134. Και σαν ήρθε η ώρα κάθησε, [καθώς] κι’ οι

απόστολοι μαζί του. Και τους είπε «Αποθυμιά απο-

» θύμησα τούτο το πάσκα ναν το φάω μαζί σας, πρι

» να πάθω. Γιατί σας λέω πως πια δε θαν το φάω

» παρά σα φτάσει η ώρα του, μέσα σ' τη βασιλεία του

» Θεού». Και παίρνοντας [από το χέρι τους] ποτήρι,

δοξολόγησε κι’ είπε «Πάρτε αυτό και μοιράστε το•

» γιατί σας λέω, δε θα πιω από τώρα πια αμπελό-

» θρέμμα ως που να φτάσει η βασιλεία του Θεού».

Και παίρνοντας ψωμί, δοξολόγησε και τόκοψε κομά-

τια και τους έδωκε λέγοντας «Αυτό 'ναι το κορμί

» μου που δίνεται για το καλό σας. Κάνετέ το για

» να με θυμάστε». Και το ίδιο [πήρε] το ποτήρι ύ-

« στερα από το δείπνο κι’ είπε «Ετούτο το ποτήρι [εί-

» ναι] η καινούργια η διαθήκη με το αίμα μου που

» χύνεται για το καλό σας. Όμως να το χέρι του πα-

» ραδότη μου μαζί μου απάνου στο τραπέζι. Γιατί

» ναι μεν πηγαίνει ο γιος τ' ανθρώπου κατά τ' αποφα-

» σισμένα• όμως αλίμονο τ' ανθρώπου εκείνου που κάνει

» τον και παραδίνεται», Κι' άρχισαν αυτοί να συζητού-

νε μεταξύ τους το πιος τους είτανε ναν το κάνει αυτό.

135. Κι' έγινε μεταξύ τους και συνερισμός το πιος

τους τάχα να 'ναι ο μεγαλύτερος. Κι' εκείνος τους

είπε «Οι βασιλιάδες των εθνών τα ορίζουν, κι’ όσοι

» τα κυβερνούνε κράζουνται ευεργέτες• όμως όχι εσείς

» το ίδιο, μόνε ο πιο μεγάλος σας ας γίνει σαν τον πιο

» μικρό κι’ ο αρχηγός καθώς τον υπερέτη. Γιατί πιος

» ο μεγαλύτερος, ο καθισμένος ή αυτός που υπερετεί;

» δεν είναι ο καθισμένος; Εγώ όμως μεταξύ σας εί-

» μαι σαν τον υπερέτη. Κι' εσείς σταθήκατε μαζί μου

» ως στο τέλος κατά τα παθήματά μου• κι’ αφίνω

» εγώ για σας — όπως όρισε ο πατέρας μου για μένα

» βασιλεία — το να τρώτε και να πίνετε από το τρα-

» πέζι μου μέσα στη βασιλεία μου, και θα κάτσετε

» σε θρόνους κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.

136. «Σίμωνα, Σίμωνα, να ο Σατανάς σάς γύ-

» ρεψε για να σας κοσκινίσει σαν το στάρι. Εγώ όμως

» παρακάλεσα για σένα, η πίστη σου να μη σωθεί, κι’

» εσύ, μια μέρα σα γυρίσεις, στήριξε τους αδερφούς

» σου». Κι' εκείνος τούπε «Κύριε, είμαι έτοιμος μαζί

» σου και σε φυλακή να σήρω και σε θάνατο». Κι' ε-

κείνος είπε «Σου λέω, Πέτρο, πρι σήμερα λαλήσει πε-

» τεινός, ως τρεις φορές θαν τ' αρνηθείς πως δε με ξέ-

» ρεις». Και τους είπε «Ότα σας έστειλα χωρίς πουγγί

» και ταγάρι και σαντάλια, μήπως στερηθήκατε τί-

» ποτα;» Κι' εκείνοι είπαν «Τίποτα». Και τους είπε

« Μα τώρα όπιος έχει πουγγί ας το πάρει, το ίδιο και

» ταγάρι• κι’ όπιος δεν έχει, ας πουλήσει το φόρεμά του

» κι’ ας αγοράσει σπαθί. Γιατί σας λέω πως τούτο το

» γραμένο πρέπει να μου τύχει, το _ Και με κακούργους

» τόνε λογάριασαν _ . Γιατί τα δικά μου τέλιωσαν». Κι'

εκείνοι είπανε «Κύριε, να διο σπαθιά εδώ». Κι'

εκείνος τους είπε «Σώνουν».

