνη εις τους κατηγόρους, ότι

φοβηθείς τους βαρβάρους επήρεν εκείθεν τα κοινά χρήματα και τα

φυλάττει εις οχυρόν τόπον, και αυτήν ο Περικλής την ανήρεσε·

και η Ελλάς φαίνεται δεινώς υβριζομένη, και τυραννείται

προδήλως, βλέπουσα ότι διά των όσων αυτή κατ' ανάγκην

συνεισφέρει διά τον πόλεμον, ημείς καταχρυσούμεν και

καλλωπίζομεν την πόλιν ημών, ως γυναίκα φιλάρεσκον, κοσμουμένην

διά πολυτελών λίθων, δι' αγαλμάτων και διά ναών χιλιοταλάντων

(488)» Αλλ' ο Περικλής, απαντών εις ταύτα, έλεγε προς τον

δήμον, ότι των χρημάτων ουδένα οφείλουσι λόγον εις τους

συμμάχους, διότι οι Αθηναίοι πολεμούσιν υπέρ εκείνων, και

βιάζουσι μακράν να μένωσι τους βαρβάρους, εν ώ εκείνοι ούτε

ίππον, ούτε πλοίον, ούτε οπλίτην, αλλά χρήματα συνεισφέρουσι

μόνον· ταύτα δ' ότι ανήκουσιν ουχί εις τους δίδοντας, αλλ' εις

τους λαμβάνοντας, αν τοις χορηγώσιν εκείνα δι' ά τα έλαβον.

Πρέπει δε, αφ' ού η πόλις είναι ικανώς εφωδιασμένη διά των προς

τον πόλεμον, να καταναλίσκηται η ευπορία αυτής εις τα πράγματα

εξ ών, αφ' ού γίνωσι, θέλει αρυσθή δόξαν αθάνατον, έν ώ δε

γίνονται μετέχει ευπορίας ετοίμης, διότι δι' αυτών αναφαίνεται

παντοδαπή εργασία και ποικίλαι ανάγκαι, πάσαν μεν διεγείρουσαι

τέχνην, πάσαν δε χείρα κινούσαι, και έμμισθον καθιστώσαι σχεδόν

όλην την πόλιν, ήτις αφ' εαυτής και κοσμείται και τρέφεται.

Διότι εις μεν τους έχοντας ηλικίαν και ρώμην, αι εκστρατείαι

παρείχον αφορμήν να μετέχωσι της κοινής ευπορίας· θέλων δ' ώστε

και ο βάναυσος όχλος, ο μη κατατεταγμένος εις τον στρατόν, ούτε

χρηματικών να στερήται ωφελημάτων, ούτε να λαμβάνη αυτά εν

αργία και οκνηρία, εισήγαγεν εις τον δήμον μεγάλας επιχειρήσεις

οικοδομών, και σχέδια έργων μακροχρονίων και πολυτέχνων, όπως

έχωσιν αφορμήν, ως οι πλέοντες, οι φρουρούντες και οι

εκστρατεύοντες, ούτω και οι οίκαδε μένοντες, να ωφελώνται και

να μετέχωσι των δημοσίων χρημάτων. Διότι όπου ύλη μεν

κατηργάζετο ο λίθος, ο χαλκός, ο ελέφας, ο χρυσός, ο έβενος, η

κυπάρισσος (489), οι δ' αυτήν μεταχειριζόμενοι και

κατεργαζόμενοι τεχνίται ήσαν οι τέκτονες, πλάσται, χαλκείς,

λιθουργοί, βαφείς, χρυσού μαλακτήρες (490), ελέφαντος

ζωγράφοι, ποικιλταί, τορευταί· οι δε προμηθευταί και συνεργοί

αυτών, κατά θάλασσαν μεν έμποροι, ναύται, κυβερνήται, κατά

ξηράν δε αμαξουργοί, ζευγηλάται και ηνίοχοι, και σχοινοπλόκοι,

και λινουργοί, και σκυτοτόμοι, και οδοποιοί, και μεταλλείς·

όπου τέχνη, ως στρατηγός, είχε τον εργατικόν και ιδιωτεύοντα

όχλον συντεταγμένον εις ίδιον στράτευμα, όργανον και σώμα της

υπηρεσίας αυτής γινόμενον, εκεί αι διάφοροι ανάγκαι διένειμον

και διέσπειρον την ευπορίαν εις πάσαν, ούτως ειπείν, ηλικίαν

και φύσιν.

ΙΓ. Ανέβαινον δε τα έργα, υπερήφανα κατά το μέγεθος, αμίμητα δε

την μορφήν και την χάριν, και μεγάλη ην των τεχνιτών η

φιλοτιμία να υπερβώσι την δημιουργικήν επίνοιαν διά της

καλλιτεχνικής εντελείας, και θαυμάσιον ην το τάχος της προόδου

αυτών. Διότι εν ώ έκαστον ενομίζετο ότι μόλις μετά πολλάς

αρχόντων διαδοχάς και μετά πολλάς ηλικίας εδύνατο να φθάση εις

τέλος, όλα ομού συνετελέσθησαν επί της ακμής της διοικήσεως

ενός μόνου ανθρώπου. Λέγουσιν ότι ακούσας ποτέ ο Ζεύξις τον

ζωγράφον Αγάθαρχον (491) κομπάζοντα ότι ταχέως και ευκόλως

εζωγράφει, είπεν «Εγώ δε ζωγραφώ βραδέως». Διότι η ευχέρεια και

η ταχύτης της κατασκευήν δεν δίδει εις το έργον βαρύτητα

μόνιμον, ουδέ καλλονής ακρίβειαν· ο δε καιρός όν ο τεχνίτης

δανείζει εις την επιμέλειαν της παραγωγής, τω αποδίδεται εις

δύναμιν και εις σωτηρίαν του παραχθέντος. Διά τούτο έτι μάλλον

θαυμάζονται τα έργα του Περικλέους, ότι εντός ολίγου χρόνου

έγιναν τοιαύτα, ώστε να ζήσωσι χρόνον πολύν. Διότι κατά μεν το

κάλλος του έκαστον αυτών ην ευθύς τότε αρχαίον, κατά δε την

ακμήν αυτού είναι μέχρι τούδε πρόσφατον έτι και καινουργές.

