Paul Lafargue

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ

ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ —

ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ — ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΙΔΙΑ —

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ — ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

— ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ

Η «Γενική Βιβλιοθήκη» δημοσιεύει μηνιαίως 3 — 5 τόμους, θα

περιλάβη δε όλους τους κλάδους των ανθρωπίνων γνώσεων, αποτελούσα

ούτω πλήρη

ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΝ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

συντασσομένην υπό των εξοχωτέρων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων

ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΔΩΡΕΑΝ

1 ) Βλ. επί τούτου, περί αξίας, &Maffeo Pantaleoni&, Principii di

Economia Pura. Firenze 1889.

2) Ο υπό του Warlas _Elements d' Economie Politique Pure Lausanne_

1889, σ. 177, διδόμενος ορισμός μάς φαίνεται ο καλύτερος από

απόψεως ακριβείας.

3) Δεν αρκεί ο εργάτης να εκτελέση έργον τι, πρέπει ακόμη: 1) να

διατηρήση το προϊόν του, αντί να το καταναλώση αμέσως, 2) να

χρησιμοποιήση το προϊόν τούτο μετά περισκέψεως. Εάν το εμπιστευθή

εις τον πρώτον τυχόντα εργοστοσιάρχην, ούτος δυνατόν να το

σπαταλήση.

Ο &Molinari&, _Notions fondamentales d' Economie polit.,_ σ. 183,

λέγει: «ο κεφαλαιούχος εκτελεί όθεν σημαντικάς λειτουργίας: η

πρώτη συνίσταται εις τον σχηματισμόν του κεφαλαίου, η δευτέρα εις

την διατήρησίν του». Βλέπομεν ότι ο συγγραφεύς ούτος, όπως πολλοί

άλλοι οικονομολόγοι, δεν διαπράττουν την σύγχυσιν διά την οποίαν ο

Μαρξ παραπονείται μεταξύ οργάνου εργασίας και του χαρακτήρος του,

ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου).

Εδημοσιεύθη στατιστική των πτωχεύσεων, αίτινες έλαβον χώραν εν

Αμερική κατά τα έτη 1890, 1891, 1892 με κατάταξιν αναλόγως των

αιτίων των. Τω 1892 έλαβον χώραν 10 χιλ. πτωχεύσεις με 54,774,106

δολλ. ενεργητικόν και 108,549,248 δολλ. παθητικόν.

ΑΙΤΙΑΙ ΑΡΙΘ. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ

ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΔΟΛΛΑΡΙΑ

Ανεπιτηδειότης...... 1986 6,599,692 13,445,228

Έλλειψις πείρας..... 532 1,436,699 3,320,950

Ανεπάρκεια κεφαλαίου 3343 15,209,975 23,576,617

Αφροσύνη........... 148 819,942 1,707,050

Αμέλεια............ 311 812,761 1,750,000

Αι πτωχεύσεις, αίτινες έχουσι τας ανωτέρω αιτίας, παρουσιάζουσι

σπατάλην απλού κεφαλαίου. Όταν το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, τότε

θα σπαταληθή περισσότερον, ή ολιγώτερον;

4) Τα πράγματα αληθώς φαίνεται να αποδεικνύουσιν ότι το αντίθετον

συμβαίνει, δηλαδή πρέπει &1ον& να έχωμεν τα μέσα παραγωγής διά να

παραγάγωμεν και να καταναλώσωμεν περισσότερα. Είνε αληθές ότι το

παν καταλήγει εις τον καταναλωτήν, αλλά το κεφάλαιον παράγομεν

ουχί καταναλίσκοντες αλλ' απέχοντες από την κατανάλωσιν.

5) _Victor Jacquemont_, Lettres: «Αι Ινδίαι είναι η ουτοπία της

κοινωνικής τάξεως καθώς παραδέχονται οι &όπως πρέπει& άνθρωποι. Εν

Ευρώπη οι πτωχοί βαστάζουν τους πλουσίους επί των ώμων των, αλλά

μεταφορικώς. Εν Ινδίαις τούτο συμβαίνει πραγματικώς. Αντί εργατών

και εκμεταλλευτών κυβερνωμένων και κυβερνώντων, διακρίσεις λεπταί

της ευρωπαϊκής πολιτικής, εν Ινδίαις η διάκρισις είναι σαφεστέρα,

βασταζόντων και βασταζομένων. — Τοιαύτη κοινωνική κατάστασις

αξίζει να μας δοθή ως παράδειγμα; Οι Άγγλοι εργάται δύναται να

ζηλεύσουν τι των Ινδών;

