τέταρτον, και υπήρχε προσδοκία πολέμου, διότι συνεδέοντο εις
συμμαχίαν οι Σαβίνοι και οι Λατίνοι (173). Κατέλαβε δε τότε
καί τις δεισιδαιμονία την πόλιν, διότι πάσαι αι έγγυοι τότε
γυναίκες απέβαλλον βεβλαμμένα παιδία, και ουδεμία γέννησις
εγίνετο ευτυχής. Όθεν καθ' οδηγίαν των Σιβυλλείων βιβλίων,
ευχάς ιλασμού ο Ποπλικόλας εις τον Άδην τελέσας, και αρχαίους
τινάς αγώνας κατά χρησμούς της Πυθίας συνεστημένους επαναλαβών,
και την πόλιν καθησυχάσας διά των προς τους Θεούς ελπίδων,
έστρεψεν ήδη την προσοχήν του εις τους εκ των ανθρώπων
κινδύνους· διότι μεγάλη εφαίνετο των εχθρών η συνάθροισις και η
προπαρασκευή. Ήτον δε μεταξύ των Σαβίνων ο Άππιος Κλαύσος, ανήρ
ισχύων διά του πλούτου του, και επίσημος διά την σωματικήν του
ανδρείαν, και προ πάντων πρωτεύων διά της αρετής του την δόξαν
και διά του λόγου του την δεινότητα. Δεν διέφυγε δε ουδ' αυτός
ό,τι εις όλους τους μεγάλους συμβαίνει, αλλ' εφθονείτο, και
αιτίαν κατηγοριών έδιδεν εις τους φθονούντας, ότι,
εναντιούμενος εις τον πόλεμον, ήθελε ν' αυξήση την δύναμιν των
Ρωμαίων διά να δουλώση την πατρίδα του και την τυραννήση.
Βλέπων δ' ότι τους λόγους τούτους ήκουε το πλήθος μετ'
ευχαριστήσεως, και ότι ήσαν ηρεθισμένοι κατ' αυτού οι
πολεμοποιοί και οι στρατιωτικοί, εφοβείτο την κρίσιν, και διά
τούτο, έχων πέριξ του εταιρείαν και δύναμιν φίλων και οικείων,
εστασίαζε, και τούτο επέφερεν αναβολήν και παραμέλησιν του
πολέμου εκ μέρους των Σαβίνων. Ταύτα λοιπόν όχι μόνον να
γνωρίζη επιμελούμενος ο Ποπλικόλας, αλλά και να τα παρακινή,
και να ερεθίζη την στάσιν, είχεν άνδρας φίλους του, οίτινες
έλεγον εκ μέρους του προς τον Κλαύσον τοιαύτα· «Ό,τι ο
Ποπλικόλας, γνωρίζων σέ άνδρα χρηστόν και δίκαιον, νομίζει ότι
δεν πρέπει διά κακού να εκδικηθή τους συμπολίτας σου, ει και
αδικούμενος. Αν δε θέλης να σωθής απερχόμενος, και να φύγης
τους μισούντας σε, θα σε υποδεχθή και δημοσίως και ιδίως κατ'
αξίαν και της σης αρετής και της λαμπρότητος των Ρωμαίων.»
Ταύτα εσκέφθη πολλάκις ο Πλαύσος, και τω εφάνησαν το άριστον
των μέτρων εις την ανάγκην εκείνην· δι' ό συμπαρεκίνησε και
τους φίλους του, και αναστατώσας πεντακισχιλίους οίκους μετά
παίδων και γυναικών, όλον το φιλήσυχον μέρος των Σαβίνων, το
επιθυμούν βίον πράον και ατάραχον, απήλθεν εις Ρώμην, όπου
είδησιν έχων ο Ποπλικόλας, τον εδέχθη προθύμως και φιλοφρόνως
καθ' όλα τα δέοντα, ευθύς μεν πολιτογραφήσας τας οικογενείας,
και δους εις εκάστην δύο πλέθρων (174) χώραν παρά τον Ανίωνα
(175) ποταμόν. Εις δε τον Κλαύσον έδωκε πλέθρα πέντε και
είκοσι, και τον ενέγραψεν εις την βουλήν. Ταύτην έλαβεν ούτος
αρχήν του πολιτικού αυτού σταδίου, ο εμφρόνως διατρέξας,
ανέδραμεν εις το πρώτον αξίωμα, και δύναμιν έλαβε μεγάλην, και
κατέλιπεν εις την Ρώμην γένος ουδενός αδοξότερον, των Κλαυδίων
το γένος (176).
ΚΒ. Αλλά και αφ' ού ούτως επερατώθησαν τα των Σαβίνων διά του
μετοικισμού των ανδρών, πάλιν οι δημαγωγοί δεν άφηνον να
ησυχάσωσι και ν' αποκαταστηθώσι τα πράγματα, αλλ' εκραύγαζον
ότι δεινόν είναι ό,τι δεν τους έπεισε παρών ων ο Κλαύσος, να το
κατορθώση φυγάς ήδη και εχθρός γενόμενος, το να μη τιμωρηθώσιν
οι Ρωμαίοι διά την αυθάδειάν των. Κινηθέντες λοιπόν μετά
μεγάλου στρατού, εστρατοπέδευσαν εις Φιδήνας, και ενέδραν
θέντες δισχιλίων οπλιτών πλησίον της Ρώμης, εις τόπους
κλειστούς και κοίλους, έμελλον, άμα εξημέρωνε, να πέμψωσιν
ολίγους ιππείς εις λεηλασίαν. Παρήγγειλον δ' εις αυτούς, όταν
φθάσωσι πλησίον της πόλεως, να υποχωρήσωσιν, έως ού ρίψωσι τους
πολεμίους εις την ενέδραν. Ταύτα μαθών ο Ποπλικόλας αυθημερόν
παρ' αυτομόλων, διέταξεν εν τάχει αναλόγως τα πάντα, και
διένειμε την δύναμιν. Και ο μεν Ποστούμιος Βάλβος, ο γαμβρός
αυτού, αφ' εσπέρας έτι μετά τρισχιλίων οπλιτών εξελθών, και
καταλαβών τας κορυφάς των λόφων υφ' ούς ενέδρευον οι Σαβίνοι,
έμεινε παραφυλάττων εκεί. Ο δε συνάρχων αυτού Λουκρήτιος,
διοικών το ελαφροτάτον και γενναιότατον τάγμα της πόλεως,
ετάχθη να επιπέση κατά των λεηλατούντων ιππέων. Αναλαβών δ' ο
ίδιος το επίλοιπον στράτευμα, περιήλθε κύκλω τους πολεμίους.
Συνέπεσε δε κατά τύχην βαθεία ομίχλη, και περί τον όρθρον
συγχρόνως ο μεν Ποστούμιος μετά βοής επέπεσεν από των άκρων επί
τους ενεδρεύοντας, και ο Λουκρήτιος αφήκε τους περί αυτόν κατά
της εμπροσθοφυλακής των ιππέων, και ο Ποπλικόλας προσέβαλε το
στρατόπεδον των εχθρών. Πανταχόθεν λοιπόν υπέφερε και
κατεστρέφετο των Σαβίνων το στράτευμα. Εφόνευον δ' αυτούς οι
Ρωμαίοι, ουδέ καν ανθισταμένους, αλλά φεύγοντας, διότι και η
ελπίς αυτή εγίνετο όλεθρος εις αυτούς, όταν νομίζοντες οι μεν
ότι οι άλλοι εσώθησαν, δεν εφρόντιζον να πολεμήσωσι και να
μείνωσιν, αλλ' οι μεν εκ των χαρακωμάτων προς τους
ενεδρεύοντας, ούτοι δε πάλιν προς εκείνους εις το στρατόπεδον
τρέχοντες, συνεκρούοντο οι φεύγοντες προς τους φεύγοντας, και
οι ζητούντες βοήθειαν προς τους ελπίζοντας βοήθειαν παρ' αυτών.
Εις το να μη απολεσθώσι δε πάντες οι Σαβίνοι, αλλά και να
σωθώσι τινές, συνετέλεσεν η των Φιδηνατών πόλις ούσα πλησίον,
διότι εις αυτήν μάλιστα κατέφυγον οι εκ των στρατοπέδων, ότε
ταύτα εκυριεύοντο. Όσοι δε δεν κατώρθωσαν να εισέλθωσιν εις
Φιδήνας, ούτοι ή εθανατώθησαν, ή ζώντες ηχμαλωτίσθησαν υπό των
Ρωμαίων.
ΚΓ. Τούτο το κατόρθωμα οι Ρωμαίοι, ει και συνηθίζοντες ν'
αποδίδωσι πάσας τας μεγάλας νίκας εις τον Θεόν, το εθεώρησαν
όμως ότι ήτον ενός έργον, του στρατηγού· και οι πολεμήσαντες
άλλο δεν έλεγον, παρ' ότι ο Ποπλικόλας τοις παρέδωκε χωλούς και
τυφλούς να κρεουργήσωσι τους εχθρούς, και σχεδόν εις φυλακήν
δεδεμένους. Ενεδυναμώθη δε και διά χρημάτων ο δήμος εκ των
λαφύρων και των αιχμαλώτων. Ο δε Ποπλικόλας, τον θρίαμβον
οδηγήσας, και παραδούς την πόλιν εις τους υπάτους οίτινες μετ'
αυτών εξελέγησαν, ευθύς ετελεύτησε, τον βίον του δαπανήσας,
καθ' όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον, εις ό,τι θεωρείται
αγαθόν και καλόν. Ο δε δήμος, ως αν δεν τω είχεν αποδώσει εν
όσω έζη ουδέν εκείνων ών ήτον άξιος, αλλ' αν ώφειλεν έτι πάσαν
ευγνωμοσύνης ένδειξιν, εψήφισε να ταφή δημοσίως το σώμα του,
και έκαστος συνεισέφερε προς τιμήν αυτού έν τεταρτημόριον
(177). Αι δε γυναίκες, μεταξύ των ιδιαιτέρως συνεννοηθείσαι,
επένθησαν έτος ολόκληρον δι' αυτόν πένθος έντιμον και φθονητόν.
Ετάφη δε κατά ψήφισμα των πολιτών εντός της πόλεως, κατά την
καλουμένην Ουελίαν (178), ώστε και εις όλον το γένος του
παρέμεινε το δικαίωμα της αυτόθι ταφής. Τώρα όμως ουδείς των
απογόνων του θάπτεται εις το μέρος εκείνο, αλλά φέροντες
καταθέτουσιν εκεί τον νεκρόν, και δάδα τις καίουσαν λαβών, την
θέτει μόλις υπό το σώμα, και έπειτα την αποσύρει, ως μαρτυρών
διά του έργου τούτου ότι επιτρέπεται η τιμή αύτη, αλλ' ότι
παραιτείται αυτής· και τότε αποκομίζουσι τον νεκρόν.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΣΟΛΩΝΟΣ
ΚΑΙ
ΠΟΠΛΙΚΟΛΑ
Α. Κατά την σύγκρισιν ταύτην υπάρχει ιδιαίτερον τι, και μη
απαντώμενον εις άλλην τινά εξ όσων εγράψαμεν, ότι ο είς υπήρξε
μιμητής, ο δ' έτερος μάρτυς του άλλου. Διότι παρατήρησον πόσον
η κρίσις ήν ο Σόλων επέφερε προς τον Κροίσον περί ευδαιμονίας
αρμόζει εις τον Ποπλικόλαν μάλλον, παρά εις τον Τέλλον. Τω όντι
τον Τέλλον, περί ού αυτός είπεν ότι υπήρξε μακαριώτατος διά την
ευδαιμονίαν, την αρετήν και την ευτεκνίαν του, ούτε αυτός
ανέφερεν ως άνδρα αγαθόν εις τα ποιήματά του, ούτε οι παίδες
του, ούτε δημόσιος τις αρχή τον εδόξασαν. Ο Ποπλικόλας δε, και
ζων επρώτευσε την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ρωμαίων,
ένεκα της αρετής αυτού, και αφ' ού απέθανε, μέχρις ημών έτι,
μεταξύ των επιφανεστάτων γενών και στεμμάτων (179) οι
Ποπλικόλαι και Μεσάλαι και Ουαλέριοι (180) δι' εξακοσίων ετών
αναφέρουσι την δόξαν της ευγενείας των. Και ο μεν Τέλλος
εφονεύθη υπό των εχθρών, ως ανήρ αγαθός, εν τη τάξει του μένων.
Ο δε Ποπλικόλας, φονεύσας τους πολεμίους, και τούτο είναι
ευτυχέστερον του να πέση πολεμών, και ιδών την πατρίδα του
νικώσαν, διότι αυτός ήρχε και εστρατήγει, τιμηθείς δε και
θριαμβεύσας, έτυχε του υπό του Σόλωνος ζηλουμένου και
μακαριζομένου θανάτου. Προσέτι δε και ό,τι αυτός ο Σόλων
ανεφώνησεν, αποκρινόμενος εις τα του Μιμνέρμου περί χρόνου ζωής
(181),
Άκλαυστος μη μοι επέλθοι ο θάνατος, είθε δ' εις φίλους
εγκαταλείψω θανών πόνους και στόνους, πολλούς»,
αποδεικνύει τον Ποπλικόλαν ευδαίμονα· διότι αποθανών, ουχί εις
τους φίλους ουδ' εις τους οικείους του μόνον, αλλ' εις πάσαν
την πόλιν, εις μυριάδας πολλάς αφήκε δάκρυα και πόθον και
κατήφειαν διά τον θάνατόν του· και όλαι αι γυναίκες των Ρωμαίων
τον επένθησαν, ως αν είχον απολέσει υιόν ή αδελφόν ή πατέρα
κοινόν.
«Χρήματα θέλω να έχω,
λέγει ο Σόλων,
«αλλά ν' αποκτήσω αδίκως
τούτο δεν θέλω,»
διότι επέρχεται δίκη θεία. Αλλ' ο Ποπλικόλας ου μόνον δεν
επλούτει κακώς, αλλά και καλώς εδαπάνα, ευεργετών τους ανάγκην
έχοντας. Ώστε, αν ο Σόλων ήτον πάντων σοφώτατος, ο Ποπλικόλας
ήτον ευδαιμονέστατος· διότι όσα αγαθά ηύχετο εκείνος ως μέγιστα
και κάλλιστα, ταύτα ηυτύχησεν ο Ποπλικόλας να τ' αποκτήση, και
να διατηρήση αυτά μέχρι τέλους.
Β. Ούτως ελάμπρυνεν ο Σόλων τον Ποπλικόλαν, και τον Σόλωνα
εκείνος, λαβών αυτόν εις τας πολιτικάς διατάξεις ως άριστον
παράδειγμα ανδρός οργανίζοντος την δημοκρατίαν και εκ μεν της
αρχής αφαιρέσας τον όγκον, κατέστησεν αυτήν ευμενή εις όλους
και μη οχληράν, πολλούς δε νόμους εδανείσθη εκ των εδικών του.
Διότι κύριον του διορισμού των αρχόντων κατέστησε το πλήθος,
και επέτρεψεν εις τους καταδικασθέντας να εκκαλώσιν εις τον
δήμον, καθώς ο Σόλων εις τους δικαστάς (182). Και βουλήν μεν
άλλην δεν εσύστησε, καθώς ο Σόλων (183), ηύξησε δε την
υπάρχουσαν, διπλασιάσας σχεδόν τον αριθμόν των βουλευτών.
Εκείθεν ήλθε και η διάταξις των ταμιών διά τα χρήματα, όπως
μήτε ο άρχων, αν είναι χρηστός, απασχολήται από των
μεγαλητέρων, μήτε, κακός αν είναι, να έχη αφορμάς του ν' αδική
περισσότερον, γενόμενος κύριος και των πράξεων και των
χρημάτων. Το δε κατά των τυράννων μίσος φαίνεται εις του
Ποπλικόλα τας διατάξεις σφοδρότερον διότι, αν τις επεχείρει να
τυραννήση, ο μεν Σόλων τον τιμωρεί αφ' ού η ενοχή του
αποδειχθή, ο δ' άλλος επιτρέπει να τον φονεύωσι προ της
κρίσεως. Και εκαυχάτο μεν ορθώς και δικαίως ο Σόλων ότι, εν ώ
και τα πράγματα τω επέτρεπον να τυραννήση, και οι πολίται
προθύμως τον εδέχοντο, αυτός ηρνήθη, αλλ' ουχ ήττον καλόν είναι
και το του Ποπλικολα, ότι έλαβε τυραννικήν αρχήν και την
κατέστησε δημοτικωτέραν, και όταν την είχε δεν την μετεχειρίσθη
ουδ' εις ό,τι τω ήτον επιτετραμμένον. Και τούτο δε φαίνεται
πρώτος εννοήσας ο Σόλων, ότι ο δήμος
. . . . άριστα τότε τοις άρχουσι πείθεται, όταν
ούτ' αφεθή εντελώς, ούτε πολύ πιεσθή.
Γ. Ίδιον δε του Σόλωνος είναι η των χρεών άφεσις, δι' ής κυρίως
εξησφάλισε την ελευθερίαν εις τους πολίτας. Διότι ουδέν όφελος
να παρέχωσιν οι νόμοι ισότητα, όταν τα χρέη την αφήρουν από των
πενήτων και όπου προ πάντων εφαίνοντο της ελευθερίας των χρήσιν
ποιούμενοι, τότε μάλιστα εδούλευον τους πλουσίους, εις τα
δικαστήρια, εις τας αρχάς, εις τας δημηγορίας, διαταγάς
λαμβάνοντες και υπηρετούντες. Το δε μεγαλήτερον τούτου, ότι, εν
ώ μετά πάσαν αποκοπήν χρεών είπετο στάσις, δι' εκείνης και
μόνης, ως διά φαρμάκου παραβόλου μεν αλλ' ισχυρού, ό εγκαίρως
εφήρμοσε, κατέπαυσε και την υπάρχουσαν στάσιν, διά της ιδίας
αυτού αρετής και δόξης υπερισχύσας της αδοξίας και της
κατηγορίας του πράγματος. Όλου δε του πολιτικού βίου η μεν αρχή
ήτον η του Σόλωνος λαμπροτέρα· διότι αυτός εγένετο αρχηγός και
δεν ηκολούθησε, και τα πλείστα και μέγιστα των κοινών έπραξε
μόνος του και ουχί μεθ' ετέρων. Το δε τέλος ήτον του άλλου
ευτυχέστερον και ζηλοτώτερον· διότι το μεν πολίτευμα του
Σόλωνος είδεν ο ίδιος Σόλων καταργηθέν, το δε του Ποπλικόλα
διετήρησεν εν τάξει την πόλιν μέχρι των εμφυλίων πολέμων.
Προήλθε δε τούτο εκ του ότι, ο μεν, άμα θεις τους νόμους του,
αφήσας αυτούς επί ξύλων και εις γράμματα, χωρίς τινος όστις να
τους βοηθήση, απήλθεν εξ Αθηνών, ο δε μένων, και άρχων, και τα
πολιτικά πράττων, ίδρυσε και αποκατέστησεν ασφαλές το
πολίτευμα. Προσέτι δ' εκείνος, καί τοι προϊδών του Πεισιστράτου
τα μέλλοντα επιχειρήματα, δεν εδυνήθη να τα εμποδίση, αλλ'
ηττήθη υπό της τυραννίας συνισταμένης· ούτος δε, βασιλείαν προ
πολλών ήδη χρόνων ισχύουσαν και επικρατούσαν, την απεδίωξε και
κατήργησε, αρετήν μεν και προαίρεσιν ίσην δείξας προς την
εκείνου, υπό τύχης δε βοηθηθείς και δυνάμεως εις υποστήριξιν
της αρετής αυτού.
Δ. Των δε πολεμικών πράξεων ουδέ την κατά Μεγαρέων εκστρατείαν
του Σόλωνος αναφέρει ο Πλαταιεύς Δαίμαχος (184), ως ημείς την
διηγήθημεν· ο δε Ποπλικόλας τους μεγίστους αγώνας και μαχόμενος
και στρατηγών κατώρθωσεν. Αλλά και ως προς τας πολιτικάς
πράξεις, ο μεν ως παίζων τρόπον τινά, και μανίαν προσποιηθείς,
εξήλθε να ομιλήση περί της Σαλαμίνας· ο δ' αμέσως ριφθείς εις
τον μέγιστον κίνδυνον, επανέστη κατά του Ταρκυνίου, και την
προδοσίαν ανεκάλυψε, και αίτιος προ παντός άλλου γενόμενος να
τιμωρηθώσιν οι κακοί και να μη διαφύγωσιν, ου μόνον εξώρισε της
πόλεως τα σώματα των τυράννων, αλλά και τας ελπίδας αυτών
απέκοψεν. Ούτω δ' ανδρείαν αναπτύξας και επιμονήν εις τα
πράγματα όσα επεδέχοντο αγώνα και τόλμην και αντίστασιν, έτι
καλλήτερον προσηνέχθη ως προς όσα απήτουν ειρηνικήν ομιλίαν και
πειθώ εύπλαστον, δι' ής τον ακαταμάχητον και φοβερόν Πορσήναν,
είλκυσεν επιδεξίως, και τον μετέπεισεν εις φιλίαν. Ενταύθα
θέλει τις ειπεί ότι ο μεν Σόλων ανεκτήσατο την Σαλαμίνα υπέρ
των Αθηναίων, οίτινες την είχον εγκαταλείψει, ο δε Ποπλικόλας
ότι εγκατέλιπε χώραν ήν οι Ρωμαίοι είχον αποκτήσει. Αλλά πρέπει
να θεωρώμεν τας πράξεις αναλόγως προς τους καιρούς καθ' ούς
συμβαίνουσι· διότι ποικίλος ων ο πολιτικός, μεταχειρίζεται τα
πράγματα καθ' όν τρόπον έκαστον αυτών είναι μάλλον
ευκατόρθωτον, και μέρος αφείς πολλάκις, έσωσε το παν, και
μικρών παραιτούμενος επέτυχε μεγαλήτερα. Ούτω και ο ανήρ
εκείνος τότε, παραιτηθείς της ξένης χώρας, έσωσεν ασφαλώς την
πατρίδα του. Όταν δε μέγα ήτον και το να διαφυλάξη την πόλιν,
αυτός κατέκτησε προσέτι και το στρατόπεδον των πολιορκούντων.