Ούτως επιπνέει εις αυτά νεότης διατηρούσα ανέπαφον πάντοτε υπό

του χρόνου την όψιν αυτών, ως αν είχον τα έργα πνεύμα αειθαλές

εγκαταμεμιγμένον και ψυχήν μη γηράσκουσαν. Πάντων δε τούτων

διευθυντήν και επιτηρητήν είχε τον Φειδίαν, ει και εκάστου

έργου προΐσταντο μεγάλοι αρχιτέκτονες και τεχνίται· διότι τον

μεν Εκατόμπεδον Παρθενώνα (492) ηργάζετο ο Καλλικράτης και ο

Ικτίνος, το δε τελεστήριον της Ελευσίνος (493) ήρχισε μεν να

οικοδομή ο Κόροιβος, και έστησε τους στήλους οίτινες υψούνται

από του εδάφους, και τους ήνωσεν άνωθεν διά των επιστηλίων· αφ'

ού δ' απέθανεν ούτος, ο Ξυπέτιος (494) Μεταγένης έστησεν επί

αυτών το διάζωμα και τους άνω κίονας (495). Τον δε φεγγίτην

εις την κορυφήν του Ανακτόρου (496) προσέθηκε Ξενοκλής ο

Χολαργεύς (497). Το μακρόν δε τείχος περί ού ο Σωκράτης λέγει

ότι ήκουσεν ο ίδιος γνωμοδοτούντα τον Περικλήν, έλαβεν εις

εργολαβίαν ο Καλλικράτης (498). Κωμωδεί δε το έργον ο

Κρατίνος, ως Βραδέως προχωρούν·

«Διά των λόγων,

Λέγει

προ πολλού ο Περικλής

το κτίζει· πλην δι' έργων ουδέ το κινεί».

Το δε Ωδείον (499), κατά μεν την εντός διάταξιν πολύεδρον,

έχον δε κεκλιμένην και κατωφερή την οροφήν, εις έν σημείον

κορυφουμένην, λέγουσιν ότι έγινε κατ' εικόνα και μίμησιν της

σκηνής του Βασιλέως, υπό την επιστασίαν του Περικλέους και

τούτο. Διά τούτο και πάλιν ο Κρατίνος εις τας Θράττας (500)

κωμωδεί αυτόν ούτως·

«Προσέρχεται ο Ζευς ο σχινοκέφαλος,

ο Περικλής, και επί του κρανίου του

τ' Ωδείον έχει, τ' όστρακον (501) αποφυγών.

Φιλοτιμούμενος δ' ο Περικλής, τότε πρώτον εψήφισε να τελήται

αγών μουσικός εις τα Παναθήναια, και εκλεχθείς αθλοθέτης,

διέταξεν ο ίδιος πώς οι αγωνιζόμενοι να αυλώσι, να ψάλλωσιν ή

να κιθαρίζωσι. Και τότε δε, και καθ' όλον τον άλλον καιρόν εκεί

ήτον των μουσικών αγώνων το θέατρον. Το δε Προπύλαια της

Ακροπόλεως ωκοδομήθησαν εν πενταετία, διά του αρχιτέκτονος

Μνησικλέους. Τύχη δε θαυμαστή συμβάσα επί της οικοδομής,

απέδειξεν ότι η Θεά ου μόνον δεν δυσηρεστείτο προς το έργον,

αλλά και συνετέλει εις αυτό και συνεβοήθει. Ολισθήσας έπεσεν εκ

του ύψους ο εργατικώτατος και προθυμότατος των τεχνιτών, και

ήτον εις κακίστην κατάστασιν, ώστε οι ιατροί τον απήλπισαν.

Τούτο έθλιβε τον Περικλέα· η δε Θεά, φανείσα κατ' όναρ, τω

παρήγγειλε θεραπείαν, ήν ακολουθήσας ο Περικλής, ταχέως και

ευκόλως ιάτρευσε τον άνθρωπον. Επί τούτω έστησεν εις την

Ακρόπολιν το χαλκούν άγαλμα της Υγείας Αθηνάς πλησίον του βωμού

αυτής, όστις και πρότερον υπήρχεν, ως λέγουσιν (502) Ο δε

Φειδίας ηργάζετο της Θεάς το χρυσούν άγαλμα (503), και επί της

στήλης (504) είναι γεγραμμένον ότι αυτός είναι ο τεχνίτης

αυτού. Όλα δε σχεδόν ήσαν εις αυτόν ανατεθειμένα, και δι' όλα,

ως είπομεν, επεστάτει επί των τεχνιτών εκ φιλίας προς τον

Περικλέα. Τούτο δ' έδωκεν αφορμήν εις φθόνον και εις υβριστικάς

συκοφαντίας, ότι ο Φειδίας προς χάριν του Περικλέους υπεδέχετο

ελευθέρας γυναίκας, ερχομένας να ιδώσι τα έργα. Του λόγου δε

τούτου δραττόμενοι οι κωμικοί, αφθόνως τω προσήψαν ακολασίαν,

διαβάλλοντες αυτόν διά την γυναίκα του Μενίππου, ανδρός φίλου

και υπ' αυτόν στρατηγούντος, και διά τας ορνιθοτροφίας του

Πυριλάμπους, όστις, φίλος ων του Περικλέους, κατηγορείτο ότι

έστειλε κρυφίως παγώνια εις τας γυναίκας μεθ' ών ο Περικλής

είχε σχέσιν (505). Και πώς να θαυμάση τις δι' ανθρώπους

επάγγελμα έχοντας τον σατυρισμόν, και οίτινες προσφέρουσιν

εκάστοτε θυσίαν ευάρεστον εις του πλήθους τον φθόνον, ως εις

κακόν δαίμονα, τας κατά των αρίστων βλασφημίας, όταν και αυτός

ο Στησίμβροτος ο Θάσιος (506) φοβεράν ασέβειαν ετόλμησε να

προσάψη εις τον Περικλέα κατά της γυναικός του υιού του; Τόσον

δύσκολος και δυσέφικτος φαίνεται η αλήθεια εις την ιστορίαν,

όταν οι μεν μεταγενέστεροι έχωσι τον καιρόν επιπροσθούντα, και

εμποδίζοντα των πραγμάτων την γνώσιν, η δε σύγχρονος ιστορία

των πράξεων και των βίων, μέρος μεν ένεκα φθόνων και

δυσμενείας, μέρος δε χαριζομένη και κολακεύουσα, παραμορφοί και

διαστρέφη την αλήθειαν.

ΙΔ. Οι δε περί τον Θουκυδίδην ρήτορες κατεβόων κατά του

Περικλέους ότι κατησώτευε τα χρήματα και κατέστρεφε τας

προσόδους. Τότε ηρώτησεν εκείνος απ' εκκλησίας τον δήμον αν

νομίζη ότι πολλά εδαπανήθησαν· επειδή δ' απεκρίθησαν ότι

πάμπολλα, «Έστω λοιπόν, είπεν, ότι δεν εδαπανήθησαν εκ των

εδικών σας, αλλ' εκ των εδικών μου· και εις τα μνημεία θέλω

επιγράψει την ιδίαν εμού επιγραφήν». Ως δε είπε ταύτα ο

Περικλής, είτε θαυμάσαντες την μεγαλοφροσύνην αυτού, είτε

αντιφιλοτιμούμενοι προς την δόξαν των έργων του, ανέκραξαν

λέγοντες να δαπανήση και να δώση εκ των δημοσίων, χωρίς ουδενός

να φεισθή. Τέλος δε, ανταγωνισθείς προς τον Θουκυδίδην περί

εξοστρακισμού, και διακινδυνεύσας, εκείνον μεν εξώρισε, διέλυσε

δε την αντίπαλον αυτού φατρίαν.