6) Όσον δια τας κυβερνήσεις ο Μαρξ έχει εντελώς δίκαιον. Το ποσόν

του πλούτου, τον οποίον καταστρέφουσιν ή και εμποδίζουσι να

σχηματισθή είναι αφαντάστως μέγα. Εις το γεγονός τούτο μάλιστα

ημείς αποδίδομεν την κυρίαν αιτίαν των αθλιοτήτων, τας οποίας

άριστα περιέγραψεν ο Κ. Μαρξ και διά τας οποίας λυπούμεθα και

ημείς όσον και αυτός.

Ήδη θα έπρεπε να καταδειχθή ότι κυβέρνησις κοινωνίας, εν η το

κεφάλαιον είναι κοινόν θα ήτο ολιγώτερον δαπανηρά από την

κυβέρνησιν της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Τούτο ουδαμώς είναι a

priori φανερόν, μάλιστα το εναντίον φαίνεται πιθανόν.

Είναι βέβαιον ότι εάν οι κεφαλαιούχοι εξαφανισθούν ουδέν θα

δύνανται πλέον να οικειοποιηθούν, θα καταστή αδύνατος πάσα πλέον

κατάχρησις; Δεν είναι δυνατόν να παρεισφρύσουν καταχρήσεις και εις

πολιτείαν, όπου η ατομική ιδιοκτησία δεν θα υπάρχει και όπου θα

διανέμονται δελτία καταναλώσεως; Κατ' αυτάς αι εφημερίδες

εδημοσίευσαν τας λεπτομερείας συμποσίων τινών των δημοτικών

συμβούλων Παρισίων κατά περιοδείαν τινά ανά τα φρενοκομεία. Η κατ'

άτομον δαπάνη κάθε γεύματος ανήλθεν εις φράγκα 35. Τι θα γίνωμεν

φευ! εάν αι βιομηχανίαι επιθεωρώνται κατ' αυτόν τον τρόπον; Θα

εξωδεύαμεν ολιγώτερα και θα είχομεν καλύτερα αποτελέσματα, παρά

εάν αφίναμεν εις μόνους τους βιομηχάνους την φροντίδα της

επιθεωρήσεώς των;

7) ΕΤΗ ΠΟΣΑ ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ

οφειλόμενα εις καταθέτας πιστώσεις λο-

την 31 Δεκεμβρίου (συμπε- γαριασμού εκά-

ριλαμβανομένων τόκων) στου καταθέτου

1882 47.601.368 φρ. 224.97 φρ.

1885 154.155.572 » 222.59 »

1890 413.439.048 » 274.76 »

1891 506.379.931 » 292.05 »

8) Πράγματι ο τόκος εν τη καταστάσει της ισορροπίας, αποβαίνει ο

αυτός δι' όλας τας βιομηχανίας (λαμβανομένων υπ' όψει των

αποσβέσεων ένεκα κινδύνων κλπ.). Η δι' εκάστην δε βιομηχανίαν

ποσότης διά των μεταβολών της διατηρεί την ισορροπίαν αυτήν.

9) Stuart Mill Στοιχεία πολιτ. οικονομίας, Γαλ. μεταφράσεως,

Παρίσιοι Guillaumin τόμ. 1 σ. 503.

10) Η χρησιμότης είναι ο αφηρημένος όρος, όστις δεικνύει το

ευχάριστον αποτέλεσμα, ήτοι &το ηδονιστικόν& (εκ του Ελληνικού

&ηδονή&, ευχαρίστησις, απόλαυσις) οφειλόμενον εις το σύνολον των

συνθηκών, αίτινες καθιστούν πράγμα τι οικονομικόν αγαθόν

Pantaleoni loc. cit., σελ. 87, όρα Walras, Menger, Jevons,

Marshall, Edgeworth. κ.λ.π. Η λέξις αύτη &χρησιμότης& έχει κακώς

εκλεχθή, διότι έχει ήδη εις την κοινήν γλώσσαν σημασίαν τελείως

διάφορον της εν τη πολιτική οικονομία. Εν τη καθημερινή χρήσει

&ωφέλιμος, χρήσιμος&, είναι το αντίθετον του &βλαβερός, άχρηστος&.

