25. Και την τελευταία μέρα τη μεγάλη της σκό-

λης έστεκε ο Ιησούς κι’ έκραξε λέγοντας «Αν κανείς

» διψά, σ' εμένα ας έρχεται κι’ ας πίνει. Όπιος με πι-

» στεύει, καθώς είπε η Γραφή, _ ποτάμια ζωντανό νερό

» θα τρέξουν από την κοιλιά του»_. Κι' αυτό τόπε για

το πνέμα που θα λάβαιναν όσοι τον πιστέψανε• γιατί

δεν είχε ακόμα δοθεί πνέμα άγιο, επειδής δεν είχε α-

κόμα δοξαστεί ο Ιησούς. Από το λαό λοιπόν άκουσαν

αυτά τα λόγια κι’ έλεγαν πως «Αυτός είναι αληθινά ο

» Προφήτης» • άλλοι έλεγαν «Αυτός είναι ο Χριστός»•

κι’ άλλοι έλεγαν «Τάχα από τη Γαλιλαία έρχεται ο

» Χριστός; Η Γραφή δεν είπε πως από το σπέρμα

» του Δαυείδ έρχεται ο Χριστός κι’ από τη Βηθλεέμ το

» χωριό όπου γεννήθηκε ο Δαυείδ;» Διχόνια λοιπόν

έγινε απ' αφορμή του στο λαό, και μερικοί τους θέλανε

ναν τον πιάσουν, μα δεν έβαλε χέρι απάνου του κανείς.

26. Πήγανε λοιπόν οι κλητήρες στους πρωτοπαπά-

δες και τους Φαρισαίους, κι’ αυτοί τους είπανε «Γιατί

» δεν τόνε φέρατε;» Αποκριθήκανε οι κλητήρες «Πο-

» τές άνθρωπος δε μίλησε έτσι». Απάντησαν λοιπόν

» Φαρισαίοι «Μήπως κι’ εσείς παρασυρθήκατε; Μή-

πως τον πίστεψε κανένας προεστός ή Φαρισαίος;

» Μόνε αυτός ο όχλος που δεν κατέχει το Νόμο κατα-

» ραμένοι είναι». Τους λέει ο Νικόδημος, που πήγε

πριν στον Ιησού, όντας ένας τους «Μήπως ο Νόμος

» μας καταδικάζει τον άνθρωπο α δεν τον ακούσει

» πρώτα και μάθει το τι κάνει;» Αποκρίθηκαν και

τούπανε «Μήπως κι’ εσύ 'σαι από τη Γαλιλαία; Ξέ-

» τασε και μάθε πως δε βγαίνει από τη Γαλιλαία προ-

» φήτης».

[8] [Και πήγαν ο καθένας σπίτι του, κι’ ο Ιησούς πήγε

στο Ελιοβούνι. Και το πρωί ήρθε πάλι στο ναό, κι’

όλος ο λαός πήγαινε ναν τόνε βρει, και κάθησε και τους

δίδασκε. Και φέρνουν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι

γυναίκα πιασμένη σ' ατιμία, και στήνοντάς τη στη

μέση του λένε «Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα πιάστηκε

» την ώρα π' ατιμάζουνταν, κι’ ο Μωυσής μέσα στο

» Νόμο μας προστάζει αυτές ναν τις πετροβολούμε•

» εσύ λοιπόν τι λες;» Και τόλεγαν αυτό δοκιμάζον-

τάς τον, για νάχουνε ναν τον κατηγορούν. Κι' έσκυψε

κάτου ο Ιησούς κι’ έγραφε με το δάχτυλο στο χώμα

χάμου. Και σαν επίμεναν και τόνε ρωτούσαν, σήκωσε

το κεφάλι κι’ είπε «Ο αναμάρτητός σας πρώτος ας

» την πετροβολήσει». Κι' έσκυψε πάλι κάτου κι’

έγραφε στο χώμα. Κι' όταν τ' άκουσαν εκείνοι, βγαί-

νανε ένας ένας αρχινώντας από τους δημογερόντους,

κι’ έμεινε μονάχος, κι’ η γυναίκα εκεί στη μέση. Κι' ο

Ιησούς σηκώνοντας την κεφαλή της είπε «Γυναίκα,

» πoύ 'ναι τους; Κανένας δε σε καταδίκασε;» Κι' αυτή

είπε «Κανένας, Κύριε». Κι' ο Ιησούς είπε «Μήτ'

» εγώ δε σε καταδικάζω• πήγαινε, από τώρα μην κά-

» νεις πια αμαρτία».]

27. Πάλι λοιπόν τους μίλησε ο Ιησούς κι’ είπε

« Εγώ είμαι το φως του κόσμου• όπιος μ' ακολουθά,

» δε θα περπατήσει μέσα στο σκοτάδι, παρά θα λάβει

» το φως της ζωής». Τούπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι

« Εσύ κηρύχνεσαι μονάχος σου• το κήρυγμά σου δεν

» είναι αληθινό». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε

« Κι' αν εγώ κηρύχνουμαι μονάχος μου, το κήρυγμά

» μου είναι αληθινό, τι ξέρω από πού ήρθα και πού

» πηγαίνω, μα εσείς δεν ξέρετε από πού έρχουμαι και

» πού πηγαίνω. Εσείς κατά τη σάρκα καταδικάζετε,

» εγώ δεν καταδικάζω κανέναν κι’ αν κι’ εγώ καταδι-

» κάζω, η καταδίκη μου είναι αληθινή, τι δεν είμαι

» μόνος παρά εγώ κι’ ο πατέρας που μ' έστειλε. Κι'

» είναι και μέσα στο Νόμο σας γραμένο πως η μαρτυ-

» ρία διο ανθρώπων είναι αληθινή• εγώ 'μαι μάρτυράς

» μου και μάρτυράς μου ο πατέρας που μ' έστειλε».