Επιτρέψας δ' εις τον εχθρόν να γίνη δικαστής, και υπερισχύσας,
προσαπέκτησε μετά της δίκης και όσα ην πρόθυμος να δώση όπως
νικήση· διότι και του πολέμου έπαυσεν ο εχθρός, και τα εφόδια
του πολέμου αφήκεν εις τους Ρωμαίους, διά την υπόληψιν της
αρετής και της καλοκαγαθίας, ήν ο άρχων τω ενέπνευσεν υπέρ του
έθνους παντός.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ
Α. ΤΟΥ δε Θεμιστοκλέους το γένος ήτον αφανέστερον, και ουχί
τoσoύτov ένδοξον διότι πατήρ αυτού ήτον ο Νεοκλής, ουχί εκ των
επιφανεστάτων Αθηναίων, Φρεάριος τον δήμον, εκ της Λεοντίδος
φυλής (185). Ήτον δε νόθος εκ μητρός (186), ως λέγουσι ταύτα
(187).
«Θράσσα (188) το γένος, Αβρότονον· πλην τη Ελλάδι
[καυχώμαι
ότι τον μέγαν εγώ έτεκον Θεμιστοκλήν.»
Ο Φανίας (189) όμως την λέγει όχι Θράσσαν, αλλά Καρίνην
(190), και όχι Αβρότονον (191), αλλ' Ευτέρπην. Ο δε Νεάνθης
(192) προσθέτει και την πόλιν της Καριάς εξ ής κατήγετο, την
Αλικαρνασσόν. Τότε συνήρχοντο οι νόθοι εις το Κυνόσαργες· είναι
δε τούτο έξω των πυλών (193) γυμνάσιον του Ηρακλέους, διότι
και εκείνος δεν ήτον γνήσιος μεταξύ των Θεών, αλλά μετείχε
νοθείας, εξ αιτίας της μητρός του, ήτις ήτον θνητή. Ο
Θεμιστοκλής λοιπόν έπεισε τινάς των ευγενών νεανίσκων,
καταβάντες εις το Κυνόσαργες, ν' αλειφθώσι μετ' αυτού (194)·
και αφ' ού τούτο έγινε, φαίνεται ότι κατά τούτον τον τρόπον
αφήρεσε πανούργως την διάκρισιν των νόθων και των γνησίων.
Προφανές δ' είναι ότι μετείχε του γένους των Λυκομηδών (195),
διότι όταν το εν Φλυαίς (196) ιερόν, κοινόν όν των Λυκομηδών
(197), εκάη υπό των βαρβάρων, αυτός το επεσκεύασε και το
εκόσμησε με ζωγραφίας, ως διηγείται ο Σιμωνίδης (198).
Β. Όταν δ' ήτον παιδίον έτι, λέγεται υπό πάντων ότι ήτον πλήρης
ορμής, και συνετός μεν την φύσιν, μεγαλοπράγμων δε την
προαίρεσιν και πολιτικός. Διότι όταν εσχόλαζε από των
μαθημάτων, κατά τας στιγμάς της ανέσεως, δεν έπαιζεν, ουδ'
έμενεν αργός ως οι άλλοι παίδες, αλλ' ευρίσκετο λόγους τινάς
μελετών και συνθέτων καθ' εαυτόν, και ήσαν οι λόγοι κατηγορία
τινός ή συνηγορία των παίδων. Όθεν ο διδάσκαλος του συνείθιζε
να λέγη, «Συ, ω παι, δεν θα είσαι μικρόν τι, αλλ' ή μέγα καλόν
ή μέγα κακόν.» Προσέτι δε και εκ των μαθημάτων, όσα μεν
συνέτεινον εις ρύθμισιν του ήθους, ή εσπουδάζοντο προς τέρψιν
και ελευθέριον ανάπτυξιν φυσικών χαρίτων, εμάνθανεν απροθύμως
και οκνηρώς· τα δε διδασκόμενα όπως διαμορφώσωσιν εις σύνεσιν
και εις πράξιν, εφαίνετο παρ' ηλικίαν ότι δεν τα ημέλει, διότι
είχεν ήδη πεποίθησιν εις την φύσιν του. Όθεν ύστερον,
χλευαζόμενος υπό των υποτιθεμένων πεπαιδευμένων εις τας
ελευθέρας λεγομένας και ευγενείς ασκήσεις, ηναγκάζετο να
υπερασπίζηται εαυτόν κομπαστικώτερον, λέγων ότι λύραν μεν να
αρμόση και να παίξη ψαλτήριον (199) δεν ηξεύρει, αλλά γνωρίζει
πώς, λαβών πόλιν μικράν και άδοξον, να την καταστήση ένδοξον
και μεγάλην. Ο Στησίμβροτος (200) όμως λέγει ότι ο Θεμιστοκλής
ήκουσε και τον Αναξαγόραν (201), και εσπούδασεν υπό τον
φυσικόν Μέλισσον (202), αλλά δεν υπολογίζεται ορθώς τους
καιρούς· διότι όταν ο Περικλής, όστις ήτον πολύ νεώτερος του
Θεμιστοκλέους, επολιόρκει τους Σαμίους, αυτών εστρατήγει ο
Μέλισσος, ο δ' Αναξαγόρας συνανεστρέφετο μετ' αυτού. Ώστε
αξιοπιστότεροι εισίν οι λέγοντες ότι ο Θεμιστοκλής εγένετο
μιμητής του Φρεαρίου Μνησιφίλου (203), όστις ούτε ρήτωρ ήτον,
ούτε εκ των φυσικών λεγομένων φιλοσόφων, αλλ' επάγγελμα είχε
την τότε καλουμένην σοφίαν, ούσαν δεινότητα πολιτικήν, και
δραστήριον σύνεσιν, και διέσωζεν αυτήν ως αίρεσιν διαδοχικώς
από Σόλωνος (204). Ταύτην οι μεταγενέστεροι μετά δικανικών
τεχνών αναμίξαντες, και την άσκησιν αυτής από των πράξεων εις
λόγους μεταγαγόντες, ωνομάσθησαν σοφισταί. Τούτον όμως
παρηκολούθει κυρίως αφ' ότου ήρχισε ν' αναμίγνυται εις τα
πολιτικά. Κατά δε τας πρώτας ορμάς της νεότητος ήτον ανώμαλος
και ακατάστατος, διότι ηκολούθει την φύσιν μόνην άνευ
χειραγωγίας του λογικού και της ορθής αγωγής, σύρουσαν αυτόν
και μεταβάλλουσαν τας διαθέσεις του, και πολλάκις μεταπίπτουσαν
προς το χείρον, καθώς και αυτός ύστερον ωμολόγει, λέγων ότι και
οι τραχύτατοι πώλοι γίνονται ίπποι άριστοι, όταν τύχωσι της
ανηκούσης ανατροφής και ασκήσεως. Όσα δε πλάττουσί τινες και
προσθέτουσι διηγήματα, την αποκήρυξιν του πατρός του, και τον
εκούσιον θάνατον της μητρός του, βαθέως λυπηθείσης διά του υιού
της την ατιμίαν, φαίνεται ότι είναι ψεύματα. Εξ εναντίας δ'
υπάρχουσιν οι λέγοντες ότι ο πατήρ του αποτρέπων αυτόν του ν'
αναμιγή εις τα πολιτικά, τω εδείκνυεν εις την παραλίαν
ερριμμένας και λησμονουμένας τας παλαιάς τριήρεις, αινιττόμενος
ότι ούτω προσφέρεται ο λαός και προς τους δημαγωγούς, όταν
γίνωσιν άχρηστοι.
Γ. Φαίνεται δ' ότι τα πολιτικά είλκυσαν τον Θεμιστοκλέα ταχέως
και ζωηρώς, και σφοδρά ότι τον εκυρίευσεν ορμή προς την δόξαν.
Διά τούτο ευθύς εξ αρχής επιθυμών να πρωτεύση, εκηρύττετο
θρασέως πολέμιος των εις την πόλιν ισχυρών και των πρωτευόντων,
και μάλιστα του Αριστείδου, υιού του Λυσιμάχου, όστις έβαινε
πάντοτε οδόν εναντίαν αυτού, αν και η κατ' αυτού έχθρα
μειρακιώδη φαίνεται ότι έλαβε την αρχήν, το ότι αμφότεροι
αγαπώντες τον καλόν Στησίλαον, Τήιον το γένος (205), ως
ιστορεί ο φιλόσοφος Αρίστων (206), διηρέθησαν εκ τούτου και
εις τα πολιτικά. Ουχ' ήττον όμως και η των βίων και των τρόπων
αυτών ανομοιότης φαίνεται ότι ηύξησε την ασυμφωνίαν των· διότι
ο Αριστείδης, πράος ων φύσει τον τρόπον και προς καλοκαγαθίαν
επιρρεπής, δεν επολιτεύετο όπως χαρισθή είς τινας ή όπως
αποκτήση δόξαν, αλλ' ηναγκάζετο υπέρ του δημοσίου καλού, ό
εζήτει μετ' ασφαλείας και δικαιοσύνης, ν' αντιπράττη πολλάκις
εις τον Θεμιστοκλέα, μετακινούντα πολλά των πραγμάτων του
δήμου, και μεγάλας επιφέροντα καινοτομίας, και ηναντιούτο εις
αυτού την αύξησιν. Διότι λέγεται ότι τόσον παράφορος ήτον προς
την δόξαν, και μεγάλων πράξεων εραστής εκ φιλοτιμίας, ώστε, ότε
ήτον έτι νέος, και έγινεν η κατά των βαρβάρων μάχη του
Μαραθώνος, και διεφημίσθη η στρατηγία του Μιλτιάδου, αυτός
εφαίνετο σκεπτικός πολλάκις, και τας νύκτας ηγρύπνει, και
παρητείτο των συνήθων συμποσίων, και έλεγε προς εκείνους
οίτινες τον ηρώτων και εξίσταντο διά του βίου του την
μεταβολήν, ότι δεν τον άφηνε να κοιμάται του Μιλτιάδου το
τρόπαιον. Καθότι οι μεν άλλοι ενόμιζον ότι η ήττα των βαρβάρων
εις τον Μαραθώνα ήτον του πολέμου το τέλος, ο δε Θεμιστοκλής
ότι ήτον η αρχή μεγαλητέρων αγώνων, και δι' αυτούς παρεσκεύαζε
πάντοτε εαυτόν υπέρ της όλης Ελλάδος, και την πόλιν εγύμναζε,
μακρόθεν ήδη προβλέπων το μέλλον.
Δ. Και πρώτον μεν, εν ώ συνήθειαν είχον οι Αθηναίοι να
διανέμωνται μεταξύ των την Λαυριωτικήν πρόσοδον των
αργυρωρυχείων (207), μόνος ετόλμησε να ειπή, εμφανισθείς εις
τον δήμον, ότι πρέπει ν' αφήσωσι την διανομήν, και εκ των
χρημάτων τούτων να κατασκευάσωσι τριήρεις διά τον πόλεμον κατά
των Αιγινητών διότι προ πάντων ο πόλεμος ούτος ήτον εις ακμήν
τότε εις την Ελλάδα, και οι Αιγινήται κατείχον την θάλασσαν διά
του πλήθους των πλοίων των. Δια τούτο και ευκολώτερον τους
έπεισεν ο Θεμιστοκλής, απειλών αυτούς ουχί διά του Δαρείου ουδέ
διά των Περσών, οίτινες ήσαν μακράν, ουδ' ενέπνεον τοσούτον
βέβαιον φόβον ότι εδύναντο να έλθωσιν, αλλά την οργήν και
φιλονεικίαν των πολιτών προς τους Αιγινήτας καταλλήλως
μεταχειρισθείς ίνα τους διαθέση εις την παρασκευήν ταύτην.
Κατεσκευάσθησαν δ' εκ των χρημάτων εκείνων εκατόν τριήρεις,
αίτινες και προς τον Ξέρξην εναυμάχησαν. Έκτοτε δε κατ' ολίγον
έλκων και καταβιβάζων την πόλιν προς την θάλασσαν, διότι διά
μεν του πεζού αυτών στρατού ουδέ κατά των γειτόνων των ήσαν
ικανοί να πολεμήσωσι, διά δε της ναυτικής των δυνάμεως και τους
βαρβάρους ν' αποκρούσωσι, και της Ελλάδος ν' άρχωσιν εδύναντο,
αντί μονίμων οπλιτών τους κατέστησεν, ως λέγει ο Πλάτων (208),
ναύτας και θαλασσινούς, και έδωκεν αφορμήν να τον διαβάλλωσι
λέγοντες, ότι ο Θεμιστοκλής αφήρεσεν από των πολιτών το δόρυ
και την ασπίδα, και κατήντησε τον δήμον εις το θρονίον του
ναύτου και εις το κωπίον. Έπραξε δε ταύτα υπερισχύσας της
αντιστάσεως του Μιλτιάδου, ως διηγείται ο Στησίμβροτος (209).
Και αν μεν ταύτα πράξας έβλαψεν ή όχι την ακρίβειαν και την
καθαρότητα του αττικού πολιτεύματος, τούτο ας μείνη εις θεωρίας
φιλοσοφικωτέρας· ότι δε τότε η σωτηρία της Ελλάδος υπήρξεν η
θάλασσα, και ότι αι τριήρεις εκείναι ανέστησαν πάλιν των
Αθηναίων την πόλιν, τούτο και τ' άλλα όλα, και αυτός ο Ξέρξης
το εμαρτύρησε. Διότι, εν ώ η πεζική του δύναμις έμενεν έτι
ανέπαφος, αυτός έφυγε μετά την ήτταν των πλοίων του, ως μη ων
πλέον εις κατάστασιν να πολεμήση· και αφήκε τον Μαρδόνιον
μάλλον, καθ' όσον κρίνω, όπως εμποδίση τους Έλληνας μη τον
διώξωσι, παρά διά να τους υποδουλώση.
Ε. Υπήρξε δ' ένθερμος χρηματολόγος· και οι μεν λέγουσιν, ότι εκ
μεγαλοδωρίας, διότι αγαπών τας θυσίας, και την μεγαλοπρέπειαν
όταν εδαπάνα προς ξένους, είχεν ανάγκην αφθόνων εισοδημάτων.
Άλλοι δε τον κατηγορούσιν ως φειδωλόν και μικρολόγον πολύ, ώστε
και τα τρόφιμα επώλει όσα τω έστελλον. Όταν δ' εζήτησε παρά του
ιπποτρόφου Φιλίδου νέον πωλάριον, και εκείνος δεν το έδωκε, τον
ηπείλησεν ότι θέλει καταστήσει ταχέως τον οίκον του Δούρειον
ίππον (210), εννοών ότι θέλει κινήσει συγγενών κατηγορίας, και
δίκας κατά του ανθρώπου τούτου εκ μέρους των οικείων αυτού.
Κατά την φιλοτιμίαν δ' υπερέβαινε πάντας, εις βαθμόν ώστε όταν
ήτον νέος και άσημος, παρεκάλεσε τον εξ Ερμιόνης Επικλέα,
κιθαριστήν επιζήτητον εν Αθήναις, να μελετά παρ' αυτώ,
φιλοτιμούμενος πολλοί να ζητώσι την οικίαν του, και να έρχωνται
προς αυτόν. Ελθών δ' εις την Ολυμπίαν (211), και
αντιφιλοτιμούμενος προς τον Κίμωνα διά την πολυτέλειαν των
δείπνων και των σκηνών, και διά την άλλην λαμπρότητα και
επίδειξιν, δεν ήρεσεν εις τους Έλληνας· διότι εις εκείνον μεν,
όντα νέον και εξ οικίας μεγάλης, ενόμιζον ότι έπρεπε να
συγχωρώσι τα τοιαύτα· ο δ' άλλος, μη ων έτι γνωστός, και
φαινόμενος ότι χωρίς υπαρχόντων και παρ' αξίαν επήρετο,
κατεκρίνετο επ' αλαζονεία. Ενίκησε δε και ως χορηγός τραγωδίας
(212), όταν ήδη ο αγών ούτος ήτον περισπούδαστος, και μεγάλην
εκίνει φιλοτιμίαν. Και πίνακα της νίκης του ανέθηκεν, έχοντα
τοιαύτην επιγραφήν «Θεμιστοκλής Φρεάριος εχορήγει, Φρύνιχος
εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχε» (213). Ηυχαρίστει όμως το πλήθος,
διότι και εκάστου των πολιτών εγνώριζε το όνομα, και το έλεγεν
από στόματος, και των συμβολαίων αυτών εγίνετο προθύμως κριτής
ασφαλής· ώστε και είπε ποτέ προς τον ποιητήν Σιμωνίδην (214)
τον Κείον, όστις εζήτησέ τι ουχί δίκαιον παρ' αυτού εν ώ
εστρατήγει, ότι ούτε εκείνος θα ήτον καλός ποιητής αν έψαλλε
παραφώνως (215), ούτε αυτός καλός άρχων, αν εχαρίζετο παρά
νόμον. Άλλοτε δε πάλιν, σκώπτων τον Σιμωνίδην, τω έλεγεν ότι
νουν δεν έχει να κακολογή μεν τους Κορινθίους, οίτινες έχουσι
πόλιν μεγάλην, να κατασκευάζη δ' ιδίας εαυτού εικόνας, εν ώ
είναι τόσον άσχημος. Καθ' όσον δ' ηύξανεν η δύναμίς του και
ήρεσκεν εις το πλήθος, αντιπολιτευόμενος τον Αριστείδην, τον
ενίκησε τέλος, και τον απεμάκρυνεν εξοστρακισθέντα.
ΣΤ. Ήδη δε κατέβαινεν ο Μήδος εις την Ελλάδα, και εν ώ οι
Αθηναίοι εσκέπτοντο περί στρατηγού, λέγεται ότι οι μεν άλλοι
οικειοθελώς παρητούντο της στρατηγίας, τρομάξαντες τον
κίνδυνον· Επικύδης δ' ο υιός του Ευφημίδου, δημαγωγός ων και
επιτηδειότατος ρήτωρ, μαλακός όμως την ψυχήν, και ευκόλως υπό
χρημάτων διαφθειρόμενος, ότι επεθύμει την εξουσίαν, και είχεν
ελπίδα να την επιτύχη, όταν εγίνετο η χειροτονία (216)· ότι δ'
ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς μη τα δημόσια καταστραφώσιν εντελώς, αν
η κυβέρνησις έπιπτεν εις εκείνον, ηγόρασε διά χρημάτων την
φιλοτιμίαν του Επικύδους. Επαινείται δ' αυτού και η πράξις προς
τον δίγλωσσον όστις ήτον μεταξύ των σταλέντων υπό του βασιλέως
διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ (217). Τον ερμηνέα τούτον
συλλαβών, τον εθανάτωσε διά ψηφίσματος, διότι ετόλμησε να
δανείση την ελληνικήν γλώσσαν εις βάρβαρα προστάγματα (218).
Ομοίως επηνέθη και διότι, κατά πρότασιν αυτού, Άρθμιος ο
Ζελείτης (219), αυτός και τα παιδία και οι απόγονοι αυτού
ενεγράφησαν εις τους ατίμους, διότι έφερε χρυσόν των Μήδων εις
τους Έλληνας. Το δε μέγιστον των έργων του είναι ότι έπαυσε
τους ελληνικούς πολέμους, και συνεφιλίωσε προς αλλήλας τας
πόλεις, πείσας αυτάς ν' αναβάλωσι τας έχθρας των διά τον ξένον
πόλεμον. Εις τούτο δε λέγουσιν ότι συνηγωνίσθη μετ' αυτού και
Χείλεως ο Αρκάς (220).
Ζ. Άμα δε παρέλαβε την αρχήν, επεχείρησεν αμέσως να επιβιβάση
τους πολίτας εις τας τριήρεις, και τους έπεισε να εγκαταλείψωσι
την πόλιν, και ν' αντιταχθώσι προς τον βάρβαρον διά θαλάσσης
όσον το δυνατόν μακρότερον της Ελλάδος. Επειδή δε πολλοί
ανθίσταντο, εξήγαγε πολύ στράτευμα μετά των Λακεδαιμονίων εις
τα Τέμπη (221), ως θέλων εκεί να προκινδυνεύση υπέρ της
Θεσσαλίας, ήτις τότε δεν εφαίνετο έτι κλίνουσα προς τους
Μήδους. Αφ' ού δ' ανεχώρησαν εκείθεν άπρακτοι, και οι Θετταλοί
εκηρύχθησαν υπέρ του βασιλέως (222), και όλαι αι χώραι μέχρι
της Βοιωτίας τα των Μήδων εφρόνουν, τότε οι Αθηναίοι ήρχισαν να
προσέχωσι μάλλον εις την περί θαλάσσης γνώμην του
Θεμιστοκλέους, και τον έπεμψαν μετά πλοίων να υπερφυλάξη τα
στενά κατά το Αρτεμίσιον (223). Εκεί, οι μεν άλλοι Έλληνες
έλεγον να έχωσι την αρχηγίαν ο Ευρυβιάδης και οι Λακεδαιμόνιοι·
οι δ' Αθηναίοι, επειδή κατά τον αριθμόν των πλοίων υπερέβαινον
όλους σχεδόν τους άλλους ομού, δεν ήθελον άλλους ν'
ακολουθώσιν. Εννοήσας δε τον κίνδυνον ο Θεμιστοκλής, και αυτός
παρεχώρησε την εξουσίαν εις τον Ευρυβιάδην, και τους Αθηναίους
κατεπράυνεν, υποσχόμενος, αν διακριθώσιν εις τον πόλεμον, να
κάμη τους λοιπούς Έλληνας να πείθωνται εις αυτούς του λοιπού
εκουσίως. Εκ τούτου δύναται να θεωρηθή ότι προ πάντων έγινεν
αίτιος της σωτηρίας της Ελλάδος, και προήγαγε κυρίως τους
Αθηναίους εις δόξαν, διότι τους μεν εχθρούς ενίκησαν διά της
ανδρείας των, τους δε συμμάχους διά της καλής των γνώμης. Όταν
δ' ο βαρβαρικός στόλος έφθασεν εις Αφέτας (224), τρομάξας ο
Ευρυβιάδης το πλήθος των πλοίων όσα εφέροντο απέναντι αυτών,
ακούσας δ' ότι και άλλα διακόσια περιέπλεον υπεράνω της
Σκιάθου, ήθελεν ευθύς να επιστρέψη αυτός εις την Ελλάδα, να
καταπλεύση εις την Πελοπόννησον, και να περιφράξη τον πεζόν
στρατόν διά του στόλου, νομίζων όλως απρόσβλητον την κατά
θάλασσαν δύναμιν του βασιλέως. Φοβηθέντες δ' οι Ευβοείς μη οι
Έλληνες τους εγκαταλείψωσι, συνενοήθησαν κρυφίως μετά του
Θεμιστοκλέους, πέμψαντες προς αυτόν Πελάγοντά τινα μετά
χρημάτων πολλών. Ταύτα δε λαβών εκείνος, ως ο Ηρόδοτος
διηγείται, τα έδωκεν εις τον Ευρυβιάδη. Μεταξύ δε των πολιτών ο
μάλλον εναντιούμενος εις αυτόν ήτον ο Αρχιτέλης, όστις ήτον
τριήραρχος της ιεράς τριήρεως (225), αλλά μη έχων χρήματα να
δώση εις τους ναύτας, έσπευδε ν' αναχωρήση ταχέως. Κατ' αυτού
έτι μάλλον παρώξυνεν ο Θεμιστοκλής τους πολίτας, ώστε
ορμήσαντες τω ήρπασαν το δείπνον του. Εν ώ δ' ο αρχιτέλης
ελυπείτο διά τούτο και ηγανάκτει, έστειλεν ο Θεμιστοκλής προς
αυτόν εντός κιβωτίου δείπνον άρτων και κρεάτων, και υποκάτω
αυτών θέσας τάλαντον αργυρίου, τω εμήνυσε να δειπνήση κατά το
παρόν, και την επαύριον να επιμεληθή τους τριηρίτας· ειδεμή,
ότι θέλει τον καταγγείλει προς τους πολίτας ότι έλαβεν αργύριον
παρά του εχθρού. Ταύτα λέγει Φανίας ο Λέσβιος (226).
