III

Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους

όρους &αξία χρήσεως& και &ανταλλακτική αξία&. Ο δανεισμός ούτος

δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των

οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις

μέγαν αριθμόν σοφιστειών.

Η &αξία χρήσεως& φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά

τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή

εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την &χρησιμότητα&

(10) των νέων οικονομικών θεωριών.

Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και

διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα

προσοχή εις το ότι η &αξία χρήσεως& δεν είναι ιδιότης εγγενής εις

κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος

κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος

και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται

περισσότερον εις την &ανταλλακτικήν αξίαν&, και τούτο είναι μία

των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις

την θεωρίαν της υπεραξίας.

Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν

τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί

ελευθέρας αγοράς».

Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως

επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει

κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν.

Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν

ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως

υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς

συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι

πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον

δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι

να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να

έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ'

εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να

καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας

οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών.

Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους

μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον &Jevons& την

ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'échange) διά να δείξωμεν την

σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα &εν

πραγματική τινι ανταλλαγή&.

Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν

πάντα τα διάφορα &μέτρα ανταλλαγής&. Είναι ανάγκη άρα γε να

προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή

καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον

όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς

επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και

κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών

των ήττον σημαντικών (11).

Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι

κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα

μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός.

Πολλάκις λέγουν ο &μέσος όρος& μη γνωρίζοντες ή μάλλον

λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο

μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ.

Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι

όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να

εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός

λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς

αριθμών.

Ο όρος &ανταλλακτική αξία&, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ,

παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του &Κεφαλαίου& δεν

παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής,

άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από

της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά

της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου

δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις

την αγοράν (12).

Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν

νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων:

«όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις

της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία

περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία

θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς

αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως».

Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί

του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς

ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής.

Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως

προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής

κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την

επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος.

Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας

ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει

συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της

θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου

δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία

παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής.

Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ

ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους

δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου

«εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν

τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό

μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον

την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν

περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής.

Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της

ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο

καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13).

Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες

επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν

ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των

οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην

τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν

διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς

το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να

συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η

ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της

περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της

ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας.

Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ'

άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία

παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ

σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να

έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.» Το περιεχόμενον

τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας

διά την παραγωγήν του εμπορεύματος.

Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις,

ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του

εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής,

η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν

χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων.

Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι

κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν

ανταλλάσσωμεν ταύτα».

Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν.

Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας

σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του

ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί;

διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, &η αξία χρήσεως& ενός βαρελίου

ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε

ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα &της αξίας χρήσεως& του

ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να

κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην

πρότασιν, διότι τότε &η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς

ποσότητος ύδατος&, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα &της αξίας χρήσεως&

του ωρολογίου σας.

Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η

αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν

επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα

γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.

Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν

του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής

(taux d' echange).

Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος

ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα

εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε

συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν &της

ανταλλακτικής αξίας& του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ

μιας &κανονικής αξίας&. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.

— Πώς θα ευρεθή το &κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής&; Εάν

υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην

ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί

του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του

σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του

ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις

επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις

αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.

— Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ'

όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν

πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του

γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν

ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν

ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του

εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας

ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά

την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον

πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις

του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).

— Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν

οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της

&αξίας χρήσεως& και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου

εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος

σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η

&έγγειος πρόσοδος& (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα

εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν

τας λέξεις, &υπεραξίαν& (plus-value) και (moins-value) &υπό

αξίαν& με την λέξιν &πρόσοδον& (15).

Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η &ανταλλακτική αξία& ενός

εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του &χρήσεως&. Η ανταλλακτική

αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως,

την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της &αξίας χρήσεως&

εκείνου που λαμβάνει και της &αξίας χρήσεως& εκείνου που δίδει.

Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν &αξίας χρήσεως&: Ο

αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι

σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει

είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του.

Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της

οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ

οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.

Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας

τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα

λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν

αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία

μετρείται υπό της εργασίας.

Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι

υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο

το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η

εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ

του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους

υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος,

το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας

εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ

του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας

ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον

στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η

μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.

Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην

ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον

υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του

κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά

της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου

ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί

αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν

μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.

Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν,

ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την &απλήν& εργασίαν διά

την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς

του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι

ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους

υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα

εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το

εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει

ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι

ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το

οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο

κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει

εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον

θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.

Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής

εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι

ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και

το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ

(17).

Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να

καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν

θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η

εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την

ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών

(extrinsèques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του

ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η

διάφορος ποσότης του (&απλού&) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας

βιομηχανίας ταύτας.

Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον

την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν

δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά

γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις

τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την

επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.

Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής

— ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την

εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν

αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της

παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς

εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.

Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον

συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση

επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας

αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της

παραγωγής», και άλλας παρομοίας.

Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το

σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.

Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής

οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια

σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν'

αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως

αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου

των ορισμών η &petitio principii& υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας,

το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν

η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της

εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της

περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο

κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική

αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της

περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο

κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.

Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται

εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των

μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του

κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως

της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη

ανταλλακτικήν αξίαν.

Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται

ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με

άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι

μέρος του κόστους της παραγωγής;

Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα,

διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους

οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων

είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη

μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν

επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας

παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα

οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.

Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν

είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α.

αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός

αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της

παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες

τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας

των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως

χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a

priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι

η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.

Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με

την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται.

Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας

ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς

αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος,

τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν

της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν

σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».

Αι &κανονικαί& όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του

κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της

ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.

«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το

&κανονικόν& όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις

τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να

χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.

Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν»

όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών!

Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών

μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην

χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια

του (απλού) κεφαλαίου.

Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής,

δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν

οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας

άλλας μετά της Α αιτίας εις τας &κανονικάς& συνθήκας του

φαινομένου.

Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της

θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα

αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η

ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού

κεφαλαίου).

Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν

ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου,

χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν

ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον,

πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να

εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να

συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να

έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με

αρπάγην.

«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν

απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα

του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).

«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς

σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός.

Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της

παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται

εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των

εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής,

κ.λ.π.».

Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν

ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης

υπό του κεφαλαίου.

Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν.

Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του

ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει

απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.

Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της

ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας

ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ

ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν

και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . .

τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ

προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν

επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό

της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.

Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη

απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό

του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει

επανάληψιν αρχών.

Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα

οποία δέον να έχουν &αξίαν τινά χρήσεως& (μίαν χρησιμότητα)

μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα

προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το

πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι

διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι

ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την

παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα

τα άλλα.

Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης

εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της

παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως

του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το

οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της

παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την

παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή

και τανάπαλιν.

Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια

θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας

εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος

υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση

δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών,

εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το

απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του

επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει

του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό

διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.

Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι

μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να

εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της

δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον

μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των

χρησιμοποιουμένων όρων.

Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές

επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή

δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.

Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας

συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και

καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά

το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).

Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ.

Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν

αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να

ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι

αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την

οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον

εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα

του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το

μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες

επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη

είναι &ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την

μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις

δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή

καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του

κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι

δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη

αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι

μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου

παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.

Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι

τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της

εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της

οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm

— Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως

την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως

ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους

χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να

αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν

«κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά

χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.

Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως

όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του

αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην

ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι,

τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες,

αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών

αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως

τοιούτον.

Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως

των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα

δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός

επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα

οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι

καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα

κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή

εσοδείαν κ.λ.π.

Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα.

Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν,

δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης

τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν

δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν

ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων

τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών

αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.

Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα

οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου

θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν

του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των

εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.

Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το

αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους,

εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν

οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την

οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της

μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά

του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των

τιμών.

Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών

φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή

ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών

είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών

μεμονωμένων.

Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών

αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον

δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν,

είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm- Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας

τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της

χρήσεως των οικονομικών αγαθών.

Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος

λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν

κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον

αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την

παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του

κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».

«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την

υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις

αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του

κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας,

την οποίαν απέκτησε &δωρεάν& (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι

το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το

κατατεθέν τοιούτον (22).

Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του

χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».

Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ

100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το

αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός

ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.

Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού

δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το

κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο

υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν

θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν

κεφαλαιοκρατική κοινωνία.

Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου

σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το

τέλος χρονικού τινος διαστήματος.

Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς

την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.

Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον

η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την

διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον

τόκον.

Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται

να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός

θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου

οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.

Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου

διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του

σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο

οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη

δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.

Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα

πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό

διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.

Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον

κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς

να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του

οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να

λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.

Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον

ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου

τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν

πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος

άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το

κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών

ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής

αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου

ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν

επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι

αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και

προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως

του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.

Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η

αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου

αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το

καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα

εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των

εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας

χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.

Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την

ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);

Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ.

Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ

ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.

Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος

κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη

κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η

σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον

ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς

μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».

Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς

προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να

καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου

εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της

αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την

εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την

αξίαν διά της εργασίας.

Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το

σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων

εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν

τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας,

τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας

διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους

κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον

άργυρον» (25).

Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα

εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν

αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία

διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την

περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.

Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν

ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν

δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι

υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η

κυκλοφορία:

&χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι

αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα

εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με

αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών

διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν

εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.

Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν

λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν

μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της

αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της

παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ

χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον

διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις

αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».

Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς

παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της

εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η

παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή.

Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν

μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου

χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην,

«δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος

προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων

ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα

από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον

του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας

εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής

μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης

αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του

αυτού ποσού προϊόντων.

Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν

μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή

αύτη «αναφέρει &ποτέ& περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον

όρον εκ της φθοράς της;»

Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί

μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των

κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.

Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν'

αφαιρέσωμεν την λέξιν &ποτέ& από την προαναφερθείσαν πρότασιν του

Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί

φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν

αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της

φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον

αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι

χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι

μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά

το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν

αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν

ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την

χρησιμοποίησιν της μηχανής.

Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις

άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί

υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να

παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να

παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το

σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη

τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία

καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την

φύσιν (26).

Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge,

ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με

ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι

τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής

σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες

επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός

εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς

αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ

ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο

κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη

βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του

αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα

είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα

διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών,

και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας

βιομηχανίας.

Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το

θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων

θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι

από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.

Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν'

αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν

χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των

«κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα

πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης

όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της

θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το

αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.

Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον

τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα

καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων

εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το

δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης

κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο

κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος

μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.

Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη

οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το

έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως

μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την

πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη

να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των

παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις

των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον

κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα

ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των

προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα

της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα

οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις

την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της

ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε

παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά

ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της

εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών,

θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν

ως παραγωγός.

Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον)

κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.

Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ

ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και

κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ

του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και

αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα

εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων,

τας οποίας δύναται να κάμη.

Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την

διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα

επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας

των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν

η &καλή& διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της

παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων &κακώς διανεμηθέντων&

δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων

&καλώς διανεμηθείσης&.

Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει

ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν

δεν είναι άπειρον.

Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το

κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν

ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά

την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να

επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την

βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση

τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των

προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός

εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την

εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η

δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή

ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό

τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».

Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν'

αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο

υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.

Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο

τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την

ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των

τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή

προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα

ελάμβανε μεταξύ των χώραν.

&Υφαντουργός&. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ

παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα

πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι

καταβροχθίζουν τον σίτον.

Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων

σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις

τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ'

όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της

περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.

Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100

χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης

νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η

ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το

οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω

καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα

λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα

σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης

εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του

γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν

αντίρρησιν;

&Χρυσοθήρας&. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον

διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.

&Υφαντουργός&. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην

να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς

καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του

πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν

θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να

διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον

γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της

αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας

σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2

θα δώσητε εις εμέ.

&Χρυσοθήρας&. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με

μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.

&Υφαντουργός&. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ'

όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε,

δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα

αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα

έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον

διά 7 1/2 γραμμάρια.

&Χρυσοθήρας&. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω

αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου,

ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.

&Υφαντουργός&. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη

ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον

τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.

&Χρυσοθήρας&. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς

ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω

τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας

εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του

τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό

του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις

μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης

όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).

Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.

Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να

φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν &χρήμα

— εμπόρευμα — χρήμα&.

Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν

διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την

χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.

Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, &Ροβινσονιάδες&, όπως

τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα

είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα

οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία

μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.

Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να

αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από

την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους

οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων

υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.

Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος

καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι

τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν

τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως

με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του

χρυσοθήρα;

Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και

περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον

έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση

τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών

αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν

πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν

εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την

κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα

καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των

κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς

μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση

το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις

όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα

κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον

τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και

κεφάλαιον (29).

Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών

αγαθών τα οποία ονομάζομεν &κεφάλαια&, εάν δεν καταστρέψωμεν

συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν

σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.

Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας

υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να

τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του

ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή

την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν:

«ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των

εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον

να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν

και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η

κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».

Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι

επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του

κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης

φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της &μπουκιάς& του άρθρου

εξαιρουμένης.

Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου

διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των

οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την

διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας

υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια

της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα

το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των

χρησίμων αυτώ αντικειμένων.

Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των

δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η

ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον

γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία

τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν

δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε

δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το

προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του

ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον

φανταζόμεθα.

Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς

την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως

αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις

παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών

αξιών.

Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν

είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον

δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται

επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας

ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον

χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν

είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος

τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι

μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική

αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι

μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.

Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν'

αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του

κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν

αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις

τους εργάτας.

Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον

συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους

συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου

παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των

μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι

ότι η λέξις &αξία& συγχέεται συνήθως με την λέξιν &πλούτος&. Είναι

ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος

ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν

του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας

εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων)

των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των

ανταλλακτικών αξιών.

Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο

κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της

δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι,

ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να

είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από

εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.

Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του

&ορειχαλκίνου& νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν

πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το

μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν

ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να

κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.

Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των

γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν

επιστημονικού συλλογισμού.

Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι

καθαρώς αρνητική.

Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν

της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται

υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και

εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον

τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι

οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων

της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της

εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών

αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.

Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού

αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή,

ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του

κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου

οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν'

αμείβεται.

Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες

να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ

διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.

Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ.

Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου

είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.

Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν'

αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το

μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.

Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν

οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια

μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.

Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος

συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του

μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι

τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την

απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να

το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν

επιστήμην.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 4 / 26 题