II. Μορφή της αξίας.

Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις

Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό

των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν

εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού

περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν

λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα

ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων.

Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν

νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των

εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε

την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε

την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των

εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής

εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του

νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας.

***

Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά

την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή

είναι:

χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β

ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β

20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν

ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν

Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη

χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος

η αξία παρίσταται ως &σχετική αξία&, του δευτέρου λειτουργεί ως

&ισοδύναμον&. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν

διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το

ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται

όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία

εκφράσει της αξίας.

Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο

εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος

αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του

υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή

είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως.

Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο

σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται

να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου.

Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν

ανθρωπίνην εργασίαν.

Ούτω η εξίσωσις:

20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία

υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν

όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ'

ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της

παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί.

Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής

εκφράσεως του μεγέθους της αξίας.

I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας

παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος

χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του

εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του

διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν:

20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη

κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας

εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το

ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού,

τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20

&μέτρα υφάσματος& = 1/2 &ενδυμασία. Η σχετική αξία& του

εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β

αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του

εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά.

II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του

ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του

ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής

μαλλιού, τότε αντί &20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία& έχομεν 20

μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος

τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2

ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά,

βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β

αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας

Β.

III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του

υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη

εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, &20 μ.

υφάσματος = 1 ενδυμασία& ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι

αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας

συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η

αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο

ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι

ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας

θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα

παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον

μεγαλειτέραν ή πριν.

IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος

και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν'

αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ'

αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του

είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος,

υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II

και III.

Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται

ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική

ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του

παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη

ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να

είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι.

***

Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε

να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του

χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα,

του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω

λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου

κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον,

άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν.

Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το

αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν

άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως

ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν

του.

Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος,

οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον.

Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις

σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός

εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις

του μετ' άλλων εμπορευμάτων.

Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου:

χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία.

Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον:

χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π.

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ

= 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π.

Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα

αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις

καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του

υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν

του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να

εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας

διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως.

Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της,

σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την

περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει

ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας.

Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις

κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων.

Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η

αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν

μορφήν αξίας χρήσεως.

Εν τω πρώτω τύπω: &20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία&, δυνατόν να φανή

ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη

καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον,

διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης

αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις

ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των

ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές,

ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας

ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του

εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής.

Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς

να μεταβληθή ο χαρακτήρ

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία

20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου

20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ

20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού

Ή ακόμη ως εξής:

1 ενδυμασία = ]

10 λίτραι τεΐου = ]

40 λίτραι καφφέ = ]20 μ. υφάσματος

10 γραμ. χρυσού = ]

κλπ. κλπ. κλπ. = ]

Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον

απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον

συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος.

Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός.

Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα

επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ.

χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον

τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις

διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα

ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της

ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς,

οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα

παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων.

Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν

άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να

εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται

να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο

τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν

τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων

εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος

γίνεται τότε το &κοινόν ισοδύναμον& των άλλων εμπορευμάτων.

Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν

ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου

τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των

λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και

οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των

εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον,

ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του

τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας

και αμέσως ανταλλάξιμα.

Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου

δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον.

Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον,

θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία

ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα

τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα

εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να

εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν

ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και

το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ'

ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή

εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται

ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη,

αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή

λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά

συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον

του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.

Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το

εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ'

εξοχήν την &μορφήν νόμισμα ή χρήμα.&

20 μ. υφάσμ. =]

1 ενδυμασία =]

10 λίτραι τεΐου =]

10 λίτραι καφφέ =] 10 γραμ. χρυσού.

1 στατήρ σιδήρου =]

κ.λ.π. κ.λ.π.

Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός

τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος

έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής

ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη

οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.

Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών

εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον

του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως

ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις

ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον

ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν

ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν

τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 7 / 26 题