Η. Αι δε μάχαι αι συγκροτηθείσαι τότε κατά των βαρβαρικών
πλοίων περί τα στενά, κρίσιμοι μεν κυρίως δεν ανεδείχθησαν,
ωφέλησαν όμως τους Έλληνας διά της πείρας, διότι δι' έργων
εδιδάχθησαν κατά τους κινδύνους, ότι ούτε των πλοίων ο αριθμός,
ούτε οι στολισμοί και η λαμπρότης των παρασήμων, ούτε αι
κραυγαί και αι καυχήσεις, ούτε οι βάρβαροι παιάνες έχουσί τι το
επίφοβον δι' άνδρας ηξεύροντας να έρχωνται εις χείρας, και
τολμώντας να μάχωνται, αλλ' ότι πρέπει τα τοιαύτα
καταφρονούντες, να ορμώσι κατά των σωμάτων, μετ' εκείνων να
συμπλέκωνται, και κατ' εκείνων ν' αγωνίζωνται. Τούτο καλώς, ως
φαίνεται, εννοήσας και ο Πίνδαρος, είπε περί της κατ'
Αρτεμίσιον μάχης·
«όπου παίδες Αθηναίοι κρηπίδα
λαμπράν έστησαν ελευθερίας.»
Διότι τωόντι η τόλμη είναι της νίκης αρχή. Είναι δε το
Αρτεμίσιον αιγιαλός της Ευβοίας προς βορράν αναπεπταμένος,
υπεράνω της Εστιαίας (227). Αντικρύζει δ' εις αυτό η Ολιζών
ιδίως εκ της χώρας ήτις ήτον υπό τον Φιλοκτήτην (228). Έχει δε
μικρόν ναόν της Αρτέμιδος, της επικαλουμένης Προσηώας (229),
και δένδρα φύονται περί αυτό, και στήλαι λίθου λευκού εισίν
ιδρυμέναι ολόγυρά του. Ο δε λίθος, τριβόμενος διά της χειρός,
δίδει χρώμα και οσμήν ως του κρόκου. Εις μίαν δε των στηλών
ήτον γεγραμμένον τούτο το ελεγείον.
«Παίδες ποτέ Αθηναίων, ανθρώπων δαμάσαντες γένη
των εν Ασία πολλά εις τας θαλάσσας αυτάς
εν ναυμαχία, αφ' ού ο στρατός κατεστράφη των Mήδων,
μνήματα εις την θεάν Άρτεμιν ίστων αυτά.»
Δείκνυται δε τόπος της παραλίας όστις, εν ώ πέριξ υπάρχει άμμος
πολλή, αναδίδει εκ του πυθμένος σκόνιν μέλαιναν και τεφρώδη, ως
αν είχε προέλθει εκ πυρκαϊας, και φρονούσιν ότι ενταύθα είχον
καύσει τα ναυάγια και τους νεκρούς.
Θ. Αφ' ού όμως τα συμβάντα εν Θερμοπύλαις ανηγγέλθησαν εις το
Αρτεμίσιον, ακούσαντες ότι έπεσεν ο Λεωνίδας και ότι ο Ξέρξης
ήτον κύριος των κατά ξηράν οδών, ανεχώρησαν να επιστρέψωσιν εις
την Ελλάδα, και οι Αθηναίοι ετάχθησαν οι τελευταίοι,
υψηλοφρονούντες διά την ανδρείαν και τα κατορθώματά των. Όταν
δε παρέπλεε την χώραν ο Θεμιστοκλής, όπου έβλεπε μέρη εις ά
έπρεπεν αναγκαίως ν' αρράξωσι και να καταφύγωσιν οι εχθροί,
εχάραττεν εις τους λίθους γράμματα ευανάγνωστα, άλλους μεν
ευρίσκων κατά τύχην, άλλους δε στήνων ο ίδιος εις τους όρμους
και παρά τας πηγάς, και προτρέπων διά των γραμμάτων τους Ίωνας,
αν μεν ήτον δυνατόν, ν' αποσκιρτήσωσι προς αυτούς, οίτινες ήσαν
πατέρες των, και είχον κινδυνεύσει υπέρ της ελευθερίας εκείνων,
ειδεμή, να βλάπτωσι τους βαρβάρους κατά τας μάχας και να τους
ταράττωσι (230). Διά τούτων δ' ήλπιζεν ή να μεταπείση τους
Ίωνας, ή να τους ταράξη, καθιστών αυτούς υπόπτους προς τους
βαρβάρους. Ο δε Ξέρξης εισέβαλεν άνωθεν της Δωρίδος εις την
Φωκίδα, και έκαιε τας πόλεις των Φωκέων, χωρίς να θελήσωσι ν'
αντισταθώσιν οι Έλληνες, αν και οι Αθηναίοι τους παρεκάλουν να
τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν προ της Αττικής, καθώς αυτοί
τους εβοήθησαν κατά θάλασσαν εις το Αρτεμίσιον. Επειδή δ'
ουδείς τους ήκουεν, αλλά διά την Πελοπόννησον μόνον εφρόντιζον,
και έσπευδον να συνάξωσιν όλην την δύναμιν, και ωχύρουν τον
Ισθμόν διά τείχους από θαλάσσης εις θάλασσαν, συγχρόνως μεν
ωργίζοντο οι Αθηναίοι διά την προδοσίαν, συγχρόνως δ'
εκυριεύοντο υπ' αθυμίας και λύπης, διότι έμενον μεμονωμένοι.
Και να πολεμήσωσι μεν ουδόλως διενοούντο εναντίον τοσούτων
μυριάδων στρατού· το δε μόνον αναγκαίον εις την τότε
περίστασιν, ήτον ν' αφήσωσι την πόλιν και να έμβωσιν εις τα
πλοία. Αλλά το πλήθος ήκουε τούτο αγανακτούν, και έλεγον ότι
ούτε νίκην θέλουσιν, ούτε σωτηρίαν ηξεύρουσιν, αν αφήσωσι τα
ιερά των Θεών και των πατέρων τους τάφους.
I. Τότε ο Θεμιστοκλής, μη δυνάμενος δι' ανθρωπίνων υπολογισμών
να κερδίση το πλήθος, εκίνησε μηχανήν τινα ως εις τας
τραγωδίας, και τοις έφερε θεία σημεία και χρησμούς. Και σημείον
μεν έλαβεν ότι ο δράκων κατ' εκείνας τας ημέρας έγινεν αφανής
εκ του ναού, και τας καθ' ημέραν εις αυτόν προσφερομένας τροφάς
ευρίσκοντες αψαύστους οι ιερείς, το είπον εις τον λαόν (231),
προς όν ο Θεμιστοκλής διέδιδεν ότι η Θεά αφήκε την πόλιν,
οδηγούσα αυτούς προς την θάλασσαν. Εδημαγώγει δε και διά του
χρησμού, λέγων ότι ουδέν άλλον σημαίνει το ξύλινον τείχος, ειμή
τα πλοία (232), δι' ό και ονομάζει ο Θεός την Σαλαμίνα
«θείαν», και ουχί αθλίαν ή δυστυχή, διότι έμελλε να δώση τ'
όνομά της εις μέγα τι των Ελλήνων ευτύχημα. Άμα δ' η γνώμη του
υπερίσχυσεν, έγραψε ψήφισμα, την μεν πόλιν να παρακαταθέσωσιν
εις την Αθηνάν, την προστάτιν των Αθηναίων, όλοι δ' οι ενήλικες
να εμβώσιν εις τας τριήρεις, τους δε παίδας και τας γυναίκας
και τους δούλους να σώση έκαστος όπως δυνηθή. Αφ' ού δ' εκυρώθη
το ψήφισμα, οι πλείστοι των Αθηναίων απέστειλαν τους γονείς και
τας γυναίκας των εις την Τροιζήνα, και οι Τροιζήνιοι τους
εδέχοντο μετά πλείστης φιλοτιμίας, ψηφίσαντες να τρέφωσιν
αυτούς δημοσίως, και να δίδωσι δύο οβολούς εις έκαστον, και τα
παιδία να έχωσι την άδειαν να λαμβάνωσι πανταχόθεν οπωρικά, και
προσέτι να πληρώνωνται δι' αυτά μισθοί εις διδασκάλους. Έγραψε
δε το ψήφισμα τούτο ο Νικαγόρας. Δημόσια δε χρήματα δεν είχον
οι Αθηναίοι· αλλ' ο Αριστοτέλης λέγει ότι η βουλή του Αρείου
Πάγου εχορήγησεν εις έκαστον των στρατιωτών ανά οκτώ δραχμάς
(233), και ούτως εις αυτήν προ πάντων οφείλεται ότι
επληρώθησαν ανδρών αι τριήρεις. Ο δε Κλείδημος (234) και τούτο
λέγει στρατήγημα του Θεμιστοκλέους, ότι, όταν οι Αθηναίοι
κατέβαινον εις τον Πειραιά, απωλέσθη το Γοργόνειον του
αγάλματος της Θεάς (235), και ο Θεμιστοκλής, προσποιούμενος
ότι ζητεί αυτό, και προς τούτο εξετάζων τα πάντα, εύρε πλήθος
χρημάτων κεκρυμμένων εις των πολιτών τας αποσκευάς, και ταύτα
έφερεν εις το μέσον, ώστε υπήρξεν ευπορία εφοδίων διά τους
εμβαίνοντας εις τας ναυς. Όταν δ' η πόλις εξέπλεεν, εις άλλους
μεν επροξένει οίκτον το θέαμα, εις άλλους δε θαυμασμόν διά την
τόλμην, όταν τους μεν γονείς των έπεμπον αλλαχού, αυτοί δ'
άκαμπτοι προς των γυναικών τους στεναγμούς και τα δάκρυα, και
προς των παιδίων των τους εναγκαλισμούς, μετέβαινον εις την
νήσον. Εις οίκτον όμως εκίνουν πολλοί των πολιτών, οίτινες
έμενον διά γήρας οπίσω· υπήρχε δε καί τις γλυκεία συμπάθεια
προς τα ήμερα και σύντροφα ζώα, όταν μετά φωνής και μετά πόθου
παρηκολούθουν τους τροφείς των εμβαίνοντας εις τα πλοία. Μεταξύ
αυτών ιστορείται ότι ο κύων Ξανθίππου του πατρός του
Περικλέους, μη ανεχόμενος να χωρισθή απ' αυτού, επήδησεν εις
την θάλασσαν, και κολυμβών πλησίον εις την τριήρην, έφθασεν εις
την Σαλαμίνα, όπου λειποθυμήσας, αμέσως απέθανε. Τούτου
λέγουσιν ότι είναι τάφος το μέχρι τούδε δεικνύμενον και
ονομαζόμενον Κυνός σήμα.
ΙΑ. Πράξεις δε μεγάλαι εισίν αύται του Θεμιστοκλέους. Εννοήσας
ότι οι πολίται επόθουν τον Αριστείδην, και εφοβούντο μη εξ
αγανακτήσεως ενωθή μετά του βαρβάρου, και ανατρέψη τα πράγματα
της Ελλάδος (διότι προ του πολέμου είχεν εξοστρακισθή
καταδιωχθείς υπό του Θεμιστοκλέους), έγραψε ψήφισμα, καθ' ό
επετρέπετο εις τους προσκαίρως εξωρισμένους να επανέλθωσι, και
να πράττωσι και προτείνωσιν μετά των λοιπών πολιτών ό,τι
συμφέρον εις την Ελλάδα. Προς τον Ευρυβιάδην δε, όστις είχε την
αρχηγίαν του στόλου διά της Σπάρτης την επισημότητα, όστις όμως
ήτον άτολμος προς τον κίνδυνον, και ήθελε ν' αναχωρήση και να
πλεύση εις τον Ισθμόν, ο Θεμιστοκλής αντέλεγε. Τότε λέγουσιν
ότι εδέθησαν και εκείνα τα μνημονευόμενα, ότι ο Ευρυβιάδης τω
είπεν «Ω Θεμιστόκλεις, εις του αγώνας ραπίζουσι τους προ της
ώρας ανισταμένους» (236). «Ναι, είπεν ο Θεμιστοκλής, αλλά τους
μένοντας οπίσω δεν τους στεφανώνουσι». Τότε εκείνος ύψωσε την
ράβδον του διά να τον κτυπήση, και ο Θεμιστοκλής είπε· «Κτύπα,
αλλ' άκουσον» (237). Και ο Ευρυβιάδης εθαύμασε την πραότητα
αυτού, και τω είπε να ομιλήση· ο δε Θεμιστοκλής ήρχισε να τον
επαναφέρη εις τον ορθόν λόγον. Αλλά τις των παρευρισκομένων
είπεν, ότι άνθρωπος άπολις δεν είναι ορθόν να διδάσκη τους
έχοντας πατρίδας να τας εγκαταλείψωσι και ν' αδιαφορήσωσι δι'
αυτάς· «Ημείς, είπεν ο Θεμιστοκλής, ω μοχθηρέ, τας μεν οικίας
και τα τείχη ημών κατελείψαμεν, θέλοντες να μη γίνωμεν δούλοι
προς χάριν αψύχων. Έχομεν δε πόλιν μεγίστην μεταξύ των
Ελληνίδων, τας διακοσίας τριήρεις, αίτινες ήλθον να σας
βοηθήσωσι, διότι περιμένετε την σωτηρίαν σας απ' αυτών. Αν δε
και εκ δευτέρου αναχωρήσητε προδίδοντες ημάς, ταχέως θ'
ακούσωσιν οι Έλληνες ότι οι Αθηναίοι απέκτησαν και πόλιν
ελευθέραν και χώραν όχι κατωτέραν εκείνης ήν απώλεσαν». Ως δ'
είπε ταύτα ο Θεμιστοκλής, υπόνοια και φόβος κατέλαβε τον
Ευρυβιάδην, μη οι Αθηναίοι τους εγκαταλείψωσι και απέλθωσιν.
Επειδή δε καί τις των παρόντων, Ερετριεύς, ηθέλησε τι να ειπή
απ' εναντίας αυτού, «Πώς; τω είπεν έχετε λόγον περί πολέμου και
σεις, οίτινες, ως τα καλαμάρια, ξίφος έχετε και καρδίαν δεν
έχετε;» (238)
IB. Λέγεται δ' υπό τινων ότι ο Θεμιστοκλής διελέγετο περί
τούτων άνωθεν από του καταστρώματος του πλοίου, όταν γλαυξ
εφάνη πετώσα προς τα δεξιά των πλοίων, και εκάθησεν εις τα
εξάρτια. Διά τούτο έτι μάλλον έκλινον προς την γνώμην του
(239), και ήτοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' όταν ο στόλος των
πολεμίων, διευθυνόμενος προς της Αττικής το Φαληρικόν,
απέκρυψεν όλους τους πέριξ αιγιαλούς, και ο βασιλεύς μετά του
πεζού στρατού καταβάς εις την θάλασσαν, εφάνη αιφνηδίως έχων
πάσας τας δυνάμεις ομού συνηγμένας, τότε εξέφυγον τους Έλληνας
οι λόγοι του Θεμιστοκλέους, και πάλιν έστρεφον τα βλέμματα οι
Πελοποννήσιοι προς τον Ισθμόν, και ωργίζοντο αν άλλος άλλο
επρότεινεν. Εμελέτων δε την νύκτα ν' αναχωρήσωσι, και
παρήγγελλον εις τους κυβερνήτας να είν' έτοιμοι διά πλουν.
Τότε, δυσανασχετών ο Θεμιστοκλής, ότι αφήνοντες οι Έλληνες την
βοήθειαν του τόπου και των στενών, έμελλον να διαλυθώσι κατά
πόλεις, εσκέφθη και απεφάσισε το μετά του Σικίνου τέχνασμα.
Ήτον δ' ο Σίκινος Πέρσης το γένος, αιχμάλωτος, αγαπώμενος υπό
του Θεμιστοκλέους, και των τέκνων αυτού παιδαγωγός. Έπεμψε
λοιπόν αυτόν κρυφίως προς τον Πέρσην, και τω παρήγγειλε να ειπή
ότι ο Θεμιστοκλής, ο στρατηγός των Αθηναίων, φρονών τα του
βασιλέως, τω καταγγέλλει πρώτος ότι οι Έλληνες δραπετεύουσι,
και τον προτρέπει να μη τους αφήση να φύγωσιν, αλλ' εν ώ
διατελούσιν εις ταραχήν, όντες κεχωρισμένοι από των πεζών, να
επιπέση και να καταστρέψη την ναυτικήν αυτών δύναμιν. Ταύτα δ'
ακούσας ο Ξέρξης, και νομίσας ότι τω ελέγοντο εκ φιλικής
προαιρέσεως, εχάρη, και ευθύς διέταξε τους αρχηγούς των πλοίων,
εις μεν τα άλλα να εισαγάγωσι τους στρατιώτας μεθ' ησυχίας· να
κινήσωσι δ' αμέσως μετά διακοσίων, και να περικυκλώσωσι
πανταχόθεν το πέραμα, και να διαζώσωσι τας νήσους (240), ώστε
ουδείς να διαφύγη εκ των εχθρών. Εν ώ δε ταύτα εξετελούντο,
πρώτος εννοήσας αυτά Αριστείδης ο Λυσιμάχου, ήλθε προς την
σκηνήν του Θεμιστοκλέους, ει και δεν ήτον φίλος του, αλλά
μάλιστα, ως είπομεν, εξ αιτίας εκείνου εξοστρακισθείς. Όταν δ'
εξήλθεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν, τω είπε περί της
περικυκλώσεως. Εκείνος δε, γνωρίζων και την κατά τα λοιπά πάντα
χρηστότητα του ανδρός, και υπερχαρείς διά την τότε παρουσίαν
του, τω είπεν όσα ενήργησεν διά του Σικίνου, και τον παρεκάλεσε
να τον βοηθήση και να συμπράξη μετά προθυμίας, όπως οι Έλληνες,
οίτινες είχον εις αυτόν περισσοτέραν εμπιστοσύνην, ναυμαχήσωσιν
εντός των στενών. Και ο μεν Αριστείδης, επαινέσας τον
Θεμιστοκλέα, περιήλθε τους άλλους στρατηγούς και τριηράρχας,
παροξύνων αυτούς προς την μάχην. Αυτοί όμως εδυσπίστουν εισέτι,
όταν εφάνη αυτόμολος τριήρης Τηνία (241) ής ναύαρχος ήτον ο
Παναίτιος, και απήγγειλε την κύκλωσιν. Ώστε και εκ θυμού και εξ
ανάγκης οι Έλληνες ερίφθησαν εις τον κίνδυνον.
ΙΓ. Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Ξέρξης εκάθησεν υψηλά, επιβλέπων τον
στόλον και την παράταξιν, ως μεν λέγει ο Φανόδημος (242),
υπεράνω του ναού του Ηρακλέους, όπου βραχύ πέραμα χωρίζει την
Αττικήν και την νήσον, ως δ' ο Ακεστόδωρος (243), κατά τα
σύνορα της Μεγαρίδος, υπεράνω των λεγομένων Κεράτων (244),
στήσας καθέδραν χρυσήν (245), και περιστοιχισθείς υπό πολλών
γραμματέων, ών έργον ην να καταγράφωσι τα κατά την μάχην
γινόμενα. Εν ώ δ', ο Θεμιστοκλής ετέλει θυσίαν παρά την
ναυαρχίδα τριήρην, προσήχθησαν εις αυτόν τρεις αιχμάλωτοι,
εξόχως ωραίοι το πρόσωπον, λαμπρά δε φορέματα και χρυσά
φορούντες κοσμήματα. Ελέγετο δ' ότι ήσαν υιοί της Σανδάκης,
αδελφής του βασιλέως, και του Αρταύκτου. Τούτους ιδών
Ευφραντίδης ο μάντις, επειδή συγχρόνως μεν ανέλαμψεν εκ του
βωμού μέγα πυρ και λαμπρόν, συγχρόνως δε και άλλο εδόθη
σημείον, πτερνίσματος εκ δεξιών (246), συγχαρείς τον
Θεμιστοκλέα, τον διέταξε ν' αρχίση από των νεανίσκων, και να
τους σφαγιάση όλους, προσευχηθείς εις τον ωμηστήν Διόνυσον
(247), διότι ούτως ήθελε δοθή εις τους Έλληνας σωτηρία και
νίκη. Και ο μεν Θεμιστοκλής εξεπλάγη ακούσας το μέγα τούτο και
φοβερόν μάντευμα. Αλλ' ως συμβαίνει συνήθως επί μεγάλων αγώνων
και επί δυσκόλων πραγμάτων, οι του κοινού λαού εκ των παραλόγων
μάλλον ή εκ των ευλόγων την σωτηρίαν ελπίζοντες, επεκαλούντο
τον Θεόν όλοι ομού φωνάζοντες, και ενταυτώ, φέροντες τους
αιχμαλώτους εις τον βωμόν, ηνάγκασαν να γίνη η θυσία, ως ο
μάντις εκέλευσε. Ταύτα διηγείται ανήρ φιλόσοφος, και γνώσεων μη
εστερημένος ιστορικών, ο Λεσβίος Φανίας (248).
ΙΔ. Περί δε του πλήθους των βαρβαρικών πλοίων ο ποιητής
Αισχύλος, ως γνωρίζων αυτά, και δυνάμενος να τα βεβαίωση, λέγει
ταύτα εις την τραγωδίαν τους Πέρσας (249).
