II

Αν και ο Μαρξ πασιφανώς απέδειζεν ότι η υπερεργασία, η μη

πληρωνομένη του διανοουμένου και χειρώνακτος παραγωγού, αποτελεί

την υπεραξίαν ή τα κέρδη του κεφαλαίου, εν τούτοις οι

οικονομολόγοι είχον ήδη αορίστως υποδείξει το γεγονός.

Ο Ricardo λέγει: «Ολόκληρος η αξία των ειδών του εργάτου και του

εργοστασιάρχου χωρίζεται εις δύο μόνον μερίδας, εκ των οποίων η

μεν αποτελεί τα κέρδη του κεφαλαίου, η δε αφιερούται εις το

ημερομίσθιον των εργατών . . . Εάν εργοστασιάρχης τις έδιδε

πάντοτε τα εμπορεύματά του αντί του ιδίου ποσού χρημάτων, διά 1000

αγγλικάς λίρας π. χ., τα κέρδη θα εξηρτώντο εκ της τιμής της

αναγκαίας εργασίας διά την κατασκευήν των. Θα ήσαν μικρότερα με

ημερομίσθια 800 λιρών ή με άλλα 600. Εφ' όσον λοιπόν τα

ημερομίσθια θα ηύξανον, τα κέρδη θα ηλαττούντο». (Ricardo,

Principe d' Ec. Politiq. Κ. VI. Μικρά Οικονομ. Berl. σ. 175 —

176).

Ο Smith λέγει: «Εις την πρωτόγονον ταύτην κατάστασιν, ήτις

προηγείται της απαλλοτριώσεως των γαιών και της συσσωρεύσεως των

κεφαλαίων, ολόκληρον το προϊόν της εργασίας ανήκει εις τον

εργάτην. Δεν υπάρχει ούτε ιδιοκτήτης, ούτε κύριος με τον οποίον

υποχρεούται να το μοιρασθή.

«Εάν η κατάστασις αύτη εξηκολούθει, το ημερομίσθιον ή η φυσική

αμοιβή της εργασίας θα ηύξανεν, εφ' όσον αι παραγωγικαί του

δυνάμεις θα απέκτων πάσας τας βελτιώσεις, ας επιτρέπει

καταμερισμός των έργων». (Πλούτος των Εθνών μετάφρ. G. Garnier Β.

I. Κεφ. VIII).

«Η αξία, την οποίαν οι εργάται προσθέτουν εις την ύλην χωρίζεται

εις δύο μέρη, εξ ων το έν πληρώνει τα ημερομίσθια του εργάτου και

το άλλο τα κέρδη τα οποία πραγματοποιεί ο εργολάβος επί του ποσού

των χρημάτων τα οποία του εχρησίμευσαν διά να χορηγήση τα

ημερομίσθια ταύτα και την προς κατεργασίαν ύλην». (Smith ίδ. β. I

κεφ. VI).

«Ο κύριος λαμβάνει μέρος εις το προϊόν της εργασίας των εργατών ή

εις την αξίαν εις την οποίαν η εργασία αύτη προσετέθη, εις ην

προσηρμόσθη, και το μέρος τούτο είναι εκείνο το οποίον αποτελεί το

κέρδος του». (Smith ίδ. κεφ. VIII).

Ο J. Β. Say καθορίζει τον εργάτην «ως εκείνον, όστις ενοικιάζει

την βιομηχανικήν ικανότητά του, ή όστις πωλεί την εργασίαν του και

όστις κατά συνέπειαν εγκαταλείπει τα βιομηχανικά του κέρδη δι'

ημερομίσθιον τι». (Traité d' Ec. Pol. τόμ. III. Epitom. σ. 306).

«Οι οικονομολόγοι του XVIII αιώνος, λέγει ο Say, διετείνοντο ότι η

εργασία δεν παράγει ουδεμίαν αξίαν χωρίς να καταναλώση ισοδύναμον

τινα αξίαν και ότι κατά συνέπειαν, ουδένα αφίνει πλεόνασμα, ουδέν

&καθαρόν κέρδος& και ότι μόνη η γη, χορηγούσα δωρεάν μίαν αξίαν,

δύναται μόνη να δώση καθαρόν κέρδος . . . Όθεν τα γεγονότα

αποδεικνύουν ότι αι παραχθείσαι αξίαι οφείλονται εις την δράσιν

και την συνδρομήν της βιομηχανίας, των κεφαλαίων και των φυσικών

αγωγών . . . και ότι ουδεμία άλλη των τριών τούτων πηγών παράγει

αξίαν τινα, νέον πλούτον». (Ίδ. βιβλ I, κεφ. IV σ. 40 και 41).

Ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον Say το εκτελεστικόν μέρος εκάστης των

τριών τούτων πηγών εν τη δημιουργία του καθαρού κέρδους ή της

υπεραξίας.

1ον &Φυσικοί παράγοντες&: «Θα αντιτείνουν ίσως ότι οι μη

οικειοποιημένοι φυσικοί παράγοντες, ως η πίεσις της ατμοσφαίρας

εις τας ατμομηχανάς, δεν είναι παραγωγικαί αξιών. Της συνδρομής

των ούσης δωρεάς, λέγουν, ουδεμία αύξησις γίνεται εν τη

ανταλλακτική αξία των προϊόντων, του μόνου μέτρου πλούτου. Αλλά θα

ίδουν ολίγον περαιτέρω ότι πάσα παραγομένη χρησιμότης ήτις δεν

πληρώνεται εις τον καταναλωτήν, ισούται με δώρον γινόμενον προς

αυτόν, με αύξησιν της προσόδου του». (Say ίδ. τ. I. β. I. Κεφ. IV.

σ. 43).

2ον &Κεφάλαια&. Πάσα μηχανή εν η «εχρησιμοποίησαν μίαν κεφαλαιώδη

αξίαν» δεν παράγει κέρδη διά τον ιδιοκτήτην της, ή εφ' όσον

παραμένει μυστική· αλλά είνε αδύνατον το μυστικόν να διατηρηθή επί

μακρόν. Το παν μανθάνεται, κυρίως δε ό,τι το προσωπικόν συμφέρει

ευθύς ν' ανακαλυφθή . . . Έκτοτε, ο συναγωνισμός υποβιβάζει την

αξίαν του προϊόντος όλης της οικονομίας της γενομένης επί των

εξόδων της παραγωγής· τότε ακριβώς έρχεται το κέρδος του

καταναλωτού», (Say ίδ. τ. Ι, β. I. κ. VII σ. 72). Ούτω η μηχανή

αναπαραγάγη την κεφαλαιώδη αξίαν της» αλλά δεν δημιουργεί

υπεραξίαν. Ώστε διά να παραγάγη τα ημερομίσθια και τα κέρδη του

κεφαλαιούχου δεν απομένει παρά η βιομηχανία, η χαρακτηρισθείσα υπό

του Say ως «αι φυσικαί και ηθικαί δυνάμεις του ανθρώπου αι

προσαρμοσθείσαι εις την παραγωγήν».

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 22 / 26 题