42.»Όπιος με δουλεύει ας ακολουθά, κι’ οπού 'μαι

» εγώ εκεί κι’ ο δουλευτής μου θάναι. Αν κανένας, με

» δουλεύει, θαν τον τιμήσει ο πατέρας. Τώρα συγκινή-

» θηκε η ψυχή μου και τι να πω; Πατέρα, σώσε με

» απ' αυτή την ώρα; Όμως για τούτο ήρθα σ' αυτή

» την ώρα. Πατέρα, δόξασέ μου τ' όνομα». Βγήκε

λοιπόν φωνή από τον ουρανό «Και δόξασα και πάλι

» θα δοξάσω». Το πλήθος εκεί που [την] άκουσε έλεγε

πως έγινε βροντή• άλλοι λέγανε «Άγγελος του λά-

» λησε». Αποκρίθηκε κι’ είπε ο Ιησούς «Δε βγήκε για

» μένα αυτή η φωνή παρά για σας. Τώρα καταδικά-

» ζεται αυτός ο κόσμος• τώρα όξω θα βγαλθεί ο αρ-

» χηγός του κόσμου ετούτου. Κι' εγώ αν ανυψωθώ από

» τη γη, όλους θαν τους σήρω κοντά μου». Και τό-

λεγε αυτό σημαίνοντας με τι θάνατο θα πέθαινε. Τ' α-

ποκρίθηκε λοιπόν ο λαός «Εμείς ακούσαμε από το Νό-

» μο πως ο Χριστός μένει στον αιώνα, και πώς λες εσύ

» πως πρέπει ν' ανυψωθεί ο γιος τ' ανθρώπου: Πιος

» είναι αυτός ο γιος τ' ανθρώπου;» Τους είπε λοιπόν

ο Ιησούς «Λιγάκι μένει ακόμα το φως μαζί σας. Περ-

» πατάτε όσο έχετε το φως, μήπως σας προφτάσει το

» σκοτάδι• κι’ όπιος στο σκοτάδι περπατά, δεν ξέρει

» πού πηγαίνει. Όσο έχετε το φως, πιστεύετε το φως

» για να γίνετε γιοι του φωτός». Αυτά μίλησε ο Ιη-

σούς, κι’ έφυγε και κρύφτηκε από κοντά τους.

43. Κι' ενώ έκανε τόσα σημάδια μπροστά τους, δεν

τον πιστέψανε για ν' αληθέψει ο λόγος του Ησαΐα του

προφήτη, που είπε _ Κύριε, πιος πίστεψε το μήνημά

μας και σε πιόνε φανερώθη το βραχιόνι του Κυρίου; _

Για τούτο δε μπορούσανε να πιστέψουν, γιατί είπε ο

Ησαΐας πάλι _ Τους τύφλωσε τα μάτια και τους πέ-

τρωσε την καρδιά, μην τυχόνε δούνε με τα μάτια και

με την καρδιά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους

γιατρέψω _ . Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα

του και λάλησε γι' αυτόν. Ως τόσο και προεστοί πολ-

λοί τον πίστευαν, μα για τους Φαρισαίους δεν τ' ομο-

λογούσανε μήπως αφοριστούν από το συναγώγι• για-

τί προτίμησαν τη δόξα των ανθρώπων κάλια παρά τη

δόξα του Θεού.

44. Κι' ο Ιησούς φώναξε κι’ είπε «Όπιος με πι-

» στεύει, δεν πιστεύει εμένα παρά το στάλτη μου• κι’

» όπιος με θωρεί, θωρεί το στάλτη μου. Εγώ φως ήρθα

» στον κόσμο, που όπιος με πιστεύει να μη μένει στο

» σκοτάδι. Κι' αν κανείς ακούσει μου τα λόγια και δεν

» τα φυλάξει, εγώ δε θαν τον καταδικάσω• γιατί δεν

» ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο, μόνε να σώσω τον

» κόσμο. Όπιος με παρακούει και δε δέχεται τα λό-

» για μου, έχει τον καταδικαστή του• ο λόγος που λά-

» λησα, αυτός θαν τον καταδικάσει τη στερνή τη μέ-

» ρα. Γιατί εγώ δικά μου δε λάλησα, μόνε ο πατέρας

» που μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε τι να πω και τι

» λαλήσω. Και ξέρω πως η προσταγή του ζωή θα πει

» παντοτινή. Όσα λοιπόν εγώ λαλώ, καθώς είπε μου ο

» πατέρας έτσι λαλώ».