Του λέγανε λοιπόν «Πού 'ναι ο πατέρας σου;» Απο-

κρίθηκε ο Ιησούς «Μήτ' εμένα ξέρετε μήτε τον πα-

» τέρα μου• αν εμένα ξέρατε, και τον πατέρα μου θα

» ξέρατε». Αυτά τα μίλησε ο Ιησούς κοντά στο τα-

μείο [του ναού] διδάσκοντας μέσα στο ναό, και κανείς

δεν τον έπιασε γιατί δεν είχε ακόμα φτάσει η ώρα του.

28. Τους είπε λοιπόν πάλι «Εγώ πηγαίνω και θα

» με ζητήστε, κι’ από την αμαρτία σας θα θανατω-

» θείτε. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε δε μπορεί-

» τε». Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Μήπως θα σκο-

» τωθεί; Γιατί λέει Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε

» δε μπορείτε». Και τους έλεγε «Εσείς από τα κά-

» του είστε, εγώ 'μαι από τα πάνου• εσείς είστε απ'

» αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυ-

» τόν. Σας είπα λοιπόν πως θα θανατωθείτε από τις

» αμαρτίες σας, γιατί α δεν πιστέψτε πως είμαι εγώ,

» θα θανατωθείτε από τις αμαρτίες σας». Του λέγανε

λοιπόν «Πιος είσαι εσύ;» Τους είπε ο Ιησούς «Γιατί

» πρώτα σας μιλώ; Πολλά έχω για σας να πω και να

» καταδικάσω• όμως ο στάλτης μου είναι αληθινός,

» κι’ εγώ όσα άκουσα από κείνον, αυτά λέω [εδώ] στον

» κόσμο». Δεν ένιωσαν πως τον πατέρα τους έλεγε.

Είπε λοιπόν ο Ιησούς πως «Όταν ανεβάστε το γιο

» τ' ανθρώπου, τότες θα μάθετε πως εγώ είμαι και

» δικό μου τίποτα δεν κάνω, παρά καθώς με δίδαξε

» ο πατέρας μου, αυτά μιλώ. Κι' είναι μαζί μου ο

» στάλτης μου• μονάχο δε μ' αφήκε, τι εγώ τους ορι-

» σμούς του κάνω πάντα». Και λέγοντας αυτά ο Ιη-

σούς, πολλοί τον πίστεψαν.

29. Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς στους Ιουδαίους που

τον πίστεψαν «Αν εσείς μείνετε στο λόγο μου, αλη-

» θινά 'στε μαθητάδες μου και θα μάθετε την αλήθια

» κι’ η αλήθια θα σας λευτερώσει». Τ' αποκρίθηκαν

« Του Αβραάμ είμαστε σπέρμα και κανενός ποτές δε

» γίναμε ακόμα σκλάβοι• πως εσύ λες πως θα λευτε-

» ρωθείτε;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Αλήθια α-

» λήθια σας λέω, πως όπιος κάνει την αμαρτία, σκλά-

» βος είναι της αμαρτίας• κι’ ο σκλάβος δε μένει στο

» σπίτι αιώνια, ο γιος μένει αιώνια. Α λοιπόν ο γιος

» σας λευτερώσει, αληθινά θα λευτερωθείτε. Ξέρω πως

» είστε σπέρμα του Αβραάμ• όμως ζητάτε να με θα-

» νατώστε, γιατί ο λόγος μου δε χωρεί μέσα σας. Όσα

» εγώ είδα στου πατέρα, αυτά μιλώ• κι’ εσείς λοι-

» πόν όσα ακούσατε από τον πατέρα [σας], [αυτά] κά-

» νετε». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Πατέρας μας είναι

» ο Αβραάμ». Τους λέει ο Ιησούς «Αν είστε παιδιά

» του Αβραάμ τα έργα του Αβραάμ θα κάνατε• τώ-

» ρα όμως θέτε να με θανατώστε, άνθρωπο που σας

» είπα την αλήθια π' άκουσα από το Θεό. Αυτό δεν

» τόκανε ο Αβραάμ• εσείς τα έργα του πατέρα σας

» κάνετε». Τούπαν «Εμείς απ' ατιμιά δε γεννηθήκα-

» με• έναν πατέρα έχουμε, το Θεό». Τους είπε ο Ιησούς

« Αν ο Θεός είταν ο πατέρας σας, εμένα θα μ' α-

» γαπούσατε, τι εγώ από το Θεό βγήκα κι’ έρχουμαι•

» γιατί και μόνος μου δεν ήρθα, μόνε εκείνος μ' έστει-

» λε. Γιατί δε νιώθετε ό,τι σας μιλώ; Επειδή δε μπο-

» ρείτε ν' ακούστε τα λόγια μου. Εσείς είστε από πα-

» τέρα το Διάβολο, και τους ορισμούς του πατέρα σας

» θέλετε να κάντε• εκείνος φονιάς ανθρώπων είταν από

» την αρχή, και με την αλήθια δεν πηγαίνει γιατί

» μέσα του δεν έχει αλήθια. Όταν ψέματα λαλεί, δικά

» του λαλεί, γιατί ψεύτης είναι [καθώς] κι’ ο πατέρας

» του. Εγώ όμως γιατί λέω την αλήθια, δε με πιστεύ-

» ετε. Πιος σας με βγάζει αμαρτωλό; Α λέω αλήθια,

» εσείς γιατί δε με πιστεύετε; Όπιος είναι από το Θεό,

» τα λόγια του Θεού τ' άκουες• για τούτο εσείς δεν

» τ' ακούτε, γιατί από το Θεό δεν είστε». Απάντησαν

οι Ιουδαίοι και τούπαν «Καλά εμείς δε λέμε πως εσύ

» είσαι Σαμαρείτης κι’ έχεις δαιμόνιο;» Αποκρίθηκε ο

Ιησούς «Εγώ δαιμόνιο δεν έχω παρά τιμώ τον πα-

» τέρα μου, κι’ εσείς δε με τιμάτε. Κι' εγώ δε ζητώ τη

» δόξα μου• υπάρχει αυτός που τη ζητά κι’ αποφασί-

» ζει. Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος φυλάξει τα λό-

» για μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα». Τούπαν οι

Ιουδαίοι «Τώρα ξέρουμε πως έχεις δαιμόνιο. Ο Α-

» βραάμ πέθανε κι’ οι προφήτες, κι’ εσύ λες Όπιος φυ-

» λάξει τα λόγια μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα;

» Εσύ 'σαι τάχα μεγαλύτερος του πατέρα μας του Α-

» βραάμ που πέθανε κι’ οι προφήτες πέθαναν; Τι λέει

» πως είσαι;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μόνος μου

» εγώ δοξαστώ, η δόξα μου δεν είναι τίποτα. Υπάρ-

» χει ο πατέρας μου που με δοξάζει, που λέτε εσείς

» πως είναι Θεός σας, και δεν τόνε γνωρίζετε, μα εγώ

» τον ξέρω• κι’ αν πω πως δεν τον ξέρω, θα γενώ ό-

» μιος σας, ψεύτης. Όμως τον ξέρω και φυλάω τα λό-

» για του. Ο Αβραάμ ο πατέρας σας αναγάλλιασε με

» το να δει τη μέρα μου, και την είδε και χάρηκε».

Τούπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Πενήντα χρονών δεν εί-

» σαι ακόμα και τον Αβραάμ είδες;» Τους είπε ο

Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, πρι γεννηθεί ο Α-

» βραάμ υπάρχω εγώ». Πήρανε λοιπόν πέτρες ναν του

ρήξουν• ο Ιησούς κρύφτηκε και βγήκε από το ναό.

[9] 30. Και περνώντας είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλό.

Και τόνε ρώτησαν οι μαθητάδες του κι’ είπανε «Ραβ-

» βεί, πιος έκανε αμαρτία, αυτός ή οι γονιοί του, για

» να γεννηθεί τυφλός;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μήτε

» αυτός έκανε αμαρτία μήτε οι γονιοί του, παρά για

» να φανερωθούνε μέσο του τα έργα του Θεού. Πρέπει

» εμείς να δουλεύουμε τα έργα του στάλτη μου όσο

» είναι μέρα• έρχεται η νύχτα όταν κανείς δε μπορεί

» να δουλέψει. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είναι του

» κόσμου». Όταν είπε αυτά, έφτυσε χάμου κι’ έκανε

λάσπη από το φτύσιμο, και τούβαλε τη λάσπη στα

μάτια απάνου και τούπε «Πήγαινε πλύσου στο λου-

» τρό του _ Σιλωάμ _ (που θα πει _ απόστολος _ )». Έφυγε

βλέποντας. Οι γειτόνοι λοιπόν κι’ όσοι πριν τον έβλε-

παν πως είτανε ζητιάνος, λέγανε «Δεν είναι αυτός που

» κάθεται και ζητιανεύει;» Άλλοι λέγανε πως «Αυ-

» τός είναι»• άλλοι λέγανε «Όχι, παρά του μιάζει» •

εκείνος έλεγε πως «Εγώ είμαι». Του λέγανε λοιπόν

« Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» Αποκρίθη εκείνος «Ο

» άνθρωπος που τόνε λεν Ιησού έκανε λάσπη και μ' ά-

» λειψε τα μάτια, και μούπε πως Πήγαινε στο Σιλωάμ

» και πλύσου. Πήγα λοιπόν, κι’ άμα πλύθηκα είδα».

