Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του Κεφαλαίου.
Αναφαίνεται εκεί, ένθα η εμπορική παραγωγή και το εμπόριον έφθασαν
ήδη βαθμόν τινά αναπτύξεως. Η σύγχρονος ιστορία του κεφαλαίου
χρονολογείται από της δημιουργίας του εμπορίου και της αγοράς των
δύο κόσμων κατά τον δέκατον έκτον αιώνα.
Όταν μελετώμεν ιστορικώς το κεφάλαιον εν τη καταγωγή του, βλέπομεν
τούτο πανταχού να ορθούται έναντι της ιδιοκτησίας της γης, υπό
μορφήν χρήματος, είτε ως νομισματική περιουσία, είτε ως κεφάλαιον
εμπορικόν, είτε ως τοκοφόρον τοιούτον. Σήμερον, όπως και άλλοτε,
έκαστον νέον κεφάλαιον, ανέρχεται εις την σκηνήν, δηλαδή εις την
αγοράν, αγοράν των προϊόντων, αγοράν της εργασίας, αγοράν του
νομίσματος, υπό μορφήν χρήματος, χρήματος, όπερ διά των ιδιαιτέρων
μεθόδων, δέον να τροποποιηθή εις κεφάλαιον.
Το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως χρήμα, και το χρήμα εν τη ιδιότητί
του ως κεφάλαιον, δεν διακρίνονται ευθύς αμέσως, ή εκ των διαφόρων
μορφών της κυκλοφορίας.
Η άμεσος μορφή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι Ε — Χ — Ε,
μετατροπή του εμπορεύματος εις χρήμα και εκ νέου μετατροπή τούτου
εις εμπόρευμα, &πωλείν διά το αγοράζειν&.
Αλλά παρά την μορφήν ταύτην ευρίσκομεν άλλην τινα, όλως διάφορον,
την μορφήν
Χ — Ε — Χ
Χρήμα — Εμπόρευμα — Χρήμα,
μετατροπήν του χρήματος εις εμπόρευμα και εκ νέου μετατροπήν τούτο
εις χρήμα, &αγοράζειν διά το πωλείν&. Παν χρήμα το οποίον εν τη
κινήσει του διαγράφει τον τελευταίον τούτον κύκλον, μετατρέπεται
εις κεφάλαιον, καθίσταται κεφάλαιον, και είναι ήδη ως εκ της
κατευθύνσεώς του κεφάλαιον.
Ας παρατηρήσωμεν εγγύτερον την κυκλοφορίαν Χ — Ε — Χ, όπως η απλή
κυκλοφορία ούτω και αύτη διατρέχει δύο αντιθέτους φάσεις. Εν τη
πρώτη φάσει Χ — Ε, αγορά, το χρήμα μετατρέπεται εις εμπόρευμα. Εν
τη δευτέρα Ε — Χ, πωλήσει το εμπόρευμα μετατρέπεται εις χρήμα. Το
σύνολον των δύο τούτων φάσεων εκφράζεται διά της κινήσεως της
ανταλλασσούσης το νόμισμα έναντι του νομίσματος, αγοράζει διά να
πωλήση, ή μάλλον εάν αμελήσωμεν τας μορφικάς διαφοράς της αγοράς
και της πωλήσεως, αγοράζει με το χρήμα το εμπόρευμα και με το
εμπόρευμα το χρήμα. Η κίνησις αύτη καταλήγει εις την ανταλλαγήν
του χρήματος έναντι του χρήματος, Χ — Χ. Εάν αγοράσω δι' 100
λουδοβικίων 2000 λίτρας βάμβακος και πωλήσω κατόπιν τας 2000
ταύτας λίτρας βάμβακος αντί 110 λουδοβικίων, αντήλλαξα πραγματικώς
100 λουδοβίκια αντί 110 λουδοβικίων, νόμισμα αντί νομίσματος.