45. Και πριν τη σκόλη του πάσκα, όταν ένιωσε ο [3]

Ιησούς πως ήρθε η ώρα του να μισέψει απ' αυτόν τον

κόσμο στον πατέρα, τους δικούς του [εδώ] στον κόσμο

όπως τους αγάπησε, ως στο τέλος τους αγάπησε. Κι'

ενώ τρώγανε — όταν πια τόχε βάλει ο Διάβολος στο νου

του το ναν τον παραδώσει ο Ιούδας ο γιος του Σίμω-

να ο Ισκαριώτης — γνωρίζοντας πως τα πάντα τούδωκε

στα χέρια [του] ο πατέρας και πως από το Θεό βγήκε

και στο Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και

βγάζοντας το φόρεμά του πήρε ποδιά και τη ζώστηκε•

έπειτα βάζοντας νερό στη λεκάνη, αρχίνησε κι έπλενε

τα πόδια των μαθητάδων και τα σφούγγιζε με την

ποδιά πούτανε ζωσμένος. Έρχεται λοιπόν στο Σίμω-

να τον Πέτρο. Του λέει «Κύριε, εσύ μου πλένεις τα

» πόδια;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Ό,τι

» κάνω εγώ, εσύ τώρα δεν το ξέρεις, μα θαν το μά-

» θεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Ποτές δε θα μου

» πλύνεις τα πόδια». Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α δε

» σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου». Του λέει ο

Πέτρος ο Σίμωνας «Κύριε, όχι τα πόδια μου μονάχα,

» παρά και τα χέρια [μου] και το κεφάλι». Του λέει ο

Ιησούς «Ο λουσμένος δε χρειάζεται παρά τα πόδια

» του να πλύνει, κι’ είναι όλος καθαρός• κι’ εσείς είστε

» καθαροί, Όμως όχι όλοι». Γιατί ήξερε τον παραδότη

του• για τούτο είπε πως «Όλοι δεν είστε καθαροί».

46. Ότα λοιπόν τους έπλυνε τα πόδια και πήρε τα

ρούχα του και κάθησε πάλι, τους είπε «Ξέρετε τι σας

» έκανα; Εσείς με κράζετε Δάσκαλε και Κύριε, και

» καλά λέτε, γιατί είμαι. Α λοιπόν εγώ σας έπλυνα

» τα πόδια, ο Κύριος κι’ ο δάσκαλος, πρέπει κι’ εσείς

» να πλένετε ο ένας τ' αλλουνού τα πόδια• γιατί σας

» έδωκα παράδειγμα να κάνετε κι’ εσείς καθώς εγώ

» σας έκανα. Αλήθια αλήθια σας λέω, δεν έχει σκλά-

» βο ανώτερο από τον αφέντη του μηδ' αποσταλμένο

» ανώτερο απ' το στάλτη του. Αν αυτά τα ξέρετε, κα-

» λότυχοί 'στε αν τα κάνετε. Για όλους σας δε μιλώ•

» εγώ ξέρω πιους διάλεξα• παρά για ν' αληθέψει η

» Γραφή _ Εκείνος πούτρωγε το ψωμί μου σήκωσε απά-

» νου μου τη φτέρνα του _ . Από τώρα σας το λέω, πρι

» γίνει, για να πιστέψτε σα γίνει πως εγώ είμαι. Αλή-

» θια αλήθια σας λέω, όπιος δέχεται, α στείλω κανέ-

» ναν, εμένα δέχεται• κι’ όπιος εμένα δέχεται, δέχεται

» το στάλτη μου».

47. Σαν είπε αυτά ο Ιησούς, του συγκινήθηκε η

καρδιά και κήρυξε κι’ είπε «Αλήθια αλήθια σας λέω,

» πως ένας σας θα με παραδώσει». Κοιτάζανε ένας

τον άλλο οι μαθητάδες, κι’ απορούσαν πιόνε λέει. Εί-

ταν ένας μαθητής του γηρμένος στον κόρφο του Ιη-

σού, που τον αγαπούσε ο Ιησούς• του νεύει λοιπόν ο

Σίμωνας ο Πέτρος και του λέει «Πες πιόνε λέει».

Έπεσε εκείνος στα στήθια του Ιησού και του λέει

« Κύριε, πιος είναι;» Αποκρίνεται λοιπόν ο Ιησούς

« Εκείνος είναι που βουτήσω εγώ το ψωμί •και του το

» δώσω». Βουτώντας λοιπόν το ψωμί παίρνει και [το]

δίνει στον Ιούδα το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη.

Κι' ύστερα από το ψωμί, τότ' εκεινού του μπήκε μέσα

του ο Σατανάς. Του λέει λοιπόν ο Ιησούς «Ό,τι κά-

» νεις κάνε γλήγορα». Αυτό κανείς δεν τόνιωσε από

τους καθισμένους με τι νόημα του τόπε• γιατί μερι-

κοί θαρρούσαν, επειδή είχε το κουτί ο Ιούδας, πως του

λέει ο Ιησούς «Αγόρασε ό,τι μας χρειάζεται για τη

» σκόλη», ή στους φτωχούς να δώσει κάτι. Πήρε λοι-

πόν εκείνος το ψωμί και βγήκε ευτύς. Κι' είτανε νύχτα.