137. Και βγήκε και πήγε όπως συνήθιζε στο Ε-

λιοβούνι• και τον ακολούθησαν κι’ οι μαθητάδες. Κι'

όταν έφτασε στο μέρος, τους είπε «Προσεύκεστε για

» να μην πέστε σε πειρασμό». Κι' αυτός τραβήχτη

χώρια τους ως μια πετριά, κι’ αφού γονάτισε, περικα-

λιούνταν κι’ έλεγε «Πατέρα, α θέλεις, πάρε το από

» κοντά μου το ποτήρι αυτό• όμως όχι το θέλημά μου,

» μόνε το δικό σου ας γίνει». Και σα σηκώθηκε από

την προσευκή, ήρθε στους μαθητάδες και τους βρήκε

από τη λύπη κοιμισμένους, και τους είπε «Τι κοιμά-

» στε; Σηκωθείτε και προσεύκεστε για να μη πέστε

» σε πειρασμό».

138. Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, να πλήθος, κι’ ο Ιού-

δας πούλεγαν, ένας από τους δώδεκα, περπατούσε

ομπρός τους, και πήγε στον Ιησού κοντά ναν τόνε φι-

λήσει. Κι' ο Ιησούς τούπε «Ιούδα, με φίλημα παρα-

» δίνεις το γιο τ' ανθρώπου;» Και σαν είδαν οι τρι-

γύρω του το τι θα γίνει, είπαν «Κύριε, να χτυπή-

» σουμε με το σπαθί;» Και χτύπησε κάπιος τους το

σκλάβο του αρχιπαπά και τούκοψε τ' αυτί του το δε-

ξύ. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Αφίστε• ως αυ-

» τού». Κι' άγγιξε τ' αυτί και τόνε γιάτρεψε. Κι' είπε

ο Ιησούς στους πρωτοπαπάδες και τους αρχιφυλάκους

του ναού και στους δημογερόντους πούρθανε εναντίον

του «Λες για κακούργο βγήκατε με σπαθιά και ξύλα.

» Κάθε μέρα είμουνα μαζί σας μέσα στο ναό και δεν

» απλώσατε τα χέρια να με πιάστε. Όμως αυτή 'ναι

» η ώρα σας κι’ ο ορισμός της σκοτεινιάς».

Κι' αφού τον έπιασαν, τον πήραν και τον πήγανε

στου αρχιπαπά. Κι' ο Πέτρος ακολούθαε από μακριά.

[139]. Και σαν ανάψανε φωτιά στη μέση της αυλής

κι’ όλοι καθίσανε μαζί, καθότανε στη μέση τους [κι’]

ο Πέτρος. Και τον είδε μια κοπέλλα καθισμένο στη

φωτιά κοντά, και στυλώνοντας τα μάτια απάνου του

είπε «Κι' αυτός είτανε μαζί του». Κι' αυτός αρνήθη

κι’ είπε «Δεν τον ξέρω, κορίτσι [μου]». Και σε λίγο

τον είδε ένας άλλος κι’ είπε «Κι' εσύ 'σαι από κεί-

» νους». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν είμαι».

Και σαν πέρασε ως μια ώρα, ένας άλλος έλεγε με πει-

σμα «Αλήθια κι’ αυτός είτανε μαζί του • γιατί 'ναι

» και Γαλιλαίος». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν

» ξέρω τι λες». Και στη στιγμή, ενώ μιλούσε ακόμα,

λάλησε πετεινός, κι’ ο Κύριος γυρνώντας κοίταξε τον

Πέτρο, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου,

όπως τούπε, πως «Πρι σήμερα λαλήσει πετεινός, τρεις

» φορές θα μ' αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έκλαψε

πικρά. Κι' οι άντρες που τον φύλαγαν, τον περγελού-

σαν κι’ έδαιρναν, και του σκέπασαν τα μάτια και τόνε

ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Προφήτεψε πιος σε χτύπησε».

Κι' άλλα πολλά του λέγανε με τις βλαστήμιες.

140. Και σαν ξημέρωσε, μαζεύτηκε η γεροντεία

του λαού, οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι, και τον

πήρανε στη σύνοδό τους λέγοντας «Αν εσύ 'σαι ο Χρι-

» στός; Πες μας». Και τους είπε «Α σας πω, δε θα

» πιστέψτε• κι’ α σας ρωτήσω, δε θ' αποκριθείτε. Ό-

» μως από τώρα θα κάθεται ο γιος τ' ανθρώπου δεξιά

» από του Θεού τη δύναμη». Κι' είπαν όλοι. «Λοιπόν

» εσύ είσαι ο γιος του Θεού;» Κι' εκείνος τους είπε

« Εσείς το λέτε πως εγώ 'μαι». Κι' εκείνοι είπαν «Τι

» θέλουμε πια μαρτυρία; Γιατί τ' ακούσαμε οι ίδιοι

» από το στόμα του».

