ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και
ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.
Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της
ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του
ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην
του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον
παραγωγής.
Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του
εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη
καταναλώσει, του δίδει την &αξίαν χρήσεως&.
Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και
ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να
είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται
εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου
αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων
αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής
και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.
Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν'
αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι
&κοινήν σύμμετρον ύλην&.
Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν
ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των
σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.
Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να
είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς
εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.
Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή
εις όλα τα εμπορεύματα;
Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον
περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου
δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν
χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των
μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος
εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων
οπλισμών, οι ήρωες της &Ιλιάδος& εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον
μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται,
ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα
αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.
Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα
κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και
διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.
Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε
δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν
ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής.
Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η
θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς
ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και
φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και
τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν
ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να
παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν
δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής
οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.
Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του
το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον
της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία
του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα
εμπορεύματα θεωρούνται &αξίαι&, διότι περιέχουν ανθρωπίνην
εργασίαν.
Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι &αξία&, ήτοι
αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον
διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν
και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα
ανθρωπίνην εργασίαν.
Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα
και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το
ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.
Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;
Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης
και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ
δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον
επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:
— Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν
εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι
απλά.
Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η
μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο
Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας
αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία
ώρα εργασίας»(37).
Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία.
Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος
καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν
του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο
άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί
περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.
Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των
εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής
δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η
εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά
συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων
ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς
πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας
μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι
χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον
αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον
εργασίας.
Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων
είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου
βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι
οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι
κανονικαί.
Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας
εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την
μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των
χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να
εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής
εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας
κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της
πρώτης αξίας.
Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη
κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε
εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ'
ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους
του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή
τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι,
έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος
ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την
αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του
ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την
παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα
παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του
χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος
ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της
εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ
των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως
της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των
κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και
αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς
φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ.
υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό
τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης
εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια
μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται
σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται
κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον
ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις
πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε
μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα
ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν
τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε
ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα
είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο
αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα
είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον
μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η
παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο
αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον
μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος
ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον
λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν
αυτώ.
Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν
το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας.
Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και
αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται
εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί,
παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και
προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας
όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν
δημιουργεί ή ατομικάς &αξίας χρήσεως&.
Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι
χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί.
Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι
χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει,
εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν.
***
Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη
πολλούς εις αμηχανίαν.
Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των
διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η
εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του
καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου;
Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς
ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι
δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί
παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός
γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας
αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού,
του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα
ταύτα αντικείμενα.
Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς
γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να
εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων.
Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός,
αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το
σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν,
όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό
ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα
αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας.
Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος
τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις
τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή
των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι
εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον
με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι.
Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της
εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η
μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των
επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να
διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται
όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να
συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται
της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα
εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της
ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας.
Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών
τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται
εκτελούνται.
Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος
της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία
και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις
παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του
ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας.
Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις
τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά
το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή
άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς
την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της
ανθρωπίνης δυνάμεως.
Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς
τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος
παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν
του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής
αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία
αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως
των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η
σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν
δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις
τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί
προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει
ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς.
Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου
εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής
εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι
διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται
ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των
υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις
παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν.
Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη
ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38).
Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν
χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει
ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από
μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον.
Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα
εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της
αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να
μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον
διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν
αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας,
έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία,
πρέπει να είναι αξίαι ίσαι.
Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την
παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ.
παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει
αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει &Χ&
ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 &Χ& κ.ο.κ. Ας
υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν
μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ.
Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον
προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν
περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα,
καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και
έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία,
εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το
ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το
αυτό.
Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς
μεγαλύτερον &υλικόν πλούτον&. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο
άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν
τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία
ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του.
Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της
εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου
εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος
εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος
εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την
ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία
της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη
αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν.
Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και
χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την
εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και
αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία
δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν
αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας
αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας
εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει
την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής
παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως
αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά
την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως.
Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν
δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ'
ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ'
ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην
μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη
συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή
χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι
μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να
είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης
δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως.
Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής
συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν
των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη
ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο
οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου
ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν
αφηρημένην &της απλής εργασίας& (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος
της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την
μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του
νομίσματος.