10. Κι' είταν ένας Φαρισαίος μ' όνομα Νικόδημος [3]

προεστός των Ιουδαίων. Αυτός πήγε νύχτα στον Ιησού

και τούπε «Ραββεί, ξέρουμε πως από το Θεό ήρθες δά-

» σκαλος, τι δε μπορεί κανείς να κάνει τα σημάδια αυ-

» τά που κάνεις εσύ εξόν αν είναι ο Θεός μαζί του».

Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Αλήθια αλήθια

» σου λέω, αν κανείς δε γεννηθεί από πάνου, δε μπορεί

» να δει τη βασιλεία του Θεού». Του λέει ο Νικόδη-

μος «Πώς γίνεται άνθρωπος να γεννηθεί όντας γέρος;

» Μήπως μπορεί να ξαναμπεί μέσα στην κοιλιά της

» μητέρας του και να γεννηθεί;» Αποκρίθηκε ο Ιη-

σούς «Αλήθια αλήθια σου λέω, α δε γεννηθεί κανείς

» από νερό και πνέμα, αδύνατο να μπει στη βασιλεία

» του Θεού. Το γεννημένο από τη σάρκα σάρκα είναι,

» και το γεννημένο από το πνέμα πνέμα είναι. Μην

» απορήσεις που σούπα Πρέπει να γεννηθείτε από πά-

» νου. Η πνοή όπου θέλει πνέει και τη βουή της την

» ακούς, όμως δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού

» πηγαίνει• έτσι είναι ο κάθε γεννημένος από το πνέ-

» μα». Αποκρίθηκε ο Νικόδημος και τούπε «Πώς

» μπορούν αυτά να γίνουν;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και

τούπε «Εσύ 'σαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι’ αυτά δεν

» τα κατέχεις; Αλήθια αλήθια σου λέω, πως ό,τι ξέ-

» ρουμε λέμε κι’ ότι είδαμε κηρύχνουμε, και το κήρυγ-

» μά μας δεν το δέχεστε. Αν τα γήινα σας είπα και

» δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψτε α σας πω τα ουρά-

» νια; Και κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό εξόν όπιος

» κατέβηκε από τον ουρανό, ο γιος τ' ανθρώπου. Και

» καθώς ο Μωυσής έστησε ψηλά το φείδι μέσα στην

» έρημο, έτσι πρέπει να στηθεί ψηλά [κι’] ο γιος τ' αν-

» θρώπου, που όπιος τον πιστεύει νάχει ζωή παντο-

» τινή. Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, που

» και το γιο του έδωκε το μονογέννητο, π' όπιος τον

» πιστεύει να μη χάσει παρά νάχει ζωή παντοτινή.

» Γιατί δεν έστειλε ο Θεός το γιο του στον κόσμο να

» καταδικάσει τον κόσμο, παρά για να κάνει κι’ ο κό-

» σμος να σωθεί. Όπιος τον πιστεύει δεν καταδικάζε-

» ται, κι’ όπιος δεν πιστεύει είναι κι’ όλας καταδικα-

» σμένος γιατί δεν πίστεψε τ' όνομα του μονογέννητου

» γιου του Θεού. Κι' είναι για τούτο η καταδίκη,

» γιατί ήρθε το φως στον κόσμο και προτιμήσανε οι

» ανθρώποι το σκοτάδι από το φως• γιατί είτανε κακά

» τα έργα τους. Γιατί όπιος κάνει έργατα άσκημα,

» μισεί το φως και δεν πάει κοντά στο φως για να μην

» αποδειχτούν τα έργα του• μα όπιος κάνει την αλή-

» θια, πάει κοντά στο φως για ναν του φανερωθούν τα

» έργα, τι είναι κανωμένα με Θεό».

11. Κατόπι πήγε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του

στον τόπο της Ιουδαίας, κι’ έμενε εκεί μαζί τους και

βάφτιζε. Και βάφτιζε κι’ ο Ιωάνης στην Αινών κοντά

στο Σαλείμ — γιατί εκεί 'τανε νερά πολλά — και πή-

γαινε ο κόσμος και βαφτίζουνταν, γιατί δεν είχε ακό-

μα ο Ιωάνης φυλακιστεί. Λοιπόν φιλονεικήσανε οι μα-

θητάδες του Ιωάνη μ' έναν Ιουδαίο για καθαρισμό.

Και πήγαν κι’ είπανε του Ιωάνη «Ραββεί, εκείνος

» πούτανε μαζί σου αντίπερα του Ιορδάνη, που εσύ

» τον κήρυξες, κοίτα αυτός βαφτίζει κι όλοι σ' εκεί-

» νον πάνε». Αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε «Τίποτα

» δε μπορεί να λάβει ο άνθρωπος α δεν του δόθηκε από

» τον ουρανό. Είστε μάρτυρες μου εσείς οι ίδιοι πως

» εγώ είπα Δεν είμαι εγώ ο Χριστός παρά πως στάλ-

» θηκα προτύτερά του. Όπιος έχει τη νύφη 'ναι γαμ-

» πρός• κι’ ο φίλος του γαμπρού που στέκεται και τον

» ακούει, χαρά χαίρεται με τη φωνή του γαμπρού.

