III. Το νόμισμα ή το χρήμα.

Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του

άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα

ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται

ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας

δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν

ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα.

Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να

εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την

οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως

η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις

ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν

αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και

νομίσματος.

α') Θησαυρισμός.

Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των

εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς

εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη

λειτουργία του ως &perpetum mobile&, ως αιωνίου κινητήρος της

κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert,

&από κινητόν εις ακίνητον&, από νομισματική μονάς εις &νόμισμα ή

χρήμα&, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η

πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς.

Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η

ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της

πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις &χρυσαλίδα&

χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν'

αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν

εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη

κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε

πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν.

Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το

πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο

άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του

πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού

διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος

παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών.

Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς

συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς.

Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος

παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική

εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι

ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του

επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η

πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον

εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να

πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν

αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να

πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις

την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η

πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ

αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και

μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων,

ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων

των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των

σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου

εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και

διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως

εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η

κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του

νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του

κοινωνικού πλούτου.

«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος

πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη

εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της

Ζαμαϊκής 1503).

Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη,

το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η

κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον

χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον

νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά

τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά

ημιάγια αντικείμενα, &res sacro santae extra commercium hominum&.

Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το

χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας

διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον

δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις

αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία

κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον

δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των

λαϊκών ηθών.

Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal,

την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της.

Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και

αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' &η αξία&

του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ'

όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν &τον

κοινωνικόν πλούτον& του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το

μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής

Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι'

αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον

σημαίνει αύξησιν αξίας.

Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των

επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία

των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200

γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν

από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου

όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική

ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις

πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν

έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από

απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του

υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις

παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος

έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή

περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της

πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος

της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις

την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου

πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα.

Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως

νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το

παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη &από μέσον

αγοράς& μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το

είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς

περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της

εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την

κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα.

Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή.

Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του

αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της

πολιτικής του οικονομίας.

Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης

αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας

αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα

πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται,

αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ'

ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας

περιόδους της κοινωνικής κρίσεως.

Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί

εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ

των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος.

Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή

ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η

κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και

ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και

ελαττώσεως.

Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας,

πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή

εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται

πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του

χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν

πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής

θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν

συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι

διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ.

β') Μέσον πληρωμής.

Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των

εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα

εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται

ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν

τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως

περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του

εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός

χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί

περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος

απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι

αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις

αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να

μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των

ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι

έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ

των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των

εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς

τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών

τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και

μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής

επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει

όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο

άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο

πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως

η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω

και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι

χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ

της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε

τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι

ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά

σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η

δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι

αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της

κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της

πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς

ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει

εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου,

αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη

καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος

χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις,

ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις

πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει

εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών.

Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος

εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο

πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον

λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου

εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την

υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον

είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν.

Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται

μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την

μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας

εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει

από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της

κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της

κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής

εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει

το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να

ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση

εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής —

οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν

καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την

μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη

επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών

του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών.

Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ.

υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η

τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα

μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον

μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν

μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί

σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την

ορισθείσαν προθεσμίαν.

Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον

υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα

είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος

μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα.

Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και

επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου

απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν

άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη

μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος

πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του

χωρικού.

Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν

την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του

απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου,

εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής.

Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων

πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει

χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το

χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας,

κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων

πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται

τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας

ανελύσαμεν προηγουμένως.

Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την

κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία

του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον

σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων.

Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον

κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται

πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί

νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν

των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις

και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω

π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι

πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και

ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν

αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και

δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του

λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών

τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου

η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του

νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης

προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα

λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον

αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το

νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική

μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς

όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής

εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως

απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των

εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η

ονομασία της νομισματικής κρίσεως.