Εννοείται ότι η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ θα ήτο περίεργος μέθοδος, εάν
ηθέλομεν διά παρομίας στροφής να ανταλλάξωμεν ποσά χρήματος ίσα,
100 λουδοβ. επί παραδείγματος έναντι 101 λουδοβ. Καλλίτερα τότε θα
ήτο η μέθοδος του θησαυριστού, όστις φυλάττει ισχυρώς τα 100
λουδοβίκια του, αντί να τα εκθέση εις τους κινδύνους της
κυκλοφορίας. Αφ' ετέρου όμως πάλιν, είτε ο έμπορος πωλήσει εκ νέου
αντί 110 λουδοβικίων τον βάμβακά τον οποίον ηγόρασε με 100
λουδοβίκια, είτε υποχρεούται να τα παραδώση εις 100 και εις 50
ακόμη λουδοβίκια· εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας, το χρήμα του
διαγράφει πάντοτε ιδιαιτέραν και περίεργον κίνησιν, τελείως
διάφορον εκείνης την οποίαν διαγράφει το χρήμα του γεωργού λ. χ.
του πωλούντος τον σίτον και αντ' αυτού αγοράζοντος ένδυμα.
Ό,τι διακρίνει ευθύς αμέσως τας κινήσεις Χ — Ε και Χ — Ε — Χ,
είναι η αντίστροφος τάξις των ιδίων αντιθέτων φάσεων. Η απλή
κυκλοφορία άρχεται εκ της πωλήσεως και καταλήγει εις την αγοράν. Η
κυκλοφορία του χρήματος, ως κεφαλαίου άρχεται εκ της αγοράς και
καταλήγει εις την πώλησιν.
Εκεί, η αφετηρία και το τέρμα είναι το εμπόρευμα, ενταύθα είναι το
χρήμα. Εις την πρώτην μορφήν, το χρήμα είναι εκείνο το οποίον
χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εις την δευτέραν είναι το εμπόρευμα.
Εν τη κυκλοφορία Ε — Χ — Ε, το χρήμα έχει τέλος μετατραπή εις
εμπόρευμα χρησιμεύον ως αξία χρήσεως· εκεί όθεν οριστικώς —
δαπανημένον.
Εν τη αντιστρόφω μορφή Χ — Ε — Χ, ο αγοραστής δίδει το χρήμα του
διά να το λάβη εκ νέου ως πωλητής. Διά της αγοράς του
εμπορεύματος, ρίπτει εν τη κυκλοφορία το χρήμα το οποίον αποσύρει
εκ νέου κατόπιν, διά της πωλήσεως του αυτού εμπορεύματος. Εάν το
αφήση να αναχωρήση το πράττει, διότι έχει την δολίαν υστεροβουλίαν
να το συλλάβη εκ νέου. Το χρήμα τούτο είναι όθεν απλώς —
προκαταβληθέν.
Η παλίρροια του χρήματος εις το σημείον της αναχωρήσεως δεν
εξαρτάται εκ του ότι το εμπόρευμα έχει πωληθή ακριβώτερον από όσον
ηγοράσθη. Η περίστασις αύτη δεν εξασκεί επιρροήν παρά επί του
μεγέθους του επιστραφέντος ποσού. Το φαινόμενον της παλιρροίας
λαμβάνει χώραν ευθύς ως το αγορασθέν εμπόρευμα πωληθή εκ νέου, δηλ
ευθύς ως διαγραφή τελείως ο κύκλος Χ — Ε — Χ.
Είναι τούτο διαφορά ψηλαφητή μεταξύ της κυκλοφορίας του χρήματος,
ως κεφαλαίου και της κυκλοφορίας του ως απλού νομίσματος.
Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει τελείως διανυθή, ευθύς ως η πώλησις ενός
εμπορεύματος αποδώση χρήμα προερχόμενον εκ της αγοράς ενός άλλου
εμπορεύματος. Εάν εν τούτοις παλίρροια χρήματος λάβει κατόπιν
χώραν, τούτο δεν συμβαίνει ίσως, ειμή διότι ολόκληρος η τροχιά του
κύκλου έχει εκ νέου διανυθή. Εάν πωλήσω ένα σάκκον σίτου αντί 3
λουδοβ. και αγοράσω ενδύματα διά των χρημάτων τούτων, τα 3 λουδοβ.
έχουν δι' εμέ δαπανηθή οριστικώς και δεν μ' ενδιαφέρουν πλέον. Ο
έμπορος ενδυμάτων τα έχει εις το θυλάκιόν του. Εις μάτην θα πωλήση
δεύτερον σάκκον σίτου, το χρήμα το οποίον λαμβάνει, δεν προέρχεται
εκ της πρώτης συναλλαγής, αλλ' εκ της επαναλήψεώς της.