» Λοιπόν αυτή η χαρά η δική μου έγινε. Αυτός να

» μεγαλώνει πρέπει και να μικραίνω εγώ. Όπιος έρχε-

» ται από πάνου, απάνου απ' όλους είναι. Όπιος είναι

» από τη γη, από τη γη 'ναι κι’ από τη γη λαλεί•

» όπιος έρχεται από τον ουρανό, απάνου απ' όλους εί-

» ναι. Ό,τι είδε κι’ άκουσε, εκείνο κηρύχνει, και το

» κήρυγμά του κανείς δεν το δέχεται• όπιος δέχεται

» το κήρυγμά του, έβαλε τη βούλα του πως είναι αλη-

» θινός ο Θεός. Γιατί όπιον έστειλε ο Θεός, τα λόγια

» του Θεού λαλεί, τι δίνει αμέτρητα το πνέμα. Ο

» πατέρας αγαπά το γιο, κι’ όλα τα πάντα τάδωκε

» στο χέρι του. Όπιος πιστεύει το γιο, έχει ζωή παν-

» νοτινή• όπιος όμως παρακούει το γιο, δε θα δει ζωή

» μόνε κάθεται απάνου του η οργή του Θεού».

12. Σαν έμαθε λοιπόν ο Κύριος πως τ' άκουσαν οι [4]

Φαρισαίοι πως ο Ιησούς πιο πολλούς μαθητάδες κάνει

και βαφτίζει από τον Ιωάνη (αν κι’ αλήθια ο Ιησούς

δε βάφτιζε ο ίδιος, μόνε οι μαθητάδες του), άφισε την

Ιουδαία κι’ έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. Κι' έπρεπε

να περάσει από τη Σαμάρεια. Φτάνει λοιπόν σε χώρα

της Σαμάρειας που τη λέγανε Σιχάρ κοντά στο μέρος

το δοσμένο από τον Ιακώβ στον Ιωσήφ το γιο του•

κι’ εκεί 'ταν ένα πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν

κουρασμένος από το δρόμο κάθουνταν έτσι σιμά στο

πηγάδι• η ώρα είταν ως έξη. Έρχεται γυναίκα από τη

Σαμάρεια να βγάλει νερό. Της λέει ο Ιησούς «Δώσε

» μου να πιώ», γιατί οι μαθητάδες του είχαν πάει

στη χώρα να ψωνίσουν. Του λέει λοιπόν η γυναίκα

η Σαμαρείτισσα «Πώς εσύ Ιουδαίος όντας ζητάς να

» πιείς από μένα, γυναίκα Σαμαρείτισσα; Γιατί δε

» συντροφιάζουν Ιουδαίοι με Σαμαρείτες». Αποκρί-

θηκε ο Ιησούς και της είπε «Αν ήξερες το χάρισμα

» του Θεού και πιος σου λέει Δώσε μου να πιώ, εσύ

» θαν του ζητούσες και θα σούδινε νερό ζωντανό».

Του λέει «Κύριε, μήτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι

» 'ναι βαθύ• λοιπόν πώς έχεις το νερό το ζωντανό;

» Μην είσαι μεγαλύτερος εσύ απ' τον πατέρα μας τον

» Ιακώβ που μας έδωκε το πηγάδι κι’ ήπιε από το

» πηγάδι ο ίδιος [καθώς] κι’ οι γιοί του και τα θρέμ-

» ματά του;»

Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε «Όπιος πίνει

» από τούτο το νερό, θα διψάσει πάλι• μα όπιος πιεί

» νερό που θαν του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώ-

» να, μόνε το νερό που θαν του δώσω θενά γίνει μέσα

» του πηγή νερού που θ' αναβρύζει ως σε ζωή παντο-

» τινή». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, δώσε μου το

» αυτό το νερό, για να μη διψώ μηδ' έρχουμαι ως εδώ

» να βγάζω». Της λέει «Σήρε φώναξε τον άντρα σου•

» και γύρισε εδώ». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του εί-

πε «Δεν έχω άντρα». Της λέει ο Ιησούς• «Καλά εί-

» πες πως Άντρα δεν έχω• γιατί είχες πέντε άντρες,

» και τον άντρα πούχεις τώρα δεν είναι άντρας σου

» Αλήθια αυτό το είπες». Του λέει η γυναίκα «Κύριε,

» βλέπω πως προφήτης είσαι εσύ. Οι πατέρες μας σ' ε-

» τούτο το βουνό προσκύνησαν, κι’ εσείς λέτε πως στην

» Ιερουσαλήμ είναι το μέρος όπου πρέπει να προσκυ-

» νούμε». Της λέει ο Ιησούς «Πίστευέ με, [ω] γυναί-

» κα, πως φτάνει ώρα που μήτε σ' ετούτο το βουνό

» μήτε στα Ιεροσόλυμα δε θα προσκυνάτε τον πατέρα.

