109. » Κι' ένας άνθρωπος είταν πλούσιος και φόραε

» στολή βυσσινιά και λινή, ξεφαντώνοντας καθεμέρα

» μεγαλόπρεπα. Κι' ένας φτωχός μ' όνομα Λάζαρος

» κοίτουνταν κοντά στην αυλόπορτα του πληγιασμένος

» και λαχταρώντας να χορτάσει μ' όσα πέφτανε από

» το τραπέζι του πλούσιου• μα [αντίς] κι’ οι σκύλοι

» πήγαιναν κι έγλυφαν τις πληγές του. Κι' έτυχε ο

» φτωχός να πεθάνει και ναν τον παν οι αγγέλοι στον

» κόρφο του Αβραάμ. Και πέθανε κι’ ο πλούσιος και

» τον έθαψαν. Και μέσ' στον Άδη σήκωσε τα μάτια

» εκεί που βασανίζουνταν, και βλέπει πέρα τον Α-

» βραάμ και μέσ' στον κόρφο του το Λάζαρο• και φώ-

» ναξε κι’ είπε Πατέρα Αβραάμ λυπήσου με και στεί-

» λε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δάχτυλού του

» νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, τι τυραννιού-

» μαι μέσα σ' αυτή τη φλόγα. Κι' είπε ο Αβραάμ

» Παιδί [μου], μην ξεχνάς πως χάρηκες τ' αγαθά σου

» στη ζωή σου, κι’ ο Λάζαρος το ίδιο τα κακά• και

» τώρα [εκείνος] έχει εδώ παρηγοριά, κι’ εσύ καημούς.

» Κι' έπειτα μεταξύ σ' εμάς κι’ εσάς είναι στυλωμένο

» βάραθρο μεγάλο, που όσοι θέλουν να διαβούνε από

» δω σ' εσάς να μη μπορούνε, μηδέ να διαπεράσουν

» από εκεί σ' εμάς. Κι' είπε Σε παρακαλώ λοιπόν,

» πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, γιατί

» έχω πέντε αδέρφια, για να τους φωτίσει, που να μην

» έρθουνε κι’ εκείνοι σ' αυτόν τον τόπο του βασανισμού.

» Κι' ο Αβραάμ λέει Έχουνε το Μωυσή και τους

» Προφήτες• εκείνους ας ακούσουν. Κι' εκείνος είπε

» Όχι, πατέρα Αβραάμ παρά αν κανένας πάει απ'

» τους νεκρούς, θα μετανιώσουν. Και τούπε Α δεν

» ακούν το Μωυσή και τους Προφήτες, μηδ' αν κα-

» νείς αναστηθεί από τους νεκρούς δε θα πειστούνε».

110. Κι' είπε στους μαθητάδες του «Δε γίνεται το [17]

» να μην έρθουν οι πειρασμοί, Όμως αλίμονό του που

» τους κάνει κι έρχουνται. Πιο του συφέρνει αν έχει

» μια μυλόπετρα τριγύρω στο λαιμό του κι’ είναι πε-

» ταγμένος στο γιαλό, παρά το να πειράξει έναν από

» τους μικρούς αυτούς. Προσέχετε. Α φταίξει ο α-

» δερφός σου, μάλωσέ τον• κι’ α μετανιώσει, άφισέ τον.

» Κι' αν την ημέρα εφτά φορές σου φταίξει κι’ εφτά

» φορές γυρίσει πίσω λέγοντάς σου Μετανιώνω, άφισέ

» τον».

