ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX.

ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό

μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων

υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν

αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της

υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της

εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας,

καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η

σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή

υ

___

μ

υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον.

Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το

οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την

αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων

μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω

παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής

εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ'

υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ.

των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του

ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής

του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή

ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή

του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την

παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον

κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών

παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και

πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν

του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει

την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα,

δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του

κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η

παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν

&αναγκαίον χρόνον εργασίας&, το μέρος της ημέρας, ένθα η

αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και &αναγκαίαν εργασίαν& την

δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον

εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της

εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν

κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του

εργάτου.

Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας

εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην,

δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν.

Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα

θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας.

Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας &εξαιρετικόν

χρόνον& και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, &υπερεργασίαν&. Εάν

διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης

σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της

εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας

σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν

ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης

υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η

κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή

εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και

εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην.

Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου

ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν

αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το

αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη

καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας,

έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η

υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της

υπεραξίας

υ υπερεργασία

___ = ________________

μ αναγκαία εργασία

Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον

μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν

άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει.

Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού

της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή

του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου.

Αύτη είναι λοιπόν εν περιλήψει η χρησιμοποιουμένη μέθοδος διά τον

υπολογισμόν του ποσοστού της υπεραξίας. Λαμβάνομεν ολόκληρον την

αξίαν του προϊόντος και θέτομεν ίσην προς το μηδέν την αξίαν του

σταθερού κεφαλαίου το οποίον δεν κάμνει άλλο τι ή να εμφανίζεται

εκ νέου. Το ποσόν της υπολοίπου αξίας είναι η μόνη πραγματική αξία

πραγματοποιηθείσα κατά την παραγωγήν του εμπορεύματος. Εάν η

υπεραξία είναι γνωστή, δέον να την αφαιρέσωμεν του ποσού τούτου

διά να εύρωμεν το μεταβλητόν κεφάλαιον. Το αντίθετον συμβαίνει εάν

το τελευταίον τούτο είναι γνωστόν, οπόταν ζητείται η υπεραξία. Εάν

αμφότερα είναι γνωστά δεν μένει πλέον η τελική πράξις, ο

υπολογισμός του υ / μ της σχέσεως της υπεραξίας προς το μεταβλητόν

κεφάλαιον

οσονδήποτε απλώς και εάν είναι η μέθοδος αύτη, καλόν είναι να

εξασκηθή ο αναγνώστης διά τινων παραδειγμάτων τα οποία θα του

διευκολύνουν την εφαρμογήν.

Ας εισέλθωμεν κατά πρώτον εις νηματουργείον. Τα ακόλουθα δεδομένα

ανήκουν εις το έτος 1871 και μοι εδόθησαν υπό του ιδίου

εργοστασιάρχου. Το εργοστάσιον θέτει εις κίνησιν 10.000 κλωστήρας

κλώθον με αμερικανικόν βάμβακα νήμα αρ. 32 και παράγει εκάστην

εβδομάδα μίαν λίτραν νήματος κατά κλωστήρα. Το απόρριμμα του

βάμβακος ανέρχεται εις 6%· ούτω λοιπόν καθ' εβδομάδα 10,600 λίτρας

βάμβακος μεταβάλλονται υπό της εργασίας εις 10.000 λίτρας νήματος

και 600 λίτρας απορριμμάτων.

Τον Απρίλιον του 1871 ο βάμβαξ εστοίχιζε φρ. 806 κατά λίτραν και

συνεπώς διά 10.600 λίτρας, το στρογγυλόν ποσόν των 8.550 φρ. Οι

10.000 κλωστήρες συμπεριλαμβανομένης της κλωστικής μηχανής και της

ατμομηχανής, στοιχίζουν 25 φρ. εκάστη ήτοι 250.000 φρ. Η φθορά των

ανέρχεται εις 10% = 25.000 φρ. ή εκάστην εβδομάδα 500 φρ. Το

ενοίκιον των κτιρίων είναι 150 φρ. εβδομαδιαίως, ο άνθραξ (100 φρ.

