ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ

Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας

αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως

πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν.

Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν

των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα

μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται

ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου

πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως

καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη

παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον

εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη,

εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν

της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.

Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι

ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι,

συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι

οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα

είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων,

ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα

να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν

παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον

ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.

Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας

και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο

οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον,

ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το

γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα

μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν

διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και

χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή

του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η

κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις

το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος

εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.

Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός

των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ

μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς

ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την

ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον

είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος.

Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται

προς τούτο.

Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο

καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη

εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν

πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις

αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις

αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου,

ως τα κτήνη επί παραδείγματι.

Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των

η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν

και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της

ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους

αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.

Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν

τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των·

ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν

ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη,

χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου

αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην

κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία

κατά την επανάστασιν του 1789.

Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και

συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον

γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις

εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την

κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα

πολύτιμα μέταλλα.

Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν

τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το

αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων

τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν

γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του

να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν

τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται

κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή

ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη

εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης,

της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον

ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά

ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των

καθαρώς ποσοτικών διαφορών.

Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να

ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει

ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας

ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται

διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος

— χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά

τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ.,

κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της

κοινωνικήν λειτουργίαν.

Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του

χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το

χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου

εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα

εμπορεύματα.

Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις

των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος

εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν

δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος

λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά

να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.

Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον

μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν

της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να

θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το

γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να

αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την

πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.

Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των

προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το

νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν.

Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν

είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την

παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.

Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει

τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν

γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα

εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι

10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση

την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η

κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά

την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το &ποσοστόν& (quantum)

παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής

διαρκείας.

Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει

χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του

ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του

είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος

παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν

ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν

συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα,

αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.

Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα

εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως

τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού

τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως

ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να

αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι

συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και

καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και

εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα

εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος

ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του

χρήματος.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 8 / 26 题