111. Κι' οι Αποστόλοι είπαν του Κυρίου «Δώσε

» μας πίστη». Κι' ο Κύριος είτε «Αν είχατε πίστη

» σα σπυρί σινάπι, θα λέγατε εκείνης της συκιάς Ξερ-

» ριζώσου και φυτέψου μέσ' στη θάλασσα, και θα σας

» άκουγε. Και πιος σας έχει σκλάβο οργωτή ή βοσκό,

» και σα γυρίσει απ' το χωράφι, αμέσως θαν του πει

» Πέρνα και κάθησε [να φας], μόνε δε θαν του πει

» Ετοίμασέ μου να δειπνήσω, και ζώσου κι’ υπερέτα

» με ως να φάω και πιώ, κι’ ύστερα τρως [κι’] εσύ και

» πίνεις; Μήπως του χρωστά του σκλάβου χάρη πού-

» κανε την προσταγή [του]; Έτσι κι’ εσείς, σαν κά-

» νετε όλα που σας προσταχτούν, να λέτε πως Είμα-

» στε άχρηστοι σκλάβοι• ό,τι έπρεπε να κάνουμε, κά-

» ναμε».

112. Και συνέβηκε, ενώ πήγαινε στην Ιερουσαλήμ,

περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και Γαλιλαία. Και

μπαίνοντας σ' ένα χωριό, απάντησε δέκα ανθρώπους

λωβιασμένους που σηκωθήκανε απ' αλάργα κι’ είπανε

με δυνατή φωνή «Ιησού αφέντη, συμπόνεσέ μας».

Και σαν τους είδε, είπε «Πηγαίνετε και δειχτείτε

» στους παπάδες». Και συνέβηκε, ενώ πήγαιναν, κα-

θαριστήκανε. Κι' ένας τους σαν είδε πως γιατρεύτηκε,

γύρισε, με φωνή μεγάλη δοξολογώντας το Θεό• κι’ έ-

πεσε πίστομα κοντά στα πόδια του και τον ευχαρι-

στούσε. Κι' είταν αυτός Σαμαρείτης. Κι' ο Ιησούς

αποκρίθη κι’ είπε «Δεν καθαρίστηκαν κι’ οι δέκα; και

» πού 'ναι οι εννιά; Δε βρέθηκε άλλος να γυρίσει και

» δοξάσει το Θεό εξόν αυτός ο ξένος;» Και τούπε

« Σήκω και πήγαινε».

113. Και τόνε ρώτησαν οι Φαρισαίοι πότε φτάνει

η βασιλεία του Θεού, και τους αποκρίθη κι’ είπε «Δε

» φτάνει με φαινόμενο η βασιλεία του Θεού, μηδέ θα

» πούνε Νά εδώ ή εκεί, γιατί να μέσα σας είναι η βα-

» σιλεία του Θεού». Κι' είπε στους μαθητάδες «Θάρ-

» θεί καιρός που θα ποθήστε να δείτε μια από τις

» ημέρες του γιου τ' ανθρώπου και δε θα βλέπετε. Και

» θα σας πούνε Νά εκεί ή να εδώ• μην τρέξτε κα-

» τόπι. Γιατί καθώς η αστραπή αστράφτει πέρα κά-

» του από τον ουρανό και λάμπει ως πέρα κάτου από

» τον ουρανό, έτσι θα γίνει με το γιο τ' ανθρώπου.