Λέγομεν επί παραδείγματι ότι η Μορφίνη μακράν του να είναι

ωφέλιμος εις τον μορφινομανή, είναι τουναντίον λίαν βλαβερά. «Η

πολιτική οικονομία ουδεμίαν έχει σχέσιν με την εκτίμησιν, την

οποίαν δύναται να κάμη των διαφόρων χρησιμοτήτων είς φιλόσοφος,

είς ηθικολόγος».

11) Η έλλειψις χώρου δεν μας επιτρέπει ν' αναφέρωμεν ενταύθα ειμή

λίαν περιληπτικώς τας σκέψεις ταύτας. Τας ανεπτύξαμεν όμως εν τω

Giornale degli Economisti Roma Μάιος 1892 σ. 401 και επ.

12) Ο Κ. Μαρξ λέγει: «Ο σχηματισμός κεφαλαίου είναι δυνατός τότε

μόνον, όταν η τιμή των εμπορευμάτων είναι ίση προς την αξίαν των.

Ο σχηματισμός ούτος δεν εξηγείται διά μιας διαφοράς, μιας

αποστάσεως των αξιών από των τιμών τούτων. Εάν αι τιμαί διαφέρουν

των αξιών δέον να τας εξισώσωμεν, δηλαδή να θεωρήσωμεν την

διαφοράν ταύτην ως κάτι καθαρώς τυχαίον . . . . γνωρίζομεν εξ

άλλου ότι η εξίσωσις αύτη δεν είναι τρόπος ενεργείας καθαρός

επιστημονικός.

Αι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, η πτώσις και η

ύψωσίς των αντισταθμίζονται και μηδενίζονται αμοιβαίως και

ανάγονται μόναι των εις μέσην τιμήν κατά φυσικόν των κανόνα». Ο Κ.

Μαρξ εξακολουθεί: «: . . . . . πώς είναι δυνατόν να παράγεται

κεφάλαιον, όταν αι τιμαί κανονίζωνται επί τη βάσει της μέσης

τιμής, οριστικώς δε επί τη βάσει της αξίας των εμπορευμάτων; Λέγω

οριστικώς, διότι αι μέσαι τιμαί δεν συμπίπτουν απ' ευθείας με τας

αξίας των εμπορευμάτων, όπως τα πιστεύουν ο Α. Smith, ο Rιcardi

και άλλοι». Διατί να τίθενται ούτω αινίγματα και να μη καθορίζεται

αμέσως τι είναι η &αξία;& Εις ολόκληρον τα βιβλίον του κεφαλαίου

γίνεται λόγος περί της αξίας χωρίς να καθορίζεται η έννοια αυτής.

13) Διά να εκφρασθώμεν μετ' ακριβείας πρέπει να είπωμεν ότι η

ανταλλακτική αξία, ήτις εξαρτάται εκ του &τελικού βαθμού της

χρησιμότητος&, καθορίζει τας κατασκευαζομένας ποσότητας.

14) Ο αναγνώστης ο γνωρίζων τας θεωρίας &της οικονομικής

χρησιμότητος& θα παρετήρησεν ήδη ότι τας εφηρμόσαμεν εις το

παράδειγμα τούτο. Εις μάτην εζητήσαμεν άλλο μέσον διά να

εξηγήσωμεν σαφώς το ζήτημα όπερ εξετάζομεν.

Δέον να νοηθή όχι δεν πρόκειται ενταύθα ειμή περί εμπορευμάτων

δυναμένων ν' αναπαραχθούν, όπερ κυρίως λαμβάνει υπ' όψιν ο Μαρξ εν

προκειμένω.

15) G. de Molinari «Notions fondamentales d' Economie politique»

1891 σ. 186.

Τα φαινόμενα της υπεραξίας ευρίσκονται εις αντίθεσιν με την

θεωρίαν του Κ. Μαρξ, όστις καθορίζει την αξίαν μόνον εκ της

εργασίας. Από μιας άλλης όμως απόψεως ευρίσκομεν εκεί

οικειοποίησιν του τύπου της αξίας, την οποίαν ο Κ. Μαρξ

καταδικάζει. Δεν είναι αποδεδειγμένον ότι η οικειοποίησις αύτη

είναι χρήσιμος διά την επίτευξιν του μάξιμουμ του ηδονισμού του

ατόμου και του είδους, είναι δε πρόβλημα δύσκολον η εξεύρεσις του

μέσου όρου διά να αποφευχθή η οικειοποίησις αύτη. (Όρα Herbert

Spencer Δικαιοσύνη κεφ. XI παράρτημα Β.).