» Εσείς προσκυνάτε ό,τι δεν ξέρετε• εμείς προσκυνούμε

» ό,τι ξέρουμε, το πως η σωτηρία από τους Ιουδαίους

» είναι νάρθει. Όμως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν

» οι αληθινοί προσκυνητάδες θα προσκυνήσουν τον πα-

» τέρα με πνέμα και μ' αλήθια• γιατί κι’ ο πατέρας

» έτσι τους θέλει όσους τον προσκυνούν. Πνέμα ο Θεός•

» κι’ όσοι τον προσκυνούνε, με πνέμα και μ' αλήθια

» πρέπει ναν τον προσκυνούν». Του λέει η γυναίκα

« Ξέρω πως είναι νάρθει Μεσσίας (ο Χριστός που λένε)•

» όταν έρθει εκείνος, θα μας πει τα πάντα». Της λέει

ο Ιησούς «Εγώ 'μαι που σου μιλώ». Κι' εκείνη τη

στιγμή έφτασαν οι μαθητάδες του κι’ απορούσαν που

μιλούσε με γυναίκα• όμως κανείς δεν είπε «Τι θέλεις

» ή γιατί μιλείς μαζί της;» Άφισε λοιπόν τη στάμνα

της η γυναίκα και πήγε στη χώρα και λέει στους αν-

θρώπους «Ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου τάπε όλα

» όσα έκανα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» Βγή-

καν από τη χώρα και πηγαίνανε στον Ιησού.

13. Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητάδες

και λέγανε «Ραββεί, φάγε». Κι' εκείνος τους είπε

« Εγώ 'χω φαγητό να φάω που εσείς δεν το ξέρετε».

Λέγανε λοιπόν οι μαθητάδες μεταξύ τους «Μήπως

» τούφερε κανένας κι’ έφαγε;» Τους λέει ο Ιησούς

« Δικό μου φαγητό 'ναι το 'να κάνω το θέλημα του

» στάλτη μου και να τελειώσω τη δουλιά του. Εσείς δε

» λέτε πως τέσσερεις μήνες ακόμα και φτάνει ο θέρος;

» Νά σας λέω, σηκώστε τα μάτια σας, και κοιτάξτε

» τα χωράφια πως ασπρολογούνε [έτοιμα] για θερισμό.

» Τώρα παίρνει μεροδούλι ο θεριστής και συνάζει καρπό

» ως σε ζωή παντοτινή, που να χαίρεται ο σπάρτης

» μαζί κι’ ο θεριστής. Γιατί σε τούτο είναι αληθινός ο

» λόγος, πως άλλος είναι ο σπάρτης κι’ άλλος ο θερι-

» στής. Εγώ σας έστειλα να θερίστε σ' ό,τι εσείς δεν

» κοπιάσατε• άλλοι έκαναν τον κόπο, κι’ εσείς μπή-

» κατε στον κόπο τους».

Κι' από τη χώρα εκείνη πολλοί τον πίστεψαν Σα-

μαρείτες από τα λόγια της γυναικός που κήρυχνε πως

« Μου τάπε όλα όσα έκανα». Σαν ήρθανε λοιπόν οι

Σαμαρείτες, τον παρακαλούσανε να μείνει μαζί τους•

κι’ έμεινε εκεί διο μέρες. Και πολύ πιότερους έκανε και

πίστεψαν ο λόγος του, κι’ έλεγαν της γυναικός «Πια

» δεν πιστεύουμε απ' όσα είπες• γιατί οι ίδιοι ακού-

» σαμε, και ξέρουμε πως αυτός είναι αληθινά ο σωτή-

» ρας του κόσμου».

[14]. Κι' ύστερ' από τις διο τις μέρες βγήκε από κει

και πήγε στη Γαλιλαία. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς κή-

ρυξε πως προφήτη στη δική του την πατρίδα δεν τι-

μούν. Σαν έφτασε λοιπόν στη Γαλιλαία, τόνε δέχτη-

καν οι Γαλιλαίοι, γιατί 'χανε δει όλα όσα έκανε στην

Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη• γιατί είχαν πάει κι’ ε-

κείνοι στη γιορτή. Πήγε λοιπόν πάλι στην Κανά της

Γαλιλαίας όπου 'χε κάνει το νερό κρασί. Κι' είταν ένας

βασιλικός υπάλληλος π' ο γιος του είταν άρρωστος

στην Καφαρναούμ• αυτός σαν άκουσε πως έρχεται ο

Ιησούς από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε και

τον παρακαλούσε να κατεβεί και ναν του γιατρέψει το

γιο του• γιατί είτανε να πεθάνει. Τούπε λοιπόν ο Ιη-

σούς «Α δε δείτε σημάδια και τέρατα, δε θα πιστέ-

» ψτε». Του λέει ο βασιλικός [υπάλληλος] «Κύριε, έλα

» κάτου πριν πεθάνει το παιδί μου». Του λέει ο Ιη-

σούς «Πήγαινε, ο γιος σου ζει». Πίστεψε ο άνθρω-

πος το λόγο που τούπε ο Ιησούς, και πήγαινε. Κι'

ενώ πια κατέβαινε απάντησε τους σκλάβους του και

τούλεγαν πως «Το παιδί σου ζει». Ρώτησε λοιπόν

πια ώρα καλιτέρεψε. Τούπανε λοιπόν πως εχτές στις

εφτά η ώρα τον αφήκε η θέρμη• κατάλαβε λοιπόν ο

πατέρας πως εκείνη την ώρα όταν τούπε ο Ιησούς «Ο

» γιος σου ζει». Και πίστεψε, [κι’] αυτός κι’ όλο του

το σπιτικό. Κι' αυτό πάλι έκανε δεύτερο σημάδι ο

Ιησούς σαν πήγε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.