[23] Και σηκώθηκε όλο τους το πλήθος και τον πήγανε

στον Πειλάτο. 141. Κι' αρχίσανε ναν τον κατηγο-

ρούνε λέγοντας «Αυτόν εδώ τον ηύραμε που στρέβλωνε

» το έθνος μας και του Καίσαρα αμπόδιζε ναν του

» δίνουνε φόρους κι’ έλεγε πως είναι ο μυρωμένος βα-

» σιλέας». Κι' ο Πειλάτος τόνε ρώτησε κι’ είπε «Εσύ

» 'σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι' εκείνος τ' α-

πάντησε κι’ είπε «Εσύ το λες». Κι' ο Πειλάτος εί-

πε στους πρωτοπαπάδες και στα πλήθη «Δε βρίσκω

» φταίξιμο σ' αυτόν τον άνθρωπο». Κι' εκείνοι λέγανε

πεισματικά πως «Αναστατώνει το λαό διδάσκοντας

» σ' όλη την Ιουδαία κι’ αρχινώντας από τη Γαλιλαία

» ως εδώ». Και σαν τ' άκουσε ο Πειλάτος, ρώτησε αν

ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος, και σαν έμαθε πως είταν

από την εξουσία του Ηρώδη, τον έστειλε απάνου

στον Ηρώδη πούτανε κι’ εκείνος τότες στα Ιεροσό-

λυμα.

142. Κι' ο Ηρώδης όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε

υπερβολικά• γιατί αρκετόν καιρό ήθελε ναν τόνε δει

με το ν' ακούει γι' αυτόν, κι’ έλπιζε κάνα σημάδι ναν

τόνε δει να κάνει. Και τόνε ρωτούσε λόγια πολλά•

μα αυτός δεν τ' αποκρίθη τίποτα. Κι' οι πρωτοπαπά-

δες κι’ οι διαβασμένοι έστεκαν και τον κατηγορούσανε

με πείσμα. Κι' ο Ηρώδης αφού τόνε ξευτέλισε μαζί

με τα στρατό του και τόνε περίπαιξε, του φόρεσε με-

γαλόπρεπη στολή και τον έστειλε του Πειλάτου. Και

φιλιώθηκαν εκείνη την ημέρα ο Ηρώδης κι’ ο Πειλά-

τος μεταξύ τους• γιατί 'τανε μαλωμένοι πριν.

143. Κι' ο Πειλάτος έκραξε τους πρωτοπαπάδες

και τους προεστούς και το λαό και τους είπε «Μου

» φέρατε αυτόν τον άνθρωπο πως τάχα στρεβλώνει το

» λαό, και να εγώ τον ανάκρινα μπροστά σας και δεν

» ηύρα σ' αυτόν τον άνθρωπο κανένα φταίξιμο που του

» κατηγοράτε. Μα μήτε κι’ ο Ηρώδης, γιατί τον έ-

» στειλε σ' εμάς. Και να τίποτα δεν έκανε που ν' αξί-

» ζει θάνατο. Λοιπόν θαν τον παιδέψω και θαν τον

» αφίσω». Και φωνάξανε όλοι σύψυχοι και λέγανε

« Σκότωσέ τον κι’ απόλυσέ μας το Βαραββά.», που

για κάπια ταραχή πούγινε στη χώρα και για φόνο εί-

τανε βαλμένος φυλακή.

144. Κι' ο Πειλάτος πάλι τους μίλησε θέλοντας

ν' απολύσει τον Ιησού. Κι' αυτοί του φώναζαν και λέ-

γανε «Σταύρωνε, σταύρωνέ τον». Κι' εκείνος τρίτη

φορά τους είπε «Γιατί τι κακό έκανε αυτός; Κανένα

» φταίξιμο δεν του βρήκα για θάνατο. Λοιπόν θαν τον

» παιδέψω και θαν τον αφίσω». Κι' εκείνοι με φωνές

μεγάλες [τόνε] βίαζαν παρακαλώντας τον ναν τόνε

σταυρώσει, κι’ όλο δυναμώνανε οι φωνές τους. Κι' απο-

φάσισε ο Πειλάτος ναν τους γίνει η χάρη, και λευτέ-

ρωσε το φυλακισμένο για ταραχή και φόνο που ζη-

τούσαν, και τον Ιησού [τους] τον παράδωκε στη βού-

λησή τους.

145. Και πηγαίνοντάς τον σταματήσανε έναν κά-

πιο Σίμωνα από την Κυρήνη που γύριζε από το χω-

ράφι, και του φορτώσανε να κουβαλήσει το σταυρό

πίσω από τον Ιησού. Και τον ακολούθαε πλήθος πο-

λύ λαός, και γυναίκες που στηθοκοπιούνταν και τον έ-

κλαιγαν. Και γύρισε ο Ιησούς στις γυναίκες κι’ είπε

« Κόρες της Ιερουσαλήμ μη με κλαίτε• παρά εσάς

« να κλαίτε, [εσάς] και τα παιδιά σας, γιατί έρχουν-

» ται νά μέρες που θα πουν Καλότυχες οι στείρες κι’

» οι κοιλιές που δε γέννησαν κι’ οι κόρφοι που δε βύ-

» ζαξαν. Τότες θ' αρχίσουν και θα λένε στα όρη Πέστε

» απάνου μας, και στα βουνά Πλακώστε μας, γιατί

» αν αυτά του κάνουν του χλωρού του δέντρου, τι θα

» πάθει το ξερό;»

146. Και πηγαίνανε μαζί του κι’ άλλους διο κα-

κούργους ναν τους θανατώσουν. Κι' ότα φτάσανε στο

μέρος που το λένε Κάρα, εκεί τόνε σταυρώσανε, [κα-

θώς] και τους κακούργους, ένανε δεξιά κι’ έναν αριστε-

ρά. Και μοιράζοντας τα φορέματά του ρήξανε λαχνό.