την ώραν και κατά δύναμιν ίππων, επί δυνάμεως 1000 ίππων διδομένη

υπό του δείκτου και 60 ώρας καθ' εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και

της θερμάνσεως του κτιρίου) ανέρχεται καθ' εβδομάδα τον αριθμόν

των 11 τόννων και προς 10 φρ. 60 τον τόννον, στοιχίζει καθ'

εβδομάδα 116 φρ. 60, η κατανάλωσις καθ' εβδομάδα διά το αεριόφως

ισούται με 25 φρ., διά το έλαιον 112 φρ. 50, δι' όλας τας λοιπάς

βοηθητικάς ύλας 250 φρ. Η μερίς της σταθεράς αξίας ανέρχεται κατά

συνέπειαν εις 9450 φρ. αφού δεν παίζει ουδένα ρόλον εν τη παραγωγή

της εβδομαδιαίας αξίας, την θέτομεν ίσην προς το μηδέν.

Το ημερομίσθιον των εργατών ανέρχεται εις 1.300 φρ. καθ' εβδομάδα,

η τιμή του νήματος προς 1 φρ. 275 την λίτρ. είναι διά 10.000 λίτρ.

12.750 φρ. Όθεν η παραγομένη εβδομαδιαίως αξία είναι κατά

συνέπειαν 12.750 — 9.450 f. = 3.300 φρ.

Εάν ήδη αφαιρέσωμεν εκ τούτων το μεταβλητό κεφάλαιον (ημερομίσθιον

των εργατών) = 1.300 φρ. απομένει μία υπεραξία 2.000 φρ.

Ο τόκος της υπεραξίας είναι λοιπόν:

= 200 = 153,84%

_____

1300

Διά μίαν μέσην ημέραν 10 ωρών κατά συνέπειαν, η αναγκαία εργασία =

3 @ 3/33 και η υπερεργασία = 6 @ 2/33.

Ιδού άλλος υπολογισμός, λίαν ελαττωματικός, είναι αληθές, διότι

ελλείπουν πλείστα δεδομένα, αλλ' αρκετός διά τον σκοπόν μας.

Δανειζόμεθα τους αριθμούς από το βιβλίον του Jacob επί του νόμου

των δημητριακών (1815). Η τιμή του σίτου είναι 80 σελίνια κατά 8

μεδίμνους και η μέση απόδοσις κατά πεντάπλεθρον (5 στρεμ.) είναι

22 μέδιμνοι, εις τρόπον ώστε το πεντάπλεθρον αποφέρει 275 φρ.

Παραγωγή ενός πενταπλέθρου.

ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Σπορά...........36.25 Δεκάτη, φόρος . . . 26.20

Λίπος ..........62.50 Έγγειος πρόσοδος. . 35. —

ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κέρδη του αγρονόμ.

Ημερομίσθια.....27.55 και τόκοι κεφαλ. 27.55

88.75 186.25

Η υπεραξία, πάντοτε αφού η τιμή του προϊόντος ισούται προς την

αξίαν του, ευρίσκεται ενταύθα διανεμημένη εις το κέρδος του τόκου,

την δεκάτην κ.τ.λ. Αδιαφορούντες διά ταύτα, τα προσθέτομεν όλα

ομού και επιτυγχάνομεν ούτω υπεραξίαν 88 φρ. 75. Όσον διά τα 98

φρ. 75 διά την σποράν και λίπος, τα θέτομεν ίσα προς το μηδέν ως

μέρος σταθερόν του κεφαλαίου. Απομένει το μεταβλητόν κεφάλαιον των

87 φρ. 50 εις την θέσιν του οποίου μία νέα αξία 87φρ. 50 + 88φρ.

75 παρήχθη. Ο τόκος της υπεραξίας

υ 88.75

___= _____ = πλέον των 100% ·

μ 87.50

Ο γεωργός χρησιμοποιεί όθεν πλέον του ημίσεως της ημέρας του

εργασίας διά την παραγωγήν μιας υπεραξίας την οποίαν πολλά πρόσωπα

διανέμονται μεταξύ των υπό διάφορα προσχήματα.

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ

I

Η Πολιτική οικονομία του XVIII αιώνος, δύο είχε γνώμας επί της

πηγής της αξίας.