15. Κατόπι είτανε σκόλη των Ιουδαίων, κι’ ανέ-[5]

βηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Κι' είναι στα Ιερο-

σόλυμα κοντά στην προβατινή μπασιά λουτρό που

εβραίικα λέγεται Βηθσαϊδά με πέντε λιακωτά• εκεί

μέσα κοίτουνταν πλήθος οι αρρωστημένοι — στραβοί,

κουτσοί, πιασμένοι. Κι' είταν εκεί ένας άνθρωπος πού-

χε τριάντα οχτώ χρόνια την αρρώστια του• αυτόνε

όταν τον είδε ο Ιησούς πλαγιασμένο κάτου κι’ ένιωσε

πως έχει από πολύν καιρό, του λέει «Θέλεις να για-

» τρευτείς;» Του αποκρίθηκε ο αρρωστημένος «Κύ-

» ριε, δεν έχω άνθρωπο, που σα σαλέψει το νερό να με

» βάλει στο λουτρό& κι’ ενώ πηγαίνω εγώ, άλλος κα-

» τεβαίνει πριν». Του λέει ο Ιησούς «Σήκω, πάρε

» το κλινάρι σου και περπάτα». Κι' αμέσως έγινε ο

άνθρωπος καλά, και πήρε το κλινάρι του και περπα-

τούσε. Κι' είτανε σαββάτο εκείνη την ημέρα. Λέγανε

λοιπόν του γιατρεμένου οι Ιουδαίοι «Σαββάτο είναι,

» δεν πρέπει να σηκώνεις το κλινάρι». Κι' αυτός τους

αποκρίθηκε «Εκείνος που με γιάτρεψε, εκείνος μούπε

» Πάρε το κλινάρι σου και περπάτα». Τόνε ρωτού-

σανε λοιπόν «Πιος σούπε Πάρ' το και περπάτα;»

Κι' ο γιατρεμένος δεν ήξερε πιος είναι, γιατί ξέκοψε ο

Ιησούς επειδή 'ταν πλήθος μέσα εκεί. Κατόπι τόνε

βρίσκει ο Ιησούς μέσα στο ναό και τούπε «Νά έγινες

» καλά• μην κάνεις πια αμαρτίες, μήπως πάθεις τί-

» ποτα χειρότερο». Έφυγε ο άνθρωπος και πληροφό-

ρησε τους Ιουδαίους πως ο Ιησούς τον έκανε καλά.

Και για τούτο κατατρέχανε οι Ιουδαίοι τον Ιησού,

γιατί αυτά τάκανε το σαββάτο. Και τους αποκρίθηκε

« Ο πατέρας μου και τότε εργάζεται• εργάζουμαι κι’

» εγώ».

Για τούτο λοιπόν πιο πολύ ζητούσανε ναν τόνε θα-

νατώσουν οι Ιουδαίοι, γιατί όχι μοναχά χαλνούσε το

σαββάτο, παρά και πατέρα του έλεγε το Θεό κάνον-

τας τον εαυτό του ίσο του Θεού. Αποκρίθη λοιπόν και

τους έλεγε «Αλήθια αλήθια σας λέω, τίποτα δε μπο-

» ρεί να κάνει μοναχός του ο γιος, εξόν α βλέπει τον

» πατέρα που [το] κάνει• γιατί όσα κάνει εκείνος, αυτά

» το ίδιο κάνει κι’ ο γιος. Γιατί ο πατέρας αγαπά το

» γιο κι’ όλα του τα δείχνει όσα κάνει ο ίδιος, και

» μεγαλύτερά τους θαν του δείξει έργα, που ν' απο-

» ρείτε εσείς• γιατί όπως ο πατέρας ανασταίνει τους

» νεκρούς και ζωντανεύει, έτσι κι’ ο γιος όσους θέ-

» λει ζωντανεύει. Γιατί και δεν καταδικάζει ο πατέ-

» μας κανένα, μόνε κάθε καταδίκη την έδωκε του γιου,

» π' όλοι να τιμούν το γιο καθώς τιμούνε τον πατέρα.