ΙΕ. Αφ' ού λοιπόν έπαυσεν η έρις παντάπασι, και η πόλις έγινε

πάλιν ομαλή και μία ούτως ειπείν, και έφερεν εντελώς υπό την

εξουσίαν του τας Αθήνας, και πάντα τα υπό των Αθηναίων

εξαρτώμενα, τους φόρους, τα στρατεύματα, τας τριήρεις, τας

νήσους, την θάλασσαν, και την πολλήν μεν επί των Ελλήνων,

πολλήν δ' επί των βαρβάρου ισχύν και ηγεμονίαν, δι' εθνών

υπηκόων, διά φιλίας βασιλέων και διά συμμαχίας δυναστών

εξησφαλισμένην, έκτοτε δεν ήτον πλέον ο ίδιος, ουδ' επίσης

ήμερος προς τον δήμον, και εύκολος να υπείκη και να ενδίδη εις

τας επιθυμίας του πλήθους, ως εις τον άνεμον ενδίδει το κύμα.

Αλλ' εκ της χαλαράς εκείνης και υποχωρούσης δημαγωγίας, ως εκ

μαλακής τινος και ανθηράς αρμονίας, μεθήρμοσε την πολιτείαν εις

αριστοκρατικήν και βασιλικήν, και ορθώς και αμέμπτως ο ίδιος

πολιτευόμενος υπέρ του βελτίστου, ωδήγει τον δήμον, ως επί το

πλείστον μεν πείθων και διδάσκων εκόντα αυτόν, ενίοτε όμως και

καταναγκάζων αυτόν λίαν δυσαρεστούμενον, και διά βίας τω

επέβαλλε το συμφέρον· τον ιατρόν εντελώς μιμούμενος, όστις εις

μακρόν και ποικίλον νόσημα ενίοτε μεν ηδονάς παραγγέλλει

μετρίας, ενίοτε όμως πονούντα επιθέτει και σωτήρια φάρμακα. Τα

παντοδαπά δε πάθη, τα φυσικώς αναφυόμενα εις όχλον έχοντα

εξουσίαν τοσούτον μεγάλην, μόνος ήτον ικανός να τα διευθύνη

καταλλήλως, προπάντων ως δύο πηδάλια την ελπίδα και τον φόβον

μεταχειριζόμενος· και την μεν θρασύτητα αυτών εξ αρχής

καταστέλλων, την δ' αθυμίαν μετριάζων και παρηγορών, έδειξεν

ότι η ρητορική είναι, ως διδάσκει ο Πλάτων (507), η

διαμορφωτίς της ψυχής, και ότι το μέγιστον έργον αυτής είναι η

περί τα ήθη και τα πάθη μέθοδος, ως αν ήσαν τόνοι της ψυχής και

φθόγγοι, ούς πρέπει να θίγη τις και να κρούη μετά μεγίστης

επιτηδειότητος. Αιτία δε της επιτυχίας του δεν ήτον απλώς η του

λόγου του δύναμις, αλλ' ως λέγει ο Θουκυδίδης (508), και η

δόξα του βίου του, και η εμπιστοσύνη ήν ενέπνεεν ο ανήρ, διά

της περιφανούς του αφιλοκερδείας, και ανώτερος ων δωροδοκιών.

Καταστήσας την πόλιν εκ μεγάλης μεγίστην και πλουσιωτάτην, και

γενόμενος κατά την δύναμιν ανώτερος πολλών τυράννων και

βασιλέων, ών τινές και διά διαθηκών καταλείπουσιν εις τους

υιούς των τας κτήσεις αυτών, εκείνος ουδέ κατά μίαν δραχμήν

ηύξησε την περιουσίαν ήν τω κατέλιπεν ο πατήρ του.

ΙΣΤ. Την δύναμιν αυτού διηγείται σαφώς ο Θουκυδίδης, αλλ' οι

κωμικοί διαστρέφουσι κακοήθως τα περί αυτής, και νέους μεν

Πεισιστρατίδας καλούσι τους περιστοιχίζοντας αυτόν φίλους,

ζητούσι δε να ομώση αυτός ότι δεν θέλει γίνει τύραννος,

αινιττόμενοι διά τούτου ότι η υπεροχή αυτού είναι υπερβολική

και βαρεία ως προς δημοκρατίαν. Ο δε Τηλεκλείδης (509) λέγει

ότι οι Αθηναίοι τω παρέδωκαν

«Τους των πόλεων φόρους, τας πόλεις αυτάς, να δεσμεύη

αυτάς ή να λύη,

και πετρόκτιστα τείχη, να κτίζη τα μεν, τα δ' εις έδαφος

πάλιν να ρίπτη,

σπονδάς, δύναμιν, κράτος, ειρήνην, προς δε ευτυχίαν και

άφθονον πλούτον.»

Και ταύτα δεν ήσαν πρόσκαιρα, ουδ' ακμή και καρποί πολιτείας

στιγμιαίως ανθούσης, αλλ' επί τεσσαράκοντα μεν έτη επρώτευε

μεταξύ των Εφιαλτών, και των Λεωκρατών, και των Μυρωνιδών, και

των Κιμώνων, και των Τολμιδών και των Θουκυδιδών (510).