«Του Ξέρξου ήτον (το ηξεύρω) χιλιάς
ο αριθμός των πλοίων τα δε τάχιστα
δις ήσαν εκατόν κ' επτά, ως λέγεται.»
Αι δ' Αττικαί ήσαν εκατόν ογδοήκοντα τον αριθμόν, και εκάστη
είχε δεκαοκτώ τους μαχομένους εκ του καταστρώματος· εκ τούτων
δε τέσσαρες ήσαν τοξόται, και οι λοιποί οπλίται. Φαίνεται δ'
ότι ο Θεμιστοκλής ενόησε και παρεμόνευσε τον καιρόν ουχ ήττον
καλώς ή τον τόπον, και δεν παρέταξε τας τριήρεις του προς τας
βαρβαρικάς πριν ή φθάση η συνήθης ώρα, ήτις πάντοτε φέρει
σφοδρόν τον άνεμον και το κύμα διά των στενών από του πελάγους·
διότι τας μεν ελληνικάς, ούσας χαμηλάς, και μη εγειρομένας πολύ
υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, ολίγον έβλαπτε· πίπτων δ' εις
τας βαρβαρικάς αίτινες είχον ορθάς τας πρύμνας και εφέροντο
βαρείαι εξ αιτίας των υψηλών καταστρωμάτων, τας έξωθεν του
δρόμου των, και τας παρέδιδε πλαγίως εις τους Έλληνας, οίτινες
προσέβαλλον μεθ' ορμής, προσέχοντες κυρίως εις τον Θεμιστοκλήν
διότι τούτον εθεώρουν ως εννοούντα υπέρ πάντα άλλον τι ήτον το
συμφέρον, και διότι προς το μέρος εκείνου ο ναύαρχος του Ξέρξου
Αριαμένης, πλοίον έχων μέγα, ετόξευε και ηκόντιζεν ως από
τείχους, ανήρ ικανός ων, και ο άριστος και δικαιότατος εκ των
αδελφών του βασιλέως. Ούτος, όταν του Δεκελέως (250) Αμεινίου
και Σωκλέους του Πεδιέως (251), οίτινες συνέπλεον επί του
αυτού πλοίου, αι τριήρεις έπεσαν επί αλλήλων πρώραν προς
πρώραν, και μαχόμεναι διά των εμβολών, συνεκολλήθησαν, ερίφθη
εις το πλοίον αυτών αυτοί δ' αντιστάντες, και κτυπώντες αυτόν
διά των δοράτων των, τον έρριψαν εις την θάλασσαν, και το σώμα
αυτού φερόμενον μετά των άλλων ναυαγίων, ανεγνώρισεν η
Αρτεμισία (252), και το έφερεν επάνω προς τον Ξέρξην (253).
ΙΕ. Εν ώ δ' εις τοιαύτην θέσιν ήτον η μάχη, λέγουσιν ότι έλαμψε
μέγα φως εκ της Eλευσίνος (254), ήχος δε και φωνή επλήρωσε το
Θριάσιον πεδίον (255) μέχρι της θαλάσσης, ως αν πολλοί
άνθρωποι ομού εξήγον τον μυστικόν Ίακχον (256). Εκ του μέσου
δε του πλήθους των κραυγαζόντων εφάνη νέφος βαθμηδόν υψούμενον,
και έπειτα, πάλιν υποχωρούν, επέπεσεν εις τας τριήρεις. Άλλοι
δ' ενόμισαν ότι είδον φαντάσματα και είδωλα ανθρώπων ενόπλων,
από της Αιγίνης εκτεινόντων τας χείρας προ των ελληνικών
τριηρών, και είκαζον ότι ήσαν οι Αιακίδαι (257) ούς είχον προ
της μάχης επικαλεσθή δι' ευχών εις βοήθειαν. Πρώτος λοιπόν
εκυρίευσε πλοίον ο Λυκομήδης, τριήραρχος Αθηναίος, και αυτού
αποκόψας τα παράσημα, το αφιέρωσεν εις τον δαφνηφόρον Απόλλωνα
(258). Οι δ' άλλοι, ίσοι κατά το πλήθος γινόμενοι προς τους
βαρβάρους, πολεμούντας εντός στενού (259), και πίπτοντας τους
μεν επί τους δε, τους έτρεψαν, αφ' ού αντεστάθησαν μέχρι
δείλης, ως λέγει ο Σιμωνίδης (260), την καλήν και περιβόητον
εκείνην θριαμβεύσαντες νίκην, ής ουδ' υφ' Ελλήνων ουδ' υπό
βαρβάρων ποτέ άλλο λαμπρότερον θαλάσσιον κατωρθώθη έργον, διά
της ανδρείας μεν και της προθυμίας πάντων ομού των
ναυμαχησάντων, διά της φρονήσεως δε συγχρόνως και της
ικανότητος του Θεμιστοκλέους (261).
ΙΣΤ. Μετά δε την ναυμαχίαν, ο Ξέρξης μη απελπιζόμενος έτι προς
την αποτυχίαν, επεχείρει διά χωμάτων να φέρη τον πεζόν του
στρατόν εις την Σαλαμίνα κατά των Ελλήνων, εμφράττων το μεταξύ
πέραμα. Ο δε Θεμιστοκλής θέλων διά των λόγων του να εννοήση τι
φρονή ο Αριστείδης, επρότεινε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον,
και να καταστρέψωσι την γέφυραν (262), «ώστε, είπε, να
συλλάβωμεν την Ασίαν εντός της Ευρώπης». Αλλά δυσανασχετών προς
ταύτα ο Αριστείδης (263), «τώρα μεν, είπεν, επολεμήσαμεν κατά
του βαρβάρου εν ώ εις τρυφήν παρεδίδετο· αν δε κατακλείσωμεν
εις την Ελλάδα, και διά του φόβου αναγκάσωμεν να πολεμήση άνδρα
κύριον τοσούτων δυνάμεων, δεν θα καθήση πλέον υπό σκιάδα χρυσήν
να βλέπη την μάχην ησύχως, αλλά θέλει τα πάντα τολμήσει, και
θέλει παρευρίσκεσθαι πανταχού, ένεκα του κινδύνου, όπως
επανορθώση την αποτυχίαν του, και θέλει σκεφθή καλλήτερα,
προκειμένου περί των όλων. Επομένως, είπε, δεν πρέπει, ω
Θεμιστόκλεις, να καταστρέψωμεν ημείς την υπάρχουσαν γέφυραν,
αλλά και άλλην ει δυνατόν να κατασκευάσωμεν, και να εκβάλωμεν
ταχέως τον άνθρωπον εκ της Ευρώπης.» «Λοιπόν, είπεν ο
Θεμιστοκλής, αν ταύτα κρίνωνται συμφέροντα, πρέπει όλοι ημείς
να σκεφθώμεν και να εύρωμεν τρόπον όπως φύγη όσον τάχιον εκ της
Ελλάδος». Αφ' ού δε ταύτα ενεκρίθησαν, έπεμψεν ένα των
βασιλικών ευνούχων, όν εύρε μεταξύ των αιχμαλώτων, Αρνάκην
ονομαζόμενον, παραγγείλας να ειπή εις τον βασιλέα, ότι οι μεν
Έλληνες απεφάσισαν, αφ' ού ενίκησαν κατά θάλασσαν, να πλεύσωσιν
εις τον Ελλήσποντον, όπου ήτον εζευγμένος, και να διαλύσωσι την
γέφυραν, ο Θεμιστοκλής δε, μεριμνών υπέρ του βασιλέως, τον
συμβουλεύει να σπεύση να επιστρέψη εις τας εδικάς του θαλάσσας,
και να φθάση εν όσω αυτός επιφέρει αναβολάς τινάς και
αργοπορίας εις τους συμμάχους διά την δίωξιν. Ταύτα ακούσας ο
βάρβαρος, και περίφοβος γενόμενος, μετά πάσης ταχύτητος ετράπη
εις αναχώρησιν. Και απόδειξιν της φρονήσεως του Θεμιστοκλέους
και Αριστείδου παρέσχεν ο Μαρδόνιος, διότι αντιταχθέντες εις
πολλοστημόριον της δυνάμεως του Ξέρξου εν Πλαταιαίς,
εκινδύνευσαν τον έσχατον κίνδυνον.
ΙΖ. Και μεταξύ μεν των πόλεων λέγει ο Ηρόδοτος ότι ηρίστευσεν η
των Αιγινητών· εις δε τον Θεμιστοκλέα, ει και άκοντες υπό
φθόνου, απέδωκαν όλοι το πρωτείον. Διότι, όταν αναχώρησαντες
εις τον Ισθμόν, εψηφοφόρουν οι στρατηγοί εις τον βωμόν (264),
πρώτον μεν κατά την ανδρείαν επρότεινεν έκαστος εαυτόν,
δεύτερον δε μεθ' εαυτόν τον Θεμιστοκλέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι,
λαβόντες αυτόν εις την Σπάρτην, έδοσαν ελαίας στέφανον ως
αριστείον εις μεν τον Ευρυβιάδην ανδρείας, εις εκείνον δε
φρονήσεως (265) και τω εχάρισαν την ωραιοτέραν της πόλεως
άμαξαν, και έστειλαν μετ' αυτού τριακοσίους των νέων να τον
προπέμψωσι μέχρι των ορίων της πόλεως. Λέγεται δ' ότι, όταν
ετελέσθησαν τα πρώτα μετά ταύτα Ολύμπια, και προέβη εις το
στάδιον ο Θεμιστοκλής, οι θεαταί αφήκαν τους αγωνιζομένους, και
όλην την ημέραν εκείνον μόνον έβλεπον, και θαυμάζοντες και
χειροκροτούντες τον επεδείκνυον εις τους ξένους, ώστε και αυτός
ευχαριστηθείς, ωμολόγησεν, εις τους ξένους, ότι απολαμβάνει τον
καρπόν των υπέρ της Ελλάδος αγώνων του.
IΗ. Διότι ήτον την φύσιν φιλοτιμότατος, καθ' όσον συμπεραίνεται
εκ των περί αυτού απομνημονευομένων. Όταν εξελέγη ναύαρχος της
πόλεως, δεν εθεώρει ουδεμίαν ιδιαιτέρως υπόθεσιν ούτε ιδίαν
ούτε δημοσίαν, αλλά πάσας τας παρουσιαζομένας ανέβαλλε κατά την
ημέραν εκείνην, καθ' ήν έμελλε να εκπλεύση, ώστε πολλά ενεργών
πράγματα, και μετ' ανθρώπων πολλών ομιλών, να φαίνηται ότι
είναι μέγας και πολλά δυνάμενος. Παρατηρών δε τους νεκρούς όσοι
είχον ριφθή έξω εις το παραθαλάσσιον, και ιδών πλησίον αυτού
κείμενα χρυσά περιδέραια και κοσμήματα, έδειξεν αυτά εις τον
φίλον του όστις τον παρηκολούθει, και «Λάβε ταύτα διά σε, τω
είπε· Συ δεν είσαι Θεμιστοκλής.» Προς Αντιφάτην δε τινα, όστις
ήτον άλλοτε νέος ωραίος, και προσεφέρετο πρότερον προς αυτόν
υπερηφάνως, έπειτα δε τον επεριποιείτο διά την δόξαν του, «Ω
νεανίσκε, είπεν, εξώρας μεν, αλλά και οι δύο συγχρόνως
εφρονιμεύσαμεν.» Έλεγε δ' ότι οι Αθηναίοι ούτε τον τιμώσιν ούτε
τον θαυμάζουσιν, αλλ' ως εις πλάτανον, εν καιρώ μεν τρικυμιών
και κινδύνων καταφεύγουσιν υπ' αυτόν, όταν δ' επανέλθη περί
αυτούς γαλήνη, τον μαδούσι και τον κολοβούσι. Προς δε Σερίφιόν
τινα, όστις τω είπεν ότι δεν εδοξάσθη ένεκα εαυτού, αλλ' εξ
αιτίας της πόλεως εις ήν ανήκει, «Αληθώς λέγεις, απεκρίθη· αλλ'
ούτ' εγώ, αν ήμην Χερίφιος θα εγινόμην ένδοξος, ούτε συ αν ήσο
Αθηναίος.» Όταν δ' άλλος τις στρατηγός, όστις υπέθετεν ότι
κατώρθωσε χρήσιμόν τι εις την πόλιν, μετά θρασύτητος ομιλών
προς τον Θεμιστοκλέα, αντιπαρέβαλλε τας ιδίας αυτού πράξεις
προς τας πράξεις εκείνου, είπεν ότι «τα μεθεόρτια εφιλονείκουν
ποτέ προς την εορτήν, λέγοντα ότι εκείνη μεν είναι πλήρης κόπων
και ασχολιών, επ' αυτών δ' απολαμβάνουσιν όλοι τα
προητοιμασμένα αναπαυόμενοι· προς ταύτα δ' απεκρίθη η εορτή·
Αλήθειαν λέγετε· αλλ' αν εγώ δεν ήμην, σεις δεν θα υπήρχετε.
Και εγώ λοιπόν αν δεν είχον υπάρξει τότε, πού θα ήσθε σεις
σήμερον;» Αστειευόμενος δε, διότι ο υιός του είχεν επιρροήν επί
της μητρός του, και δι' εκείνης και επί αυτού, έλεγεν ότι είχε
την ανωτάτην δύναμιν, και επί των Ελλήνων· διότι επί μεν των
Ελλήνων εξουσίαν είχον οι Αθηναίοι, επί των Αθηναίων δ' αυτός,
επί αυτού η μήτηρ του παιδίου, και επί της μητρός το παιδίον.
Θέλων δε να είναι ιδιότροπος κατά πάντα, ότε επώλει αγρόν,
διέταττε τον κήρυκα να φωνάζη ότι και γείτονα καλόν έχει.
Μεταξύ δε των ζητούντων εις γάμον την θυγατέρα του επροτίμησε
τον χρηστόν και ουχί τον πλούσιον, λέγων ότι ζητεί μάλλον άνδρα
έχοντα ανάγκην χρημάτων, παρά χρήματα έχοντα ανάγκην ανδρός.
Τοιούτος ήτον ως προς τ' αποφθέγματά του.
ΙΘ. Αμέσως δε μετά τα κατορθώματά του εκείνα, επεχείρησε ν'
ανοικοδομήση και να τειχίση την πόλιν, ως μεν ιστορεί ο
Θεόπομπος (266), πείσας τους Εφόρους (267) διά χρημάτων να μη
εναντιωθώσιν, ως δ' οι πλείστοι, απατήσας αυτούς· διότι ήλθεν
εις Σπάρτην δους εις την αποστολήν του πρεσβείας όνομα. Όταν δ'
οι Σπαρτιάται ενεκάλουν τους Αθηναίους ότι περιτειχίζουσι την
πόλιν, και επίτηδες σταλείς εξ Αιγίνης ο Πολύαρχος, τους
κατηγόρει διά τούτο (268), αυτός ηρνείτο, και τοις έλεγε να
στείλωσιν εις Αθήνας ανθρώπους να ιδώσιν, αφ' ενός μεν δίδων
διά της χρονοτριβής καιρόν εις τον τειχισμόν να προχωρήση, αφ'
ετέρου δε θέλων ανθ' εαυτού να έχωσιν οι Αθηναίοι τους
μέλλοντας να σταλώσι. Τούτο αληθώς και συνέβη· διότι οι
Λακεδαιμόνιοι, γνωρίσαντες την αλήθειαν, δεν τον έβλαψαν, αλλά
κρυφίως οργιζόμενοι τον απέπεμψαν. Ευθύς δε μετά ταύτα ήρχισεν
ετοιμάζων τον Πειραιά, διότι ενόησε πόσον αξιόλογοι ήσαν οι
λιμένες, και την πόλιν διαθέτων διά την θάλασσαν, και τρόπον
τινά προς τους παλαιούς βασιλείς των Αθηναίων
αντιπολιτευόμενος. Διότι εκείνοι, ως λέγεται, αγωνιζόμενοι ν'
αποσπάσωσι τους πολίτας από της θαλάσσης, και να τους
συνηθίσωσι να ζώσι μη πλέοντες, αλλά την χώραν φυτεύοντες,
διέδοσαν τον περί της Αθηνάς λόγον, ότι εφιλονείκησε ποτέ περί
της χώρας προς τον Ποσειδώνα, και αναδείξασα την ιεράν ελαίαν
εις τους δικαστάς, ενίκησεν. Ο Θεμιστοκλής δε δεν συνεκόλλησεν,
ως λέγει ο κωμικός Αριστοφάνης (269), τον Πειραιά εις την
πόλιν, αλλά την πόλιν εξήστησεν από του Πειραιώς, και την γην
από της θαλάσσης (270). Τούτο ηύξησε και την δύναμιν του δήμου
κατά της αριστοκρατίας, και επλήρωσεν αυτόν θρασύτητος, όταν η
δύναμις περιήλθεν εις τους ναύτας και τους κελευστάς και τους
κυβερνήτας. Διά τούτο και το βήμα της Πνυκός, όν
κατασκευασμένον ώστε να βλέπη προς την θάλασσαν, ύστερον οι
Τριάκοντα το έστρεψαν προς τα εντός της χώρας, φρονούντες ότι η
μεν κατά θάλασσαν εξουσία εγέννα την δημοκρατίαν, προς την
ολιγαρχίαν δ' ότι ολιγώτερον δυσαρεστούνται οι γεωργοί (271).
Κ. Διενοήθη δ' ο Θεμιστοκλής και μεγαλήτερόν τι περί της
ναυτικής δυνάμεως. Όταν ο ελληνικός στόλος, μετά του Ξέρξου την
αναχώρησιν κατέπλευσεν εις Παγασάς (272) και διεχείμαζε,
δημηγορών ούτος εν Αθήναις, είπεν ότι έχει να προτείνη πράξιν
τινα ωφέλιμον μεν και σωτήριον εις την πόλιν, αλλά μυστικήν διά
τον λαόν. Τότε οι Αθηναίοι τον προσεκάλεσαν να την ειπή εις
μόνον τον Αριστείδην, και αν εκείνος την εγκρίνη, ήθελον την
εκτελέσει. Ανήγγειλε λοιπόν εις τον Αριστείδην ότι διενοείτο να
πυρπολήση τον ναύσταθμον των Ελλήνων· και ο Αριστείδης,
εμφανισθείς εις τον δήμον, είπεν ότι, της πράξεως ήν διανοείται
να πράξη ο Θεμιστοκλής, ουδεμία υπάρχει ούτε ωφελιμωτέρα ούτε
αδικωτέρα. Ταύτα δ' ακούσαντες οι Αθηναίοι, διέταξαν τον
Θεμιστοκλήν να παραιτηθή αυτής. Εις δε τ' Αμφικτυονικά
συνέδρια, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρότεινον ν' αποκλεισθώσι της
Αμφικτυονίας όσαι πόλεις δεν συνεμάχησαν κατά του Μήδου,
φοβηθείς μήπως αποβαλόντες του συνεδρίου τους Θεσσαλούς, τους
Αργείους, προσέτι δε και τους Θηβαίους, γίνωσιν αυτοί εντελώς
των ψήφων κύριοι, συνηγόρησεν υπέρ των πόλεων, και μετέβαλε τας
γνώμας των Πυλαγορών (273) διισχυρισθείς ότι μόνον τριάκοντα
και μία πόλεις μετέσχον του πολέμου, και εξ αυτών αι πλείσται
πολύ μικροί. Δεινόν επομένως θα ήτον, ν' αποκλεισθή των σπονδών
πάσα η άλλη Ελλάς, και το συνέδριον να εξαρτάται από μόνων των
δύο ή τριών μεγάλων πόλεων. Εκ τούτου κυρίως δυσηρέστησε τους
Λακεδαιμονίους, διό και προήγον τον Κίμωνα εις τας τιμάς,
καθιστάντες αυτόν πολιτικόν του Θεμιστοκλέους αντίπαλον.
ΚΑ. Ήτον δε και εις τους συμμάχους επαχθής, διότι περιπλέων τας
νήσους ηργυρολόγει αυτούς· και ο Ηρόδοτος (274) διηγείται όσα
είπε και όσα ήκουσεν εις Άνδρον, όταν εζήτει και εκεί χρήματα.
Δύο είπεν εις τους Ανδρίους ότι ήλθε φέρων θεούς, την Πειθώ και
την Βίαν, εκείνοι δ' απεκρίθησαν ότι έχουσι και αυτοί δυο
μεγάλους θεούς, την Πενίαν και την Απορίαν, υφ' ών εμποδίζονται
να τω δώσωσι χρήματα. Τιμοκρέων δ' ο Ρόδιος μελοποιός (275),
εις έν των ασμάτων του κατηγορεί πικρώς τον Θεμιστοκλέα, ότι
διά χρήματα κατώρθωσεν άλλοι φυγάδες ν' ανακληθώσι, δι'
αργύριον δ' εγκατέλιπεν αυτόν, εν ώ ήτον μετ' αυτού διά φιλίας
και φιλοξενίας συνδεδεμένος. Λέγει δ' ούτω (276).
Αν Ξάνθιππον συ επαινής, αν επαινής Λεωτυχίδαν (277)
ή Παυσανίαν, εγώ υπεραινώ τον Αριστείδην,
αφ' ιερών Αθηνών άνδρα άριστον ένα ελθόντα.
Εχθρεύεται δ' η Λατώ τον άδικον Θεμιατοκλέα,
ψεύστην, προδότην, ός πριν, του Τιμοκρέοντος ων φίλος,
εις σκύβαλ' αργύρου πεισθείς, δεν έφερεν εις την
[πατρίδα
την Ιάλυσον πάλιν αυτόν, και τάλαντ' αργυρίου τρία
λαβών, ανεχώρησ' ευθύς, και εις όλεθρον επήγε πλέων,
άλλους αδίκως καλών, διώκων άλλους ή φονεύων,
πλήρης χρυσού. Εις δ' ισθμόν γελοίος ήτον ξενοδόχος,
κρέατα δίδων ψυχρά· και έτρωγον αυτά οι ξένοι,
και ηύχοντ' ο Θεμιστοκλής να πάγη και να μη γυρίση
[(278).
Πολύ δε μάλλον ακολάστους και απαρακαλύπτους ύβρεις εκτοξεύει
κατά του Θεμιστοκλέους μετά την φυγήν αυτού και την καταδίκην ο
Τιμοκρέων, γράψας άσμα ούτως αρχόμενον
«Μούσα ταύτης της ωδής εις Ελλάδα δόξαν δος,
δος ορθώς και δος δικαίως.»