Κι' έστεκε ο λαός και κοίταζε. Κι' οι προεστοί τον

περγελούσαν κι έλεγαν «Άλλους έσωσε, ας σωθεί

» [κι’] ο ίδιος αν είναι ο γιος ο μυρωμένος του Θεού ο

» εκλεχτός». Και πηγαίνοντας κι’ οι στρατιώτες τον

περίπαιξαν, προσφέρνοντάς του ξύδι και λέγοντας

« Αν εσύ σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων, σώσου ο

» ίδιος». Κι' είταν κι’ επιγραφή από πάνου του _ Βασι-

λέας των Ιουδαίων αυτός _ .

147. Κι' ένας από τους κρεμασμένους τους κακούρ-

γους τόνε βλαστημούσε «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός;

» σώσου εσύ και [σώσε μας κι’] εμάς». Κι' αποκρίθη ο

άλλος και τόνε μάλωσε κι’ είπε «Μήτε το Θεό δε φο-

» βάσαι εσύ που παιδεύεσαι το ίδιο; Κι' εμείς ναι δίκια•

» γιατί στα έργα μας αξίζει το ό,τι βρήκαμε• μα τί-

» ποτα αυτός δεν έκανε άπρεπο». Κι' έλεγε «Ιησού,

» θυμήσου με όταν πας στη βασιλεία σου». Και τού-

πε «Αληθινά σου λέω, σήμερα θα βρεθείς μαζί μου

» στον παράδεισο».

148. Κι' είταν πια τότε η ώρα ως έξη και σκο-

τείνιασε όλη η γη ως στις εννιά η ώρα με το να χάθη

ο ήλιος, και σκίστηκε τ' άπλωμα του ναού στη μέση.

Και φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε «Πατέ

» ρα, στα χέρια σου αφίνω την ψυχή μου». Κι' άμα

τόπε αυτό, ξεψύχησε. Κι' όταν είδε ο εκατόνταρχος τι

έτυχε, δόξαζε το Θεό λέγοντας «Αληθινά ο άνθρωπος

» αυτός είταν άγιος». Κι' όλα τα πλήθη πούχανε μα-

ζευτεί να δουν αυτό το θέαμα, σαν είδαν όσα γίνανε,

γυρνούσαν πίσω χτυπώντας τα στήθια. Κι έστεκαν

όλοι οι δικοί του από μακριά, [καθώς] κι’ οι γυναίκες

όσες τόνε συνόδευαν από τη Γαλιλαία, βλέποντάς τα

αυτά.

149. Και να ένας άνθρωπος μ' όνομα Ιωσήφ πού-

τανε συνοδικός, άνθρωπος καλός ενάρετος (αυτός δεν

είχε συφωνήσει με τη σύνοδο και με το κάμωμά τους),

από την Αριμαθαία, χώρα των Ιουδαίων, π' απάν-

τεχε τη βασιλεία του Θεού, αυτός πήγε στον Πειλά-

το και ζήτησε το λείψανο του Ιησού, και το κατέ-

βασε και τύλιξε μέσα σε σάβανο, και τόθαψε σε πε-

λεκημένο μνήμα που κανείς ακόμα δεν είτανε θαμένος.

Κι' η μέρα είτανε παρασκευή και χάραζε σαββάτο.

Και καταπόδι ακολουθώντας οι γυναίκες, όσες ήρθανε

μαζί του από τη Γαλιλαία, παρατήρησαν το μνήμα

και πως θάφτηκε το λείψανο του. Και γυρνώντας πί-

σω ετοιμάσανε μπάλσαμα και μυρουδικά.

[24] Και το σαββάτο ησύχασαν κατά την εντολή. 150.

Και τα πρωτοβδόμαδα με τα βαθιά χαράματα ήρθανε

στο μνήμα φέρνοντας τα μπάλσαμα πούχαν ετοιμάσει.

Και βρήκανε την πέτρα κυλισμένη πέρα από το μνή-

μα, και μπαίνοντας δε βρήκαν το λείψανο του Κυρίου

[μας] του Ιησού. Και συνέβη, ενώ απορούσανε μ' αυ-

τό, να διο άντρες πρόβαλαν ομπρός τους με στολές

αστραφτερές. Κι' εκεί που τρόμαξαν και πούγαιρναν

το πρόσωπό τους χάμου, τους είπαν «Τι γυρεύετε το

» ζωντανό με τους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, μόνε ανα-

» στήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε όταν είτανε στη

» Γαλιλαία ακόμα, λέγοντας πως πρέπει ο γιος τ' αν-

» θρώπου να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων αμαρτω-

» λών και να σταυρωθεί και την τρίτη μέρα ν' ανα-

» στηθεί». Και θυμήθηκαν τα λόγια του, και γύρισαν

από το μνήμα πίσω κι’ είπαν όλα αυτά στους έντε-

κα και σ' όλους τους λοιπούς. Κι' είταν η Μαγδαληνή

η Μαρία, κι’ η Ιωάνα, κι’ η Μαρία [η μητέρα] του

Ιακώβου, κι’ οι λοιπές μαζί τους τάλεγαν αυτά στους

αποστόλους. Και τους φανήκανε σα μύθοι αυτά τα

λόγια και δεν τα πιστεύανε. Κι' ο Πέτρος σηκώθη κι’

έτρεξε στο μνήμα, κι’ έσκυψε και βλέπει μοναχά τα

σάβανα, κι’ έφυγε απορώντας μέσα του με το περι-

στατικό.

151. Και να διο τους την ίδια μέρα πηγαίνανε σε

χωριό εξήντα στάδια αλάργα από την Ιερουσαλήμ,

που τ' όνομά του Εμμαούς, και μιλούσανε μεταξύ τους

για όλα αυτά που έτυχαν. Και συνέβηκε, την ώρα που

μιλούσανε και συζητούσαν, σίμωσε ο Ιησούς και περ-

πατούσε μαζί τους• μα τα μάτια τους τούς είτανε

πιασμένα να μην τόνε γνωρίσουν. Και τους είπε «Τι

» 'ναι αυτά τα λόγια που περπατώντας συζητάτε με-

» ταξύ σας;» Και σταθήκανε λυπημένοι. Κι' απο-

κρίθη ο ένας, μ' όνομα Κλεόπας, και τούπε «Εσύ

» μονάχα κάθεσαι στην Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες

» όσα έτυχαν εκεί αυτές τις μέρες;» Και τους είπε

« Πια;» Κι' εκείνοι τούπαν «Αυτά του Ιησού του

» Ναζαρηνού που στάθηκε προφήτης δυνατός μ' έργο

» και με λόγο στα μάτια του Θεού και σ' όλου του

» λαού, και πως τον παραδώκανε οι πρωτοπαπάδες

» κι’ οι αρχόντοι μας να τιμωρηθεί με θάνατο και τόνε

» σταύρωσαν. Κι' εμείς ελπίζαμε πως είναι αυτός που

» θα λευτέρωνε τον Ισραήλ μα ως τόσο να τρεις μέ-

» ρες τώρα παν απ' όταν έγιναν αυτά. Μόνε και μερι-

» κές γυναίκες μας μάς σάστισαν, που πήγαν την αυγή

» στο μνήμα, και σα δε βρήκανε τα λείψανό του ήρ-

» θαν και μας λεν πως είδανε κι’ αγγέλων ίδωμα που

» λεν πως ζει. Και πήγανε μερικοί και δικοί μας στο

» μνήμα, και βρήκαν έτσι καθώς είπαν οι γυναίκες,

» όμως τον ίδιο δεν τον είδαν». Κι' εκείνος τους είπε

« Ω ανθρώποι δίχως νου και με καρδιά αργοπίστευτη

» ύστερα απ' όλα όσα γράψανε οι Προφήτες! Αυτά δεν

» έπρεπε ο Χριστός να πάθει και να μπει στη δόξα

» του;» Κι' αρχίζοντας από το Μωυσή κι απ' όλους

τους Προφήτες, τους ξήγησε τα δικά του μέσα σ' όλες τις

Γραφές. Κι' είχανε φτάσει στο χωριό που πήγαιναν,

κι’ αυτός καμώθη πως πηγαίνει πιο μακρύτερα• και

τον κάνανε [να μείνει] λέγοντας «Μείνε μαζί μας, γιατί

» κοντεύει βράδυ κι’ έγηρε πια η μέρα». Και μπήκε

να μείνει μαζί τους. Και συνέβηκε, όταν κάθησε [να

φάει] μαζί τους, πήρε το ψωμί και βλόγησε, και τό-

κοψε κομάτια και τους έδινε• κι’ άνοιξαν τα μάτια

τους και τον αναγνώρισαν. Κι' αυτός τους έγινε άφαν-

τος. Κι' είπανε μεταξύ τους «Δεν έκαιγε η καρδιά

» μας, καθώς στο δρόμο μας μιλούσε, το πώς μας ξή-

» γαε τις Γραφές!»

152. Και σηκώθηκαν την ίδια ώρα και γυρίσανε

πίσω στην Ιερουσαλήμ. Και βρήκανε μαζεμένους τους

έντεκα και τους συντρόφους τους, που λέγανε πως α-

ληθινά αναστήθη ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σί-

μωνα. Κι' αυτοί ξηγούσαν όσα τύχανε στο δρόμο και

πως τον αναγνώρισαν κατά το κόψιμο του ψωμιού. Κι'

ενώ μιλούσαν έτσι, στάθηκε εκείνος μεταξύ τους και

τους λέει• «Ειρήνη σας». Κι' από την ταραχή τους

και το φόβο που τους πήρε νόμιζαν πως θωρούνε φάν-

τασμα. Και τους είπε «Τι είστε ταραγμένοι και τι

» στοχασμοί σας ανεβαίνουνε στο νου; Κοιτάξτε μου

» τα χέρια μου και πόδια μου, πως είμαι εγώ ο ίδιος.