Μετά δε την πτώσιν και τον εξοστρακισμόν του Θουκυδίδου,

εξηκολούθησεν έτι η υπεροχή αυτού ουχί ολιγώτερον των δεκαπέντε

ετών. Απολαύσας δε συνεχή διά των ενιαυσίων στρατηγιών την

αρχήν και την δυναστείαν, εφύλαξεν όμως εαυτόν άτρωτον υπό των

χρημάτων· ουχί ότι παρημέλει εντελώς τα χρηματικά του

συμφέροντα, αλλά τον πατρικόν του και νόμιμον πλούτον διέταξε

κατ' οικονομίαν ήν ενόμιζεν αρίστην και ακριβεστάτην, ώστε ούτε

αμελούμενος να καταστραφή, ούτε ν' απαιτή διαρκή αυτού

ασχολίαν, και να τον εμβάλλη εις φροντίδας, και να του αφαιρή

τον καιρόν. Προς τούτο επώλει όλους ομού τους ετησίους καρπούς

του, έπειτα αγοράζων εκ της αγοράς όσα τω ήσαν εκάστοτε

αναγκαία, ούτω διέθετε τον βίον αυτού και την δίαιταν. Διά τον

λόγον τούτον δεν ευχαρίστει τους νέους παίδας, ούτε μεγαλόδωρος

ήτον προς τας γυναίκας, αλλ' εμέμφοντο αύται την τοσούτον

ακριβώς και προς την χρείαν εκάστης ημέρας περιεσταλμένην

δαπάνην αυτού, ήτις δεν υπερεχείλιζεν ως εις τας μεγάλας οικίας

και όπου αφθονία επικρατεί αλλά παν ανάλωμα και πάσα είσπραξις

εβάδιζε κατά μέτρον και αριθμόν. Ο δε διατηρών πάσαν ταύτην την

ακρίβειαν εις την οικίαν αυτού ήτον είς οικέτης, ο Ευάγγελος

(511), ως ουδείς άλλος εκ φύσεως πεπλασμένος ή υπό του

Περικλέους διαπλασθείς διά την οικονομίαν. Ταύτα, όμως ήσαν

όλως εναντία (512) προς την σοφίαν του Αναξαγόρου, αφ' ού

εκείνος και την οικίαν του εγκατέλιπε, και τα χωράφια αυτού

αφήκεν ακαλλιέργητα εις ζώων βοσκάς, υπ' ενθουσιασμού

κινούμενος και μεγαλοφροσύνης. Δεν είναι όμως το ίδιον, νομίζω,

ο βίος του θεωρητικού φιλοσσόφου και ο του πολιτικού· αλλ' ο

μεν φέρει εις τα καλά την διάνοιάν του, ούτε οργάνων ούτε της

εκτός ύλης ανάγκην έχουσαν· ο δε, εφαρμόζων την αρετήν του εις

την ωφέλειαν των ανθρώπων, δύναται να μεταχειρισθή τον πλούτον

ου μόνον διά τ' αναγκαία, αλλά και διά τα καλά. Ούτω

μετεχειρίζετο αυτόν και ο Περικλής, βοηθών πολλούς των πενήτων.

Λέγουσι δε περί του Αναξαγόρου, ότι ενώ ο Περικλής ην υπ'

ασχολιών περιστοιχισμένος, αυτός κατέκειτο παρημελημένος, γέρων

ήδη, και καλύψας την κεφαλήν του, περιέμενε μετά καρτερίας τον

εκ πείνης θάνατον. Ακούσας δ' ο Περικλής το πράγμα, εξεπλάγη,

και έδραμεν ευθύς προς τον άνδρα, πάσαν παράκλησιν εις αυτόν

αποτείνων, και κλαίων ουχί εκείνον, αλλά τον εαυτόν του, αν

ήθελεν απολέσει τοιούτον της πολιτείας σύμβουλον. Τότε δε

λέγουσιν ότι αποκαλύψας την κεφαλήν του ο Αναξαγόρας, είπε προς

αυτόν· «Ω Περίκλεις, όστις έχει χρείαν του λύχνου, χύνει έλαιον

εις αυτόν.»

ΙΖ. Ως δ' ήρχισαν οι Λακεδαιμόνιοι να δυσαρεστώνται διά των

Αθηναίων, την αυξήσιν, παροτρύνων ο Περικλής έτι μάλλον τον

δήμον εις μεγαλοφροσύνην, και εις το να θεωρή εαυτόν μεγάλων

πραγμάτων άξιον, γράφει ψήφισμα, να προσκληθώσι πάντες οι

Έλληνες, οι οπουδήποτε κατοικούντες ή της Ευρώπης ή της Ασίας,

πάσαι αι πόλεις, μικραί ή μεγάλαι, να πέμψωσιν αντιπροσώπους

εις Αθήνας, όπως εν συλλόγω συσκεφθώσι περί των Ελληνικών ιερών

όσα έκαυσαν οι βάρβαροι, και περί των θυσιών άς οφείλουσιν υπέρ

της Ελλάδος, τάξαντες αυτάς εις τους Θεούς, όταν επολέμουν προς

τους βαρβάρους, και περί της θαλάσσης, πώς να πλέωσι πάντες

αφόβως, και πώς να διατηρήσωσι, την ειρήνην. Προς τούτο

απεστάλησαν άνδρες είκοσι, έχοντες ηλικίαν επέκεινα των

πεντήκοντα ετών, πέντε μεν όπως προσκαλέσωσι τους Ίωνας και

τους Δωριείς της Ασίας, και τους νησιώτας μέχρι Λέσβου και

μέχρι Ρόδου· πέντε δε περιήλθον τους τόπους του Ελλησπόντου και

της Θράκης, μέχρι του Βυζαντίου, και πέντε μετά τούτους

απεστάλησαν εις Βοιωτίαν και Φωκίδα και Πελοπόννησον, και

εκείθεν διά των Λοκρών εις τα πλησίον μέρη της Ηπείρου μέχρις

Ακαρνανίας και Αμβρακίας. Οι δε λοιποί επήγον διά της Ευβοίας

εις τους Οιταίους (513) και τον Μαλιέα κόλπον (514), και τους

Φθιώτας, και τους Αχαιούς, και τους Θεσσαλούς, πείθοντες τους

λαούς να έλθωσι και μετάσχωσι της συσκέψεως περί της ειρήνης

και της κοινής συνεννοήσεως της Ελλάδος. Αλλά δεν έγινε τίποτε,

ουδέ συνήλθον αι πόλεις, διότι οι Λακεδαιμόνιοι εναντιώθησαν,

ως λέγεται, και κατά πρώτον η απόπειρα έγεινεν εις την

Πελοπόννησον. Ταύτα διηγήθην διά να δείξω το φρόνημα αυτού και

την μεγαλοφροσύνην.

ΙΗ. Κατά δε τας στρατηγίας διεκρίνετο προ πάντων ως μεριμνών

υπέρ της ασφαλείας· διότι ούτε μάχην συνήπτεν ακουσίως, όταν

ήτον λίαν άδηλος και κινδυνώδης, ούτε εζήλου και εμιμείτο τους

στρατηγούς όσοι, ριψοκινδυνεύοντες, λαμπράν απέκτησαν τύχην και

εθαυμάσθησαν. Έλεγε δε πάντοτε εις τους πολίτας ότι καθ' όσον

εξ αυτού εξαρτάται, θα μείνωσι διά παντός αθάνατοι. Βλέπων δ'

ότι ο Τολμίδης ο υιός του Τολμαίου (515), θαρρών εις τας

προτέρας επιτυχίας του, και εις το ότι μεγάλως ετιμάτο διά τα

πολεμικά αυτού κατορθώματα, ητοιμάζετο ακαίρως να εισβάλη εις

την Βοιωτίαν, και είχε πείσει τους αρίστους και φιλοτιμοτάτους

των εχόντων την στρατεύσιμον ηλικίαν να συνεκστρατεύσωσιν ως

εθελονταί, συμποσούμενοι εις χιλίους, εκτός της άλλης δυνάμεως,

επροσπάθησε ν' αναχαιτίση αυτόν, και τον παρεκάλει εις την

εκκλησίαν του δήμου, ειπών το μνημονευόμενον εκείνο, ότι, αν

δεν πείθηται εις τον Περικλήν, δεν θέλει καν σφάλει περιμένων

τον σοφώτατον σύμβουλον, τον καιρόν. Και τότε μεν ολίγον

επεδοκιμάσθη διά του λόγου τούτου. Μετ' ολίγας δ' ημέρας, όταν

ανηγγέλθη ότι εφονεύθη μεν ο Τολμίδης, νικηθείς περί την

Κορώνειαν, απέθανον δε πολλοί και αγαθοί πολίται, μεγάλην τούτο

έφερε δόξαν εις τον Περικλέα, και μεγάλην εύνοιαν των

συμπολιτών του, διότι εθεωρήθη ως ανήρ φρόνιμος και

φιλοπολίτης.