» Όπιος δεν τιμά το γιο, δεν τιμά τον πατέρα που

» τον έστειλε. Αλήθια αλήθια σας λέω, πως όπιος α-

» κούει το λόγο μου και πιστεύει το στάλτη μου, έχει

» ζωή παντοτινή και δεν πάει σε καταδίκη, μονάχα

» πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Αλήθια αλήθια σας

» λέω, πως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν οι νεκροί

» θ' ακούσουν τη φωνή του γιου του Θεού, κι’ όσοι α-

» κούσουνε θα ζήσουν. Γιατί όπως ο πατέρας έχει μέσα

» του ζωή, έτσι και του γιου τούδωκε κι’ έχει μέσα

» του ζωή και τούδωκε εξουσία να καταδικάζει, γιατί

» είναι γιος ανθρώπου. Μην απορείτε αυτό, το πως

» φτάνει ώρα όταν όλοι μέσ' στα μνήματα θ' ακούσουν

» τη φωνή του, και θα βγούνε οι εργάτες του καλού

» σ' ανάσταση ζωής κι’ οι εργάτες του κακού σ' ανά-

» σταση καταδίκης. Δε μπορώ από μένα εγώ να κάνω

» τίποτα• καθώς ακούω καταδικάζω, κι’ η καταδίκη

» μου είναι δίκια, γιατί δε γυρεύω το δικό μου θέλημα

» παρά το θέλημα του στάλτη μου. Αν εγώ κηρύ-

» χνουμαι ο ίδιος, δεν είναι αληθινό το κήρυγμά μου•

» άλλος με κηρύχνει, και ξέρω πως είναι αληθινό το

» κήρυγμά του που κηρύχνει για μένα. Εσείς στείλατε

» στον Ιωάνη και κήρυξε την αλήθια• εγώ όμως δε

» γυρεύω ανθρώπου κήρυγμα, παρά σας λέω αυτά για

» να σωθείτε εσείς. Εκείνος είταν το λυχνάρι πούταν

» αναμένο κι’ έφεγγε, κι’ εσείς θελήσατε στο φως του

» να χαρείτε μια στιγμή. Εγώ όμως έχω κήρυγμα

» μεγαλύτερο από του Ιωάνη• γιατί τα έργα που μού-

» δωκε ο πατέρας να βγάλω πέρα, τα έργα αυτά που

» κάνω είναι κηρυχτής μου πως ο πατέρας μ' έστειλε.

» Κι' ο πατέρας που μ' έστειλε, εκείνος με κήρυξε.

» Μήτε ποτές φωνή του ακόμα δεν ακούσατε μήτε εί-

» δατε μορφή του, και το λόγο του δεν τον κρατάτε

» μέσα σας, γιατί τον αποσταλμένο του, αυτόν εσείς

» δεν τον πιστεύετε. Τις Γραφές τις ψάχνετε γιατί

» θαρρείτε πως μ' αυτές λαβαίνετε ζωή παντοτινή• κι’

» εκείνες είναι κηρυχτής μου, και δε θέλετε σ' εμένα

» νάρθετε για νάχετε ζωή. Δόξα απ' ανθρώπους δε

» ζητώ, παρά [σας τα λέω γιατί] σας ξέρω πως μέσα

» σας δεν έχετε την αγάπη του Θεού. Εγώ ήρθα στ'

» όνομα του πατέρα μου, και δε με δέχεστε• αν άλ-

» λος έρθει σ' όνομα δικό του, εκείνον θα δεχτείτε.

» Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψτε, που γυρεύετε ένας

» δόξα από τον άλλον, και τη δόξα που δίνει ο μόνος

» δε γυρεύετε; Μη νομίζετε πως θα σας κατηγορήσω

» εγώ στον πατέρα• υπάρχει ο κατήγορος σας στον

» πατέρα, ο Μωυσής που εσείς στηρίζεστε. Γιατί αν

» πιστεύατε το Μωυσή, θα με πιστεύατε [κι’] εμένα•

» γιατί εκείνος έγραψε για μένα. Αν όμως τα γραμένα

» εκείνου δεν πιστεύετε, πώς πιστεύετε τα λόγια μου;»

[6] 16. Κατόπι πήγε ο Ιησούς αντίπερα της λίμνης

της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδας• και τον ακολουθούσε

λαός πολύς, γιατί θωρούσαν τα σημάδια πούκανε με

τους αρρώστους. Κι' ανέβη το βουνό ο Ιησούς και κά-

θουνταν εκεί με τους μαθητάδες του. Και κόντευε το

πάσκα, η σκόλη των Ιουδαίων. Σήκωσε λοιπόν τα

μάτια ο Ιησούς, και θωρώντας πως έρχεται πολύς

λαός ναν τόνε βρει, λέει του Φιλίππου «Πού θ' αγο-

» ράσουμε ψωμιά για να φάνε αυτοί;» Κι' αυτό τό-

λεγε δοκιμάζοντάς τον γιατί ο ίδιος ήξερε τι θα κάνει.

Τ' αποκρίθη ο Φίλιππος «Διακόσα δηνάρια ψωμί δεν

» τους φτάνει για να πάρουν όλοι λίγο». Του λέει ένας

μαθητής του, ο Αντρέας ο αδερφός του Σίμωνα του

Πέτρου «Είναι ένα παιδί εδώ κι’ έχει πέντε κριθαρό-

» ψομα και διο ψάρια• μα τι είναι αυτά για τόσους;»

Είπε ο Ιησούς «Βάλτε τους ανθρώπους να καθήσουν».

Κι' είχε εκεί χορτάρια πολλά. Καθήσανε λοιπόν οι αν-

θρώποι, αριθμός ως πέντε χιλιάδες. Πήρε λοιπόν τα

ψωμιά ο Ιησούς, κι’ αφού δοξολόγησε μοίρασε στους

καθισμένους• το ίδιο κι’ από τα ψάρια όσο ήθελαν.

Κι' αφού χορτάσανε, λέει στους μαθητάδες του «Μα-

» ζέψτε τα κομάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί

» τίποτα». Μαζέψανε λοιπόν, και γιομίσανε δώδεκα

καλάθια με κομάτια από τα πέντε κριθαρόψωμα που

περίσσευαν απ' όσους έφαγαν. Οι ανθρώποι λοιπόν σαν

είδαν τι σημάδια έκανε, έλεγαν πως «Αυτός είναι

» αληθινά ο Προφήτης πούρχεται στον κόσμο».