48. Σα βγήκε λοιπόν, λέει ο Ιησούς «Τώρα δοξά-

» στηκε ο γιος τ' ανθρώπου και μέσο του δοξάστηκε

» ο Θεός, κι’ ο Θεός θαν τόνε δοξάσει εκείνον κι’ ευτύς

» θαν τόνε δοξάσει. Παιδιά [μου], λίγο ακόμα βρίσκου-

» μαι μαζί σας. Θα με ζητάτε, κι’ όπως είπα στους

» Ιουδαίους, πως όπου εγώ πηγαίνω εσείς να πάτε δε

» μπορείτε, τώρα και σ' εσάς το λέω. Καινούρια εντο-

» λή σας δίνω, ν' αγαπάστε• καθώς σας αγάπησα, κι’

» εσείς ν' αγαπάστε. Έτσι θα μάθουν όλοι πως είστε

» μαθητάδες μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Του

λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, πού πας;» Απο-

κρίθηκε ο Ιησούς «Όπου πάω δε μπορείς να μ' ακο-

» λουθήσεις τώρα• θα μ' ακολουθήσεις έπειτα». Του

λέει ο Πέτρος «Κύριε, γιατί δε μπορώ να σ' ακολου-

» θήσω τώρα; τη ζωή μου δίνω για σένα.». Αποκρί-

θηκε ο Ιησούς «Τη ζωή σου δίνεις για μένα; Αλήθια

» αλήθια σου λέω, πρι λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές

» θα μ' αρνηθείς.

[14] 49.» Μη σας κλονίζεται η καρδιά• πιστεύετε το

» Θεό και πιστεύετε κι’ εμένα. Στου πατέρα μου έχει

» μέρη να μείνετε πολλά• ειδεμή, θα σας έλεγα πως

» πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Κι' α σήρω και

» σας ετοιμάσω τόπο, πάλι γυρίζω και σας παίρνω

» κοντά μου, έτσι όπου 'μαι εγώ, για να είστε κι’ ε-

» σείς. Και πού πηγαίνω εγώ, ξέρετε το δρόμο». Του

λέει ο Θωμάς «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πας• πώς

» ξέρουμε το δρόμο;» Του λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι

» ο δρόμος κι’ η αλήθια κι’ η ζωή• κανείς δεν πάει

» στον πατέρα εξόν από μένα. Α με γνωρίζατε, θα

» ξέρατε και τον πατέρα μου. Από τώρα τον ξέρε-

» τε και τον είδατε». Του λέει ο Φίλιππος «Κύριε

» δείξε μας τον πατέρα και μας φτάνει». Του λέει ο

Ιησούς «Τόσον καιρό μαζί σας είμαι, και δε με γνω-

» ρίζεις, Φίλιππε; Όπιος μ' είδε εμένα, είδε τον πα-

» τέρα• πώς εσύ λες Δείξε μας τον πατέρα; Δεν πι-

» στεύεις πως εγώ με τον πατέρα, κι’ ο πατέρας πως

» είναι μαζί μου; Τα λόγια εγώ που σας λέω, δικά

» μου δε λαλώ, μόνε ο πατέρας που μένει μαζί μου

» κάνει τα έργα του. Πιστεύετέ με, πως εγώ με τον

» πατέρα κι’ ο πατέρας μαζί μου• ειδεμή, από τα έργα

» μου πιστεύετέ με.

50.» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος με πιστεύει,

» τα έργα εγώ που κάνω θα κάνει κι’ εκείνος, και με-

» γαλύτερά τους θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον

» πατέρα κι’ ό,τι ζητά στ' όνομά μου θαν το κάνω,

» για να δοξαστεί μέσο του γιου ο πατέρας. Ό,τι ζη-

» τήστε στ' όνομά μου θαν το κάνω, Α μ' αγαπάτε,

» φυλάξτε τα παραγγέλματά μου, και θα παρακαλέσω

» εγώ τον πατέρα, κι’ άλλον παρήγορο θα σας δώσει

» που αιώνια να μένει μαζί σας, το πνέμα της αλή-

» θιας, που δε μπορεί να λάβει ο κόσμος, τι δεν το

» θωρά μήτε το ξέρει• εσείς το ξέρετε, γιατί κοντά σας

» μένει κι’ είναι μέσα σας. Ορφανούς δε θα σας αφή-

» κω• θα γυρίσω κοντά σας. Ακόμα λίγο, κι’ ο κό-

» σμος δε με βλέπει πια• μα εσείς με βλέπετε, τι εγώ

» ζω και θα ζήστε κι’ εσείς. Εκείνη τη μέρα εσείς θα

» μάθετε πως εγώ με τον πατέρα μου κι’ εσείς μαζί

» μου κι’ εγώ μαζί σας. Όπιος κατέχει τα παραγγέλ-

» ματά μου και τα φυλάει, εκείνος μ' αγαπά• κι’ όπιος

» μ' αγαπά, θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και θαν

» τον αγαπήσω κι’ εγώ και θαν του φανερωθώ».

51. Του λέει ο Ιούδας — όχι ο Ισκαριώτης — «Κύ-

» ριε, πώς γίνεται να φανερωθείς σ' εμάς κι’ όχι στον

» κόσμο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Όπιος

» μ' αγαπά, θα φυλάξει τα λόγια μου, κι’ ο πατέρας

» μου θαν τον αγαπήσει, και θα πάμε και θα μείνου-

» με μαζί του• όπιος δε μ' αγαπά, τα λόγια μου δεν

» τα φυλάει. Κι' ο λόγος π' ακούτε δεν είναι δικός

» μου, παρά του πατέρα μου που μ' έστειλε. Αυτά

» σας είπα μένοντας μαζί σας• ο παρήγορος όμως, το

» πνέμα τ' άγιο, που στ' όνομά μου θα σταλθεί από

» τον πατέρα, εκείνος τα πάντα θα σας μάθει κι’ όλα

» θα σας τα θυμίσει που σας είπα.