ΙΘ. Εκ δε των στρατηγιών αυτού επηνέθη προ πάντων η κατά την

Χερρόνησον, γενομένη σωτήριος εις τους εκεί κατοικούντας

Έλληνας· διότι όχι μόνον έφερε χιλίους Αθηναίους εποίκους, και

ενεδυνάμωσε διά των ανδρείων τούτων τας πόλεις, αλλά και το

στενώτερον του ισθμού, διαζώσας δι' οχυρώματος και πύργων από

θαλάσσης εις θάλασσαν, εμπόδισε διά του τείχους τας καταδρομάς

των Θρακών όσοι ήσαν πέριξ της Χερρονήσου· και απέκλεισε τον

βαρύν και συνεχή πόλεμον εις όν ην δι' όλου του χρόνου

εκτεθειμένη η χώρα, επιμιξίαν έχουσα μετά βαρβαρικών

γειτνιάσεων, και γέμουσα ληστών ομόρων και εγχωρίων. Εθαυμάσθη

δε και εφημίσθη προς τους ξένους, όταν περιέπλευσε την

Πελοπόννησον, κινήσας μεθ' εκατόν τριήρεων, εκ των Πηγών της

Μεγαρικής (516)· διότι όχι μόνον επόρθησε πόλεις της παραλίας,

καθώς ο Τολμίδης πρότερον, αλλά και μακράν της θαλάσσης

προχωρήσας μετά των οπλιτών οίτινες ήσαν εκτός των πλοίων, τους

μεν άλλους περιώρισεν εις τα τείχη των, φοβηθέντας αυτού την

έφοδον, εις δε την Νεμέαν (517) τους Σικυωνίους αντιστάντας

και συνάψαντας μάχην, ενίκησε κατά κράτος, και έστησε τρόπαιον.

Λαβών δε στρατιώτας διά τα πλοία του εκ της Αχαΐας, ήτις

διέκειτο φιλικώς, έπλευσε μετά του στόλου του εις την απέναντι

Ήπειρον, και παραπλεύσας τον Αχελώον (518), επέδραμε την

Ακαρνανίαν, και κατέκλεισε τους Οινεάδας εις το τείχος των, και

λεηλατήσας την γην, και βλάψας αυτήν, επέστρεψεν εις τας

Αθήνας, φοβερός μεν φανείς εις τους εχθρούς, άπταιστος δε και

δραστήριος εις τους πολίτας· διότι ουδέν ουδ' εκ τύχης καν

δυστύχημα συνέβη εις τους εκστρατεύσαντας.

Κ. Εις δε τον πόντον εισπλεύσας μετά στόλου μεγάλου και

κεκοσμημένου λαμπρώς, υπέρ μεν των ελληνικών πόλεων κατώρθωσεν

όλα όσων είχον ανάγκην, και προσηνέχθη προς αυτάς φιλανθρώπως·

εις δε τα πέριξ κατοικούντα βάρβαρα έθνη, και τους βασιλείς

αυτών και δυνάστας επέδειξε της δυνάμεώς του το μέγεθος, και

την αφοβίαν, και το θάρρος μεθ' ού έπλεεν όπου ήθελε, και είχεν

υποτάξει πάσαν την θάλασσαν. Εις δε τους Σινωπείς αφήκε

δεκατρία πλοία μετά του Λαμάχου (519), και στρατιώτας κατά του

τυράννου αυτών Τιμησιλάου. Αφ' ού δ' εξεδιώχθη ούτος και οι

οπαδοί αυτού, εψήφισε να πλεύσωσιν εις την Σινώπην Αθηναίοι

εθελονταί εξακόσιοι, και να συγκατοικήσωσι μετά των Σινωπέων,

διανεμηθέντες τας οικίας και την χώραν ήν κατείχον οι τύραννοι

πριν. Ως προς τ' άλλα δε δεν ενέδιδεν εις των πολιτών τας

ορμάς, ουδέ παρεσύρετο μετ' αυτών, όταν επαιρόμενοι διά την

τόσην των δύναμιν και την τόσην των ευτυχίαν, ήθελον ν'

αρχίσωσι πάλιν τας κατά της Αιγύπτου επιχειρήσεις των, και ν'

αναστατώσωσι τα παραθαλάσσια μέρη της επικρατείας του βασιλέως.

Πολλούς δ' είχε καταλάβει και ο δυστυχής εκείνος και ολέθριος

έρως της Σικελίας, όν ύστερον εκορύφωσαν οι περί τον Αλκιβιάδην

ρήτορες. Τινές δε ωνειρεύοντο και την Τυρρηνίαν και την

Καρχηδόνα, και δεν ήσαν εστερημένοι ελπίδος, διά το μέγεθος της

ηγεμονίας ήν εξήσκουν οι Αθηναίοι, και διά την διηνεκή των

πραγμάτων επιτυχίαν.

ΚΑ. Αλλ' ο Περικλής εκώλυε την εκστρατείαν ταύτην, και

ανεχαίτιζε την πολυπραγμοσύνην, και το πλείστον της δυνάμεως

έτρεπεν εις φύλαξιν και ασφάλειαν των όσων είχον χωρών, μέγα

πράγμα φρονών το να συνέχη τους Λακεδαιμονίους, εις ούς

ηναντιούτο πάντοτε, ως και δι' άλλων πολλών το έδειξε, και δι'

όσων έγιναν κατά τον ιερόν πόλεμον. Εν ώ είχον το ιερόν οι

Φωκείς, εκστρατεύσαντες εκεί οι Λακεδαιμόνιοι, το έδωκαν εις

τους Δελφούς· αλλ' άμα αυτοί ανεχώρησαν, επελθών ο Περικλής,

μετά στρατευμάτων, πάλιν εισήγαγε τους Φωκείς, και ως οι

Λακεδαιμόνιοι ενέγραψαν εις το μέτωπον του χαλκού λύκου (520)

το δικαίωμα του να μαντεύωνται προ των άλλων, ό έδωκαν εις

αυτούς οι Δελφοί, ούτω και αυτός, λαβών υπέρ των Αθηναίων το

αυτό της προμαντείας δικαίωμα, το εχάραξεν εις του ιδίου λύκου

την δεξιάν πλευράν.

ΚΒ. Ότι δ' ορθώς έπραξε συνέχων εντός της Ελλάδος την δύναμιν

των Αθηναίων, αυτά τα γεγονότα το εμαρτύρησαν. Διότι πρώτον μεν

απεστάτησαν οι Ευβοείς, και διέβη μετά δυνάμεως κατ' αυτών.

Ευθύς δ' έπειτα ανηγγέλθη ότι Μεγαρείς εκήρυξαν τον πόλεμον,

και ότι εχθρών στράτευμα ήτον εις τα όρια της Αττικής, υπό την

στρατηγίαν του Πλειστάνακτος, του Βασιλέως των Λακεδαιμονίων.