Και τούπαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Λέει «Δεν ξέ-

» ρω». Τον πηγαίνουνε στους Φαρισαίους τον άλλοτες

τυφλό. Κι' είτανε σαββάτο η μέρα όταν έκανε ο Ιησούς

τη λάσπη και τ' άνοιξε τα μάτια. Πάλι λοιπόν τόνε

ρωτούσανε κι οι Φαρισαίοι πώς είδε. Κι' εκείνος τους

είπε «Λάσπη μούβαλε στα μάτια απάνου, και πλύθηκα

» και βλέπω». Λέγανε λοιπόν από τους Φαρισαίους

μερικοί «Δεν είναι αυτός από το Θεό ο άνθρωπος, τι δε

» φυλάει το σαββάτο». Κι' άλλοι λέγανε «Πώς μπορεί

» άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτια σημάδια;» Κι'

είχανε διχόνια μεταξύ τους. Λέγανε λοιπόν πάλι του

τυφλού «Εσύ τι λες γι' αυτόν; γιατί σ' άνοιξε τα μά-

» τια;» Κι' εκείνος είπε «Γιατί είναι προφήτης». Δεν

πιστέψανε λοιπόν οι Ιουδαίοι πως τυφλός είταν εκεί-

νος κι’ είδε ως που φώναξαν τους γονιούς τ' ανθρώπου

πούδε και τους ρωτήσανε λέγοντας «Είναι αυτός ο γιος

» σας που λέτε εσείς πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοι-

» πόν βλέπει τώρα;» Απαντήσανε λοιπόν οι γονιοί

του κι’ είπαν «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας

» και πως γεννήθηκε τυφλός, μα πώς τώρα βλέπει

» δεν ξέρουμε• ή πιος τ' άνοιξε τα μάτια εμείς δεν

» ξέρουμε. Τον ίδιονε ρωτήστε• ηλικία έχει, αυτός

» ας μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γο-

νιοί του γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή είχα-

νε συφωνήσει πριν οι Ιουδαίοι πως αν κανείς τον κη-

ρύξει Χριστό, ν' αφοριστεί από το συναγώγι. Για τούτο

οι γονιοί του είπαν πως «Ηλικία έχει, ρωτήστε τον

» τον ίδιο». 31. Φωνάξανε λοιπόν τον άνθρωπο ξανά

τον πριν τυφλό και τούπανε «Δόξασε το Θεό. Εμείς

» ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός».

Αποκρίθηκε λοιπόν εκείνος «Αν είναι αμαρτωλός

» δεν ξέρω• ένα ξέρω, πως είμουνα τυφλός και τώρα

» βλέπω». Τούπανε λοιπόν «Τι σούκανε; πώς σ' ά-

» νοιξε τα μάτια;» Τους αποκρίθηκε «Σας τόπα τώρα

» και δεν ακούσατε; τι λοιπόν θέτε να ξανακούστε;

» Μήπως θέλετε κι’ εσείς να γίνετε μαθητάδες του;»

Και τον έβρισαν κι’ είπαν «Εσύ 'σαι εκείνου μαθητής,

» μα εμείς είμαστε του Μωυσή μαθητάδες. Εμείς ξέ-

» ρουμε πως του Μωυσή μίλησε ο Θεός• αυτόν δεν τον

» ξέρουμε από πού είναι». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος

και τους είπε «Εδώ ναι είναι το παράξενο, πως ε-

» σείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μ' άνοιξε τα μά-

» τια. Ξέρουμε πως ο Θεός αμαρτωλούς δε συνακούει•

» παρά αν είναι κανείς θεοφοβούμενος και κάνει το θέ-

» λημά του, αυτόνε συνακούει. Στον αιώνα δεν ακού-

» στη πως άνοιξε κανείς μάτια τυφλού γεννημένου. Αν

» αυτός δεν είταν από το Θεό, δε μπορούσε τίποτα

» να κάνει». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Μ' αμαρτίες

» εσύ ολόκληρος γεννήθηκες κι’ εσύ μας μαθαίνεις ε-

» μάς;» Και τόνε βγάλανε όξω.

Άκουσε ο Ιησούς πως τόνε βγάλανε όξω, και τον

ηύρε κι’ είπε «Εσύ πιστεύεις το γιο τ' ανθρώπου;»

« Και πιος είναι» είπε «Κύριε, για ναν τον πιστέψω;»

Τούπε ο Ιησούς «Και τον είδες, κι’ αυτός είναι που

» μιλά μαζί σου». Κι' εκείνος είπε «Πιστεύω, Κύ-

» ριε,» και τον προσκύνησε. Κι' είπε ο Ιησούς «Για

» δίκασμα ήρθα εγώ σ' αυτόν τον κόσμο που όσοι δε

» βλέπουνε να βλέπουν, κι’ όσοι βλέπουνε να τυφλω-

» θούν». Τ' άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι όσοι είτανε

μαζί του, και τούπαν «Μήπως κι’ εμείς είμαστε τυ-

» φλοί;» Τους είπε ο Ιησούς «Αν είσαστε τυφλοί, δε

» θάχατε αμαρτία. Μα τώρα λέτε πως Βλέπουμε• η

» αμαρτία σας μένει.

» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος δε μπαίνει από [10]

» τη μπασιά στη μάντρα των προβάτων, μόνε απ'

» αλλού ανεβαίνει, εκείνος είναι κλέφτης και κακούρ-

» γος• μα όπιος μπαίνει από τη μπασιά, βοσκός είναι

» των προβάτων. Σ' αυτόνε ο θυρωρός ανοίγει και τη

» φωνή του ακούνε τα πρόβατα, και τα πρόβατά του

» με τ' όνομά τους τα φωνάζει, και τα βγάζει [στη

» βοσκή]. Όταν όλα βγάλει τα δικά του, ομπρός τους

» περπατεί, και τα πρόβατα τον ακολουθούνε τι γνω-

» ρίζουν τη φωνή του• μα ξένο δε θ' ακολουθήσουνε,

» μόνε θα φύγουνε, τι δε γνωρίζουν τη φωνή των ξέ-

» νων». Αυτή την παροιμία τούς είπε ο Ιησούς, μα

εκείνοι δεν ένιωσαν τι τους έλεγε. 32. Είπε λοιπόν πάλι

ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, εγώ 'μαι η μπα

» σιά των προβάτων. Όλοι όσοι ήρθαν προτύτερά μου,

» κλέφτες είναι και κακούργοι• μα δεν τους άκουσαν

» τα πρόβατα [πως μπαίνουνε]. Εγώ 'μαι η μπα-

» σιά• αν από μένα μπει κανείς, θα σωθεί και θάμπει

» και θα βγει και θα βρει βοσκή. Ο κλέφτης δεν έρ-

» χεται παρά να κλέψει και να θύσει κι’ απολέσει• εγώ

» ήρθα για νάχουνε θροφή και περισσεύουν. Εγώ 'μαι

» ο βοσκός ο καλός. Ο βοσκός ο καλός δίνει τη ζωή

» του για τα πρόβατα• ο πλερωμένος και βοσκός μην

» όντας, που δεν είναι τα πρόβατα δικά του, βλέπει

» το λύκο πούρχεται κι’ αφίνει τα πρόβατα και φεύγει,

» κι’ ο λύκος τ' αρπάζει και σκορπά, γιατί είναι πλε-

» ρωμένος και δεν πονάει τα πρόβατα.

33.» Εγώ 'μαι ο βοσκός ο καλός, και γνωρίζω

» τα δικά μου και τα δικά μου με γνωρίζουν — καθώς

» με γνωρίζει ο πατέρας κι’ εγώ γνωρίζω τον πατέρα-

» και δίνω τη ζωή μου για τα πρόβατα. Έχω κι’

» άλλα πρόβατα που δεν είναι αυτής της στάνης• κι’

» εκείνα πρέπει ναν τα φέρω, και θ' ακούσουν τη φωνή

» μου, και θα γενούνε ένα κοπάδι, ένας βοσκός. Για

» τούτο μ' αγαπά ο πατέρας, γιατί εγώ δίνω τη ζωή

» μου για ναν τη λάβω πίσω. Κανείς δε μου την πήρε,

» μόνε εγώ τη δίνω μόνος μου. Εξουσία έχω ναν τη

» δώσω, κι’ εξουσία έχω ναν την πάρω πάλι• αυτή την

» προσταγή έλαβα από τον πατέρα μου». Διαιρέθη-

καν πάλι οι Ιουδαίοι γι' αυτούς τους λόγους. Και πολ-

λοί τους λέγανε «Δαιμονισμένος είναι και παραλαλεί•

» τι τον ακούτε;»• άλλοι λέγανε «Τα λόγια αυτά δεν

» είναι δαιμονισμένου• μήπως μπορεί δαιμόνιο ν' ανοί-

» ξει μάτια τυφλών;»

34. Είταν τότες τα εγκαίνια στα Ιεροσόλυμα. Εί-

τανε χειμώνας, και περπατούσε ο Ιησούς μέσα στο ναό

στο λιακωτό του Σολομώνα. Τον τριγυρίσανε λοιπόν οι

Ιουδαίοι και τούλεγαν «Ως πότε θα μας βγάζεις την

» ψυχή; Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες μας το ανοι-

» χτά». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας είπα και

» δεν πιστέψατε. Τα έργα που κάνω εγώ με τ' όνο-

» μα του πατέρα μου, αυτά 'ναι κηρυχτής μου• όμως

» εσείς δεν πιστεύετε γιατί δεν είστε από τα πρόβατά

» μου. Τα πρόβατά μου ακούν τη φωνή μου κι’ εγώ τα

» γνωρίζω• και μ' ακολουθούν κι’ εγώ τους δίνω ζωή

» παντοτινή, και δε θα χαθούνε στον αιώνα και κανείς

» δε θαν τ' αρπάξει από το χέρι μου. Ο πατέρας μου

» που μου τάδωκε είναι απ' όλους μεγαλύτερος, και

» κανείς δε μπορεί ν' αρπάξει από το χέρι του πατέρα.