52.» Εγώ ειρήνη σας αφίνω, την ειρήνη σας δί-

» νω τη δική μου• καθώς σας δίνει ο κόσμος δε σας

» δίνω εγώ. Μη σας κλονίζεται η καρδιά μήτ' ας σας

» δειλιά. Τ' ακούσατε πως εγώ σας είπα Πηγαίνω

» και γυρνώ κοντά σας. Α μ' αγαπούσατε, θα χαιρό-

» σαστε που πάω στον πατέρα, γιατί ο πατέρας είναι

» μεγαλύτερός μου. Και τώρα, πρι γενεί, σας τόπα για

» να πιστέψτε σα γενεί. Πολλά δε θα μιλήσω πια

» μαζί σας γιατί έρχεται του κόσμου ο αρχηγός. Κι'

» όχι [πως] έχει εξουσία απάνου μου καμιά, παρά για

» να μάθει ο κόσμος πως αγαπώ τον πατέρα και

» [πως] καθώς με πρόσταξε ο πατέρας έτσι κάνω. 53.

» Σηκωθείτε, πάμε.

[15]» Εγώ είμαι τ' αμπέλι τ' αληθινό, κι’ ο πατέρας

» μου είναι ο γεωργός. Κάθε κλήμα μου άκαρπο το

» βγάζει, και κάθε καρπερό το καθαρίζει για να γίνει

» καρπερώτερο. Εσείς πια είστε τώρα καθαροί χάρη

» στο λόγο που σας λάλησα. Μείνετε μαζί μου, [κα-

» θώς] κι’ εγώ μαζί σας. Καθώς το κλήμα δεν καρ-

» πίζει μόνο του — α δε μένει μέσα στ' αμπέλι — , έτσι

» μήτ' εσείς α δε μείνετε μαζί μου. Εγώ είμαι τ' αμ-

» πέλι, εσείς τα κλήματα. Όπιος μένει μαζί μου κι’

» εγώ μαζί του, αυτός καρποφορεί πολύ, τι δίχως μου

» δε μπορείτε τίποτα να κάνετε• όπιος δε μένει μαζί

» μου, τον πετάξανε όξω σαν το κλήμα και ξεράθηκε,

» και τα μαζεύουν και τα βάζουνε στη φωτιά και

» καίγουνται. Α μείνετε μαζί μου και μείνουν και τα

» λόγια μου μαζί σας, ό,τι θέλετε ζητήστε και θαν το

» λάβετε. Μ' αυτό δοξάστηκε ο πατέρας μου, με το

» να δίνετε πολύν καρπό και να γενείτε μαθητάδες μου.

» Καθώς μ' αγάπησε ο πατέρας σας αγάπησα κι’ εγώ•

» μείνετε με την αγάπη μου. Α φυλάξτε τις εντολές

» μου, θα μείνετε με την αγάπη μου, καθώς εγώ φύ-

» λαξα τις εντολές του πατέρα και μένω με την α-

» γάπη του.

54. » Αυτά σας τάπα για να μένει μαζί σας η χα-

» ρά η δική μου κι’ η χαρά σας να ξετελιωθεί. Αυτή

» είναι η εντολή μου, ν' αγαπάστε όπως σας αγάπησα.

» Αγάπη μεγαλύτερη κανείς δεν έχει παρά τούτο, το

» να δώσει τη ζωή του για τους αγαπητούς του. Ε-

» σείς είστε αγαπητοί μου αν κάνετε ό,τι εγώ σας πα-

» ραγγέλνω. Σκλάβους δε σας λέω πια, γιατί ο σκλά-

» βος δε γνωρίζει το τι κάνει ο αφέντης του• μόνε σας

» είπα αγαπητούς, γιατί σας τάμαθα όλα π' άκουσα

» από τον πατέρα μου. Εσείς δε με διαλέξατε, παρά

» εγώ σας διάλεξα και διόρισα, για να πάτε εσείς και

» να καρποφοράτε κι’ ο καρπός σας για να μένει, που

» ό,τι ζητάτε του πατέρα μου στ' όνομά μου να σας

» το δώσει.

55. » Αυτό σας παραγγέλνω, ν' αγαπάστε. Αν ο

» κόσμος σας μισεί, μάθετε πως εμένα μίσησε προτύ-

» τερά σας. Αν είσαστε από τον κόσμο, ο κόσμος θ'

» αγαπούσε το δικό του• μα γιατί δεν είστε από τον

» κόσμο παρά εγώ σας διάλεξα από τον κόσμο, για

» τούτο ο κόσμος σας μισεί. Μην ξεχνάτε το λόγο που

» εγώ σας είπα, δεν έχει σκλάβο ανώτερο από τον α-

» φέντη του. Αν εμένα με κατάτρεξαν, κι’ εσάς θα κα-

» τατρέξουν• α φύλαξαν το λόγο μου, και το δικό σας

» θα φυλάξουν. Όμως όλα αυτά θα σας τα κάνουνε

» για τ' όνομά μου, τι δεν ξέρουνε το στάλτη μου. Α

» δεν ερχόμουν και δεν τους μιλούσα, δε θάχανε αμαρ-

» τία• μα τώρα δεν έχουν πρόφαση της αμαρτίας

» τους. Όπιος εμένα μισεί, μισεί και τον πατέρα μου.

