II

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος

μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται

χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών,

προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2).

Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις

την λέξιν κεφάλαιον.

Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον

αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους

κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή

ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών

συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον

τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου».

Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν

αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των

κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των

εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την

πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του

κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν

κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο

Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα

εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια,

αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος.

Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την

σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν &απλούν κεφάλαιον& τα

σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και

&οικειοποιημένον& (approprié) &κεφάλαιον&, το κεφάλαιον το

λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων.

Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης

κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των

κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς

παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον

να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας

παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να

αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας».

Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των

εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται

ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι

χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν

δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον

πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον,

κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή,

ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και

σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον

εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον

κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της

εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν

δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της

Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του

δούλου».

Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή

και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει

περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις

νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε

ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του

κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά

συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι

τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον

(οικειοποιούμενον)».

Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν

της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των

Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή

μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό

τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος

της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον

καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος

μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και

χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά

του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των

εργαλείων της εργασίας των.

Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ

ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του

κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την

εργασίαν.

Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα

να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή

είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου

υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα.

Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της

παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν

αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ

της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε

ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον

ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου

(απλού).

«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι

κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του

καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις

κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι».

Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας,

τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν,

απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε

το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο

δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την

οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει

μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας

αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου.

Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το

οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να

αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να

εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν

προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του

θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία

είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι

αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του

κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι

εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή

σημαντικωτέρα.

Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να

χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα

είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν

προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον.

Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των

κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει

παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα

συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το

κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την

βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από

του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου

τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις

θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8);

Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε

συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου

γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των

παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο

καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του;

Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν

διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα

επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά.

Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου

ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις,

πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα

βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα

ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η

συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το

κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως

την διανομήν του πλούτου.

Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής

συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή

άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι

η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της

περιφήμου θεωρίας της &υπεραξίας&.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 3 / 26 题