Απομακρύνεται εκ νέου απ' εμού, εάν φέρω εις πέρας την δευτέραν
συναλλαγήν και αγοράσω εκ νέου. Εις την κυκλοφορίαν Ε — Χ — Ε, η
δαπάνη του χρήματος ουδέν το κοινόν έχει λοιπόν με την επιστροφήν
του. Όλως το αντίστροφον συμβαίνει εν τη κυκλοφορία Χ — Ε — Χ.
Εκεί, εάν το χρήμα δεν επιστρέψη, η πράξις εχάθη· η κίνησις
διακόπτεται ή παραμένει ατελής, διότι η δευτέρα του φάσις, δηλαδή
η πώλησις, η συμπληρούσα την αγοράν, ελλείπει.
Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει αφετηρίαν εμπόρευμά τι και τέρμα άλλο
εμπόρευμα, το οποίον δεν κυκλοφορεί πλέον και πίπτει εις την
κατανάλωσιν. Η ικανοποίησις μιας ανάγκης, μιας αξίας χρήσεως,
τοιούτος είναι όθεν ο τελικός του σκοπός. Τουναντίον ο κύκλος Χ —
Ε — Χ έχει ως αρχικόν του σημείον το χρήμα και ως τελικόν τοιούτον
πάλιν το χρήμα. Η αιτία του, ο καθωρισμένος σκοπός του είναι όθεν
η ανταλλακτική αξία.
Εν τη απλή κυκλοφορία, οι δύο άκροι όροι έχουν την αυτήν
οικονομικήν μορφήν. Και οι δύο είναι εμπόρευμα. Είναι ωσαύτως
εμπορεύματα της αυτής αξίας. Συγχρόνως όμως είναι αξίαι χρήσεως,
διαφόρου ποιότητος, ως π. χ. σίτος και ένδυμα. Η κίνησις καταλήγει
εις την ανταλλαγήν των προϊόντων, εις την ανταλλαγήν διαφόρων
υλών, εν αις εκδηλούται η κοινωνική εργασία.
Η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ τουναντίον εμφανίζεται κενή εννοίας, ευθύς
αμέσως διότι είναι ταυτόσημος. Τα δύο άκρα έχουν την αυτήν
οικονομικήν μορφήν. Και τα δύο είναι χρήμα. Δεν διακρίνονται από
απόψεως ποιοτικής, ως αξίαι χρήσεως, διότι το χρήμα είναι η
μεταβεβλημένη άποψις των εμπορευμάτων, εν τη οποία αι ιδιαίτεραί
των αξίαι χρήσεως έχουν αποσβεσθή. Το ανταλλάσσει εκατόν
λουδοβίκια έναντι βάμβακος, και η εκ νέου ανταλλαγή του ιδίου
βάμβακος, έναντι εκατόν λουδοβικίων, δηλαδή το ανταλλάσσειν διά
μιας στροφής χρήμα έναντι χρήματος, όμοιον έναντι ομοίου, μία
τοιαύτη πράξις φαίνεται τόσον ανόητος όσον και ανωφελής. Ποσόν τι
χρήματος, εφ' όσον αντιπροσωπεύει αξίαν, δεν δύναται να διακριθή
άλλου ποσού ειμή διά της ποσότητός του. Η κίνησις Χ — Ε — Χ δεν
δικαιολογεί την ύπαρξίν της εξ ουδεμιάς ποιοτικής διαφοράς των
άκρων της, διότι αμφότερα είναι χρήμα, αλλά μόνον εκ της ποσοτικής
των διαφοράς.
Τελικώς εκ της κυκλοφορίας αφαιρείται περισσότερον χρήμα από το εν
αυτώ ριφθέν. Ο αγορασθείς βάμβαξ αντί 100 λουδοβικίων επωλήθη εκ
νέου αντί 100+10 ή 110 λουδοβίκια. Η πλήρης μορφή της κινήσεως
ταύτης είναι λοιπόν Χ — Ε — Χ' εν τω οποίω Χ'=Χ+Χ, δηλαδή ίσον με
το πρώτον κατατεθέν ποσόν συν ενί πλεονάσματι. Το πλεόνασμα τούτο
το ονομάζω υπεραξίαν, (Plus — value). Η κατατεθείσα λοιπόν αξία,
όχι μόνον διατηρείται εν τη κυκλοφορία αλλ' αλλάσσει το μέγεθός
της, προσθέτει επ' αυτού έν επί πλέον, αξίζει περισσότερον. Η
κίνησις αύτη είναι εκείνη, η οποία μετατρέπει την αξίαν εις
κεφάλαιον.