» Α δεν τους έκανα τα έργα που κανείς δεν έκανε

» άλλος, δε θάχανε αμαρτία• μα τώρα κι’ είδαν και

» με μίσησαν, κι’ εμένα και τον πατέρα μου. Όμως

» για ν' αληθέψει ο λόγος ο γραμένος μέσα στο Νόμο

» τους, πως _ Δίχως αφορμή με μίσησαν _ .

56. »Όταν έρθει ο παρήγορος που εγώ θα σας

» στείλω από τον πατέρα — το πνέμα της αλήθιας που

» βγαίνει από τον πατέρα — εκείνο θα με κηρύξει• ό-

» μως κι’ εσείς κηρύχνετέ με, γιατί είστε από την

» αρχή μαζί μου.

[16] » Αυτά σας είπα για να μην πέστε σε πειρασμό.

» Θα σας αφορίσουν από συναγώγια• κι’ έρχεται μά-

» λιστα ώρα που όπιος θανατώνει θα θαρρεί προσφέρ-

» νει του Θεού λατρεία. Κι' αυτά θαν τα κάνουνε για-

» τί δε γνώρισαν τον πατέρα μήτ' εμένα. Κι' αυτά

» σας τα μίλησα που σαν έρθει η ώρα τους ναν τα θυ-

» μάστε πώς σας τα είπα. Όμως από την αρχή δε

» σας τα είπα γιατί είμουνα μαζί σας• όμως τώρα

» πάω στο στάλτη μου. Και δε μ' ερωτά κανείς σας

» Πού πηγαίνεις, μόνε γιατί σας τα είπα γιόμισε η

» καρδιά σας λύπη; Μα εγώ σας λέω την αλήθια, σας

» συφέρνει να μισέψω εγώ. Γιατί α δε μισέψω, δε σας

» έρχεται ο παρήγορος• όμως α μισέψω, θα σας τόνε

» στείλω. Και σαν έρθει εκείνος, του κόσμου θ' απο-

» δείξει αμαρτία κι’ αγιοσύνη και καταδίκη• αμαρτία,

» που δε με πιστεύουν• κι’ αγιοσύνη, που πηγαίνω

» στον πατέρα μου και δε με θωράτε πια• και κατα-

» δίκη, που καταδικάστηκε του κόσμου ετούτου ο αρ-

» χηγός.

57. » Πολλά έχω ακόμα να σας πω, μα να νιώστε

» δε μπορείτε τώρα• όταν όμως έρθει εκείνος, το πνέ-

» μα της αλήθιας, θα σας οδηγήσει σ' όλη την αλή-

» θια• τι δε θα πει δικά του, μόνε όσα ακούσει θα λα-

» λήσει και θα σας μηνήσει τα μελλούμενα. Αυτός θα

» με δοξάσει εμένα, τι δικά μου θενά πάρει και θα

» σας μηνήσει. Όλα όσα έχει ο πατέρας δικά μου εί-

» ναι• για αυτό σας είπα πως δικά μου παίρνει και

» θα σας μηνήσει. Λίγο και δε με θωράτε πια• και

» πάλι λίγο και θενά με δείτε».

Είπανε λοιπόν μερικοί του μαθητάδες μεταξύ τους

« Τι 'ναι τούτο που μας λέει Λίγο και δε με θωράτε

» και πάλι λίγο και θενά με δείτε, και πως Πηγαίνω

» στον πατέρα;» Λέγανε λοιπόν «Τι 'ναι αυτό που

» λέει, [το] λίγο; Δεν κατέχουμε». 58. Ένιωσε ο

Ιησούς πως θέλανε ναν τόνε ρωτήσουν και τους είπε

« Αυτό συζητάτε μεταξύ σας, πως είπα Λίγο και δε

» με θωράτε, και πάλι λίγο και θενά με δείτε. Αλή-

» θια αλήθια σας λέω, πως θα κλάψτε εσείς και θα

» θρηνήστε, κι’ ο κόσμος θα χαρεί• θα λυπηθείτε εσείς,

» κι’ η λύπη σας χαρά θα γίνει. Η γυναίκα, σα γεν-

» νά, λυπάται, γιατί ήρθε η ώρα της• μα σα γεννήσει

» το παιδί, δεν τη θυμάται πια τη στεναχώρια, από

» τη χαρά που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Κι'

» εσείς λοιπόν λυπάστε τώρα• μα πάλι θα σας δω, και

» θα σας χαρεί η καρδιά και κανείς δε θα σας πάρει

» τη χαρά σας. Κι' εκείνη την ημέρα δε θα με παρα-

» καλέστε εμένα τίποτα. Αλήθια αλήθια σας λέω, Ό,τι

» ζητήστε του πατέρα, θα σας [το] δώσει στ' όνομά

» μου. Ως τώρα τίποτα δε ζητήσατε στ' όνομά μου•

» ζητάτε και θα λάβετε το να ξετελιωθεί η χαρά σας.