Αύτη δημιουργείται εκεί ένθα αναπτύσσονται η άλυσσος των πληρωμών

και τεχνικόν σύστημα προωρισμένον εις την αμοιβαίαν ικανοποίησίν

των. Ο μηχανισμός ούτος διαταράσσεται παρ' οιασδήποτε αιτίας,

ευθύς ως το χρήμα δι' αποτόμου στροφής και αμεταβιβάστως παύει να

λειτουργή πλέον υπό την καθαρώς ιδεώδη μορφήν του ως λογιστικού

χρήματος. Το νόμισμα ζητείται τότε ως χρήμα, τοις μετρητοίς και

δεν δύναται πλέον ν' αντικατασταθή υπό «βεβήλων» εμπορευμάτων. Η

χρησιμοποίησις του εμπορεύματος δεν λαμβάνεται υπ' όψει και η αξία

του εξαφανίζεται, ενώπιον εκείνου, το οποίον δεν είναι ή η μορφή

του. Την προηγουμένην ακόμη ημέραν ο αστός διά της πολυτελούς

επαρκείας, την οποίαν του χορηγεί η ευμάρια, εδήλου ότι το χρήμα

είναι φενάκη ματαία, μόνον το εμπόρευμα είναι χρήμα, εκραύγαζε.

Μόνον το χρήμα είναι εμπόρευμα! είναι σήμερον η φωνή, ήτις αντηχεί

κατά την παγκόσμιον αγοράν. Όπως η διψασμένη έλαφος κραυγάζει προ

της πηγής δροσερού ύδατος, ούτω η ψυχή του αποκαλεί μεγαλοφώνως το

χρήμα, τον μοναδικόν πλούτον. Η αντίθεσις η υφισταμένη μεταξύ του

εμπορεύματος και της μορφής του αξίας, ωθείται κατά την διάρκειαν

της κρίσεως μέχρι του απροχωρήτου. Το ιδιαίτερον γένος του

νομίσματος δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Η νομισματική ένδεια

παραμένει η αυτή, είτε πρόκειται περί πληρωμών εις χρυσόν ή εις

πιστωτικόν νόμισμα ή εις τραπεζογραμμάτια, επί παραδείγματι.

Εάν εξετάσωμεν τώρα το ολικόν ποσόν του νομίσματος του

κυκλοφορούντος εν δεδομένω χρονικώ διαστήματι, ευρίσκομεν ότι

γνωστής ούσης της ταχύτητος των μέσων κυκλοφορίας και των μέσων

πληρωμής, το νόμισμα ισούται προς το ποσόν των τιμών των υπό

πραγματοποίησιν εμπορευμάτων επί πλέον του ποσού των πληρωμών,

αίτινες έληξαν, μείον του ποσού των κυμαινομένων πληρωμών, τέλος

μείον της διπλής ή συχνής χρήσεως των ιδίων νομισμάτων, διά την

διπλήν λειτουργίαν ως μέσου κυκλοφορίας και μέσου πληρωμής. Επί

παραδείγματι ο χωρικός επώλησε τον σίτον του αντί 2 λουδοβ. τα

οποία ενεργούν ως μέσον κυκλοφορίας. Κατά την λήξιν της προθεσμίας

τα δίδει εις τον υφαντουργόν. Τώρα λειτουργούν ως μέσον πληρωμής.

Ο υφαντουργός αγοράζει δι' αυτών ένδυμα, εν τη αγορά δε ταύτη

λειτουργούν εκ νέου, ως μέσον κυκλοφορίας κ. ο. κ.

Δοθείσης της ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, της οικονομίας

των πληρωμών και των τιμών των εμπορευμάτων, βλέπομεν ότι η μάζα

των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον προς την

μάζαν του τρέχοντος νομίσματος εις περίοδόν τινα, μίαν ημέραν π.

χ. Κυκλοφορεί νόμισμα αντιπροσωπεύον εμπορεύματα προ πολλού

αποσυρθέντα εκ της κυκλοφορίας. Κυκλοφορούν εμπορεύματα, των

οποίων το εις νόμισμα ισοδύναμον δεν θα παρουσιασθή ή πολύ

αργότερον. Αφ' ετέρου, τα συναφθέντα δάνεια και τα λήξαντα τοιαύτα

είναι καθ' εκάστην μεγέθη τελείως ασύμμετρα.

Το πιστωτικόν νόμισμα έχει την άμεσον πηγήν του εν τη λειτουργία

του χρήματος, ως μέσου πληρωμής. Πιστοποιητικά βεβαιούντα δάνεια

συναφθέντα διά πωληθέντα εμπορεύματα κυκλοφορούν, το ίδιον με την

σειράν των, διά να μεταβιβάσωσιν εις άλλους τας πιστώσεις. Εφ'

όσον εκτείνεται το σύστημα της πιστώσεως, επί τοσούτον

αναπτύσσεται η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα πληροί ως μέσον

πληρωμής. Ως τοιούτον, ενδύεται, ιδιαιτέρας μορφάς υπάρξεως, εν

αις εισέρχεται εις την σφαίραν των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών,

ενώ τα χρυσά και αργυρά νομίσματα απωθούνται εις την σφαίραν του

λιανικού Εμπορίου. Όσον αναπτύσσεται και εκτείνεται η εμπορική

παραγωγή, τόσον περιορίζεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας των

προϊόντων η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής. Το

νόμισμα καθίσται το γενικόν εμπόρευμα των συμφωνητικών.