Είναι δυνατόν τα άκρα Ε, Ε κυκλοφορίας Ε — Χ — Ε, σίτος — χρήμα —
ένδυμα π. χ. να είναι ωσαύτως δυσαναλόγου αξίας. Ο αγρότης δύναται
να πωλήση τον σίτον του περισσότερον της αξίας του ή ν' αγοράση
ένδυμα ολιγωτέρας αξίας. Ούτος επίσης δυνατόν να απατηθή υπό του
εμπόρου ενδυμάτων. Η δυσαναλογία όμως των ανταλλαχθεισών αξιών,
δεν είναι ή συμβάν τυχαίον διά την μορφήν ταύτην της κυκλοφορίας.
Ο κανονικός της χαρακτήρ είναι η ισότης των δύο της άκρων, ισότης,
η οποία τουναντίον θ' αφήρει κάθε σημασίαν εις την κίνησιν Χ — Ε —
Χ.
Η ανανέωσις ή η επαναλήψις της πωλήσεως των εμπορευμάτων, διά την
αγοράν άλλων εμπορευμάτων, θέτει εκτός της κυκλοφορίας έν όριον εν
τη καταναλώσει, εν τη ικανοποιήσει των καθορισμένων αναγκών.
Τουναντίον εις την αγοράν διά την πώλησιν, η αρχή και το τέλος
είναι έν και το αυτό πράγμα, χρήμα, ανταλλακτική αξία, αύτη δε η
ταυτότης των δύο της άκρων όρων, εμποδίζει τον τερματισμόν της
κινήσεως. Είναι αληθές ότι Χ κατέστη Χ+Χ, ότι έχομεν 100+10
λουδοβίκια αντί των 100. Από απόψεως όμως ποιότητος, 110 λουδ.
είναι το αυτό με 100 λουδ., δηλαδή χρήμα, από ποσοτικής δε
απόψεως, το πρώτον ποσόν, όπως και το δεύτερον είναι αξία
ωρισμένη. Εάν τα 100 λουδ. εξοδευθώσιν ως χρήμα αλλάσσουν αμέσως
ρόλον και παύουν να λειτουργούν ως κεφάλαιον. Εάν υπεξαιρεθώσιν
εις την κυκλοφορίαν, στερεοποιούνται υπό μορφήν θησαυρού και δεν
θ' αυξηθούν ούτε κατά έν νόμισμα και εάν παραμείνουν εκεί μέχρι
της δευτέρας παρουσίας. Ευθύς ως η παρ' όλα ταύτα αύξησις της
αξίας, απετέλει όθεν τον τελικόν σκοπόν της κινήσεως, τα 110 λουδ.
αισθάνονται την αυτήν ανάγκην ν' αυξηθούν, οίαν και τα 100.
Η αρχικώς παραχωρηθείσα αξία, διακρίνεται είναι αληθές προς
στιγμήν, εκ της προστιθεμένης εις αυτήν υπεραξίας εν τη
κυκλοφορία. Η διάκρισις όμως αύτη εξαφανίζεται αμέσως. Εκείνο, το
οποίον τελικώς εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας δεν είναι αφ' ενός η
πρώτη αξία των 100 λουδ. και αφ' ετέρου η υπεραξία των 10 λουδ.
είναι η αξία των 110 λουδ., η οποία ευρίσκεται εις την αυτήν
μορφήν και τας αυτάς συνθήκας, εις ας και 100 λουδ., ετοίμη να
παραλάβη το αυτό παίγνιον. Ο τελευταίος όρος εκάστου κύκλου Χ — Ε
— Χ, πωλείν διά το αγοράζειν, είναι ο πρώτος όρος μιας νέας
κυκλοφορίας του αυτού είδους. Η απλή κυκλοφορία — πωλείν διά το
αγοράζειν — χρησιμεύει ως μέσον διά να επιτευχθή σκοπός τις
ευρισκόμενος εκτός αυτής, δηλαδή η οικειοποίησις των αξιών
χρήσεως, των πραγμάτων, προς ικανοποίησιν καθωρισμένων αναγκών. Η
κυκλοφορία του χρήματος ως κεφαλαίου έχει τουναντίον τον σκοπόν
του, εντός αυτής, διότι διά της κινήσεως ταύτης πάντοτε
ανανεουμένης εξακολουθεί η αξία ν' αξίζη. Η κίνησις του κεφαλαίου
δεν έχει όθεν όριον.