16) Τα φαινόμενα ταύτα περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα του γεγονότος

ότι ο κόπος, τον οποίον προξενεί η παραγωγή πολλών εμπορευμάτων

δεν είναι μόνιμος διά πάσαν μονάδα. Διά τινα εμπορεύματα, όταν η

παραχθείσα ποσότης αυξάνει ο κόπος ούτος αυξάνει επίσης. Δι' άλλα

εμπορεύματα ελαττούται.

17) Εξηγούμεθα περισσότερον χρησιμοπσιούντες τα αλγεβρικά σημεία.

Όταν η ανταλλαγή παύη να λαμβάνη χώραν· έστω, διά τον

υποδηματοποιόν: Α, ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζε διά την

κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων· Β, ο πόνος, τον οποίον

δοκιμάζει στερούμενος του ύδατος, το οποίον θα ελάμβανε εις

αντάλλαγμα. Και διά τον κομιστήν του ύδατος: Γ, ο κόπος, τον

οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων την ποσότητα ταύτην του ύδατος·

Δ, ο πόνος, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος των υποδημάτων, τα

οποία θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα.

Το γεγονός ότι η ανταλλαγή γίνεται ακριβής εις το σημείον τούτο

μας παρουσιάζει τας δύο ακολούθους εξισώσεις:

Α=Β, Γ=Δ.

Αι εξισώσεις δε αύται ουδόλως μας φέρουν εις την ισότητα του Α.

και του Γ.

Αλλ' εάν υποθέσωμεν τον διά της απλής εργασίας μετρούμενον κόπον,

και ότι: Ε είναι η &απλή& εργασία διά την κατασκευήν ενός ζεύγους

υποδημάτων, ε δ' η απλή εργασία διά την μεταφοράν του ύδατος, το

οποίον ανταλλάσσεται μετά του ζεύγους των υποδημάτων, θα έχωμεν:

Α=αΕ, Γ=βε

Εξ άλλου, εάν Β1 είναι ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζεν ο

υποδηματοποιός μεταβαίνων απ' ευθείας εις αναζήτησιν ύδατος, Δ1 ο

κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζον οι κομισταί του ύδατος

κατασκευάζοντες τα ζεύγος των υποδημάτων θα έχομεν ακόμη:

Β1=αε, Δ1=βΕ

εξ ού το θεώρημα του Κ. Μαρξ, το οποίον λέγει:

ε=Ε

και εν τοιαύτη περιπτώσει διά των προηγουμένων εξισώσεων έχομεν το

αποτέλεσμα:

Β=Β1 Δ=Δ1

αποτέλεσμα ανταποκρινόμενον με τας δευτέρας περιπτώσεις τας

αναφερομένας εις το κείμενον.

18 (1) Διά να είμεθα εν τάξει με τας νέας θεωρίας πρέπει ενταύθα

να είπωμεν: &το κόστος της παραγωγής&. Υπενθυμίζομεν διά μίαν

φοράν ακόμη ότι το κόστος της παραγωγής ισούται με την

ανταλλακτικήν αξίαν.

19) Αι λέξεις με κεφαλαία γράμματα είναι εκείναι, τας οποίας

αλλάσσομεν εις το κείμενον του Κ. Μαρξ.

20) Ο Μαρξ είχε δίκαιον βλέπων μίαν αντίφασιν εις το γεγονός «να

εξάγεται το ιδεώδες της δικαιοσύνης εκ νομικών σχέσεων πηγαζουσών

εκ κοινωνίας βασιζομένης επί της εμπορικής παραγωγής» και να

λαμβάνεται είτα το ιδεώδες τούτο ως στήριγμα διά την αναμόρφωσιν

της κοινωνίας αυτής και του δικαίου της. Αλλά μήπως δεν ακολουθεί

και αυτός κάπως τον δρόμον αυτόν ισχυριζόμενος ότι ολόκληρον το

προϊόν της εργασίας δέον να ανήκη εις τον εργάτην;

21) Η λέξις αύτη προϋποθέτει ήδη την λύσιν του προβλήματος του Κ.