59.» Αυτά σας τάπα με παροιμίες• έρχεται ώρα

» που δε θα σας μιλώ πια με παροιμίες, παρά ανοιχτά

» για τον πατέρα θα σας πληροφορώ. Τότες στ' όνο-

» μά μου θα ζητήστε, και δε σας λέω πως εγώ για

» σας θα παρακαλέσω τον πατέρα• τι ο ίδιος σας α-

» γαπά ο πατέρας, γιατί μ' αγαπήσατε εμένα και πι-

» στέψατε πως εγώ από τον πατέρα βγήκα. Από τον

» πατέρα βγήκα κι’ ήρθα στον κόσμο• πάλι αφίνω τον

» κόσμο και πηγαίνω στον πατέρα». Λένε οι μαθη-

τάδες του «Νά τώρα ανοιχτά μιλείς και δε λες κα-

» μιά παροιμία• τώρα ξέρουμε πως ξέρεις τα πάντα

» κι’ ανάγκη δεν έχεις να σ' ερωτά κανείς. Μ' αυτό

» πιστεύουμε πως από το Θεό βγήκες». Τους αποκρί-

θηκε ο Ιησούς «Τώρα πιστεύετε; Νά έρχεται ώρα

» κι’ ήρθε που θα σκορπιστεί ο καθείς σας σπίτι του

» κι’ εμένα θα μ' αφίστε μοναχό• και δεν είμαι μο-

» ναχός, γιατί είναι μαζί μου ο πατέρας. Αυτά σας

» τάπα για νάχετε [του νου] ησυχία μέσο μου. Στον

» κόσμο πίκρες έχετε• μα θάρρος, εγώ νίκησα τον κό-

» σμο».

[17] [60]. Μίλησε αυτά ο Ιησούς, και σηκώνοντας τα

μάτια κατά τον ουρανό είπε «Πατέρα, ήρθε η ώρα•

» δόξασε το γιο σου, για να σε δοξάσει ο γιος, [έτσι]

» καθώς τούδωκες εξουσία κάθε σάρκας για να δώσει

» σ' όλους όσους τούδωκες ζωή παντοτινή. Κι' αυτή

» είναι η ζωή η παντοτινή, το να σε γνωρίζουν εσένα

» το μόνο αληθινό Θεό, [καθώς] και τον αποσταλμένο

» σου, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα στη γη τε-

» λιώνοντας το έργο που μούδωκες να κάνω• και τώρα

» δόξασέ με εσύ, πατέρα, κοντά σου με τη δόξα πού-

» χα κοντά σου πρι να γίνει ο κόσμος. Φανέρωσά σου

» τ' όνομα στους ανθρώπους που μούδωκες από τον

» κόσμο. Δικοί σου είταν κι εμένα μου τους έδωκες,

» και το λόγο σου φυλάξανε. Τώρα νιώσανε πως όλα

» όσα μούδωκες από σένα είναι, πως τα λόγια που

» μούδωκες τους έδωκα, κι’ αυτοί τα πήραν κι’ ένιωσαν

» αληθινά πως από σένα βγήκαν, και πίστεψαν εσύ πως

» μ' έστειλες. Εγώ για αυτούς παρακαλάω• για τον κό-

» σμο δεν παρακαλώ, παρά για όσους μούδωκες γιατί

» δικοί σου είναι, και τα δικά μου όλα δικά σου είναι και

» τα δικά σου δικά μου, και με δόξασαν. Και δεν είμαι

» πια στον κόσμο, κι’ αυτοί 'ναι στον κόσμο, κι’ εγώ έρ-

» χουμαι σ' εσένα. Πατέρα άγιε, βάσταξε τους [πιστούς]

» στ' όνομά σου που μούδωκες, για να είναι ένα καθώς

» κι’ εμείς. Όταν είμουνα μαζί τους, εγώ τους βαστού-

» σα [πιστούς] στ' όνομά σου που μούδωκες, και τους

» φύλαξα και κανείς τους δε χάθηκε, εξόν ο γιος του

» χαμού για ν' αληθέψει η Γραφή. [61]. Και τώρα έρ-

» χουμαι σ' εσένα, κι’ αυτά τα λέω εδώ στον κόσμο,

» έτσι που νάχουν τη χαρά μου ξετελιωμένη μέσα τους.