Λέγεται δ' ότι εξωρίσθη ο Τιμοκρέων ως μηδίζων, και κατ' αυτού
κατεψήφισε και ο Θεμιστοκλής. Όταν λοιπόν μηδισμός προσήφθη και
εις τον Θεμιστοκλέα, τότε εσύνθεσε ταύτα αυτός εναντίον του·
Λοιπόν προς Μήδους συμμαχών δεν είν ο Τιμοκρέων μόνος.
εισί και άλλοι πονηροί, δεν είμαι μόνος κοψονούρα·
και άλλαι είν' αλώπεκες.
ΚΒ. Επειδή δε και οι πολίται εκ φθόνου ήκουον ευχαρίστως τας
συκοφαντίας, ηναγκάζετο να γίνηται φορτικός, πολλάκις ενώπιον
του δήμου αναφέρων τας ιδίας αυτού πράξεις· και προς τους διά
τούτο δυσαρεστουμένους, «Τι βαρύνεσθε, είπεν, ότι υπό των ιδίων
ανθρώπων πολλάκις ευεργετείσθε; Προσέκρουσε δ' εις το πλήθος
και όταν ίδρυσε τον ναόν της Αρτέμιδος, ήν ωνόμασεν
Αριστοβούλην, ως άριστα δήθεν υπέρ της πόλεως και υπέρ της
Ελλάδος βουλευθείς, και κατεσκεύασεν αυτόν πλησίον της οικίας
του εις την Μελίτην (279), όπου ρίπτουσιν οι δήμιοι τα σώματα
των θανατουμένων, και εκθέτουσι τα ενδύματα και τα σχοινία των
κρεμασθέντων και καταβιβαζομένων εκ της αγχόνης. Έκειτο δε και
του Θεμιστοκλέους μικρά εικών εις τον ναόν της Αριστοβούλης έτι
μέχρις ημών, και εξ αυτής φαίνεται ότι είχεν ου μόνον την
ψυχήν, αλλά και την όψιν ηρωικήν. Εξωστράκισαν δ' αυτόν,
ταπεινούντες την επισημότητα αυτού και την υπεροχήν, καθώς
συνήθιζον ως προς πάντας εκείνους ων την δύναμιν ενόμιζον
μεγάλως βαρύνουσαν, και μη σύμμετρον προς την δημοκρατικήν
ισότητα. Διότι ο εξοστρακισμός δεν ήτον ποινή, αλλά παρηγορία
και ανακούφισις του φθόνου, όστις ευχαριστείτο να ταπεινή τους
υπερέχοντας, και την δυσμένειάν του εξεθύμαινεν εις ταύτην την
ατιμίαν (280).
ΚΓ. Αφ' ού δ' εφυγαδεύθη αυτός εκ της πόλεως, και εν ώ
διέτριβεν εις το Άργος, συνέπεσαν τα κατά τον Παυσανίαν (281),
και έδωκαν νέας κατ' αυτού αφορμάς εις τους εχθρούς του. Ο δε
κατηγορήσας αυτόν επί προδοσία, ήτον Λεωβότης ο Αλκμαίωνος, εξ
Αγρυλής (282), και μετ' αυτού τον κατηγόρουν και οι
Σπαρτιάται. Καθ' όν καιρόν ο Παυσανίας ενήργει τα περί την
προδοσίαν του, κατ' αρχάς μεν εκρύπτετο από του Θεμιστοκλέους,
καί τοι ων φίλος αυτού. Όταν όμως τον είδεν εξωσθέντα των
δημοσίων πραγμάτων και οργιζόμενον διά τούτο, έλαβε θάρρος να
τω προτείνη να συμπράξη μετ' αυτού, δείξας εις αυτόν τα
γράμματα του βασιλέως, και παροξύνων αυτόν κατά των Ελλήνων,
ούς τω έλεγε πονηρούς και αχαρίστους. Ο δε Θεμιστοκλής
απέκρουσε μεν την παράκλησιν του Παυσανίου, και ηρνήθη πάσαν
σύμπραξιν, αλλ' εις ουδένα διεκοίνωσε τους λόγους αυτού, ουδέ
κατεμήνυσε την πράξιν του, προσδοκών ότι θέλει παραιτηθή αυτής,
ή ότι θέλει άλλως φανερωθή ασυλλογίστως ορεγόμενος πραγμάτων
ατόπων και παραβόλων. Αφ' ού δε τότε εθανατώθη ο Παυσανίας,
ευρεθείσαι επιστολαί τινες και γραπταί περί τούτου σημειώσεις,
κατέστησαν ύποπτον τον Θεμιστοκλέα, και κατεβόων μεν κατ' αυτού
οι Λακεδαιμόνιοι, τον κατηγόρουν δε και οι πολίται όσοι τον
εφθόνουν, απόντα, και διά γραμμάτων μόνον απολογούμενον περί
των προτέρων κατηγοριών. Έγραφε δε προς τους πολίτας απέναντι
των διαβολών των εχθρών του, ότι ζητών πάντοτε να άρχη, μη ων
δε πεπλασμένος, ουδέ θέλων να άρχηται, δεν ήθελε ποτέ πωλήσει
εαυτόν και την Ελλάδα εις βαρβάρους και εις εχθρούς. Αλλ' ουχ
ήττον ο δήμος πεισθείς υπό των κατηγόρων του, έπεμψεν άνδρας
παραγγελθέντας να τον συλλάβωσι και να τον φέρωσι να κριθή
ενώπιον των Ελλήνων.
ΚΔ. Εννοήσας δε τούτο εκείνος, επέρασεν εις την Κέρκυραν, πόλιν
ήν είχεν ευεργετήσει άλλοτε· διότι κριτής αυτών γενόμενος ότε
εφιλονείκουν ποτέ προς τους Κορινθίους, έπαυσε την έχθραν
αυτών, κρίνας να καταβάλωσιν οι Κορίνθιοι είκοσι τάλαντα, και
να νέμωνται από κοινού την Λευκάδα, ήτις ήτον αμφοτέρων
άποικος. Εκείθεν δ' έφυγεν εις την Ήπειρον (283), και
διωκόμενος υπό των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, ερίφθη εις
επισφαλείς και απόρους ελπίδας, και κατέφυγε προς τον Άδμητον,
όστις ήτον των Μολοσσών βασιλεύς, και ότε άλλοτε είχε ζητήσει
χάριν τινά παρά των Αθηναίων, περιεφρονήθη υπό του
Θεμιστοκλέους, όταν ήκμαζεν εις την πολιτείαν, δι' ό και
ωργίζετο, και προφανές ήτον ότι, αν τον συνελάμβανε, θα τον
ετιμώρει. Επί της φυγής του δε τότε ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς
μάλλον τον εγχώριον και πρόσφατον φθόνον παρά την παλαιάν και
βασιλικήν οργήν, ελθών παρεδόθη εις αυτόν, ικέτης του Αδμήτου
γενόμενος, κατ' ιδιαίτερόν τινα τρόπον και διαφέροντα του
συνήθους. Λαβών τον υιόν αυτού, όντα παιδίον, προσέπεσεν εις
την εστίαν, διότι οι Μολοσσοί ταύτην θεωρούσιν ως την μεγίστην
και σχεδόν αναντίρρητον ικεσίαν. Καί τινες μεν λέγουσιν ότι
Φθία, η γυνή του βασιλέως, εσυμβούλευσεν εις τον Θεμιστοκλέα
τον τρόπον τούτον της ικεσίας, και εκάθισε μετ' αυτού τον υιόν
της εις την εστίαν· άλλοι δε, ότι αυτός ο Άδμητος, διά να
προφασισθή προς τους διώκοντας την ανάγκην δι' ήν δεν δίδει τον
άνδρα, διέταξε και διεδραμάτισε τον τρόπον της ικεσίας. Εκεί δε
τω έπεμψε και τα παιδία και την γυναίκα του Επικράτης ο
Αχαρνεύς (284), υποκλέψας αυτά εξ Αθηνών. Τούτον διά την
πράξιν ταύτην κρίνας έπειτα εφόνευσεν ο Κίμων, ως ιστορεί ο
Στησίμβροτος (285). Έπειτα δε δεν εξεύρω πώς λησμονών ταύτα, ή
υποθέτων ότι ο Θεμιστοκλής τα ελησμόνησε, λέγει ότι πλεύσας
αυτός εις Σικελίαν, εζήτησεν εις γάμον την θυγατέρα του
τυράννου Ιέρωνος, υποσχόμενος να τω υποτάξη τους Έλληνας, και
ότι αποποιηθέντος του Ιέρωνος, ανεχώρησεν εις Ασίαν.
ΚΕ. Αλλά δεν είναι πιθανόν ότι ταύτα ούτως έγιναν διότι ο
Θεόφραστος (286) εις το περί βασιλείας διηγείται ότι, όταν ο
Ιέρων έπεμψεν εις Ολυμπίαν ίππους αγωνιστάς, και έστησε σκηνήν
πολυτελώς κατεσκευασμένην, ο Θεμιστοκλής ωμίλησε προς τους
Έλληνας, ότι πρέπει να διαρπάσωσι την σκηνήν του τυράννου, και
εμποδίσωσι τους ίππους του ν' αγωνισθώσιν. Ο δε Θουκυδίδης
λέγει (287), ότι καταβάς αυτός εις την άλλην θάλασσαν,
έπλευσεν από Πύδνης (288), χωρίς ουδείς των συμπλεόντων να
ηξεύρη τις είναι, έως ότου άνεμος έφερε το πλοίον των εις
Νάξον, πολιορκουμένην τότε υπό των Αθηναίων· και τότε φοβηθείς,
εφανερώθη εις τον ναύκληρον και τον κυβερνήτην, και παρακαλών
αυτούς και απειλών, λέγων ότι ήθελε τους κατηγορήσει ψευδόμενος
προς τους Αθηναίους, ότι τον έλαβον εις το πλοίον ουχί εν
αγνοία, αλλ' εξ αρχής διά χρημάτων πεισθέντες, ούτω τους
ηνάγκασε να παραπλεύσωσι και να φθάσωσιν εις την Ασίαν. Εκ δε
των χρημάτων αυτού πολλά μεν οι φίλοι του υπεκκλέψαντες έπεμψαν
εις την Ασίαν όσα δ' εφανερώθησαν και συνήχθησαν εις το
δημόσιον, ο μεν Θεόπομπος (289) λέγει ότι ήσαν εκατόν τάλαντα,
ο δε Θεόφραστος ογδοήκοντα, εν ώ ουδέ τριών ταλάντων περιουσίαν
δεν είχεν ο Θεμιστοκλής πριν αναμιγή εις τα πολιτικά.
ΚΣΤ. Καταπλεύσας δ' εις την Κύμην (290), επειδή ενόησεν ότι
πολλοί εκ των κατοικούντων τα παραθαλάσσια παρεφύλαττον να τον
συλλάβωσι, μάλιστα δ' ο Εργοτέλης και ο Πυθόδωρος (διότι ο
βασιλεύς είχεν υποσχεθή διακόσια τάλαντα εις όντινα ήθελε τω
τον φέρει, και τον κυνήγιον ήτον επομένως επωφελές εις τους
προθύμους από παντός να κερδαίνωσιν) έφυγεν εις τας Αιγάς,
μικράν πόλιν Αιολικήν, χωρίς ουδείς να έχη γνώσιν, πλην του διά
φιλοξενίας μετ' αυτού συνδεδεμένου Νικογένους, του πλουσιωτέρου
των Αιολέων, όστις και γνώριμος ήτον των άνω δυνατών (291).
Εις την οικίαν αυτού έμεινεν ολίγας ημέρας κρυπτόμενος. Έπειτα
δε, μετά το δείπνον, κατόπιν θυσίας τινός, Όλβιος, ο παιδαγωγός
των τέκνων του Νικογένους, έξω φρενών γενόμενος, και ως
εμπνεόμενος υπό των Θεών, ανεφώνησεν εμμέτρως ταύτα.
Φωνήν, σκέψιν εις την νύκτα, νίκην εις την νύκτα δος·
[(292)»
Μετά ταύτα δ' εκοιμήθη ο Θεμιστοκλής, και τω εφάνη ότι
ωνειρεύθη δράκοντα τυλισσόμενον εις την γαστέρα αυτού, και
έρποντα επάνω προς τον λαιμόν του· ότι δ' άμα ήγγισε το
πρόσωπόν του, έγινεν αετός, και καλύψας αυτόν διά των πτερύγων
του, τον ανήρπασε και τον έφερε μακράν οδόν, έπειτα δ' ότι
εφάνη χρυσούν κηρύκειον (293), και ότι εις αυτόν τον έστησεν
ασφαλώς, και ούτως απηλλάγη του μεγάλου του φόβου και της
ταραχής (294). Τον εξαπέστειλε λοιπόν ο Νικογένης επινοήσας το
εξής. Οι πλείστοι του βαρβαρικού γένους, και μάλιστα των
Περσών, έχουσι φύσει αγρίαν και δυσοικονόμητον την προς τας
γυναίκας ζηλοτυπίαν, και ου μόνον τας συζύγους των, αλλά και
τας αργυρωνήτους και τας υπηρετρίας επιμελώς φυλάττουσιν, ώστε
ουδείς των εκτός να τας βλέπη, αλλ' εις μεν τον οίκον να μένωσι
κατακεκλεισμέναι, εις δε τας οδοιπορίας να κάθηνται εις
αρμαμάξας, πέριξ διά σκηνών κατακεκαλυμμένας. Τοιαύτην
ητοίμασεν άμαξαν διά τον Θεμιστοκλέα, και εις ταύτην κρυβείς
αυτός μετεκομίζετο· οι δε περί αυτόν έλεγον εις όσους τους
απήντων και τους ηρώτων, ότι φέρουσιν εξ Ιωνίας Ελληνίδα κόρην
είς τινα των αυλικών (295) του βασιλέως.
ΚΖ. Και ο μεν Θουκυδίδης, και Χάρων ο Λαμψακηνός (296)
ιστορούσιν ότι αφ' ού απέθανεν ο Ξέρξης, εις τον υιόν αυτού
επαρουσιάσθη ο Θεμιστοκλής ο δ' Έφορος, ο Δείνων, ο Κλείταρχος,
ο Ηρακλείδης (297) και άλλοι πολλοί, ότι ήλθε προς αυτόν τον
Ξέρξην. Μετά των χρονικών (298) όμως φαίνεται μάλλον συμφωνών
ο Θουκυδίδης, ει και αυτά δεν συνετάττοντο μετά πολλής
ακριβείας. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν εις αυτήν αφιχθείς την ακμήν
των δεινών, παρουσιάζεται κατά πρώτον εις τον Αρτάβανον τον
χιλίαρχον, και τω λέγει ότι είναι Έλλην, και θέλει να συντύχη
τον βασιλέα περί μεγίστων πραγμάτων, περί ών εκείνος ιδίως
ενδιαφέρεται. Ο δ' Αρτάβανος τω είπεν· Ω ξένε, διαφέρουσιν οι
νόμοι των ανθρώπων, και αλλά θεωρούνται παρ' άλλοις καλά. Καλόν
δ' είναι, όλοι να σέβωνται και να φυλάττωσι τα ίδια έθιμα. Και
σεις μεν λέγεται ότι την ελευθερίαν και την ισότητα κυρίως
θαυμάζετε. Ημείς δε πολλούς έχομεν και καλούς νόμους, αλλά
πάντων κάλλιστον τούτον, να τιμώμεν τον βασιλέα, και να τον
προσκυνώμεν ως εικόνα Θεού του τα πάντα σώζοντος. Αν λοιπόν,
εγκρίνων τους ημετέρους νόμους, τον προσκυνήσης, δύνασαι και να
ιδής τον βασιλέα και να τον ομιλίσης· αν όμως άλλως φρονής, θα
μηνύσεις δι' άλλων προς αυτόν ό,τι θέλεις, διότι δεν είναι
πάτριον έθιμον να δώση ο βασιλεύς ακρόασιν εις άνθρωπον όστις
δεν τον προσκυνήση». Ακούσας δε ταύτα ο Θεμιστοκλής, λέγει προς
αυτόν· Αλλ' εγώ, ω Αρτάβανε, ήλθα διά ν' αυξήσω την δύναμιν και
την φήμην του βασιλέως, και θ' ακολουθήσω ο ίδιος τους νόμους
σας, αφ' ού ούτως έδοξεν εις τον Θεόν, όστις εμεγάλυνε τους
Πέρσας, και εξ αιτίας εμού περισσότεροι θέλουσι τον προσκυνήσει
Βασιλέα αφ' όσους ήδη τον προσκυνούσιν. Ώστε τούτο δεν πρέπει
να εμποδίση τους λόγους ούς θέλω να ειπώ προς εκείνον». «Αλλά
ποίος των Ελλήνων, ηρώτησεν ο Αρτάβανος, να τω ειπώμεν ότι
είσαι συ ο ελθών; Διότι δεν φαίνεσαι κοινός τις άνθρωπος κατά
την γνώμην». Και ο Θεμιστοκλής «Τούτο, είπεν, ουδείς θέλει το
ακούσει, ω Αρτάβανε, προ του βασιλέως». Ούτω λέγει ο Φανίας
(299). Ο δ' Ερατοσθένης (300) προστίθησιν εις τα «Περί
Πλούτου», ότι διά τινος γυναικός εξ Ερετρίας, ήν είχεν ο
χιλίαρχος, έγινεν η μετ' αυτού συνέντευξις και η σύστασις του
Θεμιστοκλέους.
ΚΗ. Αφ' ού δ' εισήχθη προς τον βασιλέα, και προσκυνήσας (301)
εστάθη εν σιωπή, ο βασιλεύς διέταξε τον ερμηνέα να τον ερωτήση
τις είναι, και ο ερμηνεύς τον ηρώτησεν. «Έρχομαι, είπε, προς
σε, ω βασιλεύ, Θεμιστοκλής ο Αθηναίος εγώ, φυγάς διωχθείς υπό
των Ελλήνων, εις όν πολλά μεν οφείλουσιν οι Πέρσαι κακά,
περισσότερα δ' αγαθά, διότι δεν αφήκα να καταδιωχθώσιν, όταν
εξασφαλισθείσης της Ελλάδος, η σωτηρία της πατρίδος μοι
επέτρεπε να πράξω τι και προς χάριν υμών. Και εγώ μεν έρχομαι
παρεσκευασμένος εις πάντα τα πρέποντα εις τας παρούσας μου
συμφοράς, και την χάριν να δεχθώ παρά σου, αν ευμενώς διαλλαγής
προς εμέ, και να σε παρακαλέσω να παραιτηθής της οργής σου, εάν
έτι μνησικακής. Συ δε την μαρτυρίαν των εχθρών μου δεχόμενος
περί των προς τους Πέρσας ευεργεσιών μου, διάθες την τύχην μου
όπως δείξης την αρετήν σου μάλλον ή όπως πληρώσης την οργήν
σου· διότι ή θέλεις σώσει εδικόν σου ικέτην, ή θέλεις θανατώσει
άνθρωπον όστις έγινεν εχθρός των Ελλήνων». Ταύτα δ' ειπών ο
Θεμιστοκλής, εστήριξε και διά θείου επιχειρήματος τον λόγον
του, διηγηθείς το όραμα ό είδεν εις τον όγκον του Νικογένους,
και το μάντευμα του Δωδωναίου Διός (302), όστις τον διέταξε ν'
απέλθη προς τον ομώνυμον του Θεού· και τότε σκεφθείς, απήλθε
προς εκείνον διότι αμφότεροι εισί και λέγονται Μεγάλοι
Βασιλείς. Ακούσας δε ταύτα ο Πέρσης, εις εκείνον μεν ουδέν
απεκρίθη, ει και θαυμάσας το φρόνημα και την τόλμην αυτού.
Μακαρίσας δ' εαυτόν προς τους φίλους, ως αν τω συνέβη ευτυχία
μεγίστη, και ευχηθείς πάντοτε τοιαύτας φρένας να δίδη εις τους
εχθρούς του ο Αριμάνιος (303), ώστε ν' αποδιώκωσι τους
αρίστους εξ εαυτών, λέγεται ότι ετέλεσε θυσίαν εις τους Θεούς,
και εκάθησεν ευθύς εις συμπόσιον, και την νύχτα ότι κοιμώμενος
τρις ανεβόησεν υπό χαράς· Έχω Θεμιστοκλέα τον Αθήναιον!»
ΚΘ. Άμα δ' εξημέρωσε, συγκαλέσας τους φίλους του, εισήγαγεν
αυτόν, καλάς ελπίδας μη έχοντα, διότι έβλεπε τους αυλικούς, άμα
ήκουσαν το όνομά του, ότι ήσαν κακώς διατεθειμένοι, και
εκακολόγουν. Προσέτι δε Ρωξάνης ο χιλίαρχος, όταν τον
επλησίασεν ο Θεμιστοκλής, εν ώ ο Βασιλεύς εκάθητο και οι άλλοι
εσιώπων, ησύχως στενάξας, είπεν, «Έλλην, ποικίλον οφίδιον, του
Βασιλέως ο καλός δαίμων σε έφερεν». Αλλ' όταν αυτός ήλθεν
απέναντι του Βασιλέως και τον προσεκύνησε πάλιν, χαιρετήσας και
ομιλήσας φιλοφρόνως αυτόν ο Βασιλεύς, τω είπεν ότι ήδη μεν τω
οφείλει διακόσια τάλαντα· διότι αφ' ού έφερεν αυτός εαυτόν,
είναι δίκαιον να λάβη ό,τι επροκηρύχθη διά τον μέλλοντα να τον
προσαγάγη. Πολύ δε περισσότερα τούτων τω υπέσχετο, και τον
ενεθάρρυνε, και τω έλεγε να ειπή μετά παρρησίας περί των
ελληνικών πραγμάτων ό,τι ήθελεν. Ο Θεμιστοκλής δ' απεκρίθη ότι
ο λόγος του ανθρώπου ομοιάζει τους ποικίλους τάπητας· διότι ως
εκείνοι, ούτω και αυτός εκτεινόμενος μεν, επιδεικνύει τα
ποικίλα αυτού σχήματα, συστελλόμενος δε τ' αποκρύπτει και τα
διαφθείρει. Επομένως ότι έχει ανάγκην καιρού. Επειδή δ' ο
βασιλεύς, ευχαριστηθείς εκ της παραραβολής, τω είπε να λάβη
καιρόν, εζήτησεν έν έτος, και μαθών την περσικήν αποχρώντως,
παρουσιάσθη εις τον βασιλέα άνευ διερμηνέως· και υπό μεν των
εκτός της αυλής επιστεύετο ότι ωμίλησε περί των Ελληνικών
πραγμάτων· επειδή δε πολλοί κατ' εκείνον τον καιρόν εγένοντο
νεωτερισμοί ως προς την αυλήν και τους φίλους του βασιλέως,
εφθονήθη υπό των δυνατών, διότι ενόμισαν ότι και περί εκείνων
ετόλμησε να τω ομιλήση μετά παρρησίας. Διότι αι προς αυτόν
αποδοθείσαι τιμαί ουδόλως εσυγκρίνοντο προς τας αποδιδομένας
εις άλλους ξένους· αλλά και εις τα κυνήγια συνώδευε τον βασιλέα
και εις τας κατ' οίκον διασκεδάσεις, ώστε και εις την μητέρα
του βασιλέως παρουσιάσθη, και οικείος έγινεν αυτής. Ήκουσε δε
και τους λόγους των μάγων (304) κατά διαταγήν του βασιλέως.