Πάλιν λοιπόν ο Περικλής ταχέως επέστρεψεν εξ Ευβοίας διά τον

πόλεμον όστις ήτον εν Αττική. Και να έλθη μεν εις χείρας δεν

ετόλμησε, διότι ήσαν πολλοί και ανδρείοι οπλίται οι

προκαλούντες αυτόν εχθροί. Βλέπων δ' ότι ο Πλειστάναξ ήτον όλως

νέος, και ότι πρώτιστον σύμβουλον είχε τον Κλεανδρίδην, όν οι

έφοροι έπεμψαν μετ' αυτού ως πάρεδρον και ως φύλακα, ένεκα της

ηλικίας του, ήρχισε να δοκιμάζη αυτόν κρυφίως· και διαφθείρας

αυτόν ταχέως διά χρημάτων, τον κατέπεισε ν' αποσύρη της Αττικής

τους Πελοποννησίους. Ως δ' ανεχώρησε το στράτευμα και διελύθη

εις τας πόλεις, οι Λακεδαιμόνιοι αγανακτούντες διά τούτο· εις

μεν τον βασιλέα επέβαλον χρημάτων πρόστιμον, ό μη έχων ν'

αποτίση, ανεχώρησεν εκ της Λακεδαίμονος· τον δε Κλεανδρίδην

φεύγοντα κατεδίκασαν εις θάνατον. Ήτον δ' ούτος πατήρ του

Γυλίππου, όστις κατεπολέμησε (521) τους Αθηναίους εις την

Σικελίαν. Φαίνεται δ' ότι η φύσις μετέδωκε και εις τούτον ως

συγγενικόν νόσημα την φιλοχρηματίαν διότι, και αυτός διά κακά

έργα αισχρώς καταδικασθείς, έφυγεν εκ της Σπάρτης. Αλλά ταύτα

εξεθέσαμεν εν τω βίω του Λυσάνδρου (522).

ΚΓ. Εις τον απολογισμόν δε της στρατηγίας του έγραψεν ο

Περικλής δέκα τάλαντα (523), δαπανηθέντα εις τας ανάγκας

(524), και ο δήμος εδέχθη αυτά, χωρίς να πολυερευνήση, ουδέ να

εξελέγξη της δαπάνης το μυστηριώδες. Τινές δε διηγούνται, και

μεταξύ αυτών Θεόφραστος ο φιλόσοφος (5255), ότι κατ' έτος

εστέλλοντο παρά του Περικλέους δέκα τάλαντα εις την Σπάρτην,

δι' ών περιποιούμενος τους έχοντας τας αρχάς, απεμάκρυνε τον

πόλεμον, και εξηγόραζεν ουχί την ειρήνην, αλλά τον καιρόν καθ'

όν, ησύχως ετοιμασθείς, έμελλε να πολεμήση καλλήτερα. Ευθύς

λοιπόν στραφείς κατά των επαναστάντων, και διαβάς εις Εύβοιαν

μετά πεντήκοντα πλοίων και πεντακισχιλίων οπλιτών, κατέστρεψε

τας πόλεις. Και των μεν Χαλκιδέων απεδίωξε τους Ιπποβότας

λεγομένους, οίτινες ήσαν οι κατά πλούτον και δόξαν

διακρινόμενοι μεταξύ αυτών. Τους δ' Εστιαιείς (526) όλους

εκτοπίσας εκ της χώρας αυτών, κατώκισεν εις αυτήν Αθηναίους,

κατ' εκείνων μόνων άκαμπτος δειχθείς, διότι συλλαβόντες πλοίον

αττικόν, εφόνευσαν τους άνδρας.

ΚΔ. Μετά τούτο (527) έγινε συνθήκη ειρήνης επί τριάκοντα έτη

μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, και τότε εψήφισεν

εκστρατείαν κατά της Σάμου, κατηγορών τους Σαμίους ότι

διαταττόμενοι να παύσωσι τον προς τους Μιλησίους πόλεμον αυτών,

δεν υπήκουσαν. Επειδή όμως φαίνεται ότι έπραξε τα περί της

Σάμου προς χάριν της Ασπασίας, εδώ καιρός είναι να εκφράσωμεν

την απορίαν ημών περί ταύτης της γυναικός, ποίαν τέχνην ή ποίαν

δύναμιν είχεν ώστε και τους πρωτίστους των πολιτικών να

καθυποτάξη, και εις τους φιλοσόφους σπουδαίου και πολλού λόγου

να δώση αιτίαν. Κοινώς γνωστόν είναι ότι ήτον Μιλησία το γένος,

θυγάτηρ του Αξιόχου. Λέγουσι δ' ότι κατά παράδειγμα παλαιάς

τινός Ιωνίας, Θαργηλίας, επετέθη κατά των ισχυροτάτων ανδρών.

Διότι η Θαργηλία, ωραία ούσα, και χάριν έχουσα και ευφυίαν,

μετά πολλών μεν εσχετίσθη Ελλήνων, είλκυσε δ' όλους όσοι την

επλησίαζον υπέρ του Βασιλέως, και επειδή ήσαν ούτοι εκ των

μεγίστων και δυνατωτάτων, διέσπειρε δι' αυτών λεληθότως εις

πάσας τας πόλεις αρχάς μηδισμού. Περί δε της Ασπασίας τινές μεν

λέγουσιν ότι ο Περικλής προσηλώθη εις αυτήν ως εις γυναίκα

σοφήν και πολιτικήν διότι και ο Σωκράτης επεσκέπτετο αυτήν

ενίοτε μετά των γνωρίμων του, και οι φίλοι αυτής τη έφερον τας

γυναίκας των να την ακούωσιν, αν και δεν είχε κοσμίαν ουδέ

σεμνήν ενασχόλησιν, αλλ' έτρεφε παρ' εαυτή κόρας κακής

διαγωγής. Ο δ' Αισχίνης (528) λέγει, ότι Λυσικλής ο

προβατοκάπηλος, αγενής και ταπεινός ων εκ γενετής, έγινε πρώτος

των Αθηναίων, διότι συνώκησε μετά της Ασπασίας αφ' ού ο

Περικλής απέθανεν. Εις δε του Πλάτωνος τον Μενέξενον, αν και η

αρχή του διαλόγου εκείνου είναι γεγραμμένη αστείως, ιστορικώς

όμως αναφέρεται η υπόληψις ην είχεν η γυνή, και ότι εδέχετο

πολλούς Αθηναίους όπως τοις διδάσκη την ρητορικήν. Ο δε

Περικλής φαίνεται ότι μάλλον ερωτικώς ηγάπα την Ασπασίαν, ότι

είχε μεν αυτός γυναίκα, ήτις και συγγενής του ήτον, και είχε

νυμφευθή πριν τον Ιππόνικον, εξ ού εγέννησε Καλλίαν τον

πλούσιoν (529), μετά δε του Περικλέους εγέννησε τον Ξάνθιππον

και τον Πάραλον. Επειδή δε μετά ταύτα δεν τοις ήρεσκεν η

συμβίωσις, ο Περικλής έδωκεν αυτήν εις άλλον άνδρα, όν αυτή

ήθελε, και έλαβε την Ασπασίαν, ήν μεγάλως ηγάπησε. Λέγουσιν ότι

καθ' ημέραν οσάκις εξήρχετο εις την αγοράν και οσάκις

επανήρχετο, την ησπάζετο πάντοτε φιλών αυτήν. Δια τούτο εις τας

Κωμωδίας ονομάζεται Ομφάλη, Δηιάνειρα, ως και Ήρα (530). Ο δε

Κρατίνος την λέγει εταίραν διά τούτων.