Οι φυσιοκράται έφθανον μέχρι της γης, και διά της γης δέον επίσης

να εννοούμεν το ύδωρ, ως πηγήν αρχικήν και μόνον της αξίας: δεν

απέδιδον την ονομασίαν &της παραγωγικής βιομηχανίας&, ειμή μόνον

εις την βιομηχανίαν ήτις προμηθεύει νέας ύλας, εις την βιομηχανίαν

του γεωργού, του μεταλλουργού και του αλιέως, Η εργασία του

τεχνίτου δεν εδημιούργει ή &ψευδή προϊόντα& έλεγε ο Mercier de la

Rivière, διότι η αξία την οποίαν προσέθετεν εις την πρώτην ύλην

μετατρέπουσα ταύτην, αντεπροσωπεύετο ακριβώς υπό της αξίας των

μέσων της παραγωγής του διαρκούσης της δημιουργίας της παραγωγής:

αι ανάγκαι του κατέστρεφον αφ' ενός ό,τι η εργασία του παρήγαγε,

και ουδεμία αύξησις πλούτου εγένετο διά την κοινωνίαν.

Ο A. Smith και αργότερον ο Ricardo, εθεώρουν την εργασίαν ως «την

πηγήν και το μέτρον της αξίας» εννοείται, εργασία βοηθουμένη υπό

της γης και των άλλων φυσικών δυνάμεων, άνευ της συνδρομής των

οποίων ουδέν θα εδημιουργείτο.

«Η αξία ενός εμπορεύματος, λέγει ο Α. Smith, ισούται με την

ποσότητα της εργασίας, ην το εμπόρευμα τούτο επιτρέπει εις τον

κάτοχόν του να αγοράση ή παραγγείλη. Η εργασία είναι όθεν το

πραγματικόν μέτρον της ανταλλακτικής αξίας παντός εμπορεύματος».

(Πλούτος των Εθνών. Βιβλ I, κεφ. V. Μετάφρ G. Garnier 1882).

«Θεωρώ την εργασίαν, λέγει ο Ricardo, ως την πηγήν πάσης αξίας,

και την σχετικήν της ποσότητα ως το μέτρον το κανονίζον σχεδόν

απολύτως την σχετικήν αξίαν των εμπορεύματος». (Principes de

l' Economie Politique et de l' impôt. Κεφ. I, τμ. II. — Μικρά

οικονομ. βιβλιοθ.).

Πριν ή ακόμη δώση τον ακριβή ορισμόν της ο Ricardo απαντά εις

εκείνους οι οποίοι θα του αντέτεινον ότι υπάρχουν αντικείμενα των

οποίων η αξία εξαρτάται εκ της σπάνεως . . . Ως π. χ. πολύτιμοι

πίνακες, αγάλματα, βιβλία και μετάλλια σπάνια, οίνοι εξαισίας

ποιότητος, των οποίων η ποσότης είναι λίαν περιωρισμένη . . . Δεν

αποτελούν εν τούτοις ή πολύ μικρόν μέρος των εμπορευμάτων τα οποία

ανταλλάσσονται καθ' εκάστην εις την αγοράν. Κατά το πλείστον, ο

μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων τα οποία επιθυμεί τις να

κατέχη είναι τα προϊόντα της βιομηχανίας, δυνάμεθα δε να τα

πολλαπλασιάσωμεν όχι μόνον εις μίαν χώραν, αλλ' εις πλείστας, εις

βαθμόν του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσωμεν τα όρια,

οσάκις θα ηθέλομεν να θυσιάσωμεν την αναγκαίαν βιομηχανίαν διά την

δημιουργίαν των. (Ιδίου κεφ. I, τμήμα I.).

«Αφ' ού είναι βέβαιον λέγει ο Destutt de Tracy, ότι αι φυσικαί μας

και ηθικαί δυνάμεις, είναι ο μόνος αρχικός μας πλούτος, και ότι η

χρησιμοποίησις των δυνάμεών μας, οιαδήποτε εργασία, είναι ο μόνος

αρχικός θησαυρός και ότι διά της χρησιμοποιήσεως τούτων γεννώνται

πάντα τα οποία ονομάζομεν αγαθά . . . Είναι βέβαιον ότι πάντα τα

αγαθά ταύτα δεν αντιπροσωπεύουν ει μη την εργασίαν, ήτις τα

εγέννησε, και ότι εάν έχουν αξίαν τινα, ή ακόμη δύο κεχωρισμένας,

δεν δύνανται να επιτύχουν τας αξίας των ει μη εκ της αξίας της

εργασίας εξ ης προέρχονται». (Eléments d' Ideologie. Παρισ. 1826

σ. 35 — 36).