Όταν δ' ο Σπαρτιάτης Δημάρατος (305), προσκληθείς να ζητήση
δωρεάν τινα, εζήτησε να φορέση την κίδαριν (306), ως οι
βασιλείς, και να εισέλθη ούτως εν πομπή εις τας Σάρδεις,
Μιθροπαύστης, ο ανεψιός του βασιλέως, είπε, λαβών τον Δημάρατον
εκ της χειρός· «Η κίδαρις αύτη δεν έχει εγκέφαλον να καλύψη. Συ
όμως δεν θα γίνης Ζευς, και κεραυνόν εάν λάβης». Απέβαλε δε και
ο βασιλεύς τον Δημάρατον μετ' οργής διά το αίτημα αυτού, και
εφαίνετο αδυσώπητος κατ' αυτού· αλλ' ο Θεμιστοκλής διά
παρακλήσεων τον έπεισε και τον έκαμψε. Λέγεται δ' ότι και οι
μετέπειτα βασιλείς, εφ' ών προ πάντων τα περσικά πράγματα
συνανεμίγησαν μετά των ελληνικών, οσάκις είχον ανάγκην ανδρός
τινος Έλληνος, υπέσχοντο και έγραφον προς έκαστον ότι θέλει
είσθαι πλησίον των μεγαλήτερος του Θεμιστοκλέους. Ο δε ίδιος,
ως λέγουσι, Θεμιστοκλής, μέγας ήδη ων και υπό πολλών
περιποιούμενος, ότε εις λαμπράν εκάθητο τράπεζαν, είπεν εις τα
παιδία του· «Ω παιδία μου, θα εχανόμεθα αν δεν εχανόμεθα»
(307). Λέγουσι δ' οι πλείστοι ότι τρεις τω εδόθησαν πόλεις,
δι' άρτον, δι' οίνον και διά προσφάγιον, η Μαγνησία, η Λάμψακος
και η Μυούς (308)· ο δε Κυζικηνός Νεάνθης, (309) και ο
Φανίας, προσθέτουσι και άλλας δύο, την Περκώτην και Παλαίσκηψιν
διά στρώματα και δι' ενδύματα (310).
Λ. Όταν δε κατέβαινεν εις τας ελληνικός χώρας, όπως επιχειρήση
τας περί Ελλάδος ενεργείας του, επεβουλεύθη αυτόν άνθρωπος
Πέσης, Επιξύης ονομαζόμενος, και Σατράπης ων της άνω Φρυγίας.
Ούτος προ πολλού είχε προπαρασκευάσει Πισίδας τινάς (311) διά
να τον φονεύσωσιν, όταν ήθελε φθάσει να διανυκτερεύση εις την
πόλιν την ονομαζομένην Λεοντοκεφάλον. Λέγεται δ' ότι εν ώ αυτός
εκοιμάτο την μεσημβρίαν, τω εφάνη η Μήτηρ των Θεών (312) και
τω είπεν· «Ω Θεμιστόκλεις, άπεχε της κεφαλής των λεόντων, ίνα
μη περιπέσης εις λέοντα. Εγώ δ' αντί τούτου σοι ζητώ θεράπαιναν
την Μνησιπτολέμαν». Εκ τούτου ταραχθείς ο Θεμιστοκλής, και
προσευχηθείς εις την Θεάν, την μεν δημοσίαν οδόν αφήκε, δι'
άλλης δε διαβάς, και περάσας τον τόπον εκείνον, κατέλυσεν αφ'
ού είχεν ήδη νυκτώσει. Εν τούτοις έν εκ των ζώων όσα έφερον την
σκηνήν έπεσεν εις την ποταμόν, και οι υπηρέται του
Θεμιστοκλέους ήπλωσαν να ξηράνωσι τα παραπετάσματα, διότι είχον
βραχή. Οι δε Πισίδαι, λαβόντες τα ξίφη των, διευθύνθησαν προς
εκείνο το μέρος, και μη διακρίναντες ακριβώς εις την σελήνην τα
ηπλωμένα, ενόμισαν ότι ήτον η σκηνή του Θεμιστοκλέους, και ότι
θέλουσιν εύρει εκείνον εντός αυτής αναπαυμόμενον. Όταν δε,
φθάσαντες πλησίον ανεσήκωσαν το παραπέτασμα, επιπίπτουσι τότε
κατ' αυτών οι παραφυλάττοντες, και τους συλλαμβάνουσιν. Ούτω δε
διαφυγών τον κίνδυνον, και θαυμάσας διά την εμφάνισιν της Θεάς,
ναόν κατεσκεύασεν εις Μαγνησίαν της Δινδυμένης (313), και την
θυγατέρα του Μνησιπτολέμαν κατέστησεν ιέρειαν εν αυτώ.
ΛΑ. Όταν δ' ήλθεν εις τας Σάρδεις, και εν αργία ζων, παρετήρησε
των ναών την κατασκευήν, και των αφιερωμάτων το πλήθος, και
είδε και εις το ιερόν της Μητρός των Θεών την καλουμένην
Υδροφόρον, κόρην χαλκήν, δύο πήχεις υψηλήν, ήν αυτός ότε ην εν
Αθήναις επιστάτης των υδάτων, και εύρε τους κλέπτοντας καν
παροχετεύοντας το ύδωρ, αφιέρωσε κατασκευάσας εκ προστίμων,
συγκινηθείς διά την αιχμαλωσίαν του αναθήματός του, είτε θέλων
να δείξη εις τας Αθήνας πόσην είχε τιμήν και δύναμιν παρά τω
Βασιλεί, απετάθη προς τον Σατράπην της Λυδίας, ζητήσας να
στείλη την κόρην εις τας Αθήνας. Αλλ' ο βάρβαρος ωργίσθη εκ
τούτου, και τω είπεν ότι θα γράψη προς τον βασιλέα επιστολήν· ο
δε Θεμιστοκλής, φοβηθείς, κατέφυγεν εις την γυναικωνίτιν, και
τας γυναίκας αυτού διά χρημάτων δόσεως περιποιηθείς, και
εκείνου κατεπράυνε την οργήν, και ως προς τ' άλλα ήτον
προσεκτικώτερος, φοβούμενος ήδη των βαρβάρων τον φθόνον. Διότι
δεν επλανάτο εις την Ασίαν, ως λέγει ο Θεόπομπος (314) αλλά
κατώκει την Μαγνησίαν, μεγάλας δωρεάς καρπούμενος, και
τιμώμενος εξ ίσου προς τους αρίστους των Περσών, και επί πολύ
έζη αφόβως, διότι ο Βασιλεύς δεν προσείχε πολύ εις τα Ελληνικά
πράγματα, έχων ασχολίας κατά τας άνω επαρχίας (315). Όταν όμως
η Αίγυπτος απεστάτησε διά βοηθείας των Αθηναίων και τριήρεις
ελληνικαί ανέβησαν μέχρι της Κύπρου και Κιλικίας, και ο Κίμων
εθαλασσοκράτει, τότε ηναγκάσθη να στραφή και αυτός κατά των
Ελλήνων, και να τους εμποδίση κατ' αυτού ενισχυομένους, και
δυνάμεις εκινούντο τότε, και στρατηγοί εστέλλοντο, και
κατέβησαν εις Μαγνησίαν αγγελίαι προς τον Θεμιστοκλέα, και
διαταγαί του Βασιλέως ν' αναμιγή εις τα Ελληνικά πράγματα, και
να εκπληρώση τας υποσχέσεις του. Αλλ' αυτός ούτε παροξυνθείς εκ
της οργής ήν έτρεφε κατά των συμπολιτών του, ούτε εκ της τιμής
και της δυνάμεως ής απελάμβανεν επαρθείς προς τον πόλεμον, αλλ'
ίσως μεν μη θεωρήσας το έργον κατορθωτόν, διότι άλλως τε και
μεγάλους είχε τότε στρατηγούς η Ελλάς, και ο Κίμων θαυμασίως
ηυδοκίμει διευθύνων τα πράγματα των Ελλήνων, αλλά, το
κυριώτερον, εξ αιδούς προς την δόξαν των ιδίων αυτού πράξεων
και των μεγάλων αυτού τροπαίων, άριστα σκεφθείς να επιβάλη εις
την ζωήν του αρμόζον το τέλος, ετέλεσε θυσίαν εις τους Θεούς,
και συναθροίσας τους φίλους του, και χαιρετήσας αυτούς, ως μεν
οι πλείστοι λέγουσιν, έπιεν αίμα ταύρου, ως δέ τινες, φάρμακον
δραστήριον, και απέθανεν εν Μαγνησία, ζήσας έτη εξήκοντα πέντε,
και τα πλείστα αυτών εις τα πολιτικά ασχολούμενος, και αρχάς
κατέχων. Λέγουσι δ' ότι ο Βασιλεύς, ακούσας την αιτίαν και τον
τρόπον του θανάτου αυτού, έτι μάλλον εθαύμασε τον άνδρα, και
εξηκολούθησε προσφερόμενος ευμενώς προς τους φίλους και
οικείους αυτού.
ΛΒ. Αφήκε δ' ο Θεμιστοκλής παιδία εκ μεν Αρχίππης της θυγατρός
του Λυσάνδρου εξ Αλωπεκής (316), τον Αρχέπτολιν, τον
Πολύευκτον και τον Κλεόφαντον, όν αναφέρει και ο φιλόσοφος
Πλάτων (317), ως γενόμενον ιππέα άριστον, κατά δε τα λοιπά
ουδενός άξιον. Εκ δε των πρεσβυτέρων αυτών, είς μεν, ο Νεοκλής,
εις παιδικήν έτι ηλικίαν δαγκασθείς υπό ίππου, απέθανεν, έτερον
δε, τον Διοκλέα, υιοθέτησεν ο πάππος του Λύσανδρος. Θυγατέρας
δ' είχε πολλάς. Εκ τούτων δε, την Μνησιπτολέμαν, ήτις εγεννήθη
εκ της δευτέρας του γυναικός, ενυμφεύθη ο αδελφός αυτής
Αρχέπτολις, μη ων ομομήτριος· την δ' Ιταλίαν ο Χίος Πανθοίδης,
την Σύβαριν ο Αθηναίος Νικομήδης, την Νικομάχην δ' έλαβε παρά
των αδελφών αυτής Φρασικλής, ο ανεψιός του Θεμιστοκλέους,
πλεύσας εις την Μαγνησίαν, αφ' ού εκείνος απέθανε, και ανέθρεψε
και την νεωτάτην πάντων των τέκνων, Ασίαν ονομαζομένην. Έχουσι
δε τάφον αυτού λαμπρόν οι Μαγνήτες εν τη αγορά των. Περί δε των
λειψάνων αυτού, ούτ' ο Ανδοκίδης (318) είναι αξιόπιστος λέγων
εις τον «Προς τους Εταίρους» λόγον του, ότι ευρόντες αυτά οι
Αθηναίοι, τα έρριψαν εις τον άνεμον, διότι ψεύδεται θέλων να
ερεθίση τους ολιγαρχικούς κατά των δημοκρατών, και ο Φύλαρχος
(319), εις την ιστορίαν ως τραγωδίας σχεδόν μηχανήν πλάττων,
εισήγαγε Νεοκλέα τινά και Δημόπολιν, ως υιούς του
Θεμιστοκλέους, και θέλει να κινήση αγώνα και πάθος όλως
πλαστόν, ως εννοεί και ο κοινότερος άνθρωπος. Διόδωρος δ' ο
περιηγητής (320), εν τοις «Περί των μνημάτων», είπεν, ως
υποπτεύων τούτο μάλλον παρά ως γνωρίζων, ότι περί τον λιμένα
του Πειραιώς, από του Αλκίμου ακρωτηρίου (321), προέχει ως
αγκών τις, και όταν στραφή τις εντός αυτού, όπου γαληνιά η
θάλασσα, υπάρχει βάσις μεγάλη, και το πέριξ αυτής βωμοειδές
μέρος ότι είναι ο τάφος του Θεμιστοκλέους (322). Νομίζει δ'
ότι και ο Πλάττων ο Κωμικός (323) συμμαρτυρεί προς ταύτα,
λέγων
«Ο τάφος σου, εις μέρος, κείμενος καλόν
θα προσφωνήται υπ' εμπόρων πανταχού,
και θενά βλέπ' εισπλέοντας κ' εκπλέοντας,
και θα θεάται τας αμίλλας των νεών».
Εις τους απογόνους δε του Θεμιστοκλέους απεδίδοντο, και μέχρι
των ημερών ημών διετηρήθησαν, τιμαί τινες εν Μαγνησία· και
τούτων απελάμβανε και ο Αθηναίος Θεμιστοκλής, φίλος και οικείος
ημών γενόμενος παρά τω φιλοσόφω Αμμωνίω (324).
ΚΑΜΙΛΛΟΣ
Α. ΠΕΡΙ δε Φουρίου Καμίλλου (325) πολλά μεν και μεγάλα
λέγονται, ίδιον δε και παράδοξον ως προς αυτόν είναι μάλιστα,
ότι εν ώ πλείστα και μέγιστα εις αρχηγίας κατώρθωσε, πεντάκις
δ' εξελέγη δικτάτωρ, τετράκις δ' ετέλεσε θρίαμβον, κτίστης δε
δεύτερος ανεγράφη της Ρώμης, ουδ' άπαξ όμως έγινεν ύπατος.
Αίτιον δε τούτου είναι η τότε της πολιτείας κατάστασις, ότε
προς την σύγκλητον ο δήμος διαφερόμενος, υπάτους μεν ένεκα της
έριδος δεν ανεδείκνυεν, εχειροτόνει δε χιλιάρχους ως αρχηγούς,
ών η αρχή, ει και επολιτεύοντο την αυτήν εξουσίαν και δύναμιν
των υπάτων έχοντες, ήτον όμως, διά το πλήθος αυτών, ολιγώτερον
επαχθής. Διότι, το να προΐστανται έξ άνδρες των πραγμάτων και
ουχί δύο, τούτο παρηγόρει τους βαρέως φέροντας την ολιγαρχίαν.
Εν μέσω λοιπόν τοιούτων περιστάσεων ακμάσας κυρίως ο Κάμιλλος
κατά δόξαν και δύναμιν, δεν ηθέλησε να γίνη ύπατος παρά την
γνώμην του δήμου, ει και πολλάκις εν τω διά μέσου η πόλις
παρεδέχθη αρχαιρεσίας υπατικάς. Εις δε τας άλλας, τας πολλάς
και παντοδαπάς αρχάς εις άς διωρίσθη, τοιούτος εδείχθη, ώστε
την μεν εξουσίαν, και όταν μόνος ήρχε, να έχη μετ' άλλων
κοινήν, την δε δόξαν να έχη μόνος αυτός, και όταν μετ' άλλων
συνεστρατήγει. Τούτων δ' αίτια ήσαν, του μεν η μετριότης του,
διότι ήρχε μη τους άλλους φθονών, του δε η φρόνησις αυτού, δι'
ήν, κατά κοινήν ομολογίαν, επρώτευε.
Β. Δεν είχε δ' έτι μεγάλην επισημότητα των Φουριών ο οίκος
(326), και αυτός πρώτος προήλθεν εις δόξαν αφ' εαυτού επί της
μεγάλης μάχης κατά των Αικανών και Ουολούσκων, εκστρατεύων υπό
τον δικτάτορα Ποστούμιον Τούβερτον (327). Έφιππος προηγούμενος
του στρατού, επληγώθη εις τον μηρόν δεν υπεχώρησεν όμως, αλλ'
αποσπάσας το ακόντιον εκ της πληγής, επέπεσε κατά των
ανδρειοτάτων εχθρών, και τους έτρεψεν εις φυγήν. Διά τούτο και
άλλας έλαβε τιμάς, και Τιμητής εξελέγη (328), εις αρχήν ήτις
είχε κατά τους τότε χρόνους σημασίαν μεγάλην. Μνημονεύεται δε
καλόν έργον αυτού, κατά την τιμητείαν του, το ότι διά πειστικών
λόγων και δι' απειλής προστίμων ενύμφευσε τους αγάμους μετά των
χηρών γυναικών, αίτινες, εξ αιτίας των πολέμων ήσαν τότε
πολλαί· έργον δ' αναγκαίον ότι υπέβαλεν εις φόρου απότισιν και
τους ορφανούς, οίτινες πριν ουδέν εισέφερον. Αιτίαι δε του
νόμου τούτου υπήρξαν αι συνεχείς εκστρατείαι, αίτινες μεγάλας
απήτουν δαπάνας. Μάλιστα δε κατεπείγουσα ήτον η πολιορκία των
Βηίων, ούς τινές Ουηιεντανούς (329) ονομάζουσιν. Ήτον δε
προπύργιον της Τυρρηνίας αύτη η πόλις, κατά τε τον αριθμόν και
κατά το πλήθος των εκστρατευόντων ουχί κατωτέρα της Ρώμης·
χαίρουσα δ' εις πλούτον και εις διαίτης αβρότητα, και εις
τρυφάς και πολυτελείας, πολλάκις επιτυχώς ηγωνίσθη πολεμούσα
κατά των Ρωμαίων περί δόξης και ηγεμονίας. Κατά δε τον τότε
καιρόν, της μεν φιλοτιμίας αυτής παρητήθη, συντριβείσα εις
μάχας μεγάλας· υψώσαντες δ' οι Βήιοι τείχη μακρά και ισχυρά,
και την πόλιν όπλων και βελών και σίτου και παντοειδών εφοδίων
πληρώσαντες, υπέμενον αφόβως την πολιορκίαν, ήτις ήτον μακρά,
και επίσης επίπονος και δύσκολος εις τους πολιορκούντας. Διότι
εν ώ αυτοί ήσαν συνειθισμένοι να μη εκστρατεύωσι πολύν καιρόν
έξω, αλλά μόνον κατά το θέρος, ηναγκάσθησαν υπό των χιλιάρχων
να κατασκευάσωσι φρούρια, και τειχίσαντες το στρατόπεδον, να
μένωσι συνεχώς εις των εχθρών την χώραν χειμώνα και θέρος, και
ούτως είχε φθάσει σχεδόν εις το τέλος του το έβδομον του
πολέμου έτος. Διά τούτο και οι άρχοντες κατηγορήθησαν, και
εξώσθησαν της αρχής, ως απροθύμως πολιορκούντες, και άλλοι
εξελέγησαν όπως εξακολουθήσωσι τον πόλεμον. Είς εξ αυτών ήτον
και ο Κάμιλλος, εκ δευτέρου τότε διορισμένος χιλίαρχος. Αλλά
κατ' εκείνον τον χρόνον ουδέν έπραξεν ως προς την πολιορκίαν,
διότι ο κλήρος τω έπεσε να πολεμήση τους Φαλερίους και
Καπηνάτας, οίτινες την χώραν αλλαχού ασχολουμένην ευρίσκοντες,
μεγάλως την έβλαψαν και την ηνόχλησαν καθ' όλον τον τυρρηνικόν
πόλεμον. Αλλ' επολεμήθησαν υπό του Καμίλλου, και περιωρίσθησαν
εις τα τείχη των, αφ' ού πολλοί αυτών εφονεύθησαν.
Γ. Μετά δε ταύτα, το συμβάν εις την Αλβανίδα λίμνην (330), εν
ώ ο πόλεμος ήτον εις την ακμήν του, εφόβησε τους Ρωμαίους,
διότι ήτον θαύμα ουδενός των απιστοτέρων κατώτερον, δι'
έλλειψιν αιτίας κοινής, και λόγου φυσικήν έχοντος την αιτίαν.
Ήτον φθινόπωρον, και το θέρος είχε παρέλθει ούτε βροχερόν, ούτε
πολύ ενοχλητικόν υπό νοτίων ανέμων. Εκ των πολλών δε λιμνών και
ποταμών και των παντοδαπών ρεόντων υδάτων ά έχει η Ιταλία, άλλα
μεν είχον εντελώς εκλείψει, άλλα δ' αντείχον σχεδόν και μόλις·
οι δε ποταμοί όλοι, ως πάντοτε το θέρος, είχον καταβή και
ολιγοστεύσει. Το δε ύδωρ της Αλβανίδος λίμνης, έχον εν εαυτώ
την αρχήν και το τέλος του, περικυκλούμενον δ' υπό βουνών
ευφόρων, ήρχισε προφανώς αυξόμενον και εξογκούμενον, άνευ
αιτίας τινός, εκτός αν υπάρχη τις θεία ενέργεια, και ήγγιζε τας
υπωρείας, και έφθασε βαθμηδόν μέχρι των ανωτάτων λόφων, άνευ
σάλου και αταράχως υψούμενον. Και κατ' αρχάς μεν είδον το θαύμα
τούτο οι ποιμένες και οι βουκόλοι. Όταν όμως το μέρος γης, το
εν είδει ισθμού χωρίζον την λίμνην από της κάτω χώρας, ερράγη
εκ του πλήθους των υδάτων και του βάρους αυτών, και ρεύμα
κατέβαινε διά των καλλιεργουμένων και φυτευομένων γαιών εις την
θάλασαν, τότε όχι μόνον οι Ρωμαίοι αυτοί εξεπλάγησαν, αλλά και
όλοι οι την Ιταλίαν κατοικούντες εξέλαβον τούτο ως σημείον
πραγμάτων ουχί μικρών. Πολύς δε περί τούτου εγένετο λόγος εις
το στρατόπεδον των πολιορκούντων τους Βηίους, ώστε και εκείνοι
ηχούσαν της λίμνης το φαινόμενον.