Αι πρόσοδοι, οι φόροι κ. λ. π. πληρωνόμενοι έως τότε εις είδος,

πληρώνονται σήμερον εις χρήμα. Γεγονός, το οποίον αποδεικνύει

μεταξύ άλλων πόσον η αλλαγή αύτη εξαρτάται εκ των γενικών συνθηκών

της παραγωγής είναι ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δις απέτυχεν

αποπειραθείσα την άρσιν των χρηματικών φόρων. Η τεραστία δυστυχία

των αγροτικών πληθυσμών εν Γαλλία επί Λουδοβίκου του 14ου

περιγραφείσα με τόσον επιτυχίαν υπό του Boisguillebert και του

στρατάρχου Vauban κτλ, δεν προήρχετο μόνον εκ της αυξήσεως των

φόρων, αλλά και εκ της υποκαταστάσεως της φυσικής των μορφής διά

της νομισματικής των τοιαύτης. Εις την Ασίαν η έγγειος πρόσοδος

αποτελεί τα κύριον στοιχείον των φόρων και πληρώνεται εις είδος. Η

μορφή αύτη της προσόδου η βασιζομένη επί στασίμων σχέσεων

παραγωγής, διατηρεί τον παλαιόν τρόπον της παραγωγής. Τούτο είναι

ένα από τα μυστικά της διατηρήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας.

Όπως το ελεύθερον εμπόριον εισαχθέν εκ της Ευρώπης εις την

Ιαπωνίαν φέρει εις την χώραν την μετατροπήν της προσόδου — είδος

εις πρόσοδον — χρήμα, ούτω και η πρόγονος γεωργία της υπεβλήθη εις

οικονομικάς συνθήκας λίαν στενάς διά να δυνηθή να ανθέξη εις μίαν

τοιαύτην επανάστασιν. Εις εκάστην χώραν ορίζονται γενικαί τινές

προθεσμίαι, κατά τας οποίας ενεργούνται εις μεγάλην κλίμακα αι

πληρωμαί. Εάν τινές των προθεσμιών τούτων είναι καθαρώς

συμβατικαί, βασίζονται γενικώς επί των περιοδικών και

κυκλοφοριακών κινήσεων της παραγωγής συνδεομένων με τας περιοδικάς

μεταβολάς των εποχών κ.λ.π. Αι γενικαί αύται προθεσμίαι κανονίζουν

επίσης την εποχήν των πληρωμών, αι οποίαι δεν απορρέουν απ'

ευθείας εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αι της προσόδου,

της ενοικιάσεως, των φόρων κ.λ.π. Η ποσότης του νομίσματος, την

οποίαν απαιτούν κατά τινας ημέρας του έτους, αι πληρωμαί αύται, αι

διασκορπισμέναι εφ' όλης της περιφερείας χώρας τινός προξενεί

περιοδικάς διαταράξεις, αλλά παντάπασιν ανωφελείς. Εκ του νόμου

περί της ταχύτητος των μέσων πληρωμής, εξάγεται ότι, δι' όλας τας

περιοδικάς πληρωμάς, οιαδήποτε και αν είναι η πηγή των, η αναγκαία

μάζα των μέσων παραγωγής είναι κατ' αντίστροφον λόγον του μήκους

των περιόδων.

Η λειτουργία την οποίαν το χρήμα εκπληροί, ως μέσον πληρωμής

αναγκαιοί την συσσώρευσιν των απαιτουμένων ποσών διά τας ημέρας

της λήξεως, υπό μορφήν πλουτισμού. Η πρόσοδος της αστικής

κοινωνίας, αποβάλλουσα τον θησαυρισμόν, ως μορφήν πλουτισμού,

αναπτύσσει τούτον υπό την μορφήν της εφεδρείας των μέσων πληρωμής.

γ) Το παγκόσμιον νόμισμα.

Κατά την έξοδόν του εκ της εσωτερικής σφαίρας της κυκλοφορίας το

χρήμα αποβάλλει τας τοπικάς μορφάς, τας οποίας είχεν ενδυθή,

νομισματική μορφή, συμπληρωματικόν νόμισμα, τόπος τιμών, σημείον

αξίας, διά να επιστρέψη εις την αρχικήν του μορφήν, την μορφήν του

εις ράβδους ή μάζαν. Εις το εμπόριον μεταξύ εθνών,

πραγματοποιείται παγκοσμίως η αξία των εμπορευμάτων. Εκεί επίσης η

μορφή των αξία παρουσιάζεται υπό την μορφήν παγκοσμίου νομίσματος

— &νόμισμα του κόσμου&, όπως το ονομάζει ο James Stewart. Νόμισμα

της μεγάλης εμπορικής δημοκρατίας, όπως έλεγε μετ' αυτόν ο Α.