» Εγώ τους έδωκα το λόγο σου, κι’ ο κόσμος τους μί-

» σησε, γιατί δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι] εγώ

» δεν είμαι από τον κόσμο. Δε γυρεύω ναν τους πά-

» ρεις από τον κόσμο, [μόνε ναν τους φυλάξεις] από

» τον Κακό. Δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι’] εγώ

» δεν είμαι από τον κόσμο. Άγιασε τους μ' αλήθια•

» ο λόγος ο δικός σου είναι η αλήθια. Καθώς εμένα μ'

» έστειλες στον κόσμο, κι’ εγώ τους έστειλα στον κό-

» σμο. Κι' εγώ για το καλό τους αγιάζουμαι, για ν' α-

» γιαστούν κι’ αυτοί μ' αλήθια. Και δεν παρακαλώ για

» αυτούς μονάχα, παρά και για όσους κάνει ο λόγος

» τους και με πιστεύουν, για να γίνουν όλοι ένα• κα-

» θώς, πατέρα, εσύ μαζί μου κι’ εγώ μαζί σου, [έτσι] κι’

» αυτοί μαζί μας νάναι, που ο κόσμος να πιστεύει εσύ

» πως μ' έστειλες. Κι' εγώ τους έδωκα τη δόξα αυτή

» που μούδωκες, έτσι να γίνουν ένα όπως ένα εμείς,

» εγώ μαζί τους κι’ εσύ μαζί μου, για να καταντήσουν

» ένα, που να ξέρει ο κόσμος το πως μ' έστειλες εσύ και

» τους αγάπησες καθώς μ' αγάπησες [κι’] εμένα. Πα-

» τέρα, αυτούς που μούδωκες θέλω οπού 'μαι εγώ νά-

» ναι κι’ αυτοί μαζί μου, για να θωρούν τη δόξα μου

» που μούδωκες, γιατί μ' αγάπησες πρι να θεμελιωθεί

» ο κόσμος, πατέρα άγιε. Κι' ο κόσμος δε σε γνώρισε,

» μα εγώ σε γνώρισα, και γνώρισαν κι’ αυτοί εσύ πως

» μ' έστειλες, και τ' όνομά σου τους φανέρωσα και θαν

» τους φανερώσω, έτσι μαζί τους νάναι η αγάπη που

» μ' αγάπησες, [καθώς] κι’ εγώ μαζί τους».

[18] 62. Είπε αυτά ο Ιησούς, και βγήκε με τους μα-

θητάδες του πέρα από το ξεροπόταμο των κέδρων, κι’

εκεί 'ταν περιβόλι που μπήκε μέσα αυτός κι’ οι μαθη-

τάδες του. Και τόξερε το μέρος κι’ ο Ιούδας ο παρα-

δότης του, γιατί πολλές φορές συνάχτηκε με τους μα-

θητάδες του εκεί ο Ιησούς. Πήρε λοιπόν ο Ιούδας το

λόγο, και κλητήρες από τους πρωτοπαπάδες και τους

Φαρισαίους, κι’ έρχεται εκεί με φανάρια και με φώτα

κι’ άρματα. Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίζοντας όλα τα

μελλούμενά του βγήκε και τους λέει «Πιόνε γυρεύετε;»

Τ' αποκρίθηκαν «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους

λέει «Εγώ είμαι ο Ιησούς». Κι' είτανε μαζί τους κι’ ο

Ιούδας ο παραδότης του. Άμα λοιπόν τους είπε «Εγώ

» είμαι», πήγαν πίσω και πέσανε χάμου. Πάλι λοιπόν

τους ρώτησε «Πιόνε γυρεύετε;» Κι' εκείνοι είπαν «Τον

» Ιησού το Ναζωραίο». Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας

» είπα πως εγώ είμαι. Α λοιπόν εμένα γυρεύετε, αφί-

» στε τους αυτούς να φύγουνε για ν' αληθέψει ο λόγος

» πούπα, πως όσους μούδωκες δεν έχασα κανένα τους».

Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος έχοντας σπαθί το τρά-

βηξε και χτύπησε το σκλάβο του αρχιπαπά κι’ έκοψε

τ' αυτί του το δεξύ• κι’ είταν τ' όνομα του σκλάβου

Μάλχος. Είπε λοιπόν ο Ιησούς του Πέτρου «Βάλε το

» σπαθί στη θήκη. Το ποτήρι που μούδωκε ο πατέρας

» να μην το πιώ;»

63. Ο λόχος λοιπόν κι’ ο χιλίαρχος κι’ οι κλητήρες

των Ιουδαίων σύλλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν και

τον πήγανε στον Άννα πρώτα• γιατί είταν πεθερός του

Καϊάφα, πούταν αρχιπαππάς του χρόνου εκείνου. Κι'

είταν ο Καϊάφας εκείνος που συβούλεψε τους Ιουδαίους

πως συφέρνει να πεθάνει ένας άνθρωπος για το καλό

του λαού. Κι' ακολουθούσε τον Ιησού ο Σίμωνας ο

Πέτρος κι’ ένας άλλος μαθητής. Κι' ο μαθητής εκείνος

είτανε γνώριμος του αρχιπαπά, και μπήκε μαζί με τον

Ιησού στην αυλή του αρχιπαπά.

64. Κι' ο Πέτρος έστεκε κοντά στην ξώπορτα όξω.

Βγήκε λοιπόν ο μαθητής ο άλλος ο γνώριμος του αρ-

χιπαπά, κι’ είπε της θυρωρής κι’ έμπασε τον Πέτρο.