«Όπως το εμπόριον γενικώς, λέγει ο Benjamin Fraklin, δεν είναι

άλλο τι ή ανταλλαγή εργασίας, ούτω διά της εργασίας εκτιμάται

ακριβέστερον η αξία παντός πράγματος». (The works of B. Frankin,

edited by Sparks. Boston 1836. Τόμ. VI. σ. 267).

«Άνθρωπός τις ησχολήθη επί μίαν εβδομάδα διά να παραγάγη

αντικείμενον τι αναγκαίον εις την ζωήν, και εκείνος ο οποίος του

δίδει άλλο τι εις αντάλλαγμα, δεν δύναται καλλίτερα να εκτιμήση

ότι είναι το ισοδύναμον εκείνου, ειμή υπολογίζων ότι του

εστοίχισεν ακριβώς τον αυτόν χρόνον εργασίας. Πράγματι είναι

ανταλλαγή της εργασίας ενός ανθρώπου επί αντικειμένου τινός, επί

τι χρονικόν διάστημα, έναντι της εργασίας άλλου ανθρώπου επί άλλου

αντικειμένου επί το αυτό χρονικόν διάστημα». (Anonym Some thoughts

on the interest of money in general and particularly in the public

funds, London 1739).

Ο J. B. Say δεν έχει γνώμην αλλά πλούτον γνωμών επί της αξίας:

Της καθώρισεν, ως ο Α. Smith, διά της αγοραστικής της δυνάμεως.

«Η αξία είναι η ποσότης κάθε αντικειμένου το οποίον δυνάμεθα να

επιτύχωμεν εις αντάλλαγμα του αντικειμένου αφ' ου θέλομεν ν'

απαλλαγώμεν». (Traité d' Econ. Pol. Ed. Rapilly 1826 τόμ. II.

Βιβλ II, κεφ. IV. σ. 220).

«Αι δυο βάσεις της αξίας είναι: 1ον &η χρησιμότης&, ήτις καθορίζει

την ζήτησίν της. 2ον &Τα έξοδα της παραγωγής της&, τα οποία

περιορίζουν την ένστασιν της ζητήσεως ταύτης· διότι παύει τις να

ζητεί ό,τι στοιχίζει πολλά έξοδα παραγωγής». (Ιδίου Τόμ. III.

Epitome σ. 308).

«Δεν είναι μόνον τα έξοδα της παραγωγής, εκείνα άτινα κανονίζουν

την ανταλλακτικήν αξίαν ενός εμπορεύματος . . . διότι η

ανταλλακτική αξία δεν δύναται να ανέλθη όπως και τα έξοδα της

παραγωγής, διότι τότε έδει η σχέσις της προσφοράς και της ζητήσεως

να είναι η ιδία. Έδει και η ζήτησις να αυξηθή ωσαύτως», Oeuvres

complets de D. Ricardo 1847. Σημειώσεις του Say 6, 8 και 9.

Ο Say λέγει ότι ο Smith διέπραξε διπλούν σφάλμα καθορίζων την

εργασίαν ως το μέτρον της αξίας· διότι όλα τα αγαθά του κόσμου δεν

ηγοράσθησαν υπό της εργασίας του ανθρώπου. Η φύσις έχει μέρος είς

τινας παραγωγάς· και η εργασία του δίδει προσθετήν αξίαν εις την

αξίαν του ανθρώπου. Τούτο είναι προφανές εν τη γεωργική

βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα πληρώνομεν εκτός του

ημερομισθίου της βιομηχανίας του ανθρώπου και των κερδών του

κεφαλαίου (το οποίον δύναται τέλος να αντιπροσωπεύη

&συσσωρευμένην& εργασίαν), μίαν έγγειον πρόσοδον».

(A. Smith Richesses des Nations Edit. Blanqui. Σημ. Τόμ. I. σ.

37). Ο Say τίθεται αντιμέτωπος της θεωρίας των φυσιοκρατών επί της

αξίας και παραδέχεται την γην ως την πηγήν αξίας.

