ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V.

ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Η μορφή της κυκλοφορίας, διά της οποίας το χρήμα μεταμορφούται εις

Κεφάλαιον, διαφέρει από όλους τους μέχρι τούδε αναπτυχθέντας

νόμους επί της φύσεως του εμπορεύματος, του χρήματος και αυτής της

κυκλοφορίας. Εκείνο το οποίον διακρίνει την κυκλοφορίαν του

κεφαλαίου εκ της απλής κυκλοφορίας, είναι η τάξις της αντιστρόφου

διαδοχής των δύο ομοίων αντιθέτων φάσεων, πωλήσεως και αγοράς. Πώς

η διαφορά αύτη, η καθαρώς μορφική, θα ηδύνατο να επιφέρη εις την

φύσιν αυτήν των φαινομένων τούτων μίαν μαγικήν αλλαγήν;

Πώς θα ηδύνατο να επιτρέψη μίαν αύξησιν αξιών, δηλ τον σχηματισμόν

της υπεραξίας;

Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την

οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο

συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ

του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την

ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν

νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών

των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι

οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι

απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν

ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει

ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά

τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας

περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος

επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον

σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων,

άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο

αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας

χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι

συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το

αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον

σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον.

Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις

οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις

πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην

αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το

χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των

εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς

είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία

έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται

εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης.

Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται

εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της

αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή

μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή

αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής

εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν

και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του

προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή

αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας.

Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος,

περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ'

αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα

εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος,

τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος.

Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας

περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100

φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η

κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει

ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή

ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να

μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η

προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί

της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν

χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται

όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν

αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης

δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς

απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη

εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την

κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή

ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον

κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα

και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς

αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις

αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν

και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται

ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την

πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν

λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων.

Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά

ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν

τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των.

Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η

ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν

αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις

τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι

έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου.

Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν

υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η

διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας,

του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά

μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι

εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος.

Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους

προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το

εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη

μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν

μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού

γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως

πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση

το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ'

ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι

εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα

εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι

το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν.

Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα,

το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις

χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των

ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι

σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί.

Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι

εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον

της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο

αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη

αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις

την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις

την αυτήν κατάστασιν.

Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του

χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι

πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε

διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον.

Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν,

ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των

τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση

ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν

μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η

οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία

τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το

χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ

ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν

εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι

ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου

πενθήσει.

Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των

εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί

πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες

υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας

εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν

ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους

συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των

θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του

οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον

αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και

μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα

πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας

χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν

ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε

κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και

του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν

απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή

εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το

ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν

την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα

νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων

μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της.

Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα

παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα;

Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν

ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων

ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν.

Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται

να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι

καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται

να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το

ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών.

Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας,

αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την

αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν

νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ.

υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε

περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν

από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν

προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται

λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη

εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα

δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την

ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει

μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον.

Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος

εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους

υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η

ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του

χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν

καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις

την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν

τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην

εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις

κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και

συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic

Rhodus hic salta.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 14 / 26 题