» Μα πρώτα πρέπει πολλά να πάθει, και ν' αποκηρυ-

» χτεί από τη γενεά την τώρα. Κι' όπως έγινε στον

» καιρό του Νώε, έτσι θα γίνει και στον καιρό του

» γιου τ' ανθρώπου• έτρωγαν, έπιναν, γάμους είχαν και

» παντριές, ως στην ημέρα ότα μπήκε ο Νώε στην

» κιβωτό, κι’ ήρθε ο κατακλυσμός και τους κατάστρεψε

» όλους. Το ίδιο καθώς έγινε στον καιρό του Λωτ•

» έτρωγαν, έπιναν, αγόραζαν, πουλούσανε, φυτεύανε,

» έχτιζαν• και την ημέρα ότα βγήκε ο Λωτ από τα

» Σόδομα, έβρεξε φωτιά και θιάφι από τον ουρανό

» και τους κατάστρεψε όλους• τα ίδια θα γενούν τη

» μέρα που θα φανερώνεται ο γιος τ' ανθρώπου. Τη

» μέρα εκείνη όπιος βρίσκεται στη στέγη απάνου και

» τα πράματά του μέσ' στο σπίτι, ας μην κατέβει ναν

» τα πάρει• κι’ όπιος στο χωράφι, το ίδιο ας μη γυρί-

» σει πίσω. Μην ξεχνάτε τη γυναίκα, του Λωτ. Όπιος

» ζητήσει τη ζωή του να γλυτώσει, θαν τη χάσει•

» κι’ όπιος τη χάσει, θαν τη ζωντανέψει. Σας λέω, τη

» νύχτα εκείνη διο θα βρίσκουνται σ' ένα κλινάρι απά-

» νου, ο ένας θα παρθεί μαζί κι’ ο άλλος θ' αφεθεί• διο

» θ' αλέθουνε μαζί, η μια [τους] θα παρθεί μαζί κι’ η

» άλλη θ' αφεθεί». Κι' αποκρίθηκαν και του λένε

« Πού, Κύριε;» Κι' εκείνος τους είπε «Όπου το ψο-

» φίμι, εκεί θα μαζευτούνε και τα όρνια».

[18] 114. Και τους έλεγε παραβολή για το πώς πρέπει

πάντα να προσεύκουνται δίχως ν' αποδειλιούνε, λέγον-

τας «Είτανε σε μια χώρα ένας κριτής που δε φοβούν-

» ταν το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουνταν. Κι' είτανε

» στη χώρα αυτή μια χήρα, και πήγαινε και τούλεγε

» Δώσε μου το δίκιο μου από τον αντίδικο μου. Και

» καιρό δεν ήθελε. Κι' είπε κατόπι μέσα του Αν και

» δε φοβάμαι το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουμαι, όμως

» γιατί με ζαλίζει καν η χήρα αυτή θαν της δώσω το

» δίκιο της, μήπως με το να έρχεται στο τέλος μ' αρ-

» ρωστήσει». Κι' είπε ο Κύριος «Τ' ακούσατε τι λέει

» ο άδικος κριτής• αμή ο Θεός δε θα δώσει το δίκιο

» τους στους εκλεχτούς του που μέρα νύχτα του φω-

» νάζουνε, και δε θάχει απομονή μαζί τους; Σας λέω

» πως θαν τους δώσει γλήγορα το δίκιο τους. Όμως

» σαν έρθει ο γιος τ' ανθρώπου, τάχα θα βρει στη γη,

» την πίστη;»

115. Κι' είπε και για μερικούς, που πίστευαν πως

είναι ενάρετοι και καταφρονούσαν τους λοιπούς, αυτή

την παραβολή «Διο ανθρώποι πήγαν απάνου στο ναό

» να προσευκηθούν, ο ένας Φαρισαίος κι’ ο άλλος τε-

» λώνης. Κι' ο Φαρισαίος στάθηκε κι’ αυτά περίκα-

» λιούνταν μέσα του Ευχαριστώ σε, Θε μου, που δεν

» είμαι σαν τους λοιπούς ανθρώπους, τους άρπαγες,

» τους άδικους, παράλυτους, ή και σαν τον τελώνη

» εκεί. Νηστεύω τη βδομάδα διο φορές, δίνω το δέ-

» κατο απ' όλα όσα κερδίζω. Όμως ο τελώνης έστεκε

» μακριά και δεν ήθελε μήτε τα μάτια να σηκώσει

» στα ουράνια, μόνε στηθοκοπιούνταν κι’ έλεγε Θε μου,

» σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό. Σας λέω, αυτός κα-

» τέβη αθωωμένος σπίτι του παρά ο άλλος, γιατί όπιος

» ανυψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται

» θ' ανυψωθεί».

116. Και τούφερναν και τα μωρά για ναν τ' αγ-

γίξει• κι’ οι μαθητάδες τόδαν και τους μάλωναν. Κι' ο

Ιησούς τα φώναξε κι’ είπε «Αφίστε τα παιδάκια κι’

» ας έρχουνται κοντά μου, και μην τ' αμποδίζετε•

» γιατί των τέτιων είναι η βασιλεία του Θεού. Αλη-

» θινά σας λέω, όπιος δε δεχτεί σαν παιδάκι τη βασι-

» λεία του Θεού, μέσα δε θα μπει».