17. Ο Ιησούς λοιπόν όταν ένιωσε πως σκοπεύουνε

ναρθούν και ναν τον αρπάξουν για ναν τον κάνουνε

βασιλέα, έφυγε πάλι στο βουνό καταμόναχος. Και σα

βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητάδες του στη λίμνη, και

μπήκανε σε καράβι και πήγαιναν αντίπερα της λίμνης

στην Καφαρναούμ. Κι' είχε σκοτεινιάσει πια κι’ ο Ιη-

σούς δεν είχε φτάσει ακόμα, κι’ η λίμνη φυσώντας ά-

νεμος μεγάλος φούσκωνε. Σαν τραβήξανε λοιπόν ως

εικοσιπέντε στάδια ή τριάντα, βλέπουν τον Ιησού που

περπατούσε στη λίμνη απάνου και σίμωνε στο καράβι,

και φοβήθηκαν. Κι' εκείνος τους λέει «Εγώ είμαι, μη

» φοβάστε». Θέλανε λοιπόν ναν τον πάρουνε στο κα-

ράβι, κι’ αμέσως βρέθηκε το καράβι στην ξηρά [εκεί]

που πήγαιναν.

18. Την κατόπι μέρα το πλήθος πούστεκε στ' αν-

τικρυνά της λίμνης είδαν πως άλλη βάρκα εκεί δεν

είταν εξόνε μια και πως δε μπήκε μαζί με τους μα-

θητάδες του ο Ιησούς στο καράβι, παρά [πως] έφυγαν

οι μαθητάδες μοναχοί (άλλα καράβια ήρθαν από την

Τιβεριάδα κοντά στο μέρος πούφαγαν το ψωμί σα δο-

ξολόγησε ο Κύριος)• ότα λοιπόν είδε ο λαός πως ο Ιη-

σούς δεν είναι εκεί, μήτε οι μαθητάδες του, μπήκανε

αυτοί στις βάρκες κι’ ήρθανε στην Καφαρναούμ ζη-

τώντας τον Ιησού, κι’ όταν τον ηύρανε στ' αντικρυνά

της λίμνης, τούπανε «Ραββεί, πότε έφτασες εδώ;»

Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς κι’ είπε «Αλήθια αλήθια

» σας λέω, με ζητάτε όχι γιατί είδατε σημάδια, μόνε

» γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Εργά-

» ζεστε όχι για τη θροφή που χάνεται, παρά για τη

» θροφή που μένει ως σε ζωή παντοτινή, που θα σας

» δώσει, ο γιος τ' ανθρώπου• γιατί εκείνον όρισε με τη

» σφραγίδα του ο πατέρας, ο Θεός». Τούπανε λοιπόν

« Τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα του

» Θεού; » Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Αυτό

» 'ναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε τον απόστολό

» του». Τούπανε λοιπόν «Λοιπόν τι σημάδι κάνεις

» εσύ που να δούμε και να σε πιστέψουμε; τι [έργο]

» εργάζεσαι; Οι πατέρες μας φάγανε στην έρημο το

» μάννα, καθώς είναι γραμένο _ Ψωμί τους έδωκε από

» τον ουρανό να φάνε _ ». Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς

« Αλήθια αλήθια σας λέω, δε σας έδωκε ο Μωυσής το

» ψωμί από τον ουρανό, μόνε ο πατέρας μου σας δίνει

» από τον ουρανό το ψωμί τ' αληθινό• γιατί το ψωμί

» του Θεού είναι όπιο κατεβαίνει από τον ουρανό δί-

» νοντας ζωή του κόσμου». Τούπανε λοιπόν «Κύριε,

» πάντα δίνε μας αυτό το ψωμί». Τους είπε ο Ιησούς

« Εγώ είμαι το ψωμί της ζωής. Όπιος έρχεται σ' εμέ-

» να δε θα πεινάσει, κι’ όπιος με πιστεύει δε θα διψά-

» σει ποτές. Όμως σας είπα πώς Και μ' είδατε και δεν

» πιστεύετε. Ό,τι δίνει μου ο πατέρας σ' εμένα θάρθει,

» κι’ όπιος έρχεται σ' εμένα δε θαν τόνε βγάλω όξω,

» γιατί κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το

» θέλημα το δικό μου παρά το θέλημα του στάλτη

» μου. Και το θέλημα του στάλτη μου είναι αυτό,

» απ' ό,τι μούδωκε να μη χάσω τίποτα, μόνε ναν τ' α-

» ναστήσω τη στερνή τη μέρα. Γιατί ετούτο 'ναι το

» θέλημα του πατέρα μου, το όπιος θωρά το γιο και

» τον πιστεύει νάχει ζωή παντοτινή και ναν τον ανα-

» στήσω εγώ τη στερνή τη μέρα».