Λέει λοιπόν του Πέτρου η δούλα η θυρωρή «Μήπως

» κι’ εσύ είσαι από τους μαθητάδες του αυτού τ' αν-

» θρώπου;» Λέει εκείνος «Δεν είμαι». Κι' είταν οι

σκλάβοι εκεί κι’ οι κλητήρες έχοντας κανωμένη αθρα-

κιά, γιατί είταν κρύο και ζεσταίνουνταν• κι’ είταν εκεί

μαζί μ' αυτούς κι’ ο Πέτρος και ζεσταίνουνταν. Ρώ-

τησε λοιπόν τον Ιησού ο αρχιπαπάς για τους μαθητά-

δες του και για τη διδαχή του. Τ' αποκρίθηκε ο Ιη-

σούς «Εγώ ανοιχτά μίλησα του κόσμου• εγώ πάντα

» δίδαξα μέσα στο συναγώγι και ναό όπου μαζεύουν-

» ται όλοι τους οι Ιουδαίοι, και κρυφά, δεν είπα τί-

» ποτα. Τι με ρωτάς; Ρώτησε όσους άκουσαν τι τους

» είπα• να, αυτοί ξέρουν όσα είπα εγώ». Κι' άμα τάπε

αυτά, ένας εκεί κοντά κλητήρας τούδωκε ένα χτύπημα

του Ιησού κι’ είπε «Έτσι απαντάς στον αρχιπαπά;»

Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μίλησα κακά, δείξε το

» κακό• αν όμως καλά, τι με χτυπάς;»

65. Τον έστειλε λοιπόν ο Άννας δεμένο στον Καϊ-

άφα τον αρχιπαπά. Κι' ο Σίμωνας ο Πέτρος έστεκε

και ζεσταίνουνταν. Τούπανε λοιπόν «Μήπως κι’ εσύ

» είσαι από τους μαθητάδες του;» Αρνήθηκε εκείνος

κι’ είπε «Δεν είμαι». Λέει ένας σκλάβος του αρχιπα-

πά, όντας συγγενής εκείνου που τούκοψε τ' αυτί του

ο Πέτρος, «Δε σε είδα εγώ στο περιβόλι μαζί του;»

Πάλι λοιπόν αρνήθη ο Πέτρος, κι’ αμέσως λάλησε πε-

τεινός.

66. Λοιπόν πηγαίνουνε στ' αρχηγείο τον Ιησού από

του Καϊάφα. Κι' είτανε πρωί. Κι' αυτοί δε μπήκανε

μέσα στ' αρχηγείο, για να μη λερωθούν παρά να φαν

το πάσκα. Βγήκε λοιπόν ο Πειλάτος όξω και τους λέει

« Τι του κατηγοράτε αυτού τ' ανθρώπου;» Αποκρί-

θηκαν και τούπαν «Αν αυτός δεν είτανε κακούργος,

» δε σου τον παραδίναμε». Τους είπε λοιπόν ο Πει-

λάτος «Πάρτε τον εσείς και κατά το Νόμο σας δικά-

» στε τον». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Εμάς μας αμπο-

» δίζεται να θανατώσουμε κανένα», για ν' αληθέψει ο

λόγος του Ιησού, που είπε σημαίνοντας τι θάνατο εί-

τανε να πεθάνει.

67. Μπήκε λοιπόν πάλι στ' αρχηγείο ο Πειλάτος

και φώναξε τον Ιησού και τούπε «Εσύ 'σαι ο βασι-

» λέας των Ιουδαίων;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μόνος

» σου εσύ το λες αυτό ή άλλοι σούπανε για μένα;» Α-

ποκρίθηκε ο Πειλάτος «Μήπως εγώ 'μαι Ιουδαίος; Το

» δικό σου έθνος κι’ οι πρωτοπαπάδες σε παραδώκανε

» σ' εμένα• τι έκανες;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Η

» δική μου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο ετού-

»τον. Αν είταν απ' αυτόν τον κόσμο η βασιλεία μου,

» οι υπερέτες μου θα πολεμούσανε να μην παραδοθώ

» στους Ιουδαίους• μα τώρα η βασιλεία μου δεν είναι

» από δω». Τούπε λοιπόν ο Πειλάτος «Λοιπόν βα-

» σιλέας είσαι εσύ;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εσύ λες

» πως εγώ 'μαι βασιλέας. Για αυτό γεννήθηκα και για

» αυτό ήρθα στον κόσμο, για να κηρύξω την αλήθια•

» όπιος είναι από την αλήθια μ' ακούει τη φωνή».

Του λέει ο Πειλάτος «Τι είναι αλήθια;» Κι' αφού

τόπε αυτό, πάλι βγήκε στους Ιουδαίους και τους λέει

« Εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο. Κι' είναι σύστημά

» σας να σας λευτερώνω ένανε το πάσκα• θέλετε λοι-

» πόν να σας λευτερώσω το βασιλέα των Ιουδαίων;»

Φώναξαν ξανά λοιπόν και λέγανε «Όχι αυτόν παρά

» το Βαραββά». Κι' είταν ο Βαραββάς κακούργος.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 15 / 16 段