117. Και τόνε ρώτησε ένας άρχοντας κι’ είπε «Κα-

» λέ μου δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω

» ζωή παντοτινή;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Τι με λες

» καλόν; Κανείς καλός εξόν ένας, ο Θεός. Τις εντολές

» τις ξέρεις• _ μη μοιχεύεις, μη σκοτώνεις, μην κλέβεις,

» μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα σου και τη

» μητέρα _ ». Κι' εκείνος είπε «Όλα αυτά τα φύλαξα

» από μικρός». Κι' άκουσε ο Ιησούς και τούπε «Ένα

» σου λείπει ακόμα• όλα όσα έχεις πούλατα και μοί-

» ρασέ τα σε φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό στα

» ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' εκείνος σαν τ' ά-

κουσε, καταλυπήθη γιατί είταν πλούσιος υπερβολικά.

Κι' όταν τόδε ο Ιησούς, είπε πως «Δύσκολα όσοι

» έχουνε τα πλούτη μπαίνουνε στη βασιλεία του Θεού.

» Γιατί ευκολώτερα θα μπει γκαμήλα από βελόνας

» μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βασιλεία του

» Θεού». Κι' είπαν όσοι τ' άκουσαν «Και πιος μπορεί

» να σωθεί;» Κι' εκείνος είπε «Τ' αδύνατα με τους

» ανθρώπους δυνατά με το Θεό». Κι' ο Πέτρος είπε

» Νά, εμείς αφήκαμε τα δικά μας και σ' ακολουθή-

» σαμε». Κι' εκείνος τους είπε «Αληθινά σας λέω,

» πως κανείς δεν άφισε σπίτι ή γυναίκα ή αδερφούς ή

» γονέους ή παιδιά για τη βασιλεία του Θεού παρά θα

» λάβει πολλαπλά στον τωρινόν καιρό, και στον αιώ-

» να πούρχεται ζωή παντοτινή».

118. Και πήρε τους δώδεκα και τους είπε «Νά

» ανεβαίνουμε στην Ιερουσαλήμ και θα πάθει ο γιος

» τ' ανθρώπου όλα τα γραμένα μέσο των Προφητών.

» Τι θαν τον παραδώσουνε στους εθνικούς και θαν τον

» περιπαίξουν και ντροπιάσουνε και φτύσουν, και βουρ-

» δουλίζοντάς τον θαν τόνε σκοτώσουν, και σε τρεις

» μέρες θ' αναστηθεί». Κι' εκείνοι τίποτα απ' αυτά δεν

ένιωσαν, και τους έμενε αφανέρωτος αυτός ο λόγος και

δεν ήξεραν τι έλεγε.

119. Και συνέβη, ότα ζυγώσανε στην Ιερειχώ,

ένας τυφλός καθότανε σιμά στο δρόμο και ζητιάνευε.

Κι' αγρικώντας πλήθος που περνούσε, ρώταε τι να τρέ-

χει• και τον πληροφόρησαν πως ο Ιησούς περνάει ο

Ναζωραίος. Κι' έβαλε τις φωνές κι’ είπε «Ιησού, γιέ

» του Δαυείδ, σπλαχνίσου με». Κι' αυτοί που περπα-

τούσανε μπροστά τόνε μαλώνανε να σωπάσει• μα αυ-

τός πολύ περισσότερο φώναζε «Γιέ του Δαυείδ, σπλα-

» χνίσου με». Και στάθηκε ο Ιησούς και πρόσταξε

ναν του τον παν κοντά του. Κι' όταν ήρθε, τόνε ρώτη-

σε «Τι θέλεις να σου κάνω;» Κι' εκείνος είπε «Κύ-

» ριε, να ξαναδώ». Κι' ο Ιησούς του είπε «Να ξανα-

δείς• η πίστη σου σε γλύτωσε». Κι' είδε πάλι στη

στιγμή και τον ακολουθούσε δοξάζοντας το Θεό. Κι'

όλος ο λαός σαν τόδε, βλόγησε το Θεό.