» Ψάξτε με και κοιτάξτε, τι φάντασμα δεν έχει σάρκα

» μήτε κόκκαλα όπως θωράτε κι’ έχω εγώ». Και σαν

τόπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και τα πόδια. Κι'

ενώ ακόμα αυτοί απιστούσαν από τη χαρά και σά-

στιζαν, τους είπε «Έχετε τίποτα εδώ φαγώσιμο;»

Κι' αυτοί του δώκανε λίγο ψημένο ψάρι, και το πήρε

ομπρός τους κι’ έφαγε. Και τους είπε «Αυτά 'ναι τα

» λόγια μου που σας μίλησα όταν είμουνα ακόμα μαζί

» σας, πως πρέπει ν αληθέψουν όλα τα γραμένα μέσα

» στο Νόμο του Μωυσή και μέσα στους Προφήτες και

» Ψαλμούς για μένα». Τότες τους άνοιξε το νου να

καταλάβουν τις Γραφές, και τους είπε πως «Έτσι

» γράφτηκε, ο Χριστός να πάθει και ν' αναστηθεί από

» τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και στ' όνομά του να

» διαλαληθεί σ' όλα τα έθνη — αρχίζοντας από την

» Ιερουσαλήμ — μετανιωμός για να συχωρεθούν οι α-

» μαρτίες. Εσείς αυτά θαν τα κηρύξτε. Και να εγώ

» σας στέλνω το ό,τι έταξε ο πατέρας μου. Κι' εσείς

» καθήστε μέσ' στη χώρα ως που να φορεθείτε από τα

» ύψη δύναμη».

Και τους πήγε όξω ως κοντά στη Βηθανία και σή-

κωσε τα χέρια και τους βλόγησε. Και συνέβη, εκεί

που τους βλογούσε, αποχωρίστη από κοντά τους και

σηκώνουνταν στον ουρανό. Κι' εκείνοι τον προσκύνη-

σαν, και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με χαρά

μεγάλη, κι’ έμεναν πάντα μέσα στο ναό δοξολογών-

τας το Θεό.

Αμήν.

ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΟΥΚΑ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ

Στην αρχή 'ταν ο λόγος κι’ ο λόγος είτανε με το

Θεό και Θεός είταν ο λόγος. Είταν εκείνος στην αρχή

με το Θεό. Όλα τα πάντα μέσο του έγιναν, και χωρίς

του τίποτα δεν έγινε που γίνηκε. Μέσα του είτανε ζωή

κι’ η ζωή 'τανε το φως των ανθρώπων, και το φως

μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν το κυρίεψε.

2. Βγήκε ένας άνθρωπος σταλμένος από το Θεό•

τ' όνομα του Ιωάνης. Αυτός ήρθε για κήρυγμα, για

να κηρύξει το φως, που να κάνει κι’ όλοι να πιστέ-

ψουν. Δεν είταν εκείνος το φως, παρά για να κηρύξει

το φως. Το φως τ' αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο

ερχότανε στον κόσμο• στον κόσμο είταν κι’ ο κόσμος

μέσο του έγινε, κι’ ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα

δικά του ήρθε, κι’ οι δικοί του δεν τον παραδέχτηκαν

όμως όσοι τόνε δέχτηκαν, τους έδωκε εξουσία να γίνουν

του Θεού παιδιά, σ' αυτούς που πίστεψαν τ' όνομά

του, που όχι από αίματα μήτε από θέλημα σάρκας

μήτε από θέλημα αντρός, μόνε από το Θεό γεννή-

θηκαν.

Κι' ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας

— κι’ είδαμε τη δόξα του, δόξα σα μοναχογιού [δο-

σμένη] από πατέρα — γιομάτος χάρη, αλήθια. Ο Ιωά-

νης τον κηρύχνει και φωνάζει λέγοντας «Αυτός είναι

» που είπα Αυτός που φτάνει πίσω μου έγινε προτύ-

» τερά μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Γιατί από το πε-

» ρίσσεμά του λάβαμε όλοι εμείς, και χάρη για χάρη.

» Επειδής ο Νόμος μέσο του Μωυσή δόθηκε• η χάρη

» κι’ η αλήθια ήρθε μέσο του Ιησού Χριστού».

3. Το Θεό κανείς ποτές ακόμα δεν τον είδε• ο μο-

ναχογιός Θεός πούναι στον κόρφο του πατέρα, εκείνος

τον ξήγησε. Κι' αυτό 'ναι το κήρυγμα του Ιωάνη όταν

έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα παπάδες και

Λευείτες ναν τόνε ρωτήσουν «Εσύ πιος είσαι;» Κι'

ομολόγησε και δεν αρνήθηκε• κι’ ομολόγησε πως «Εγώ

» δεν είμαι ο Χριστός». Και τόνε ρώτησαν «Εσύ λοι-

» πόν τι; Ο Ηλίας είσαι;» Και λέει «Δεν είμαι».