Ως αντιπρόσωπος, ως συνειδητός υποστηρικτής της κινήσεως ταύτης, ο
κάτοχος του χρήματος καθίσταται κεφαλαιούχος. Το πρόσωπον, ή
μάλλον το θυλάκιόν του, είναι το σημείον της αναχωρήσεως ως και
της επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικόν περιεχόμενον της
κυκλοφορίας Χ — Ε — Χ', δηλαδή η υπεραξία την οποίαν γεννά η αξία,
αυτός είναι ο κρύφιος υποκειμενικός σκοπός του. Μόνον εφ' όσον η
πάντοτε αύξουσα οικειοποίησις του αφηρημένου πλούτου είναι η μόνη
καθωρισμένη αιτία των εργασιών του, μόνον τότε δρα ως κεφαλαιούχος
ή εάν θέλωμεν, ως προσωποποιημένον κεφάλαιον, προικισμένον με
συνείδησιν και θέλησιν.
Η αξία χρήσεως δεν δύναται όθεν ποτέ να θεωρήται ως ο άμεσος
σκοπός του κεφαλαιούχου, ούτε περισσότερον το μεμονωμένον κέρδος,
αλλά πάντοτε η ακατάπαυστος κίνησις του διαρκώς ανανεουμένου
κέρδους. Η απόλυτος αύτη τάσις προς πλουτισμόν, η μανιώδης αύτη
επιδίωξις της ανταλλακτικής αξίας, είναι κοιναί μετά των του
θησαυριστού.
Αλλ' ενώ ο τελευταίος ούτος δεν είναι ή μανιακός κεφαλαιούχος, ο
κεφαλαιούχος είναι λογικός θησαυριστής. Την αιώνιον ζωήν της
αξίας, την οποίαν ο θησαυριστής ελπίζει να εξασφαλίση εις εαυτόν
σώζων το χρήμα εκ των κινδύνων της κυκλοφορίας, επιδεξιώτερος ο
κεφαλαιούχος την κερδίζει ρίπτων πάντοτε το χρήμα εις την
κυκλοφορίαν.
Η αξία καθίσταται όθεν προοδευτική αξία, χρήμα πάντοτε βλαστάνον,
φυόμενον και ως τοιούτον κεφάλαιον.
Εξέρχεται της κυκλοφορίας, επιστρέφει πάλιν, διατηρείται εκεί και
πολλαπλασιάζεται εκεί, εξέρχεται εκ νέου ηυξημένον και
επαναλαμβάνει αδιακόπως την αυτήν επιστροφήν. Χ — Χ', χρήμα το
οποίον γεννά χρήμα, νόμισμα παράγον μικρά — money which begets
money — τοιούτος είναι ωσαύτως ο ορισμός του κεφαλαίου εις το
στόμα των πρώτων του διερμηνέων, των κερδοσκόπων. Αγοράζειν διά το
πωλείν, ή μάλλον, αγοράζειν διά το πωλείν ακριβώτερον, Χ — Ε — Χ',
ιδού μία μορφή ιδιάζουσα του εμπορικού κεφαλαίου. Αλλά το
βιομηχανικόν κεφάλαιον είναι ωσαύτως χρήμα, μεταβαλλόμενον εις
εμπόρευμα και διά της πωλήσεως του τελευταίου τούτου, μεταβάλλεται
εκ νέου εις περισσότερον χρήμα.
Ό,τι συμβαίνει μεταξύ της αγοράς και της πωλήσεως εκτός της
σφαίρας της κυκλοφορίας, ουδέν αλλάσσει εις την μορφήν ταύτην της
κινήσεως. Τέλος εν σχέσει προς το τοκοφόρον κεφάλαιον, η μορφή Χ —
Ε — Χ' περιορίζεται εις τα δύο της άκρα άνευ μέσου όρου.
Συνοψίζεται εις ύφος επιγραμματικόν, εις Χ — Χ', χρήμα αξίζον
περισσότερον χρήμα, αξία μεγαλυτέρα εαυτής, Χ — Ε — Χ' είναι όθεν
πραγματικώς, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου, όπως ούτος εμφανίζεται
εν τη κυκλοφορία.