120. Και μπήκε μέσα και περνούσε την Ιερειχώ. [19]

Και να ένας άνθρωπος που τ' όνομά του λέγουνταν

Ζακχαίος, κι’ είταν πρωτοτελώνης κι’ είταν πλούσιος,

ζητούσε να δει τον Ιησού πιος είναι, και δε μπορούσε

από το πλήθος γιατί είχε ανάστημα κοντό. Και τρέ-

χοντας ομπρός ανέβηκε σε μια συκομουριά ναν τόνε

δει, γιατί είταν από κει να περάσει. Και σαν έφτασε

στο μέρος, σήκωσε τα μάτια ο Ιησούς και τούπε

« Ζακχαίε, κατέβα γλήγορα, πρέπει σήμερα να μείνω

» σπίτι σου». Και κατέβηκε γλήγορα και τόνε δέ-

χτηκε με χαρά. Και βλέποντάς το μουρμουρίζανε όλοι

κι’ έλεγαν πως «Μπήκε σ' ανθρώπου αμαρτωλού να

» μείνει». Κι' ο Ζακχαίος στάθηκε κι’ είπε στον Κύ-

ριο «Νά τα μισά μου υπάρχοντα, Κύριε, τα δίνω σε

» φτωχούς, κι’ αν καταχράστηκα κανέναν τίποτα, του

» τα γυρίζω πίσω τετραπλά». Κι' ο Ιησούς του είπε

πως «Σήμερα σ' αυτό το σπίτι ήρθε σωτηρία, γιατί

» είναι γιος κι’ αυτός του Αβραάμ Γιατί ο γιος τ' αν-

» θρώπου ήρθε να ζητήσει και να σώσει το χαμένο».