Δ. Ως δ' εις πολιορκίας πολυχρονίους συμβαίνει πολλάκις
επιμιξία και συγκοινωνία μετά των πολεμίων, ούτω και τότε
Ρωμαίος είχε λάβει σχέσιν και θάρρος μεθ' ενός των πολεμίων,
ανθρώπου ηξεύροντος παλαιά λόγια, και φαινομένου εμπειροτέρου
των άλλων εις την μαντικήν. Τούτον ιδών ο Ρωμαίος ότι υπερεχάρη
όταν ήκουσε την αύξησιν της λίμνης, και περιεγέλα την
πολιορκίαν, τω είπεν ότι ο καιρός εκείνος δεν έδειξε μόνα ταύτα
τα θαύματα, αλλά και αλλά σημεία πολύ παραδοξότερα τούτων ότι
εφάνησαν εις τους Ρωμαίους· ότι δε θέλει να τα διακοινώση εις
εκείνον, όπως ίσως κατορθώση να διαθέση τα ίδια καν καλώς, όταν
κακώς διέκειντο τα δημόσια. Εις ταύτα προθύμως συνήνεσεν ο
άνθρωπος, και εδέχθη να συνομιλήση, νομίζων ότι έχει απόρρητά
τινα να ακούση. Ούτως ο Ρωμαίος κατ' ολίγον, διαλεγόμενος, και
αποσύρων αυτόν, όταν εμακρύνθησαν ολίγον των πυλών, τον
λαμβάνει εις τους ώμους του, ων ευρωστότερος, και διά βοηθείας
πολλών οίτινες έτρεξαν από του στρατοπέδου, υπερισχύσας και
κρατήσας αυτόν, τον παρέδωκεν εις τους στρατηγούς. Εις τοιαύτην
δ' ανάγκην υποπεσών ο άνθρωπος, και μαθών ότι αναπόφευκτον ήτον
το πεπρωμένον, εδήλωσεν απόκρυφα λόγια υπάρχοντα περί της
πατρίδος του, ότι δεν δύναται να κυριευθή πρότερον, πριν την
Αλβανίδα λίμνην χυθείσαν, και ρέουσαν δι' άλλων οδών,
απωθήσωσιν οι εχθροί, και μεταστρέψαντες αυτήν, την εμποδίσωσι
ν' αναμιγή μετά της θαλάσσης. Όταν δ' ήκουσε ταύτα η Σύγκλητος
απορούσα περί του πρακτέου, απεφάσισε να στείλη εις τους
Δελφούς, και να ερωτήση τον Θεόν. Ήσαν δ' οι σταλέντες άνδρες
ένδοξοι και μεγάλοι, ο Κόσσος Λικίνιος, ο Ουαλέριος Ποτίτος και
ο Φάβιος Άμβουστος. Ούτοι πλεύσαντες, και τον Θεόν ερωτήσαντες,
ήλθον και άλλας μαντείας φέροντες, αίτινες έλεγον ότι είχον
αμελήσει οι Ρωμαίοι αρχαίας τινάς εορτάς, καλουμένας Λατίνας
(331) και διέταττον προσέτι να εμποδίσωσιν όσον το δυνατόν το
ύδωρ της Αλβανίδος λίμνης να ρεύση εις την θάλασσαν, και να το
ωθήσωσιν επάνω πάλιν εις τον αρχαίον του δρόμον, ή αν δεν
εδύναντο τούτο, να το διοχετεύσωσι διά λάκκων και τάφρων εις
την πεδιάδα, και εκεί να το καταναλώσωσιν. Άμα δε ταύτα
ανηγγέλθησαν, οι μεν ιερείς εξετέλουν τας θυσίας, ο δε δήμος
ήρχισε την εργασίαν και έστρεφε το ύδωρ.
Ε. Η δε σύγκλητος εις το δέκατον έτος του πολέμου καταλύσασα
τας άλλας αρχάς, ανέδειξε τον Κάμιλλον δικτάτωρα. Αυτός δ'
εκλέξας ίππαρχον τον Κορνήλιον Σκηπίωνα, πρώτον μεν ηυχήθη εις
τους Θεούς, υποσχεθείς, αν ο πόλεμος λάβη τέλος ένδοξον, να
πανηγυρίση τας μεγάλας εορτάς (332), και ν' αφιερώση ναόν της
Θεάς νήο Ρωμαίοι καλούσι Μητέρα Ματούταν (333). Αύτη, αν τις
κρίνη εκ των τελουμένων κατά την εορτήν αυτής, δύναται να
νομίση ότι είναι η Λευκοθέα· διότι αι Ρωμαίαι γυναίκες,
εισάγουσαι τότε θεραπαινίδα εις το ιερόν αυτής, την ραπίζουσι,
και μετά ταύτα την αποδιώκουσι, και εναγκαλίζονται τα παιδία
των αδελφών των μάλλον ή τα εδικά των (334) και πράττουσι κατά
την θυσίαν όσα αρμόζουσιν εις τας τροφούς του Διονύσου, και εις
τα παθήματα της Ινούς εξ αιτίας της παλακίδος. Μετά δε τας
ευχάς ταύτας ο Κάμιλλος εισέβαλεν εις των Φαλίσκων την χώραν,
και εις μεγάλην μάχην ενίκησε και αυτούς και τους Καπινάτας,
οίτινες ήλθον εις βοήθειάν των. Έπειτα δε, στραφείς εις των
Βηίων την πολιορκίαν, και βλέπων την εκ προσβολής άλωσιν
δύσκολον και επίπονον, έσκαψεν υπονόμους, διότι οι περί την
πόλιν τόποι επεδέχοντο ανασκαφήν, και τα έργα εδύναντο να
προχωρώσιν εις βάθος άδηλον εις τους εχθρούς. Νέας δ' ελπίδας
λαμβάνων καθ' όσον προυχώρει και η υπό γην οδός, αυτός μεν
έξωθεν προσέβαλε, προσκαλών εις τα τείχη τους πολιορκουμένους,
άλλοι δε, αδήλως κάτωθεν πορευόμενοι διά των υπονόμων,
κατώρθωσαν να εισέλθωσιν αγνώστως εις την Ακρόπολιν, κατά της
Ήρας το ιερόν, τον μέγιστον, και τον υπέρ πάντας τιμώμενον ναόν
της πόλεως. Εκεί λέγεται ότι έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν
ιερουργών ο ηγεμών των Τυρρηνών· ότι δ’ ο μάντις, τα σπλάγχνα
παρατηρήσας, μετά μεγάλης φωνής είπεν ότι ο Θεός δίδει την
νίκην εις όν τινα ήθελεν ακολουθήσει εκείνα τα ιερά. Την φωνήν
ταύτην ήκουσαν οι Ρωμαίοι εντός των υπονόμων, και ευθύς έσχισαν
το έδαφος, και μετά βοής και κρότου των όπλων εξελθόντες της
γης, άμα οι εχθροί τρομάξαντες ετράπησαν εις φυγήν, ήρπασαν τα
σπλάγχνα και τα έφερον προς τον Κάμιλλον. Αλλά ταύτα μεν ίσως
φανώσιν ότι ομοιάζουσι μύθους. Εκυριεύθη δ' η πόλις κατά
κράτος, και οι Ρωμαίοι ήγον και έφερον πλούτον άπειρον.
Επιβλέπων δ' από της ακροπόλεως ο Κάμιλλος τα πραττόμενα,
πρώτον μεν ήρχισε να δακρύη. Έπειτα δε, μακαριζόμενος υπό των
περιεστώτων, ύψωσε τας χείρας, και προσευχόμενος προς τους
Θεούς, είπε· «Ζευ μέγιστε, και Θεοί οι βλέποντες τα καλά έργα
και τα κακά, σεις ηξεύρετε ότι οι Ρωμαίοι ουχί αδίκως, αλλ'
ημάς αυτούς υπερασπιζόμενοι, εξ ανάγκης τιμωρούμεν πόλιν εχθρών
ανδρών και παρανόμων. Αν δέ τις, είπε, και εις ημάς οφείληται
αντίστροφος ανταπόδοσις της παρούσης επιτυχίας, εύχομαι υπέρ
της πόλεως και του στρατού των Ρωμαίων, να περιορισθή εις κακόν
ελάχιστον, επί εμέ μόνον στραφείσα». Άμα δ' είπε ταύτα, ως
είναι συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις αφ' ού ευχηθώσι και
προσκυνήσωσι να στρέφωνται εις τα δεξιά, αυτός ωλίσθησε
στρεφόμενος· και επειδή εταράχθησαν οι παρευρισκόμενοι,
εγερθείς εκ της πτώσεώς του, είπεν ότι κατά την ευχήν του τω
συνέβη μικρόν σφάλμα αντί ευτυχίας μεγίστης.
ΣΤ. Λεηλατήσας δε την πόλιν, απεφάσισε να μεταφέρη και το
άγαλμα της Ήρας εις Ρώμην, καθώς είχε τάξει. Συνεκάλεσεν
επομένως προς τούτο τεχνίτας, και θυσίαν τελέσας, προσηυχήθη
εις την Θεάν να δεχθή την προθυμίαν αυτών, και να γίνη
συγκάτοικος ευμενής των Θεών όσοι έλαβον εις κλήρον την Ρώμην.
Λέγεται δ' ότι το άγαλμα τούτο ωμίλησε σιγαλή τη φωνή, και
είπεν ότι θέλει και συγκατανεύει. O δε Λιούιος (335) λέγει ότι
ο μεν Κάμιλλος ηύχετο εγγίζων το άγαλμα της Θεάς, και την
παρεκάλει, απεκρίθησαν δέ τινες των παρεστώτων ότι και θέλει,
και συγκατανεύει, και τον ακολουθεί προθύμως. Οι δ' υπέρ του
παραδόξου διισχυριζόμενοι και επιμένοντες, μεγίστην μεν έχουσι
συνήγορον την τύχην της πόλεως, ήτις αδύνατον θα ήτον από
μικράς αρχής και περιφρονουμένης να προέλθη εις μέγαν δόξης
βαθμόν και δυνάμεως, άνευ του Θεού, όστις διά πολλών και
μεγάλων επιφανειών ανήγγελλε πολλάκις την παρουσίαν του. Εκτός
δε τούτου, αναφέρουσι και ομοειδή αλλά θαύματα, ότι ιδρώτες
αγαλμάτων πολλάκις εχύθησαν, ότι στεναγμοί ηκούσθησαν, και
δεικνύουσι πολλά ξόανα (336) στρέψαντα την κεφαλήν, ή
κλείσαντα τους οφθαλμούς, καθ' ά διηγούνται πολλοί των
αρχαιοτέρων συγγραφέων. Πολλά δε και παρά συγχρόνων ακούσαντες
δυνάμεθα να διηγηθώμεν αξιοθαύμαστα, άτινα δεν είναι εντελώς
καταφρονητέα. Αλλ' εις τα τοιαύτα και η πολλή πίστις και η
μεγάλη δυσπιστία είν' επίσης επισφαλής, διότι η ανθρωπίνη
ασθένεια όρον δεν έχει, ουδέ συγκρατείται, αλλά παρεκτρέπεται
άλλοτε μεν εις δεισιδαίμονα έξαψιν (337), άλλοτε δ' εις των
θείων αδιαφορίαν και περιφρόνησιν. Το άριστον όμως είναι η
ευλάβεια, και το μέτριον.
Ζ. Ο δε Κάμιλλος, είτε διά το μέγεθος του κατορθώματός του, ότι
εκυρίευσε πόλιν αντίπαλον της Ρώμης μετά δεκαετή πολιορκίαν,
είτε ένεκα των μακαριζόντων αυτόν, επαρθείς εις όγκον, και εις
φρόνημα βαρύτερον του αρμόζοντος εις εξουσίαν νόμιμον και
δημοτικήν, ετέλεσε θρίαμβον και κατά τα λοιπά υπερήφανον, και
ζεύξας εις την άμαξάν του τέσσαρας ίππους λευκούς, ανέβη εις
αυτήν, και διέβη ούτω διά της Ρώμης, εν ώ κανείς στρατηγός δεν
έπραξε τούτο πριν ουδέ μετά ταύτα, διότι το τοιούτον όχημα
θεωρείται ως ιερόν, και εις τον βασιλέα και πατέρα των Θεών
καθιερωμένον. Ως εκ τούτου δυσηρέστησε τους πολίτας, οίτινες
δεν ήσαν συνετισμένοι εις ταύτας τας κομπαστικάς επιδείξεις.
Έδωκε δε και άλλην αφορμήν εναντίον του, αντισταθείς εις νόμον
αφορώντα την διαίρεσιν της πόλεως· διότι οι δήμαρχοι επρότεινον
να χωρισθή και ο δήμος και η σύγκλητος εις μέρη δύο, και οι μεν
να μείνωσι κατοικούντες εκεί, όσοι δ' εκλεχθώσι διά κλήρου, να
μεταβώσιν εις την αιχμάλωτον πόλιν, λέγοντες ότι ούτω θέλουσι
γίνει πλουσιώτεροι, και διά δύο μεγάλων και καλών πόλεων ότι
θέλουσι φυλάττει και την χώραν συγχρόνως και την λοιπήν των
περιουσίαν. Και ο μεν δήμος, πολυάριθμος ήδη ων, και συσκεφθείς
την πρότασιν (338), την εδέχθη μετά χαράς, και συνέρρεεν
αδιακόπως περί το βήμα, ζητών θορυβοδώς να ψηφοφορηθή. Η βουλή
όμως, και οι επισημότεροι των λοιπών πολιτών, φρονούντες ότι η
πολιτική των δημάρχων ήθελεν επιφέρει ουχί την διαίρεσιν, αλλά
την καταστροφήν της Ρώμης, και διά τούτο αγανακτούντες,
κατέφυγον προς τον Κάμιλλον. Εκείνος δε, φοβούμενος την
συζήτησιν, επρότεινεν εις τον δήμον πολλάς προφάσεις και
ασχολίας, και δι' αυτών ανέβαλλε πάντοτε τον νόμον. Διά ταύτα
λοιπόν δυσηρέστει· η δε φανερωτάτη και μεγίστη αποστροφή του
δήμου εναντίον αυτού προήλθεν εκ του δεκάτου των λάφυρων, ότε
εδόθη εις τον λαόν αιτία ουχί μεν πολύ δικαία, αλλ' ουχί και
παράλογος. Διότι, ως φαίνεται, όταν εξεστράτευσε κατά των
Βηίων, είχε τάξει, αν κυριεύση την πόλιν, το δέκατον των
λαφύρων ν' αφιερώση εις τον Θεόν αυτών. Αφ' ού δ' εκυριεύθη και
διηρπάγη η πόλις, είτε εξ αιτίας των τότε περιστάσεων,
λησμονήσας τι είχε τάξει, είτε διστάσας να δυσαρεστήση τους
πολίτας, αφήκεν αυτούς να ωφεληθώσιν. Ύστερον δε, μετά
παρέλευσιν καιρού, αφ' ού είχε παύσει από της εξουσίας εκείνης,
ανέφερε περί τούτου εις την σύγκλητον· και οι μάντεις
ανήγγελλον επί των θυσιών ότι εφαίνετο η οργή των Θεών, και ότι
απητούντο εξιλεώσεις και ευχαριστήριοι τελεταί.
Η. Εψήφισε δε τότε η Βουλή, της μεν ωφελείας να μη γίνη νέα
διανομή, διότι τούτο θα ήτο δύσκολον, οι δε λαβόντες τα λάφυρα
να υποσχεθώσι δι' όρκου να φέρωσι το δέκατον εις το μέσον. Αλλά
συνέβησαν πολλά λυπηρά και βίαια εκ μέρους των στρατιωτών,
ανθρώπων πτωχών, οίτινες πολύ εκοπίασαν, και ηναγκάζοντο να
φέρωσι τόσον μέγα μέρος των όσα είχον λάβει και είχον
δαπανήσει. Επειδή δε θόρυβον ήγειρον κατά του Καμίλλου, μη έχων
αυτός να προτείνη πρόφασιν καλλητέραν, ηναγκάσθη να καταφύγη
εις τον ατοπώτατον των λόγων, ομολογών ότι είχε λησμονήσει την
ευχήν του. Τότε δ' ωργίζοντο αυτοί, διότι, υποσχεθείς ν'
αποδεκατώση των εχθρών τας περιουσίας, απεδεκάτου ήδη τας των
πολιτών. Έφερον όμως όλοι όσον έπρεπε μέρος, και απεφασίσθη να
κατασκευάσωσι κρατήρα χρυσούν, και να τον στείλωσιν εις
Δελφούς. Ήτον δε σπάνιος ο χρυσός εις την πόλιν, και οι
άρχοντες συνεζήτουν πόθεν να πορισθώσιν αυτόν, όταν αι
γυναίκες, κατ' ιδίαν συσκεφθείσαι, προσέφερον εκάστη τα ίδια
αυτής χρυσά κοσμήματα διά το ανάθημα, και συνήχθη οκτώ ταλάντων
χρυσός. Και εις αυτάς μεν η σύγκλητος την πρέπουσαν αποδίδουσα
τιμήν, εψήφισε μετά θάνατον να εκφωνήται, ως επί των ανδρών,
ούτω και επί των γυναικών ο άξιος έπαινος (339)· διότι πριν
δεν ήτο συνήθεια γυνή αποθανούσα να εγκωμιάζηται δημοσίως.
Εκλέξαντο δε τρεις άνδρας εκ των αρίστων ως θεωρούς (340), και
εις μακρόν πλοίον επιβιβάσαντες πλήρωμα αξιολόγων ναυτών, και
όλα τα εις πανήγυριν αναγκαία, το απέστειλαν. Είναι δ’ ου μόνον
η τρικυμία, αλλά και η γαλήνη της θαλάσσης ολεθρία πολλάκις
(341), ως και εις εκείνους τότε συνέβη παρ' ολίγον ν'
απολεσθώσι, και απροδοκήτως μόνον ν' αποφύγωσι τον επικείμενον
κίνδυνον. Παρά του Αιόλου τας νήσους (342) έπεσε διά μιας ο
άνεμος, και τριήρεις των Λιπαρέων (343) επήλθον κατ' αυτών,
εκλαβούσαι αυτούς ως ληστάς. Και δεν τους προσέβαλον μεν, διότι
οι Ρωμαίοι εξέτεινον τας χείρας και παρεκάλουν, αλλά δέσαντες
το πλοίον, το έφερον εις τον λιμένα των, και επώλουν διά
κήρυκος και αυτούς και τα πράγματά των, νομίσαντες ότι ήσαν
πειρατικά. Μόλις δε τους αφήκαν τέλος, πεισθέντες εις ενός
ανδρός την αρετήν και την δύναμιν, του στρατηγού Τιμησιθέου,
όστις και ιδικά του πλοία παρασκευάσας, τα έπεμψεν ομού, και
αφιέρωσε μετ' αυτών το ανάθημα. Διά τούτο και ετιμήθη διά
καταλλήλων τιμών εις την Ρώμην.
Θ. Ήρχισαν δε πάλιν προτείνοντες οι δήμαρχοι τον περί χωρισμού
της πόλεως νόμον, όταν, εν καιρώ επελθών ο προς Φαλίσκους
(344) πόλεμος, επέτρεψεν εις τους αρίστους να ενεργήσωσι τας
αρχαιρεσίας κατ' ιδίαν αρέσκειαν, και να εκλέξωσι τον Κάμιλλον
μετ' άλλων πέντε χιλιάρχων, διότι τα πράγματα απήτουν αρχηγόν
έχοντα βαρύτητα, δόξαν και εμπειρίαν. Αφ' ού λοιπόν εψήφισεν ο
δήμος την εκλογήν, λαβών δύναμιν ο Κάμιλλος, εισέβαλεν εις των
Φαλίσκων την χώραν, και επολιόρκει τους Φαλερίους, πόλιν
οχυράν, και καλώς κατά πάντα κατηρτισμένην εις πόλεμον. Και την
μεν άλωσιν αυτής δεν ενόμιζεν έργον μικρόν, ουδ' ολιγοχρόνιον·
ήθελεν όμως ν' ασχολή τους πολίτας και να τους περισπά, διά να
μη έχωσι καιρόν, αργοί εις την πατρίδα των καθήμενοι, να
δημαγωγώνται και να στασιάζωσι. Διότι σχεδόν πάντοτε τούτο το
ιατρικόν μετεχειρίζοντο, ως οι ιατροί, εις τα έξω τρέποντες τα
ταρακτικά πάθη της πολιτείας.
I. Αλλ' οι Φαλέριοι, θάρρος έχοντες εις τας οχυρώσεις των,
τοσούτον κατεφρόνουν την πολιορκίαν, ώστε, πλην των φυλαττόντων
τα τείχη, οι άλλοι περιεφέροντο εις την πόλιν, φορούντες απλά
ιμάτια· οι δε παίδες αυτών επήγαινον εις τα σχολεία, και
κατεβιβάζοντο υπό του διδασκάλου περί τα τείχη διά να
περιπατώσι και να γυμνάζωνται· διότι οι Φαλέριοι, ως οι
Έλληνες, είχον κοινόν διδάσκαλον, θέλοντες να συζώσι και να
συναναστρέφωνται ευθύς εξ αρχής οι παίδες. Ούτος λοιπόν ο
διδάσκαλος, επιβουλευόμενος τους Φαλερίους διά των παίδων,
εξήγεν αυτούς καθ' εκάστην ημέραν υπό το τείχος, κατ' αρχάς μεν
εγγύς, και έπειτα πάλιν τους επανέφερεν εις την πόλιν αφ' ού
εγυμνάζοντο. Μετά τούτο δε, κατ' ολίγον υπάγων αυτούς απωτέρω,
τους συνείθισε να έχωσι θάρρος, και να πιστεύωσιν ότι υπήρχεν
αφοβία μεγάλη· και τέλος, έχων όλους αυτούς μεθ' εαυτού, τους
έφερε και τους παρέδωκεν εις τους προ φύλακας των Ρωμαίων,
ειπών εις αυτούς να τον φέρωσι προς τον Κάμιλλον. Οδηγηθείς δε
προς αυτόν, και σταθείς εις το μέσον, είπεν ότι είναι
εκπαιδευτής και διδάσκαλος, και προτιμών εκείνον μάλλον να
ευχαριστήση παρά τα καθήκοντα ταύτα να εκτελή, ήλθε φέρων την
πόλιν διά των παίδων. Εις δε τον Κάμιλλον φρικτή εφάνη αύτη η
πράξις όταν την ήκουσε, και είπε προς τους παρεστώτας ότι
φοβερόν πράγμα είναι ο πόλεμος, και διά πολλής αδικίας και διά
βιαίων διεξάγεται έργων αλλ' ότι υπάρχουσι και του πολέμου
νόμοι τινές διά τους αγαθούς άνδρας, οίτινες δεν πρέπει
τοσούτον να επιδιώκωσι την νίκην, ώστε να μη αποφεύγωσι και τας
ωφελείας όσαι πηγάζουσιν εκ κακών έργων και ασεβών· διότι ο
μέγας στρατηγός πρέπει να εκστρατεύη πεποιθώς εις τα ίδια αυτού
προτερήματα, ουχί εις την κακίαν των άλλων. Και ταύτα ειπών,
διέταξεν εις τους υπηρέτας, του ανθρώπου μεν τούτου να σχίσωσι
τα ιμάτια, και να δέσωσιν οπίσω τας χείρας του, ράβδους δε να
δώσωσι και μάστιγας εις τους παίδας, οίτινες δέροντες τον
προδότην, να τον διώξωσιν εις την πόλιν. Είχον δ' ήδη εννοήσει
οι Φαλέριοι την προδοσίαν του διδασκάλου, και η μεν πόλις, ως
ήτον επόμενον, παρεδίδετο εις θρήνον διά την μεγίστην αυτήν
συμφοράν, άνδρες δ' εκ των επισήμων και γυναίκες ως έξω φρενών
έτρεχον εις τα τείχη και εις τας πύλας, όταν οι παίδες εφάνησαν
φέροντες και ραβδίζοντες τον διδάσκαλον γυμνόν και δεδεμένον,
τον δε Κάμιλλον σωτήρα και θεόν και πατέρα καλούντες· ώστε ου
μόνον οι γονείς αυτών, αλλά και όλοι οι πολίται, ταύτα
βλέποντες, εθαύμαζον και επόθουν του Καμίλλου την δικαιοσύνην.