«Την Ήραν Ασπασίαν τω εγέννησε,

την αναιδή εταίραν, την αναίσχυντον».

Φαίνεται ότι και νόθον υιόν απέκτησεν εξ αυτής, περί ού

παρεισάγει ο Εύπολις εν τη κωμωδία τη επιγραφομένη «Δήμος» τον

Περικλήν ούτως ερωτώντα·

«Μοι ζη ο νόθος ;»

Τον δε Μυρωνίδην αποκρινόμενον·

«Και θα ήτον έγγαμος,

εάν δεν εφοβείτο τον εταιρισμόν». (531)

Λέγουσι δ' ότι η Ασπασία εγένετο τοσούτον ένδοξος και ονομαστή,

ώστε και ο Κύρος, ο πολεμήσας τον Βασιλέα όπως τω αφαιρέση των

Περσών την ηγεμονίαν (532), την γυναίκα ήν υπέρ πάσας ηγάπα

ωνόμασεν Ασπασίαν, εν ώ πριν εκαλείτο Μιλτώ. Ήτον δ' αυτή εκ

της Φωκαίας (533), θυγάτηρ Ερμοτίμου· και όταν εις την μάχην

έπεσεν ο Κύρος, κομισθείσα αύτη προς τον Βασιλέα, έλαβε μεγάλην

ισχύν παρ' αυτώ. Ταύτα επελθόντα μοι εις την μνήμην εν ώ

έγραφον, ενόμισα υπέρ το δέον ίσως αυστηρόν ν' αποκρούσω, και

να παρέλθω υπό σιωπήν.

ΚΕ. Τον κατά των Σαμίων πόλεμον λοιπόν κατηγορούσι κυρίως τον

Περικλέα ότι εψήφισεν εξ αιτίας των Μιλησίων, και κατά

παράκλησιν της Ασπασίας. Αι δύο πόλεις αύται επολέμουν τότε

περί της Πριήνης (534) και ενίκων οι Σάμιοι. Προσκληθέντες δ'

υπό των Αθηναίων να παύσωσι τον πόλεμον, και να δικασθώσιν εν

Αθήναις (5355), δεν επείσθησαν· δι' ό πλεύσας εις Σάμον ο

Περικλής, κατέλυσε την ολιγαρχικήν αυτής κυβέρνησιν, λαβών δ'

εκ των πρώτων πολιτών πεντήκοντα ομήρους, και άλλους τόσους

παίδας, έστειλεν αυτούς εις την Λήμνον, ει και λέγεται ότι

έκαστος μεν των ομήρων τούτων τω έδιδεν ανά έν τάλαντον υπέρ

εαυτού, πολλά δε και αλλά έδιδον οι μη θέλοντες να γίνη εις την

πόλιν δημοκρατία. Προσέτι δε Πισσούθνης ο Πέρσης, προς τους

Σαμίους ευνοϊκώς διακείμενος, τω έπεμψε δεκακισχιλίους χρυσούς

(536), παρακαλών αυτόν να φεισθή της πόλεως. Αλλ' ο Περικλής

ουδέν τούτων έλαβε, και μεταχειρισθείς τους Σαμίους ως αυτός

ενέκρινε, και εγκαταστήσας την δημοκρατίαν, απέπλευσεν εις τας

Αθήνας. Εκείνοι όμως αμέσως επανεστάτησαν, διότι ο Πισσούνθης

έκλεψε και τοις απέδωκε τους ομήρους, και κατά τ' άλλα

ητοιμάσθησαν προς τον πόλεμον. Εκ νέου λοιπόν ο Περικλής

εξέπλευσε κατ' αυτών, και εύρεν αυτούς ούτε ησυχάζοντας ούτε

πεφοβισμένους, αλλά πάσαν έχοντας προθυμίαν να επιζητήσωσι την

θαλασσοκρατίαν. Έγινεν επομένως ισχυρά ναυμαχία περί την νήσον

ήν καλούσι Τραγίας (537), και λαμπράν ενίκησε νίκην ο

Περικλής, διά τεσσαράκοντα τεσσάρων πλοίων κατατροπώσας

εβδομήκοντα, ών τα είκοσιν έφερον στρατιώτας.

ΚΣΤ. Ως δε τους εδίωξε και τους έτρεψεν εις φυγήν, επολιόρκησε

τους Σαμίους, οίτινες όμως ετόλμησαν να εκδράμωσιν έτι, και να

πολεμώσιν εμπρός του τείχους. Ως δ' ήλθε και έτερος στόλος εξ

Αθηνών, και οι Σάμιοι απεκλείσθησαν εντελώς, λαβών ο Περικλής

εξήκοντα τριήρεις, έπλευσεν εις το έξω πέλαγος (538), ως μεν

οι περισσότεροι λέγουσι, διότι φοινικικαί τριήρεις ήρχοντο εις

βοήθειαν των Σαμίων, και ήθελε να τας απαντήση και να ναυμαχήση

προς αυτάς μακράν της νήσου· ως δε λέγει ο Στησίμβροτος (539),

πλέων προς την Κύπρον, όπερ δεν φαίνεται πιθανόν. Αλλ' είτε τον

ένα είτε τον άλλον είχε σκοπόν, φαίνεται ότι επίσης απέτυχε·

διότι, αφ' ού απέπλευσεν αυτός, Μέλισσος ο Ιθαγένους, φιλόσοφος

και στρατηγός ων τότε της Σάμου, περιφρονήσας την ολιγότητα των

πλοίων ή την απειρίαν των στρατηγών, κατέπεισε τους πολίτας να

επιτεθώσι κατά των Αθηναίων. Έγινε λοιπόν μάχη, και νικήσαντες

οι Σάμιοι, και πολλούς μεν άνδρας αιχμαλωτίσαντες, πολλά δε

πλοία καταστρέψαντες, είχον ελεύθερον τον πλουν της θαλάσσης,

και επρομηθεύοντο τα προς πόλεμον αναγκαία, όσων πρότερον

εστερούντο. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι υπό του Μελίσσου και

αυτός ο Περικλής ενικήθη πρότερον εις ναυμαχίαν. Οι δε Σάμιοι,

ανθυβρίζοντες τους αιχμαλώτους των Αθηναίων, τους εσφράγιζον

εις το μέτωπον διά σημείου γλαυκός· διότι και εκείνους οι

Αθηναίοι είχον σφραγίσει διά Σαμαίνης. Είναι δ' η Σάμαινα

πλοίον έχον κάπρου μεν κεφαλήν (540) εις το πλατύ της πρώρας,

κοίλον δε μάλλον και γαστροειδές, ώστε ικανόν είναι και ν'

αντέχη εις την θάλασσαν, και να πλέη ταχέως. Ωνομάσθη δ' ούτω,

διότι κατά πρώτον εφάνη εις την Σάμον, κατασκευασθέν υπό

Πολυκράτους του τυράννου (541). Τα στίγματα δε ταύτα λέγουσιν

ότι αινίττεται και ο στίχος ούτος του Αριστοφάνους·

«Οι Σάμιοι, τι δήμος πολυγράμματος!»