121. Κι' ενώ τάκουγαν αυτά, τους είπε ακόμα και

μια παραβολή, επειδή ζύγωνε στην Ιερουσαλήμ και

θαρρούσαν πως αμέσως θα προβάλει η βασιλεία του

Θεού. Είπε λοιπόν «Ένας άνθρωπος άρχοντας μίσεψε

» σε τόπο μακρυνό για να λάβει βασιλεία και να γυρί-

» σει πίσω. Κι' έκραξε δέκα σκλάβους του, κι’ έδωκέ

» τους δέκα μνάδες και τους είπε Εμπορεύεστε ως που

» να γυρίσω. Μα οι συντοπίτες του τόνε μισούσαν,

» και στείλανε γεροντεία πίσω του και λέγανε Δεν τόνε

» θέλουμε αυτόνε βασιλέα. Και συνέβηκε, σαν έλαβε

» τη βασιλεία κι ήρθε πίσω, είπε και του φώναξαν

» τους σκλάβους πούχε δώσει τα χρήματα, για να

» μάθει το τι εμπορεύτηκαν. Και παρουσιάστη ο πρώ-

» τος κι’ έλεγε Αφέντη, η μνα σου κέρδισε ακόμα δέκα

» μνάδες. Και τούπε Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε• α-

» φού σ' ένα μικρότατο είσουνα πιστός, όριζε δέκα χώ-

» ρες. Κι' ήρθε κι’ είπε ο δεύτερος Η μνα σου, αφέντη,

» έβγαλε πέντε μνάδες. Κι' είπε και σ' εκείνον Κι' εσύ

» όριζε πέντε χώρες. Κι' ο άλλος ήρθε κι’ είπε Νά τη

» μνα σου, που την είχα φυλαγμένη σε κομπόδεμα•

» τι σε φοβούμουν, επειδή είσαι άνθρωπος στρυφνός,

» παίρνεις ό,τι δεν έβαλες και θερίζεις ό,τι δεν έσπει-

» ρες. Του λέει Από το στόμα σου θα σε καταδικάσω,

» σκλάβε κακέ. Ήξερες πως εγώ 'μαι άνθρωπος στρυ-

» φνός, παίρνοντας ό,τι δεν έβαλα και θερίζοντας ό,τι

» δεν έσπειρα• και γιατί δεν έβαλες το χρήμα μου σε

» τράπεζα, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θαν το σύναζα με

» τόκο. Κι' είπε στους εκεί Πάρτε του τη μνα και δώ-

» στε τη σ' εκείνον με τις δέκα μνάδες. Και τούπαν

» Αφέντη, έχει δέκα μνάδες. Σας λέω πως σ' όπιον

» έχει θα δοθεί, κι’ όπιος δεν έχει θαν του πάρουν κι’

» ό,τι έχει. Ως τόσο τους εχτρούς μου εκείνους που

» βασιλιά τους δε με θέλησαν, φέρτε τους εδώ και

» σφάξτε τους μπροστά μου».

122. Και σαν είπε αυτά, περπατούσε ομπρός ανε-

βαίνοντας στα Ιεροσόλυμα. Και συνέβηκε, όταν έφτασε

στη Βηθφαγή και Βηθανία κοντά στο βουνό που λέ-

γεται Ελιοβούνι, έστειλε διο μαθητάδες κι’ είπε «Πη-

» γαίνετε στ' αντικρυνό χωριό, και μπαίνοντας θα

» βρείτε ένα πουλάρι δεμένο που δεν κάθησε απάνου

» του κανείς ακόμα, και λύνοντάς το φέρτε το. Κι' α

» σας ρωτάει κανείς γιατί το λύνετε, έτσι ναν του πει-

» τε, πως ο αφέντης το χρειάζεται». Και πήγαν οι

αποσταλμένοι κι’ ηύρανε καθώς τους είπε. Κι' όταν

έλυναν το πουλάρι, τους είπαν οι νοικοκυρέοι του «Τι

» λύνετε το πουλάρι;» Κι' εκείνοι είπαν πως «Ο α-

» φέντης το χρειάζεται». Και το πήγανε στον Ιησού,

κι’ έρρηξαν απάνου τα φορέματά τους στο πουλάρι κι’

ανεβάσανε τον Ιησού• και καθώς πήγαινε, έστρωναν

από κάτου τα φορέματά τους μέσ' στο δρόμο. Και πια

σα ζύγωνε κοντά στον πόδα του Ελιόβουνου, άρχισε

όλος ο σωρός χαρούμενος των μαθητάδων και δοξολο-

γούσε με φωνή μεγάλη το Θεό για όλα όσα εί-

δανε τα θάματα, κι’ έλεγε «Βλογητός αυτός που φτάνει — ο

» βασιλέας — στ' όνομα του Κυρίου. Στα ουράνια ει-

» ρήνη, και δόξα στα ύψιστα». Και μερικοί Φαρι-

σαίοι από το πλήθος τούπανε «Δάσκαλε, μάλωσε

» τους μαθητάδες σου». Κι' αποκρίθη κι’ είπε «Σας

» λέω πως αν αυτοί σωπάσουνε, οι πέτρες θα φωνά-

» ξουν».

123. Και σαν έφτασε, είδε τη χώρα και την έκλα-

ψε λέγοντας πως «Αν ίσως σήμερα ήξερες κι’ εσύ πιος

» είναι ο δρόμος της ειρήνης! Μα τώρα κρύφτηκε απ'

» τα μάτια σου. Τι μέρες θενά σου πλακώσουν που

» τριγύρω θα σου στήσουν οι εχτροί σου φράχτη, και

» θα σε ζώσουνε και θα σε σφίξουν από κάθε μέρος, και

» θενά σε γκρεμίσουνε μαζί με τα παιδιά σου μέσα σου,

» και μέσα δε θ' αφίσουνε λιθάρι σε λιθάρι απάνου, για

» τούτο, που δεν ένιωσες την εποχή του κοιταγμού

» σου».

