Η αξία της δυνάμεως — εργασίας κατά τον Μαρξ καθορίζεται υπό της
αξίας των αναγκαίων προϊόντων διά την ημερησίαν συντήρησίν της,
την οικογενειακήν αναπαραγωγήν της και την τεχνικήν μόρφωσίν της:
η αξία αύτη ποικίλλει αναλόγως των χωρών και των εποχών. Τούτο
ακριβώς ονομάζει ιστορικόν και ηθικόν της αξίας στοιχείον· ο Μαρξ
δεν δύναται λοιπόν να είναι υπεύθυνος, όπως γίνεται συνήθως, διά
&τον ορειχάλκινον νόμον& των ημερομισθίων, τον οποίον ο Lassalle
περισσότερον προπαγανδιστής και κυρίως περισσότερον νομικός ή
οικονομολόγος, καθώρισε διά τας ανάγκας της προπαγάνδας του, και
τον οποίον ο Ιούλιος Guesde έσχε το σφάλμα να εισαγάγη εν Γαλλία
χωρίς να μελετήση την επιστημονικήν του αξίαν.
Ο Γενικός και άκαμπτος &ορειχάλκινος νόμος& δεν δύναται να
συγκρίνη τας διακυμάνσεις των ημερομισθίων μιας βιομηχανίας, προς
μίαν άλλην εν τη αυτή χώρα, ούτε διά τα ημερομίσθια μιας ιδίας
βιομηχανίας της ιδίας χώρας και διαφόρων χωρών. Δεν δύναται να
εξηγήση την σταθεράν ελλάττωσιν των ημερομισθίων εις την αυτήν
βιομηχανίαν και την αυτήν χώραν, εφ' όσον οι εργάται πιεζόμενοι
υπό του αμοιβαίου συναγωνισμού των συνειθίσουν εις το να
ελαττώνουν τας ανάγκας των και να ικανοποιούνται με τας πλέον
χονδροειδείς τροφάς.
Ο Smith λέγει ότι κατά την εποχήν του το ημερομίσθιον εν τη Μεγάλη
Βρεττανία «ήτο προφανώς κατώτερον του επακριβώς αναγκαίου διά να
δυνηθούν οι εργάται να αναπτύξουν την οικογένειάν των». Αφού αι
γυναίκες και τα παιδία δεν προσελαμβάνοντο εις τα εργοστάσια,
έπρεπε το ημερομίσθιον του ανδρός να αντιπροσωπεύη τα μέσα της
υπάρξεώς των. Το ημερομίσθιον τούτο ήτο τόσον υψωμένον, ώστε και
κατά την εποχήν ακόμη του Smith, ο νόμος καθώριζε το μάξιμουμ το
οποίον δεν ηδύνατο να υπερπηδηθή. (Richesses des Nations β. I,
κεφ. VIII).
Ο καθορισμός των ημερομισθίων υπήρξε γενικός εις όλας τας
ευρωπαϊκάς χώρας. Οι εργάται εύρισκον πανταχού ότι ήσαν λίαν
σημαντικά και ότι το κέρδος τριών ή τεσσάρων ημερών επέτρεπεν εις
τον εργάτην να αναπαύεται πολλάς ημέρας καθ' εβδομάδα. Το γεγονός
ότι εις ουδέν καπιταλιστικόν έθνος υπάρχη νόμος διά να καθορίζη το
μάξιμουμ των ημερομισθίων, είναι η πλέον πειστική απόδειξις, ότι η
εργατική τάξις, εν τη ολότητι, έμαθε να ελαττώνη τας ανάγκας της,
τας διασκεδάσεις της υπάρξεώς της εις αναλογίας αι οποίαι ήσαν
αδύνατοι κατά τον XVIII αιώνα.
Ο Lasalle με τον &ορειχάλκινον νόμον& του, επανέλαβεν εκ νέου
μόνον τας γνώμας οικονομολόγων τινων, μεταξύ δε άλλων και του J.
Β. Say. «Το ημερομίσθιον των απλών και χονδροειδών εργασιών λέγει
ο Say δεν υπερβαίνει ποτέ δι' εκάστην χώραν το αυστηρώς αναγκαίον
όριον προς το ζην. (Traité d' Ec. Pol. τ. II. β. II. κεφ. VIII.
σ. 277). Το ημερομίσθιον τούτο υπελογίσθη με ορειχάλκινον
ακρίβειαν διότι εν τη τάξει της οποίας η πρόσοδος (ανάγνωθι
ημερομίσθιον) ευρίσκεται εις το αυτό επίπεδον με το αυστηρώς
αναγκαίον, ελάττωσις προσόδου θα εσήμαινε καταδίκην εις θάνατον
εάν όχι του εργάτου, τουλάχιστον μέρος της οικογενείας του. (Ίδ.
σ. 283).
Είναι αληθές ότι ο Say αναφέρει τας συνηθείας, αίτινες έπηρεάζουσι
την έκτασιν των αναγκών και αντιδρούν επί του τρόπου των
ημερομισθίων. «Όσον περισσότερον η αξία της καταναλώσεως του
εργάτου είναι μικρά, τόσον περισσότερον ο συνήθης τόκος του
ημερομισθίου του δύναται να κατέλθη». Και σπεύδει να προσθέση «ότι
δεν φοβείται μήπως αι καταναλώσεις της εργατικής τάξεως επεκταθούν
περαιτέρω, χάρις εις το μειονέκτημα της θέσεώς των. Η ανθρωπότης,
θα επεθύμει να τους έβλεπεν, αυτούς και την οικογένειάν των,
ενδεδυμένους αναλόγως προς το κλίμα και την εποχήν θα ήθελεν εις
την κατοικίαν των να ηδύναντο να εύρουν το διάστημα, τον αέρα και
την θέρμανσιν, πάντα ταύτα αναγκαία εις την υγείαν των· η τροφή
των να είναι υγειής και αρκετά άφθονος· και ακόμη να δύνανται να
προβαίνουν εις αλλαγήν τινα και ποικιλίαν. Αλλ' είναι ολίγαι αι
χώραι, ένθα αι ανάγκαι, αι τόσον μέτριαι, εκλαμβάνονται ως
υπερβαίνουσαι τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου και ένθα, κατά
συνέπειαν, δύνανται να ικανοποιούνται με τα ημερομίσθια της
τελευταίας τάξεως των εργατών». (Ίδ. σ. 287).
Ο Say είναι περισσότερον ακόμη απαισιόδοξος διά το ημερομίσθιον
των γυναικών.
«Επί παραδείγματι, κλώστριαι εις χωρία τινά, ούτε το ήμισυ της
δαπάνης των κερδίζουν, αν και η δαπάνη των είναι μετρία· πρέπει να
τραφούν υπ' αυτού μητέρα, κόρη, αδελφή, θεία και πενθερά εργάτου,
και όταν ακόμη δεν κερδίζει απολύτως τίποτε . . . Τούτο δύναται να
εφαρμοσθή εις όλα τα γυναικεία έργα. Γενικώς ταύτα πληρώνονται
πολύ ολίγον, διά τον λόγον ότι μέγας αριθμός εκ των γυναικών
διατηρούνται άλλως πως ή εκ της εργασίας των και δύνανται να
θέτουν εις κυκλοφορίαν το είδος της ασχολίας των κάτω της τιμής
την οποίαν θα καθώριζεν η έκτασις των αναγκών των». (Ίδ. σ. 281).