ΚΖ. Ακούσας δ' ο Περικλής την κατά το στρατόπεδον συμφοράν,

έσπευσε ταχέως εις βοήθειαν, και νικήσας τον Μέλισσον, όστις

αντιπαρετάχθη, και εις φυγήν τρέψας τους εχθρούς, ευθύς τους

περιετείχιζε, θέλων να υπερισχύση και να κυριεύση την πόλιν διά

της δαπάνης μάλλον και διά του καιρού, παρά διά πληγών και

κινδύνων των πολιτών. Επειδή δε δυσκόλως εδύνατο ν' αναχαιτίση

τους Αθηναίους, δυσαρεστουμένους διά την χρονοτριβήν, και

προθυμίαν έχοντας να πολεμήσωσι, διαιρέσας εις οκτώ μέρη το

πλήθος αυτών, έρριψε κλήρον, και εις τον λαβόντα τον λευκόν

κύαμον επέτρεψε να διασκεδάζη και να μένη αργός, εν ώ οι άλλοι

εμάχοντο. Διά τούτο λέγουσιν ότι οι ευχαρίστους τινάς ημέρας

έχοντες, τας ωνόμαζον λευκάς ημέρας, από των λευκών κυάμων. Ο

Έφορος (542) δε λέγει ό,τι ο Περικλής μετεχειρίσθη και τας

καινοφανείς μηχανάς, άς εθαύμασε, του συνοδεύοντος αυτόν

Αρτέμωνος του μηχανικού, όστις ήτον χωλός, και, επί φορείου

διότι περιεφέρετο εις τα κατεπείγοντα των έργων, ωνομάσθη

Περιφόρητος. Αλλ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (543) αναιρεί τούτο

διά των ποιημάτων του Ανακρέοντος, εν οίς αναφέρεται ο

Περιφόρητος Αρτέμων, κατά πολλάς γενεάς αρχαιότερος του εν Σάμω

πολέμου και των πραγμάτων εκείνων. Λέγει δ' ούτος ότι ο Αρτέμων

ήτον τρυφερός τις κατά την δίαιταν, και ψοφοδεής και δειλός,

και ως επί το πλείστον μεν εις την οικίαν του καθήμενος, εν ώ

δύο υπηρέται εβάσταζον χαλκήν ασπίδα υπέρ την κεφαλήν του, μη

πέση τι άνωθεν επί αυτήν· αν δ' εβιάζετο να εξέλθη, εκομίζετο

περιφερόμενος εις μικράν κλίνην και χαμηλήν παρά το έδαφος, και

διά τούτο ωνομάσθη Περιφόρητος.

ΚΗ. Τον έννατον δε μήνα παρεδόθησαν οι Σάμιοι, και ο Περικλής

εκρήμνησε τα τείχη, και παρέλαβε τα πλοία, και τοις επέβαλε

πολλών χρημάτων πρόστιμον, ών τα μεν αμέσως έφερον, τα δ'

υποσχεθέντες να καταβάλωσιν εις ρητόν χρόνον, έδωκαν ομήρους.

Δούρις (544) δ' ο Σάμιος ταύτα τραγικώτερον παριστών,

προσάπτει πολλήν ωμότητα εις τους Αθηναίους και εις τον

Περικλέα, ήν ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε ο Έφορος, ούτε ο

Αριστοτέλης εξιστορεί, αλλ' ουδ' αληθές φαίνεται, ότι τους

τριηράρχους και τους επιβάτας των Σαμίων έφερεν εις των

Μιλησίων την αγοράν, και δέσας αυτούς εις σανίδας επί δέκα

ημέρας εν ώ ήδη κακώς δειέκειντο, διέταξε να τους φονεύσωσι,

θραύοντες τας κεφαλάς αυτών διά ξύλων, και έπειτα να ρίψωσι τα

σώματα αυτών άταφα. Αλλ' ο Δούρις όστις, ουδ' όταν υπ' ουδενός

ιδίου πάθους κινήται συνηθίζει να συνέχη τας διηγήσεις του

εντός της αληθείας, φαίνεται ότι ηύξησεν ενταύθα έτι μάλλον τας

συμφοράς της πατρίδος του, ίνα διαβάλη τους Αθηναίους. Ο δε

Περικλής, αφ' ού κατέστρεψε την Σάμον, ως επανήλθεν εις τας

Αθήνας, έθαψε λαμπρώς τους εις τον πόλεμον αποθανόντας, και

εθαυμάσθη διά τον λόγον, όν κατά την συνήθειαν επρόφερεν επί

των τάφων αυτών. Ότε δε κατέβαινεν από του βήματος, αι μεν

άλλαι γυναίκες τον ησπάζοντο και τον έστεφον διά στεφάνων και

ταινιών, ως αθλητήν νικηφόρον· η δ' Ελπινίκη, ελθούσα πλησίον·

«Ταύτα, είπεν, εισί θαυμαστά, και στεφάνων άξια, ω Περίκλεις,

όστις μας εφόνευσας πολλούς και ανδρείους πολίτας, ουχί πολεμών

τους Φοίνικας ουδέ τους Μήδους, καθώς ο Κίμων ο αδελφός μου,

αλλά καταστρέφων σύμμαχον πάλιν και συγγενή.» Εν ώ δ' έλεγε

ταύτα η Ελπινίκη, λέγεται ότι ο Περικλής, μειδιάσας ησύχως, τη

είπε το του Αρχιλόχου (545)·

«Γραυς είσαι. Μύρ' αλείφου ολιγώτερα.»

Λέγει δ' ο Ίων (546) ότι εξαισίως υπερηφανεύθη ότι ενίκησε

τους Σαμίους, διότι ο μεν Αγαμέμνων κατετρόπωσε βάρβαρον πόλιν

εις δέκα έτη, αυτός δ' εις εννέα μήνας τους πρώτους και

δυνατωτάτους των Ιόνων. Και η αξίωσίς του δεν ήτον άδικος·

διότι τω όντι πολλήν είχεν αδηλότητα και πολύν κίνδυνον ο

πόλεμος ούτος, αν, ως λέγει ο Θουκυδίδης (547), παρ' ολίγον

ήλθεν η πόλις των Σαμίων ν' αφαιρέση την θαλασσοκρατίαν από των

Αθηνών.

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος · 第 4 / 25 题