Και μπήκε στο ναό κι’ άρχισε να βγάζει τους εμπό-

ρους λέγοντας τους «Είναι γραμένο _ Ο οίκος μου οί-

» κος προσευχής θα γίνει _ , μα εσείς τον κάνατε κλε-

» φτοσπηλιά».

Και δίδασκε κάθε μέρα μέσα στο ναό. Κι' οι πρω-

τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι ζητούσαν ναν τον ξολο-

θρέψουν, [καθώς] κι’ οι πρώτοι του λαού, και δεν έβρι-

σκαν το τι να κάνουν, γιατί κρέμουνταν απάνου του

όλος ο λαός ακούοντας.

[20] 124. Και συνέβηκε μια μέρα, ενώ δίδασκε το λαό

μέσα στο ναό και κήρυχνε το καλό το μήνημα, βγή-

καν ομπρός του οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι

μαζί με τους δημογερόντους κι’ είπανε λέγοντάς του

« Πες μας με πια εξουσία κάνεις αυτά, ή πιος σ' την

» έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι' αποκρίθη και τους

είπε «Θα σας ρωτήσω κι’ εγώ 'να λόγο και πέστε μου•

» το βάφτισμα του Ιωάνη από τον ουρανό είταν ή απ'

» ανθρώπους;» Κι' εκείνοι μεταξύ τους συλλογίστη-

καν κι’ είπαν πως «Αν πούμε από τον ουρανό, θα πει

» γιατί δεν τον πιστέψατε; Κι' αν πούμε απ' ανθρώ-

» πους, όλος ο λαός θα μας πετροβολήσει, τι σταθερά

» πιστεύει πως ο Ιωάνης είτανε προφήτης». Κι' απάν-

τησαν πως δεν το ξέρουν από πού. Κι' ο Ιησούς τους

είπε «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια εξουσία κάνω

» αυτά».

125. Κι' άρχισε κι’ έλεγε του λαού την παραβολή

αυτή «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, και το νοί-

» κιασε σε γεωργούς και ξενιτεύτηκε αρκετόν καιρό.

» Και στην ώρα του έστειλε στους γεωργούς σκλάβο

» για ναν του δώσουν απ' τον αμπελόκαρπο• κι’ οι

» γεωργοί τον έδειραν και τόνε διώξανε εύκαιρο. Κι'

» έστειλε κι’ άλλο σκλάβο ακόμα• κι’ εκείνοι τον έδειραν

» κι’ αυτόν και τόνε ντρόπιασαν και τόνε διώξανε εύκαι-

» ρο. Κι' έστειλε και τρίτο ακόμα• κι’ εκείνοι κι’ αυτόν

» τόνε σακάτεψαν και τόνε βγάλανε όξω. Κι' είπε ο νοι-

» κοκύρης τ' αμπελιού Τι να κάνω; Θα στείλω το γιο

» μου τον αγαπητό• ίσως αυτόν τον σεβαστούν. Κι' οι

» γεωργοί όταν τον είδαν, λογαριάζανε ένας με τον άλ-

» λον κι’ έλεγαν Αυτός είναι ο κληρονόμος• ας τόνε σκο-

» τώσουμε για να μας μείνει εμάς η κληρονομιά. Και

» βγάζοντάς τον όξω από τ' αμπέλι, τόνε σκότωσαν.

» Λοιπόν τι θαν τους κάνει ο νοικοκύρης τ' αμπελιού;

» Θάρθει και θα ξολοθρέψει αυτούς τους γεωργούς, και

» τ' αμπέλι θαν το δώκει σ' άλλους». Κι' άμα τ' α-

κούσανε, είπανε «Μη γένοιτο!» Κι' εκείνος τους κοί-

ταξε κι’ είπε «Τι λοιπόν θα πει αυτό που γράφτηκε

» _ Πέτρα π' απόρριψαν οι χτίστες έγινε αγκωνάρι _ . Ό-

» πιος πέσει σ' αυτή την πέτρα απάνου, θενά τσακιστεί•

» και σ' όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύματα». Και

ζήτησαν οι διαβασμένοι κι’ οι πρωτοπαπάδες ναν τόνε

βάλουνε στο χέρι αυτή την ώρα, και φοβήθηκαν το

λαό• γιατί ένιωσαν πως γι' αυτούς την είπε εκείνη

την παραβολή.