19. Αγαναχτούσανε λοιπόν μαζί του οι Ιουδαίοι

γιατί είπε «Εγώ 'μαι το ψωμί που κατέβηκε από τον

» ουρανό», και λέγανε «Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο

» γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα

» του και τη μητέρα; Πώς τώρα λέει πως Κατέβηκα

» από τον ουρανό;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους

είπε «Μην αγαναχτείτε μεταξύ σας. Κανείς δε μπορεί

» νάρθει σ' εμένα εξόν αν τόνε σήρει ο πατέρας που

» μ' έστειλε, κι’ εγώ θαν τον αναστήσω τη στερνή τη

» μέρα. Είναι γραμένο μέσα στους Προφήτες _ Και θα

» γίνουν όλοι διδαχτοί του Θεού _ . Όπιος ακούσει από

» τον πατέρα και μάθει, έρχεται σ' εμένα. Όχι πως

» είδε κανείς τον πατέρα, εξόν όπιος έρχεται από το

» Θεό• αυτός είδε τον πατέρα. Αλήθια αλήθια σας

» λέω, όπιος πιστεύει έχει ζωή παντοτινή. Εγώ είμαι

» το ψωμί της ζωής. Οι πατέρες σας φάγανε στην έ-

» ρημο το μάννα και πέθαναν& αυτό 'ναι το ψωμί που

» κατεβαίνει από τον ουρανό, το ναν το φάει κανείς

» και να μην πεθαίνει. Εγώ είμαι το ψωμί το ζωντανό

» που κατέβη από τον ουρανό• όπιος φάει αυτό το ψω-

» μί θα ζήσει στον αιώνα. Και το ψωμί που δώσω

» εγώ η σάρκα μου είναι για τη ζωή του κόσμου».

20. Λογομαχούσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν

« Πώς αυτός μπορεί να μας δώσει να φάμε τη σάρκα

» του;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια

» σας λέω, α δε φάτε τη σάρκα του γιου τ' ανθρώπου

» και δεν πιείτε το αίμα του, μέσα σας ζωή δεν έχετε.

» Όπιος μου τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αί-

» μα, έχει ζωή παντοτινή και θαν τον αναστήσω εγώ

» τη στερνή τη μέρα• γιατί η σάρκα μου είναι αληθι-

» νή θροφή, και το αίμα μου αληθινό 'ναι πιόσιμο.

» Όπιος τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αίμα,

» μένει μέσα μου, κι’ εγώ μέσα του. Όπως μ' έστειλε

» ο ζωντανός πατέρας κι’ εγώ ζω από τον πατέρα, [έ-

» τσι] κι’ όπιος με τρώει θα ζήσει κι’ εκείνος από μένα.

» Αυτό 'ναι το ψωμί που κατέβη από τον ουρανό, όχι

» καθώς φάγανε οι πατέρες [σας] και πέθαναν• όπιος

» τρώει αυτό το ψωμί θα ζήσει στον αιώνα».

Αυτά είπε μέσα σε συναγώγι διδάσκοντας στην Κα-

φαρναούμ. Πολλοί λοιπόν άκουσαν μαθητάδες του κι’

είπανε «Τραχύς είναι αυτός ο λόγος' πιος μπορεί ναν

» τον ακούει;» Και σαν ένιωσε μέσα του ο Ιησούς πως

έκανε αυτό τους μαθητάδες του κι’ αγαναχτούσαν, τους

είπε «Αυτό σας πειράζει; Α βλέπετε λοιπόν το γιο

» τ' ανθρώπου κι’ ανεβαίνει όπου 'ταν πριν; Η πνοή

» ζωντανεύει, η σάρκα τίποτα δεν ωφελεί• τα λόγια

» που εγώ σας είπα, πνοή 'ναι και ζωή. Όμως μερικοί

» σας δεν πιστεύουν». Γιατί ήξερε από την αρχή ο

Ιησούς πιοι δεν πιστεύουν και πιος θαν τον παραδώ-

σει. Κι' έλεγε «Για τούτο σας είπα πως δε μπορεί κα-

» νείς νάρθει σ' εμένα α δεν του δόθηκε από τον πατέ-

» ρα». Για τούτο πολλοί μαθητάδες του έφυγαν πίσω

και δεν πήγαιναν πια μαζί του. Είπε λοιπόν ο Ιησούς

στους δώδεκα «Μήπως θέλετε κι’ εσείς να πάτε;»

Τ' αποκρίθηκε ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, σε πιόνε

» να πάμε; Ζωής παντοτινής έχεις λόγια, κι’ εμείς πι-

» στέψαμε και ξέρουμε πως εσύ 'σαι ο Άγιος του Θεού».

Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δε σας διάλεξα εγώ εσάς

» τους δώδεκα; Κι' ένας σας είναι διάβολος». Κι' έ-

λεγε τον Ιούδα του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί εί-

ταν αυτός ναν τον παραδώσει, ένας από τους δώδεκα.

21. Και κατόπι γύριζε ο Ιησούς μέσα στη Γαλι- [7]

λαία, γιατί δεν ήθελε να γυρνά μέσα στην Ιουδαία

επειδή ζητούσαν οι Ιουδαίοι ναν τόνε θανατώσουν.

Και κόντευε η σκόλη των Ιουδαίων, το καλυβοστή-

σιμο. Τούπανε λοιπόν οι αδερφοί του «Μη μένεις εδώ,

» μον πήγαινε στην Ιουδαία, για να δουν κι’ οι μαθη-

» τάδες τα έργα [σου] που κάνεις. Γιατί κανείς δεν

» κάνει τίποτα κρυφά π' απαιτεί να γνωρίζεται. Αν

» αυτά τα κάνεις, φανερώσου στον κόσμο». Γιατί

μήτε οι αδερφοί του δεν τον πίστευαν. Τους λέει λοι-

πόν ο Ιησούς «Η δική μου η ώρα ακόμα δεν έφτασε•

» όμως η δική σας ώρα πάντα εδώ 'ναι έτοιμη. Εσάς

» δεν μπορεί να σας μισεί ο κόσμος, μα εμένα με μισεί

» γιατί εγώ κηρύχνω πως είναι τα έργα του κακά.