» Ένα είμαστε, εγώ κι’ ο πατέρας». Σήκωσαν πάλε

πέτρες οι Ιουδαίοι ναν τον πετροβολήσουν. Τους απο-

κρίθηκε ο Ιησούς «Πολλά έργα σας έδειξα καλά από

» τον πατέρα• για πιο τους έργο με πετροβολάτε;»

Τ' αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι «Για καλό έργο δε σε πε-

» τροβολάμε, παρά για ασέβεια και γιατί εσύ όντας

» άνθρωπος γίνεσαι Θεός». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς

« Δεν είναι γραμένο μέσα στο Νόμο σας πως

» _ Εγώ είπα Είστε θεοί; _ Αν εκείνους είπε θεούς που

» λάβανε το λόγο του Θεού, και δε μπορεί να χα-

» λαστεί η Γραφή, εκείνονε π' άγιασε ο πατέρας κι’

» έστειλε στον κόσμο, εσείς του λέτε πως Ασεβείς,

» γιατί είπε Είμαι γιος του Θεού; Α δεν κάνω τα

» έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε• αν όμως κά-

» νω, [τότες] κι’ εμένα α δεν πιστεύετε, πιστέψτε τα

» έργα, για να μάθετε και γνωρίζετε πως μαζί μου ο

» πατέρας κι’ εγώ με τον πατέρα». Ζητούσαν πάλι

ναν τον πιάσουν• και βγήκε από τα χέρια τους, κι’ έ-

φυγε πάλι αντίπερα του Ιορδάνη, στο μέρος που βά-

φτιζε πριν ο Ιωάνης, κι’ έμενε εκεί. Και πολλοί ήρθαν

εκεί κι’ έλεγαν πως «Ο Ιωάνης ναι μεν δεν έκανε κα-

» νένα σημάδι, όμως όλα όσα είπε γι' αυτόν ο Ιωάνης

» είταν αληθινά», Και πολλοί τον πίστεψαν εκεί.

[11] 35. Κι' είταν ένας άρρωστος, ο Λάζαρος από τη

Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας

της αδερφής της. Κι' η Μαριάμ εκείνη π' άλειψε τον

Κύριο μυρουδικό και με τα μαλλιά της σφούγγισε τα

πόδια του, αυτή 'τανε που ο Λάζαρος ο αδερφός της

είταν άρρωστος. Του μήνησαν λοιπόν οι αδερφάδες κι’

είπαν «Κύριε, νά είναι άρρωστος εκείνος π' αγαπάς».

Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς είπε «Αυτή η αρρώστια

» δεν είναι για θάνατο μόνε για τη δόξα του Θεού, για

» να κάνει και να δοξαστεί ο γιος του Θεού». Κι' ο

Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της και

το Λάζαρο. Όταν άκουσε λοιπόν πως είναι άρρωστος,

τότ' έμεινε διο μέρες στο μέρος που βρίσκουνταν έπει-

τα κατόπι λέει στους μαθητάδες «Πάμε στην Ιου-

» δαία πάλι». Του λένε οι μαθητάδες «Ραββεί, ό,τι

» ζητούσανε να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και

» πάλι πας εκεί;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δεν είναι

» δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Όπιος περπατά την

» ημέρα, δε σκουντάφτει γιατί βλέπει το φως του κό-

» σμου τούτου• όπιος όμως περπατά τη νύχτα, σκουν-

» τάφτει γιατί δεν έχει μέσα του το φως». Είπε αυτά

και κατόπι τους λέει «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμή-

» θηκε• μόνε πάω ναν τον ξυπνήσω». Τούπανε λοιπόν

οι μαθητάδες «Κύριε, αν κοιμήθηκε, ο ύπνος του θα

» σωθεί». Κι' ο Ιησούς είχε πει για το θάνατο του•

μα εκείνοι νόμισαν πως το κοίμισμα του ύπνου λέει.

Τότες λοιπόν τους είπε ο Ιησούς ανοιχτά «Ο Λάζα-

» ρος πέθανε, και χαίρουμαι για σας, για να πιστέψτε,

» αφού δεν είμουν εκεί• μόνε πάμε στο Λάζαρο». Είπε

λοιπόν ο Θωμάς που τόνε λέγανε _ Δίδυμο _ στους συμμα-

θητάδες του «Πάμε κι’ εμείς να μας σκοτώσουνε μαζί

» του». Σαν ήρθε λοιπόν ο Ιησούς, τον ηύρε πούχε

τότες τέσσερεις μέρες μέσα στον τάφο.

Κι' είταν η Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα, ως

δεκαπέντε στάδια μακριά. 36. Και πολλοί Ιουδαίοι

είχαν ερθεί στης Μάρθας και Μαρίας, ναν τις παρη-

γορήσουνε για τον αδερφό. Λοιπόν η Μάρθα όταν ά-

κουσε πως έρχεται ο Ιησούς, βγήκε ναν τον προδεχτεί•

η Μαρία όμως έμενε σπίτι. Είπε λοιπόν η Μάρθα στον

Ιησού «Αν είσουν εδώ, δεν πέθαινε ο αδερφός μου•

» και τώρα ξέρω πως ό,τι ζητήσεις του Θεού θα σ' το

» δώσει ο Θεός». Της λέει ο Ιησούς «Θ' αναστηθεί ο

» αδερφός σου». Του λέει η Μάρθα «Ξέρω πως θ' α-

» ναστηθεί κατά την ανάσταση τη στερνή τη μέρα».

Της είπε ο Ιησούς «Εγώ 'μαι η ανάσταση κι’ η ζωή.