« Ο Προφήτης είσαι εσύ;» Κι' αποκρίθηκε «Όχι».

Τούπανε λοιπόν «Πιος είσαι; Για να δώκουμε απάν-

» τηση σ' εκείνους που μας έστειλαν. Τι λες για σένα;»

Είπε « _ Εγώ φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο

» Ίσιο κάντε το δρόμο του Κυρίου _ , καθώς είπε ο Η-

» σαΐας ο προφήτης». Κι' είταν οι σταλμένοι Φαρι-

σαίοι, και τόνε ρώτησαν και τούπαν «Τι λοιπόν βα-

» φτίζεις αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ουδ' ο Ηλίας ουδ'

» ο Προφήτης;» Τους αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε

« Εγώ βαφτίζω με νερό• μεταξύ σας στέκει, δίχως ναν

» τον ξέρετε, κι’ έρχεται πίσω μου αυτός που εγώ δεν

» είμαι άξιος να λύσω το λουρί του σανταλιού του».

Αυτά γίνανε στη Βηθανία αντίπερα του Ιορδάνη, όπου

βάφτιζε ο Ιωάνης.

4. Την κατόπι μέρα βλέπει τον Ιησού που πήγαινε

κοντά του και λέει «Νά τ' αρνί του Θεού που βγάζει

» την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι που σας είπα

» Πίσω μου έρχεται άνθρωπος που γίνηκε προτύτερά

» μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Κι' εγώ δεν τον ήξερα,

» παρά για να φανερωθεί στον Ισραήλ για τούτο ήρθα

» εγώ και βαφτίζω με νερό». Και κήρυξε ο Ιωάνης

κι’ είπε πως «Είδα το Πνέμα που κατέβαινε σαν περι-

» στέρι από τον ουρανό και κάθησε απάνου του. Κι'

» εγώ δεν τον ήξερα• μα αυτός που μ' έστειλε να βα-

» φτίζω με νερό, εκείνος μούπε Σ' όπιονε δεις να κατε-

» βεί το Πνέμα και καθήσει απάνου του, αυτός βαφτί-

» ζει με πνέμα άγιο. Κι' εγώ είδα και κήρυξα πως

» αυτός είναι ο γιος του Θεού».

5. Την κατόπι μέρα έστεκε πάλι ο Ιωάνης με διο

του μαθητάδες, και τηρώντας τον Ιησού που περπα-

τούσε λέει «Νά τ' αρνί του Θεού». Και τον ακούσανε

οι διο του μαθητάδες που μιλούσε, κι’ ακολούθησαν

τον Ιησού. Και γύρισε ο Ιησούς, και βλέποντάς τους

που τον ακολουθούσανε τους λέει «Τι ζητάτε;» Κι'

εκείνοι τούπανε «Ραββεί (που ξηγημένο θα πει _ Δάσκα-

λε _ ), πού κάθεσαι;» Τους λέει «Ελάτε και θα δείτε»

Πήγανε λοιπόν κι’ είδαν που κάθεται, και μείνανε μαζί

του εκείνη την ημέρα. Είταν ως δέκα η ώρα. Είταν

ο Αντρέας, ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου, ένας

από τους διο π' ακούσανε από τον Ιωάνη και τον ακο-

λούθησαν. Αυτός βρίσκει πρώτο τον αδερφό του το

Σίμωνα και του λέει «Βρήκαμε το Μεσσία», που ξη-

γημένο θα πει Χριστός. Τον πήγε στον Ιησού. Ο

Ιησούς τον κοίταξε κι’ είπε «Εσύ 'σαι ο Σίμωνας, ο

» γιος του Ιωνά• θα σε κράζουν εσένα Κηφά», που θα

πει _ Πέτρος _ .

6. Την κατόπι μέρα θέλησε να βγει στη Γαλιλαία.