Δυνάμεθα να αρυσθώμεν εκ της &Πολιτικής οικονομίας& του Say μίαν

άλλην γνώμην κατά την οποίαν η εργασία την οποίαν ονομάζει

βιομηχανίαν του ανθρώπου, είναι η μόνη δημιουργός της αξίας.

Ο Say αντιλέγων εις τον Smith προσθέτει: «Η μερίς της χρησιμότητος

την οποίαν η φύσις μετεβίβασεν εις την αξίαν άνευ της επεμβάσεως

του ανθρώπου ή των εργαλείων του, δεν αποτελεί μέρος του

προϊόντος. Είναι φυσικός πλούτος όστις δεν εστοίχισε έξοδα

παραγωγής». (Ίδ. τόμ. III. Epitome σ. 111).

Ο Say διακρίνει τους φυσικούς αγωγούς «οικειοποιήσεως, ως αγρός,

ρύαξ», και εκείνους οίτινες μη δυνάμενοι να αποκτηθούν παραμένουν

κοιναί ιδιοκτησίαι, ως «η θάλασσα, οι ποταμοί, ο άνεμος, η φυσική

ή χημική ενέργεια των υλών των μεν επί των δε κτλ» (Ίδ. τόμ. I

κεφ. IV σ. 41 — 42).

«Η μηχανή υποχρεοί τας φυσικάς δυνάμεις, τας διαφόρους ιδιότητας

των φυσικών αγωγών, να εργασθούν διά την χρησιμότητα του ανθρώπου:

το κέρδος είναι προφανές. Πάντοτε υπάρχει αύξησις προϊόντος ή

ελάττωσις εξόδων παραγωγής». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII. σ. 68

— 69).

«Δύναται τις, γενικεύων περισσότερον, να θεωρήση, εάν θέλη, την

γην ως μεγάλην τινά μηχανήν διά μέσου της οποίας κατασκευάζομεν

σίτον, μηχανήν την οποίαν θέτομεν εις κίνησιν, καλλιεργούντες

αυτήν». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII σ. 65).

Εφ' όσον μία μηχανή, όπως η γη, παραμένει το μονοπώλιον ενός

ατόμου, η παραχθείσα οικονομία αποβαίνει υπέρ του οικειοποιήσαντος

ταύτην. «Πράγματι, όταν είς καταστηματάρχης, τη βοηθεία ιδικής του

μεθόδου, κατορθώνει να κατασκευάζη προς 15 φράγκα το προϊόν το

οποίον πρότερον του εστοίχιζεν 20, κερδίζει 5 φράγκα εφ' όσον η

μέθοδός του παραμένει μυστική, αυτός δε μόνος επωφελείται της

δωρεάν εργασίας της φύσεως. Όταν όμως η μέθοδος καταστή γνωστή και

ο συναγωνισμός υποχρεώνει τον παραγωγόν να χαμηλώση την τιμήν του

προϊόντος του από 20 εις 15 φράγκα, τότε οι κερδίζοντες τα 5

φράγκα είναι οι καταναλωταί». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. IV. σ. 36

— 37).

Κατά συνέπειαν, τα έξοδα της παραγωγής ενός εμπορεύματος,

αντιπροσωπεύονται υπό της εργασίας του ανθρώπου, της φθοράς των

μηχανών και των εργαλείων τα οποία προσθέτομεν εις τους βραχίονάς

μας διά να αυξήσωμεν την δύναμίν των, διά να επιτύχωμεν την

συνδρομήν των φυσικών παραγόντων». (Ίδε βιβλ. I, κεφ. VII. σ. 65).

Εάν λοιπόν η γη, η οποία είναι μηχανή κατασκευής σίτου, δεν ήτο

οικειοποιημένη, δεν θα προσέθετεν εις το προϊόν την έγγειον

πρόσοδον, αλλά την απλήν φθοράν της, δηλαδή την τιμήν των

αναγκαίων λιπασμάτων και της εργασίας διά την αύξησιν της

παραγωγικότητός της.

Οπωσδήποτε και εάν εξετασθή το ζήτημα, υποχρεούμεθα να

επιστρέψωμεν εις την παρατήρησιν του A. Smith και του Ricardo ότι

η εργασία είναι η «πηγή και το μέτρον πάσης αξίας».

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 21 / 26 题