Μαρξ, ενώ οι οικονομολόγοι διατίνονται ακριβώς ότι η υπεραξία δεν

απεκτήθη δωρεάν.

22) Η ισότης αύτη αμφισβητείται. Ο Κ. Μαρξ, αναφέρων παράδειγμα

χημικής ισομερείας, ηδύνατο να προΐδη το αντίθετον ότι δύο ποσά

αριθμητικώς ίσα δύνανται να είναι οικονομικώς διάφορα. Εκείνο που

ενταύθα τα διακρίνει είναι ο χρόνος.

23) Ή καλύτερον, εάν η υφισταμένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα ή ίση

εκείνης, την οποίαν θα επεθυμούμεν.

24) Και άλλαι επίσης περιπτώσεις ως η πιθανότης της απολαύσεως

μελλοντικού αγαθού κλπ., επί των οποίων δεν είναι ανάγκη να

σταματήσωμεν τώρα.

25) Ο κ. Block δεν θα επρόσεξε επί της σημαντικής ταύτης

περικοπής, διότι λέγει: «Η ωρισμένη Τιμή (tarif) είναι η ένδειξις

διά κάθε επάγγελμα πόσαι ώραι ενός εργάτου ισούνται με μίαν ώραν

της εργασίας του: π. χ. η ώρα του ράπτου δύο, η ώρα του

κλειθροποιού τρεις . . . . . προκαλώ οιονδήποτε να ορίση τιμήν η

οποία να ευχαριστή ένα επί τοις εκατόν. Ιδού διατί απέφυγεν ο Κ.

Μαρξ τον καθορισμόν τούτον». (Βλ. &Αι πρόοδοι της οικονομικής

επιστήμης& I σ. 507). Η κρίσις αύτη όμως δεν είναι ορθή, διότι ο

Κ. Μαρξ δεν απέφυγε να το καθορίση, αφού υποδεικνύει τρόπον, όστις

κατ' αυτόν έδει να χρησιμεύση ως καθορισμός της τιμής ταύτης.

26) Ιδού επί παραδείγματι τα warrants των χυτοσιδηρουργείων της

Γλασκώβης εις σελήνια και πέννας κατά τόννον:

Έτη 1833 1834 1835 1836 1837

Υψηλοτέρα τιμή 81/1 92/0 83/6 81/0 82/6

Χαμηλοτέρα τιμή 49/0 64/0 54/0 68/0 48/6

Μέση τιμή 61/6 79/9 70/9 72/6 69/2

Έτη 1838 1839 1860 1861 1862

Υψηλοτέρα τιμή 60/0 58/6 61/6 52/6 57/6

Χαμηλοτέρα τιμή 52/0 47/0 49/6 47/0 48/6

Μέση τιμή 54/5 51/11 53/8 49/3 53/0

Έτη 1863 1864 1865 1866 1867

Υψηλοτέρα τιμή 67/3 66/0 65/0 82/0 55/6

Χαμηλοτέρα τιμή 50/6 49/6 65/3 51/0 51/6

Μέση τιμή 55/9 57/4 49/6 60/6 53/6

Έτη 1868 1869 1870 1871 1872

Υψηλοτέρα τιμή 54/6 58/6 60/0 72/9 137/6

Χαμηλοτέρα τιμή 51/9 50/6 50/5 51/0 73/0

Μέση τιμή 52/9 53/3 54/4 58/11 102/0

Έτη 1873 1874 1875 1876 1877

Υψηλοτέρα τιμή 145/7 108/9 75/0 66/6 57/9

Χαμηλοτέρα τιμή 101/0 72/6 57/6 56/0 51/6

Μέση τιμή 117/3 87/6 65/9 58/6 54/4

Έτη 1878 1879 1880 1881 1882

Υψηλοτέρα τιμή 52/4 68/6 73/3 53/6 53/1

Χαμηλοτέρα τιμή 42/3 40/0 44/6 45/0 46/8

Μέση τιμή 48/5 47/0 54/6 49/4 49/4

Αι τιμαί αύται δεν φαίνονται να σταματούν εις μόνιμον επίπεδον.

Συνεχώς ποικίλλουν. Όθεν επί πραγματικών γεγονότων πρέπει να

συζητώμεν και ουχί επί γεγονότων της φαντασίας μας.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 24 / 26 题