Συνελθόντες δ' αμέσως εις την εκκλησίαν, έπεμψαν πρέσβεις,
αναθέτοντες εις εκείνον την τύχην των· ο δε Κάμιλλος έστειλεν
αυτούς εις την Ρώμην. Παρουσιασθέντες δ' εις την Βουλήν, είπον
ότι, της νίκης οι Ρωμαίοι την δικαιοσύνην προτιμήσαντες,
εδίδαξαν και αυτούς να προτιμήσωσι την υποταγήν μάλλον της
ελευθερίας, καθ' όσον δεν υπετάσσοντο εις την δύναμιν, αλλ'
ωμολόγουν ότι υπό της αρετής ενικήθησαν. Η δε Βουλή ανέθηκε
πάλιν εις εκείνον να κρίνη και αποφασίση περί τούτου. Λαβών
λοιπόν χρήματα παρά των Φαλερίων, και φιλίαν συνδέσας μεθ' όλων
των Φαλίσκων, ανεχώρησεν.
ΙΑ. Οι δε στρατιώται, εν ώ ήλπιζον να λεηλατήσωσι τους
Φαλερίους, όταν επανήλθον, κενάς έχοντες τας χείρας, εις Ρώμην,
κατηγόρουν τον Κάμιλλον προς τους άλλους πολίτας ως μισόλαον,
και εκ φθόνου μη αφήνοντα τους πτωχούς να ωφεληθώσιν. Επειδή δ'
οι δήμαρχοι, προτείνοντες πάλιν τον νόμον περί της διαιρέσεως
της πόλεως, εκάλουν τον δήμον να ψηφοφορήση, ο Κάμιλλος μ' όλον
το θάρρος, και αδιαφορών αν ενέπνεεν απεχθείας, εφάνη υπέρ
όλους τους άλλους αντιταττόμενος εις το πλήθος· και τότε τον
μεν νόμον απέρριψαν, κατά δε του Καμίλλου ωργίζοντο, ώστε και
όταν τω συνέβη οικιακόν δυστύχημα, και απέθανεν ο είς των υιών
του εκ νόσου, ο οίκτος δεν εμετρίασε την οργήν των, αν και
εκείνος, ανήρ ων ήμερος και χρηστός, δεν υπέφερε γενναίως την
συμφοράν του, αλλ' εν ώ και εις δίκην ενεκαλείτο, εξ αιτίας του
πένθους έμενεν εις την οικίαν του κεκλεισμένος μετά των
γυναικών.
IB. Και κατήγορος μεν αυτού ήτον ο Λεύκιος Απουλήιος· τον
κατηγόρει δε δι' έγκλημα κλοπής των Τυρρηνικών χρημάτων και
ελέγετο ότι και θύραι τινές χαλκαί εξ εκείνων αίτινες
εκυριεύθησαν, εφάνησαν παρ' αυτώ. Ο δε δήμος είχεν ερεθισθή,
και προφανές ήτον ότι ήθελεν ωφεληθή εκ πάσης προφάσεως όπως
καταψηφίση εναντίον του. Τότε, συναθροίσας τους φίλους του, και
όλους όσοι είχον συνεκστρατεύσει ή είχον διοικήσει μετ' αυτού,
πολυπληθείς ούτοι, τους παρακάλεσε να μη τον αφήσωσι να
καταδικασθή αδίκως και δι' αιτίας πονηράς, και να γίνη
καταγέλαστος υπό των εχθρών του. Σκεφθέντες δ' οι φίλοι του,
και συνομιλήσαντες προς αλλήλους, απεκρίθησαν ότι ως προς την
κρίσιν μεν δεν νομίζουσιν ότι δύνανται να τον βοηθήσωσιν, ότι
δε, αν αποδειχθή οφειλέτης, θέλουσι συντελέσει μετ' αυτού εις
την πληρωμήν της ζημίας· αλλά μη ανεχόμενος τούτο, απεφάσισε ν'
αναχωρήση, και μετ' οργής να φύγη την πόλιν. Αποχαιρετήσας
επομένως την γυναίκα και τον υιόν του, επορεύετο σιωπηλώς από
της οικίας του μέχρι της πύλης· εκεί δ' εστάθη, και στραφείς
οπίσω, και τας χείρας υψώσας προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς
τους θεούς, αν δεν φεύγη δικαίως, αλλ' υπό φθόνου και αυθαδείας
του δήμου κατατρεχόμενος, ταχέως να μετανοήσωσιν οι Ρωμαίοι,
και προφανές να γίνη εις όλους τους ανθρώπους ότι έχουσιν
ανάγκην αυτού, και ότι ποθούσι τον Κάμιλλον (345).
ΙΓ. Εκείνος λοιπόν, ως ο Αχιλλεύς (346), καταρασθείς τους
πολίτας, και αναχωρήσας, κατεδικάσθη ερήμην εις ζημίαν
δεκαπέντε χιλιάδων ασσαρίων, ισοδυναμούντων, κατ' αργυρούν
νόμισμα, εις δραχμάς χιλίας πεντακόσιας· διότι το ασσάριον ήτον
το δέκατον του αργυρίου, και το δεκάχαλκον ούτως εκαλείτο
δηνάριον (347)· ουδείς δ' υπάρχει Ρωμαίος μη πιστεύων ότι
ταχέως η θεία δίκη εισήκουσε τας ευχάς του Καμίλλου, και τω
έδωκε της αδικίας εκδίκησιν ουχί γλυκείαν, αλλά λυπηράν,
ονομαστήν δε και περιβόητον τόση επήλθεν επί την Ρώμην συμφορά,
και καιρός κατέλαβε την πόλιν τοσούτον φόβον φέρων και κίνδυνον
ομού μετ' αισχύνης, είτε διότι η τύχη ούτω τα έφερε, είτε διότι
είναι των Θεών τινός έργον, να μη παραμελώσι την αρετήν
προσβαλλομένην υπό της αχαριστίας.
ΙΔ. Και πρώτον μεν σημείον του ότι μέγα τι κακόν επήρχετο,
εφάνη ότι έγινεν ο θάνατος Ιουλίου του τιμητού (348)· διότι οι
Ρωμαίοι υπέρ πάσαν άλλην σέβονται και θεωρούσιν ως ιεράν των
τιμητών την αρχήν. Δεύτερον δε, προ της φυγής του Καμίλλου,
ανήρ ουχί μεν επίσημος, ουδέ μέλος της Βουλής, φαινόμενος όμως
έντιμος και χρηστός, ο Μάρκος Κεδίκιος, ανέφερε προς τους
χιλιάρχους πράγμα άξιον προσοχής, ειπών ότι κατά την
προλαβούσαν νύκτα, εν ώ εβάδιζε κατά την οδόν ήν ονομάζουσι
Νέαν, ήκουσέ τινα να τον καλή μεγαλοφώνως, και στραφείς, κανένα
δεν είδε, ήκουσε δε φωνήν μεγαλητέραν της των ανθρώπων, και η
φωνή έλεγε ταύτα· «Ύπαγε, Μάρκε Κεδίκιε, ευθύς την αυγήν, και
είπε εις τους άρχοντας, εντός ολίγου καιρού να περιμένωσι τους
Γαλάτας». Ταύτα ακούσαντες οι χιλίαρχοι, ήρχισαν να γελώσι και
ν' αστειεύωνται. Μετ' ολίγον όμως συνέβησαν τα περί Καμίλλου.
ΙΕ. Λέγεται ότι ο Γαλάται, εκ του Κελτικού όντες γένους (349),
και πολυπληθείς γενόμενοι, εγκατέλιπον την ιδίαν αυτών χώραν,
μη αρκούσαν όπως θρέψη αυτούς, και απήλθον να ζητήσωσιν άλλην.
Γενόμενοι δε πολλαί μυριάδες νέων ανδρών και μαχίμων, και έτι
περισσοτέρας φέροντες μεθ' εαυτών γυναίκας και παίδας, οι μεν
λέγεται ότι εχύθησαν προς τον Βόρειον Ωκεανόν, υπερβάντες τα
Ριπαία όρη (350), και κατέλαβον τα έσχατα της Ευρώπης· άλλοι
δ' ότι αποκαταστάντες μεταξύ του όρους Πυρρήνης (351) και των
Άλπεων, κατώκησαν πολύν χρόνον μεταξύ των Σεννώνων και
Κελτορίων (352). Πολύ δε μετά ταύτα, δοκιμάσαντές ποτε την
γεύσιν του οίνου, όστις τότε κατά πρώτον τοις εκομίσθη εξ
Ιταλίας, τοσούτον εθαύμασαν το ποτόν, και έγιναν όλοι έξω
φρενών διά την καινοφανή ηδονήν, ώστε αρπάσαντες τα όπλα, και
τους γονείς των μεθ' εαυτών λαμβάνοντες, ώρμησαν προς τας
Άλπεις, και εζήτουν την γην εκείνην, ήτις τοιούτον καρπόν
παράγει, πάσαν άλλην θεωρούντες ως άκαρπον και αγρίαν. Ο δ'
εισαγαγών παρ' αυτοίς τον οίνον, και όστις υπέρ πάντα άλλον και
πρώτος τους παρώξυνε κατά της Ιταλίας, λέγεται ότι ήτον ο Άρων,
Τυρρηνός, άνθρωπος επίσημος, και ουχί φύσεως πονηρός, αλλ' εις
την εξής δυστυχίαν περιπεσών. Ούτος ήτον επίτροπος παιδός
ορφανού, πρώτου μεν κατά τον πλούτον μεταξύ των πολιτών, και
θαυμαζομένου διά την ωραιότητά του, καλουμένου δε Λουκούμωνος
(353). Ούτος παιδιόθεν κατώκει εις του Άρωνος, και αφ' ού
έγινε νεανίας δεν εγκατέλιπε την οικίαν, αλλά προσεποιείτο ότι
ευχαριστείτο να συζή μετ' εκείνου. Εν τούτοις δ' επί πολύν
καιρόν κρυφίως ηγάπα την γυναίκα αυτού, και ηγαπάτο υπ' αυτής.
Επειδή δε προέβη πολύ αμφοτέρων το πάθος, και ούτε να
παραιτηθώσιν αυτού, ούτε να το κρύψωσι πλέον εδύναντο, ο μεν
νεανίσκος επεχείρει φανερώς ν' αποσπάση αυτήν από του ανδρός
της, και να την λάβη αυτός· ο δ' ανήρ εγκαλέσας αυτόν, και
νικηθείς εξ αιτίας του πλήθους των φίλων και των χρημάτων, όσα
αφειδώς εδαπάνησεν ο Λουκούμων, αφήκε την πατρίδα του, και
ακούσας περί των Γαλατών, ήλθε προς αυτούς, και τους ωδήγησεν
εις την κατά της Ιταλίας εκστρατείαν αυτών.
ΙΣΤ. Εισβαλόντες δ' αυτοί εις την χώραν, εκυρίευσαν όσων
κατείχον αρχήθεν οι Τυρρηνοί από των Άλπεων μέχρις αμφοτέρων
των θαλασσών, ως και το όνομα αυτών συμμαρτυρεί· διότι την μεν
βόρειον θάλασσαν ονομάζουσιν Αδρίαν, από τυρρηνικής πόλεως, της
Αδρίας, την δε προς νότον δι' αυτού του ονόματος των Τυρρηνών,
Τυρρηνικόν πέλαγος. Είναι δ' η χώρα όλη αύτη δενδρόφυτος, και
παχείας έχει βοσκάς θρεμμάτων, και υπό ποταμών καταρρέεται.
Είχε δε και δεκαοκτώ πόλεις καλάς και μεγάλας, και καταλλήλους
διά τε τους θέλοντας να κερδαίνωσιν εργαζόμενοι, και διά τους
επιθυμούντας τας πανυγύρεις. Ταύτας εκυρίευσαν οι Γαλάται,
διώξαντες τους Τυρρηνούς. Αλλά ταύτα είχον γίνει πρό τινος
καιρού ήδη.
ΙΖ. Τότε δε, εκστρατεύσαντες οι Γαλάται κατά της Τυρρηνικής
πόλεως, του Κλουσίου, επολιόρκουν αυτήν, και οι Κλουσίνοι,
καταφυγόντες εις τους Ρωμαίους, εζήτησαν παρ' αυτών πρέσβεις
και γράμματα προς τους βαρβάρους. Επέμφθησαν δ' εκ του γένους
των Φαβίων τρεις άνδρες επίσημοι, και τιμάς μεγάλας έχοντες εις
την πόλιν. Τούτους εδέχθησαν οι Γαλάται φιλοφρόνως, διά της
Ρώμης το όνομα, και καταπαύσαντες την κατά των τειχών
προσβολήν, συνδιελέχθησαν μετ' αυτών. Όταν δ' αυτοί τους
ηρώτησαν τι έπαθον υπό των Κλουσίνων και ήλθον κατά της πόλεως,
γελάσας ο Βασιλεύς των Γαλατών Βρέννος, «Μας αδικούσιν, είπεν,
οι Κλουσίνοι, διότι εν ώ ολίγην μόνον γην και χώραν δύνανται να
καλλιεργώσι, έχουσι την απαίτησιν να κατέχωσι πολλήν, και δεν
δίδουσι και εις ημάς, οίτινες είμεθα ξένοι, και πολλοί, και
πτωχοί. Κατά τον αυτόν τρόπον σας ηδίκουν άλλοτε και σας, ω
Ρωμαίοι, οι Αλβανοί, και οι Φιδηνάται, και οι Αρδεάται, και
σήμερον οι Ουήιοι, και οι Καπηνάται, και πολλοί των Φαλίσκων
και των Ουολούσκων (354) καθ' ών σεις εκστρατεύετε, και αν δεν
σας δώσωσι μέρος των αγαθών των, τους εξανδραποδίζετε, τους
λεηλατείτε, και κατεσκάπτατε τας πόλεις αυτών, ούτε σεις
πράττοντες φοβερόν τι ή άδικον, αλλ' ακολουθούντες τον
πρεσβύτατον των νόμων, όστις δίδει εις τους ισχυροτέρους τα
κτήματα των ασθενεστέρων, αρχόμενος από του Θεού, και τελευτών
εις τα θηρία· διότι και εις αυτά ενυπάρχει εκ φύσεως να ζητώσι
τα ισχυρότερα να υπερέχωσι των υποδεεστέρων. Παύσατε δ'
οικτείροντες τους πολιορκουμένους Κλουσίνους, διά να μη
διδάξητε και τους Γαλάτας να γίνωσιν αγαθοί και οικτίρμονες,
προς τους αδικουμένους υπό των Ρωμαίων». Εκ τούτων λοιπόν
ενόησαν οι Ρωμαίοι ότι ο Βρέννος δεν ήρχετο εις συμβιβασμόν,
και ελθόντες εις το Κλούσιον, ενεθάρρυνον και παρεκίνουν τους
κατοίκους να εξορμήσωσι κατά των βαρβάρων ομού μετ' αυτών,
θέλοντες ή να γνωρίσωσι την ανδρείαν εκείνων, ή την εδικήν των
να επιδείξωσι. Και τω όντι έγινεν εκδρομή των Κλουσίνων, και
μάχη περί τα τείχη, καθ' ήν είς των Φαβίων, ο Κόιντος
Άμβρουστος, ώρμησεν έφιππος εναντίον Γαλάτου ανδρός, υψηλού και
ωραίου, όστις ίππευε πολύ εμπρός των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν
δεν εγνωρίσθη, διότι σφοδρά έγινεν η συνάντησίς των, και τα
όπλα, περιλάμποντα την μορφήν του, την έκρυπτον αλλ' όταν
υπερισχύσας και φονεύσας τον άνδρα, τον ελαφυραγώγει, τότε ο
Βρέννος, γνωρίσας αυτόν, μάρτυρας εκάλει τους Θεούς, ότι παρά
τα κοινώς παραδεδεγμένα υφ' όλων των ανθρώπων ως όσια και ως
δίκαια, ήλθε μεν ως πρέσβυς αυτός, έπραξε δ' ως πολέμιος.
Παύσας δ' αμέσως την μάχην, αφήκε τους Κλουσίνους, και ωδήγησε
τον στρατόν κατά της Ρώμης. Μη θελήσας δε να φανή ότι εχάρησαν
διά την αδικίαν, και την έλαβον προθύμως ως πρόφασιν, έπεμψε
ζητών να τω δοθή ο άνθρωπος διά να τιμωρηθή, και συγχρόνως
προυχώρει βραδέως.
ΙΗ. Εις δε την Ρώμην συνήλθεν η Βουλή, και τους Φαβίους και
άλλους πολλούς κατηγόρουν, και εκ των ιερέων τους ενήγον οι
καλούμενοι Φητιαλείς, εν ονόματι των Θεών αποφαινόμενοι, και
απαιτούντες παρά της συγκλήτου να τρέψη το ανοσιούργημα εις
ένα, τον αίτιον αυτού, και να παραδώση αυτόν προς σωτηρίαν των
άλλων. Τούτους τους Φητιαλείς κατέστησεν ο Νουμάς Πομπίλιος,
όστις ήτον ημερώτατος και δικαιότατος βασιλεύς, ως φύλακας μεν
της ειρήνης, ως κριτάς δε και βεβαιωτάς των αιτιών αίτινες
επάγουσι δίκαιον πόλεμον (355). Ανέφερε δε το πράγμα η Βουλή
εις τον δήμον, και οι ιερείς κατηγόρησαν ομοίως τον Φάβιον·
αλλά το πλήθος τοσούτον περιύβρισε τα θεία και κατεγέλασεν,
ώστε και χιλίαρχον διώρισε τον Φάβιον μετά των αδελφών αυτού.
Οι δε Κελτοί, ακούσαντες ταύτα, και οργιζόμενοι, υπ' ουδενός
πλέον προσκόμματος ανεχαιτίζοντο, και προυχώρουν μετά μεγάλης
ταχύτητος. Έφερε δε το πλήθος αυτών, και η λαμπρότης των
πολεμικών των παρασκευών, και η βία και ο θυμός αυτών
κατάπληξιν εις τους μεταξύ κατοικούντας, και πάντες ενόμιζον
ότι κατεστράφη ήδη πάσα η χώρα, και ότι έμελλον αι πόλεις ν'
απολεσθώσιν ευθύς. Αλλά παρ' ελπίδα οι Γαλάται ουδεμίαν έπραξαν
αδικίαν, ουδ' ελάμβανόν τι εκ των αγρών, αλλά, διερχόμενοι
πλησίον των πόλεων, εβόων ότι πορεύονται κατά της Ρώμης, και
ότι κατά μόνων των Ρωμαίων πολεμούσι, τους άλλους ως φίλους των
θεωρούντες. Απέναντι δε των βαρβάρων μετά τοσαύτης επερχομένων
ορμής, οι χιλίαρχοι έφερον τους Ρωμαίους εις τον αγώνα, ουχί
μεν ολίγους τον αριθμόν, διότι ήσαν υπέρ τας τεσσαράκοντα
οπλιτών χιλιάδες, αλλά τους πλείστους ανασκήτους, και τότε
πρώτον όπλα λαμβάνοντας. Προσέτι δε παρημέλησαν και τα θεία,
και ούτε θυσίας ετέλεσαν, ούτε μάντεις ηρώτησαν, ως έπρεπε πριν
εκτεθώσιν εις μάχην και κίνδυνον. Υπέρ πάντα δ' ετάραττε τας
πράξεις αυτών η πολυαρχία, εν ώ άλλοτε και διά μικροτέρους
αγώνας καθίστων πολλάκις μονάρχας, ούς καλούσι Δικτάτωρας· μη
αγνοούντες πόσον εις δυσκόλους καιρούς είναι το όφελος του να
υποτάσσωνται όλοι ομογνωμόνως εις μίαν αρχήν ανυπεύθυνον,
έχουσαν εις χείρας της πάσαν την εξουσίαν, και ούτω να
διατηρώσι την τάξιν. Επίσης δ' έβλαψε τα πράγματα και η προς
τον Κάμιλλον αγνωμοσύνη, διότι έκτοτε εφοβούντο οι άρχοντες να
διοικώσι μη χαριζόμενοι προς τον λαόν, μηδέ κολακεύοντες αυτόν.
Προχωρήσαντες λοιπόν εννενήκοντα στάδια μακράν της πόλεως
(356), εστρατοπέδευσαν παρά τον Αλίαν ποταμόν (357), ου
μακράν του μέρους όπου αυτός εχύνετο εις τον Θύμβριν (358).
Ενταύθα δ' εφάνησαν οι βάρβαροι, και οι Ρωμαίοι, αισχρώς
πολεμήσαντες, διά την αταξίαν, ετράπησαν εις φυγήν. Και το μεν
αριστερόν κέρας ευθύς ρίψαντες εις τον ποταμόν οι Κελτοί, το
κατέστρεψαν, το δε δεξιόν, υποχωρήσαν εις την ορμήν εκ της
πεδιάδος προς τους λόφους, ολιγωτέραν φθοράν υπέφερεν. Εκ
τούτων δ' οι περισσότεροι κατέφυγον εις την πόλιν, οι δε
λοιποί, όσοι εσώθησαν αφ' ού οι εχθροί απηύδησαν φονεύοντες,
έφυγον διά νυκτός εις Βηίους, φρονούντες ότι η Ρώμη εκυριεύθη,
και τα πάντα εκεί κατεστράφησαν.