Smith. Εις την παγκόσμιον αγοράν και μόνον εκεί λειτουργεί το

νόμισμα εν όλη τη ισχύι του όρου, ως το εμπόρευμα του οποίου η

φυσική μορφή είναι συγχρόνως και γενικώς η κοινωνική ενσάρκωσις

της ανθρωπίνης εργασίας.

Εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, έν μόνον εμπόρευμα δύναται

να χρησιμεύση ως μέτρον αξίας και κατά συνέπειαν ως μέτρον

νομίσματος. Επί της παγκοσμίου αγοράς βασιλεύει διπλούν μέτρον

αξίας, ο χρυσός και ο άργυρος.

Το παγκόσμιον νόμισμα εκπληροί τας τρεις λειτουργίας του μέσου

πληρωμής, του μέσου αγοράς, και γενικώς της κοινωνικής ύλης του

πλούτου. Όταν πρόκειται να κανονισθούν οι διεθνείς λογαριασμοί

κυριαρχεί η πρώτη λειτουργία εξ ου και η ονομασία του (Mercantile)

συστήματος. Ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιούνται κυρίως ως

μέσον αγοράς οσάκις η συνήθης ισορροπία, εν τη ανταλλαγή των ειδών

μεταξύ διαφόρων εθνών διαταράσσεται. Τέλος λειτουργούν ως απόλυτος

μορφή του πλούτου, όταν δεν πρόκειται πλέον, ούτε περί αγοράς,

ούτε περί πληρωμής, αλλά περί μεταφοράς πλούτου υπό μορφήν

εμπορεύματος, από μιας εις άλλην χώραν, μεταφοράς εμποδιζομένης

είτε συνεπεία ενδεχομένων της αγοράς, είτε λόγω του σκοπού, τον

οποίον θέλουν να επιτύχουν.

Εκάστη χώρα έχει ανάγκην ενός αποθεματικού ποσού, τόσον διά το

εξωτερικόν εμπόριόν της, όσον και διά την εσωτερικήν της

κυκλοφορίαν. Αι λειτουργίαι των αποθεμάτων τούτων, συνδέονται

όθεν, μερικώς μεν προς την λειτουργίαν του νομίσματος ως μέσου

κυκλοφορίας και πληρωμής διά το εσωτερικόν, μερικώς δε προς την

λειτουργίαν του ως παγκοσμίου νομίσματος. Εν τη τελευταία ταύτη

λειτουργία, το υλικόν νόμισμα, ήτοι ο χρυσός και ο άργυρος είναι

πάντοτε απαιτητόν. Διά τούτο ο James Stewart, διά να διακρίνη τον

χρυσόν και τον άργυρον από τους καθαρώς τοπικούς αντικαταστάτας

των, τους δίδει το όνομα money of the world.

Ο ποταμός με τα αργυρά και χρυσά κύματα, κέκτηται διπλούν ρεύμα·

αφ' ενός εκτείνεται από της πηγής του, εφ' ολοκλήρου της

παγκοσμίου αγοράς, ένθα αι διάφοροι εθνικαί περιοχαί τον

μετατρέπουν εις αναλογίας διαφόρους, διά να εισέλθη εις τας

διώρυγας της εσωτερικής κυκλοφορίας των, αντικαθιστά τα φθαρέντα

νομίσματά των, χορηγή την ύλην των ειδών πολυτελείας, και τέλος

στερεοποιείται υπό μορφήν θησαυρού. Η πρώτη αύτη διεύθυνσίς του

εντυπούται αυτώ υπό της χώρας ένθα τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται

απ' ευθείας από τας πηγάς της παραγωγής των διά του χρυσού και

αργύρου. Συγχρόνως τα πολύτιμα μέταλλα κυκλοφορούν πανταχού άνευ

τέλους ή διακοπής, μεταξύ των σφαιρών κυκλοφορίας των διαφόρων

χωρών, η δε κίνησις αύτη ακολουθεί τας ακαταπαύστους διακυμάνσεις

του συναλλάγματος.

Αι χώραι, εις τας οποίας η παραγωγή ανήλθεν εις μέγαν βαθμόν

αναπτύξεως περιορίζουν εις το μίνιμουμ τους συσσωρευθέντας

θησαυρούς εις τα χρηματωκιβώτια των τραπεζών. Εκτός εξαιρέσεων

τινών η υπερεκχείλισις των αποθεμάτων τούτων, πολύ άνωθεν της

μέσης επιφανείας των, είναι σημείον στασιμότητος εν τη κυκλοφορία

των εμπορευμάτων ή σημείον διακοπής εν τη πορεία των μεταμορφώσεών

των.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 12 / 26 题