» Όπιος με πιστεύει, κι’ αν πεθάνει θα ζήσει• κι’ όπιος

» ζει και με πιστεύει, δε θα πεθάνει στον αιώνα. Το

» πιστεύεις αυτό;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εγώ πι-

» στεύω πως εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του Θεού πού-

» ναι νάρθει στον κόσμο». Και σαν τόπε αυτό, έφυγε

και φώναξε κρυφά τη Μαριάμ την αδερφή της κι’ είπε

« Ο δάσκαλος ήρθε και σε φωνάζει». Κι' εκείνη σαν

τάκουσε, σηκώθη γλήγορα και πήγαινε στον Ιησού•

κι’ ο Ιησούς δεν είχε ακόμα φτάσει στο χωριό, μόνε

είταν ακόμα στο μέρος όπου τον προδέχτηκε η Μάρθα.

Οι Ιουδαίοι λοιπόν πούτανε μαζί της σπίτι και την

παρηγορούσαν, σαν είδαν τη Μαριάμ πως γλήγορα ση-

κώθηκε και βγήκε, την ακολουθήσανε θαρρώντας πως

πάει στον τάφο για να κλάψει εκεί. Η Μαριάμ λοιπόν

σαν έφτασε στο μέρος πούταν ο Ιησούς, μόλις τον είδε

και τούπεσε στα πόδια λέγοντάς του «Κύριε, αν είσουν

» εδώ, δε μου πέθαινε ο αδερφός [μου]». Ο Ιησούς

λοιπόν, όταν την είδε πούκλαιγε και πούκλαιγαν [κι’]

οι Ιουδαίοι όσοι ήρθανε μαζί της, στέναξε η καρδιά

του και συγκινήθη κι’ είπε «Πού τόνε θάψατε;» Του

λένε «Κύριε, έλα να δεις». Δάκρυσε ο Ιησούς. Λέγανε

λοιπόν οι Ιουδαίοι «Κοίτα πώς τον αγαπούσε». Και

μερικοί τους είπανε «Δε μπορούσε αυτός π' άνοιξε τα

» μάτια του τυφλού να κάνει που κι’ αυτός να μην

» πεθάνει;» Ο Ιησούς λοιπόν πάλι στενάζοντας μέσα

του έρχεται στον τάφο• κι’ είτανε βραχότρυπα κι’ α-

πάνου της βαλμένη πέτρα. Λέει ο Ιησούς «βγάλτε

» την πέτρα». Του λέει η αδερφή του πεθαμένου η

Μάρθα «Κύριε, μυρίζει τώρα• γιατί είναι τέσσερων με-

» ρών». Της λέει ο Ιησούς «Δε σου είπα πως αν ίσως

» πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;» Βγάλανε

λοιπόν την πέτρα• κι’ ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια κι’

είπε «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που μ' άκουσες. Εγώ όμως

» ήξερα πως πάντα μ' ακούς• μόνε τόπα για το λαό

» τριγύρω, για να πιστέψουν πως εσύ μ' έστειλες».

Κι' όταν τάπε αυτά, φώναξε με φωνή μεγάλη «Λά-

» ζαρε, έλα όξω». Και βγήκε ο νεκρός σαβανωμένος

χεροπόδαρα, κι’ είτανε το πρόσωπό του δεμένο γύρω με

προσόψι. Τους λέει ο Ιησούς «Λύστε τον κι’ αφίστε

» τον να σήρει». Πολλοί λοιπόν Ιουδαίοι, πούχαν ερ-

θεί στης Μαριάμ κι’ είδαν όσα έκανε, τον πίστεψαν

μερικοί τους όμως πήγανε στους Φαρισαίους και τους

είπαν όσα έκανε ο Ιησούς.

37. Μαζεύανε οι ποωτοπαπάδες λοιπόν κι’ οι Φα-

ρισαίοι συβούλιο κι’ έλεγαν «Τι κάνουμε, γιατί αυτός

» ο άνθρωπος κάνει πολλά σημάδια. Αν τον αφίσουμε

» έτσι, όλοι θαν τον πιστέψουν, και θάρθουν οι Ρω-

» μαίοι και θα μας καταστρέψουν πατρίδα κι’ έθνος».

Κι' ένας τους κάπιος Καϊάφας, αρχιπαπάς όντας του

χρόνου εκείνου, τους είπε «Εσείς δεν ξέρετε τίποτα,

» μηδέ στοχάζεστε πώς μας συφέρνει ένας άνθρωπος

» να πάει για το καλό του λαού κι’ όχι να χαθεί ολό-

» κληρο το έθνος». Κι' αυτός δεν είτανε δικός του

λόγος, μόνε αρχιπαπάς όντας εκείνου του χρόνου προ-

φήτεψε πως είτανε να πεθάνει ο Ιησούς για το καλό

του έθνους, κι’ όχι για το καλό του έθνους μοναχά

παρά και για να συνάξει σ' ένα τα παιδιά του Θεού

τα σκορπισμένα.

38. Από κείνη λοιπόν τη μέρα αποφασίσανε ναν

τόνε θανατώσουν. Ο Ιησούς λοιπόν δεν περπατούσε

πια ανάμεσα στους Ιουδαίους φανερά, μον έφυγε από

κει [και πήγε] σε μέρος κοντά στην έρημο, σε χώρα

που τη λεν Εφραίμ κι’ έμενε εκεί μαζί με τους μα-

θητάδες. Και σίμωνε το πάσκα των Ιουδαίων, και

πριν το πάσκα ανέβηκαν πολλοί από τα ξώχωρα στα

Ιεροσόλυμα για να καθαριστούν. Ζητούσανε λοιπόν

τον Ιησού και λέγανε μεταξύ τους στέκοντας μέσα

στο ναό «Τι λέτε; πως δε θαρθεί στη σκόλη;» Κι'

είχανε δώσει οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι προ-

σταγές, πως αν κανένας μάθει πούναι, να μηνήσει για

ναν τον πιάσουν.