Και βρίσκει το Φίλιππο ο Ιησούς και του λέει «Ακο-

» λούθα με». Κι' ο Φίλιππος είταν από τη Βηθσαϊδά,

από την πατρίδα του Αντρέα και του Πέτρου. Βρί-

σκει ο Φίλιππος το Ναθανιήλ και του λέει «Εκείνον

»πούγραψε ο Μωυσής μέσα στο Νόμο κι’ οι Προφή-

» τες, τον ηύραμε, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από

» τη Ναζαρέτ». Κι' ο Ναθανιήλ τούπε «Από τη Να-

» ζαρέτ μπορεί να γίνει τίποτα καλό;» Του λέει ο

Φίλιππος «Έλα και δες». Είδε ο Ιησούς το Ναθα-

νιήλ που πήγαινε κοντά του και λέει για αυτόν «Να

» αληθινά Ισραηλίτης με δίχως πονηριά». Του λέει ο

Ναθανιήλ «Πώς με ξέρεις;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς

και τούπε «Πρι σε φωνάξει ο Φίλιππος, σ' είδα σαν

» είσουνα στη συκιά από κάτου». Τ' αποκρίθηκε ο Να-

θανιήλ «Ραββεί, εσύ 'σαι ο γιος του Θεού, εσύ 'σαι ο

» βασιλέας του Ισραήλ». Αποκρίθηκε ο Ιησούς

και τούπε «Γιατί σούπα πως σ' είδα στη συκιά από κά-

» του, πιστεύεις• μεγαλύτερά τους θα δεις». Και του

λέει «Αλήθια αλήθια σας λέω• θα δείτε τον ουρανό

» ανοιχτό και τους αγγέλους του Θεού που θ' ανεβαί-

» νουν και θα κατεβαίνουν απάνου στο γιο τ' ανθρώ-

» που».

7. Και τρεις μέρες κατόπι έγινε γάμος στην Κανά [2]

της Γαλιλαίας, κι’ είταν εκεί η μητέρα του Ιησού• και

προσκάλεσαν και τον Ιησού και τους μαθητάδες του

στο γάμο. Κι' έλειψε το κρασί, και λέει του Ιησού η

μητέρα του «Δεν έχουν κρασί». Κι' ο Ιησούς της λέει

« Τι θέλεις από μένα, [ω] γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η

» ώρα μου». Λέει η μητέρα του στους δούλους «Ό,τι

» σας λέει κάντε το». Κι' είταν εκεί έξη στάμνες πέτρι-

νες, βαλμένες όπως συνειθίζεται για τον καθαρισμό των

Ιουδαίων, που χωρούσαν από διο ή τρία μέτρα. Τους

λέει ο Ιησούς «Γιομίστε τις στάμνες νερό». Και τις

γιόμισαν ως απάνου. Και τους λέει «Βγάλτε τώρα και

» πηγαίνετε τ' αρχιτράπεζου». Και του πήγαν. Και

σα δοκίμασε ο αρχιτράπεζος το νερό το κανωμένο κρασί

και δεν ήξερε από πού είταν — όμως οι δούλοι τόξεραν

πούχανε βγάλει το νερό — , φωνάζει το γαμπρό ο αρχι-

τράπεζος και του λέει «Κάθε άνθρωπος πρώτα δίνει

» το καλό κρασί, και σα μεθύσουν, το χειρότερο• εσύ

» φύλαξες ως τώρα το καλό κρασί». Από τούτο άρ-

χισε τα θάματά του ο Ιησούς στην Κανά της Γαλι-

λαίας και φανέρωσε τη δόξα του και τον πίστεψαν οι

μαθητάδες του.

8. Κατόπι κατέβηκε στην Καφαρναούμ αυτός κι’

η μητέρα του και τ' αδέρφια κι’ οι μαθητάδες του• κι’

έμειναν εκεί λίγες μέρες. Και κόντευε το πάσκα των

Ιουδαίων, κι’ ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς. Και

βρήκε καθισμένους μέσα στο ναό όσους πουλούσανε βό-

δια και πρόβατα και περιστέρια, και τους σαράφηδες.

Και κάνοντας βούρδουλα από σκοινιά τους έβγαλε ό-

λους από το ναό, [καθώς] και τα πρόβατα και βόδια,

και των σαράφηδων σκόρπισε όξω τα χρήματα κι’ α-

ναποδογύρισε τα τραπέζια• κι’ είπε των περιστεράδων

« Πάρτε τα αυτά από δω• μην κάνετε τον οίκο του

» πατέρα μου αργαστήρι». Και θυμήθηκαν οι μαθη-

τάδες του πως είναι γραμένο _ Ο ζήλος του οίκου σου

θα με φάει _ . Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι λοιπόν και τού-

παν «Τι σημάδι μας δείχνεις που κάνεις αυτά;» Α-

ποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Γκρεμίστε ετούτον

» το ναό και σε τρεις μέρες τόνε στήνω». Είπανε λοι-

πόν οι Ιουδαίοι «Σε σαράντα έξη χρόνια χτίστηκε

» ο ναός αυτός, κι’ εσύ τόνε στήνεις σε τρεις μέρες;»

Εκείνος όμως έλεγε το ναό του κορμιού του. Σαν ανα-

στήθηκε λοιπόν από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθη-

τάδες του πως αυτό έλεγε και πίστεψαν τη Γραφή και

το λόγο πούπε ο Ιησούς.

9. Κι' ενόσω είτανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη

του πάσκα, πολλοί πιστέψανε τ' όνομά του θωρώντας

του τα σημάδια πούκανε. Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν

τους φανερώνουνταν, έτσι που ναν τόνε μάθουν όλοι, τι

κανενός δεν είχε ανάγκη να κηρύξει τον άνθρωπο, γιατί

ο ίδιος τόξερε το τι 'τανε μέσα στον άνθρωπο.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 12 / 16 段