» Πηγαίνετε εσείς απάνου στη σκόλη• σ' αυτή τη σκόλη

» δεν πηγαίνω ακόμα εγώ, γιατί η ώρα μου ακόμα

» δεν έφτασε». Κι' αφού τους τάπε αυτά, έμεινε στη

Γαλιλαία.

22. Κι' όταν ανέβηκαν τ' αδέρφια του στη σκόλη,

τότε ανέβηκε κι’ αυτός, όχι φανερά, μόνε [έτσι] σαν

κρυφά. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τόνε ζητούσανε στη σκόλη

κι’ έλεγαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Κι' είταν κρυφομί-

λημα πολύ για τον Ιησού μέσα στα πλήθη• άλλοι λέ-

γανε πως είναι καλός, κι’ άλλοι λέγανε «Όχι, μόνε

» παρασύρει το λαό». Κανείς όμως φανερά, δεν τόνε

μελετούσε από το φόβο των Ιουδαίων.

23. Κι' όταν είχε πια μισοπεράσει η σκόλη, ανέ-

βηκε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε. Απορούσανε λοι-

πόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν «Πώς αυτός γνωρίζει γράμ-

» ματα χωρίς να μάθει;» Ο Ιησούς λοιπόν τους α-

ποκρίθη κι’ είπε «Η δική μου η διδαχή δική μου δεν

» είναι, παρά του στάλτη μου. Όπιος θέλει το θέλημά

» του να κάνει, θα καταλάβει τη διδαχή πια είναι,

» : από το Θεό ή εγώ δικά μου λαλώ. Όπιος δικά του

» λαλεί, τη δόξα τη δική του ζητά• όπιος όμως ζητά

» τη δόξα του στάλτη του, αυτός είναι αληθινός και

» μέσα του δεν έχει κακοσύνη. Δε σας έδωκε ο Μωυ-

» σής το Νόμο; και το Νόμο κανείς σας δεν τον κά-

» νει. Τι ζητάτε να με θανατώστε;» Αποκρίθηκε το

πλήθος «Δαιμονισμένος είσαι• πιος γυρεύει να σε θα-

» νατώσει;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Ένα

» έργο έκανα κι’ όλοι απορείτε. Ο Μωυσής σας έδωκε

» την περιτομή (όχι πως είναι από το Μωυσή, μόνε

» από τους προπατόρους), και περιτομίζετε άνθρωπο

» σαββάτο. Αν ο άνθρωπος περιτομίζεται σαββάτο

» για να μη χαλαστεί ο νόμος του Μωυσή, θυμώνετε

» μαζί μου γιατί γιάτρεψα ολόκληρο άνθρωπο σαββά-

» το; Μη δικάζετε απ' ό,τι φαίνεται, παρά τη σωστή

» τη δίκη να δικάζετε». Μερικοί λοιπόν Ιεροσολυμεί-

τες λέγανε «Δεν είναι αυτός που ζητούνε να σκοτώ-

» σουν; Και νά λαλεί ανοιχτά και δεν του λένε τίπο-

» τα. Μήπως αλήθια οι προεστοί γνωρίζουν πως αυτός

» είναι ο Χριστός; Ως τόσο αυτόν τον ξέρουμε από

» πού είναι• όμως ο Χριστός σαν είναι νάρθει, κανείς

» δεν ξέρει από πού είναι». Έκραξε λοιπόν μέσα στο

ναό ο Ιησούς διδάσκοντας και λέγοντας «Κι' εμένα

» με ξέρετε, και ξέρετε από πού είμαι. Και μόνος μου

» δεν ήρθα, μόνε είναι αληθινός ο στάλτης μου, που

» εσείς δεν τον ξέρετε• εγώ τον ξέρω, γιατί από κείνον

» είμαι κι’ εκείνος μ' έστειλε». Ζητούσανε λοιπόν ναν

τον πιάσουν, και κανείς δεν έβαλε χέρι απάνου του

γιατί δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα του.

24. Κι' από το λαό πολλοί τον πίστευαν κι’ έλεγαν

« Ο Χριστός σαν έρθει, μήπως θα κάνει περισσότερα

» σημάδια απ' ό,τι έκανε αυτός;» Άκουσαν οι Φαρι-

σαίοι το λαό που κρυφομιλούσε αυτά για τον Ιησού,

και στείλανε οι αρχιπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι κλητή-

ρες ναν τον πιάσουν. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Ακόμα

» λίγο μένω μαζί σας και πηγαίνω στο στάλτη μου.

» Θα με ζητάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι

» εγώ εσείς να πάτε δε μπορείτε». Είπανε λοιπόν οι

Ιουδαίοι μεταξύ τους «Πού 'ναι αυτός να πάει που

» εμείς δε θαν τον βρούμε; Μήπως στο σκόρπισμα των

» Ελλήνων σκοπεύει να πάει και να διδάσκει τους

» Έλληνες; Τι 'ναι αυτός ο λόγος πούπε θα με ζη-

» τάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι εγώ, εσείς

» να πάτε δε μπορείτε;»

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 13 / 16 段