[12] 39. Ο Ιησούς λοιπόν έξη μέρες πριν το πάσκα

πήγε στη Βηθανία όπου βρίσκουνταν ο Λάζαρος π' α-

νάστησε από τους νεκρούς ο Ιησούς. Τούκαναν εκεί λοι-

πόν τραπέζι, κι’ η Μάρθα υπερετούσε κι’ ο Λάζαρος εί-

ταν ένας από τους καθισμένους μαζί του. Η Μαριάμ

λοιπόν πήρε μια λάτρα μυρουδικό από ναρδόσταμο πο-

λύτιμο κι’ άλειψε τα πόδια του Ιησού, και του σφούγ-

γισε με τα μαλλιά της τα ποδάρια• και το σπίτι γιό-

μισε από την ευωδιά του μυρουδικού. Και λέει ο Ιού-

δας ο Ισκαριώτης, ένας μαθητής του, πούτανε ναν

τον παραδώσει «Γιατί αυτό το μυρουδικό δεν πουλή-

» θηκε τρακόσα δηνάρια και δε δόθηκε σε φτωχούς;»

Και τόπε αυτό όχι γιατί τον έμελε για τους φτωχούς,

μόνε γιατί είταν κλέφτης κι’ έχοντας το κουτί βα-

στούσε τις συνεισφορές. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Άφισέ

» την κι’ ας το φυλάξει για τη μέρα της θαφής μου•

» γιατί πάντα τους φτωχούς τους έχετε μαζί σας, μα

» εμένα πάντα δε μ' έχετε». Έμαθε λοιπόν πλήθος

πολύ των Ιουδαίων πως είναι εκεί, κι’ ήρθαν όχι μο-

ναχά για τον Ιησού, παρά για να δούνε και το Λά-

ζαρο π' ανάστησε από τους νεκρούς. Κι' αποφασίσανε

οι πρωτοπαπάδες να θανατώσουν και το Λάζαρο, γιατί

απ' αφορμή του πήγανε πολλοί Ιουδαίοι και πίστεψαν

τον Ιησού.

40. Την κατόπι μέρα το μεγάλο πλήθος πούχε έρθει

στη σκόλη, σαν άκουσαν πως έρχεται ο Ιησούς στα

Ιεροσόλυμα, πήραν τα χουρμαδόκλαδα και βγήκανε

ναν τον προδεχτούν, κι’ έκραξαν «Ωσαννά. Βλογητός

» αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου» κι’ «Ο

» βασιλέας του Ισραήλ». Κι' ο Ιησούς βρήκε ένα ονάρι

και κάθησε απάνου, καθώς είναι γραμένο _ Μη φοβάσαι,

κόρη της Σιών νά έρχεταί σου ο βασιλέας σου καθι-

σμένος σ' όνισσας πουλάρι _ . Αυτά δεν τάνιωσαν οι μα-

θητάδες του πρώτα, όμως σα δοξάστηκε ο Ιησούς, τό-

τες θυμήθηκαν πως αυτά για κείνον είτανε γραμένα κι’

αυτά τούκαναν. Κήρυχνε λοιπόν ο κόσμος πούτανε μα-

ζί του ότα φώναξε από τον τάφο το Λάζαρο και τον

ανάστησε από τους νεκρούς• για τούτο και βγήκε ναν

τον προδεχτεί κι’ ο λαός, γιατί άκουσαν πως έκανε ο

Ιησούς εκείνο το σημάδι. Είπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι

μεταξύ τους «Βλέπετε πως τίποτα καλό δεν κάνετε;

» Νά πήγε ο κόσμος ξοπίσω του».

41. Κι' είτανε μερικοί Έλληνες απ' αυτούς π' ανέ-

βαιναν να προσκυνήσουνε στη σκόλη. Αυτοί λοιπόν πή-

γανε στο Φίλιππο, εκείνον από τη Βηθσαϊδά της Γα-

λιλαίας, και τον παρακαλούσαν κι’ έλεγαν «Αφέντη,

» θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Πάει ο Φίλιππος και

το λέει τ' Αντρέα• πάει ο Αντρέας κι’ ο Φίλιππος και

το λένε του Ιησού. Κι' ο Ιησούς τους αποκρίνεται και

λέει «Ήρθε η ώρα που θα δοξαστεί ο γιος τ' ανθρώπου.

» Αλήθια αλήθια σας λέω, αν το σταρόσπυρο πέσει

» κατά γης και δεν πεθάνει, αυτό μονάχα μένει• αν

» όμως πεθάνει, βγάζει καρπό πολύ. Όπιος αγαπά τη

» ζωή του, τη χάνει• κι’ όπιος μισεί τη ζωή του σ' ε-

» τούτον τον κόσμο, θαν τη φυλάξει ως σ' ύπαρξη παν-

» τοτινή.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 14 / 16 段