126. Και καιροφυλαχτώντας ευκαιρία έστειλαν κα-

τασκόπους, πούκαναν τάχα τους ενάρετους, για ναν

του πιάσουνε λόγο, τέτιον που ναν τον παραδώσουνε

στον ορισμό και στην εξουσία τ' αρχηγού. Και τόνε

ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Δάσκαλε, ξέρουμε πως λες το

» ίσιο και διδάσκεις, και δεν κοιτάς ανθρώπους παρά

» με την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού. Έχουμε

» άδια να δώσουμε του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι'

ένιωσε την πονηριά τους και τους είπε «Δείξτε μου

» δηνάρι. Πιανού έχει ζουγραφιά κι’ επιγραφή;» Κι'

εκείνοι είπαν «Του Καίσαρα». Κι' εκείνος τους είπε

« Δώστε λοιπόν πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον

» Καίσαρα κι’ ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και δεν

κατορθώσανε ναν του πιάσουν λόγο στο λαό μπροστά,

κι απορώντας με την απάντησή του σώπασαν.

127. Και πήγανε μερικοί Σαδδουκαίοι, αυτοί που

λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρωτούσαν κι’ εί-

πανε «Δάσκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε _ Αν κανενός

» πεθάνει παντρεμένος αδερφός κι’ είναι άκληρος, να

» παίρνει ο αδερφός του τη γυναίκα και ναν του βγά-

» ζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Είτανε λοιπόν εφτά α-

» δερφοί. Και πήρε ο πρώτος γυναίκα και πέθανε ά-

» κληρος, και την πήρε ο δεύτερος κι’ ο τρίτος• και

» το ίδιο κι’ οι εφτά δεν άφισαν παιδιά και πέθαναν•

» ύστερα πέθανε κ' η γυναίκα. Η γυναίκα λοιπόν στην

» ανάσταση πιανού τους γίνεται γυναίκα; γιατί κι’ οι

» εφτά την είχανε γυναίκα». Κι' ο Ιησούς τους είπε

« Οι γιοι του κόσμου ετούτου παίρνουν άντρες και

» γυναίκες• μα όσοι αξιωθήκανε να κερδίσουν τον κό-

» σμο εκείνον, [καθώς] και την ανάσταση από τους

» νεκρούς, μήτ' άντρες παίρνουνε μήτε γυναίκες, μήτε

» να πεθάνουν πια μπορούνε, γιατί 'ναι ισάγγελοι, και

» του Θεού 'ναι γιοι όντας γιοι της ανάστασης. Και

» το πως ανασταίνουνται οι νεκροί το φανέρωσε κι’ ο

» Μωυσής στο μέρος του βάτου, καθώς λέει _ Τον Κύ-

» ριο το Θεό του Αβραάμ και το Θεό τον Ισαάκ και

» το Θεό του Ιακώβ _ . Και Θεός δεν υπάρχει νεκρώνε,

» μόνε ζωντανών γιατί όλοι μέσο του ζουν». Και με- 1

ρικοί διαβασμένοι απάντησαν κι’ είπανε «Δάσκαλε,

» καλά μίλησες». Τι δεν τολμούσαν πια ναν τόνε ρω-

τήσουν τίποτα.

128. Και τους είπε «Πώς λένε το Χριστό πως εί-

» ναι γιος του Δαυείδ; Γιατί ο ίδιος ο Δαυείδ λέει στο

» βιβλίο των Ψαλμών _ Είπε ο αφέντης στον αφέντη

» μου Κάθου δεξιά μου ως που να βάλω τους εχτρούς

» σου των ποδιώνε σου σκαμνί _ . Αφέντη λοιπόν τόνε

» λέει ο Δαυείδ, και πώς είναι γιος του;»

Κι' ενώ άκουγε όλος ο λαός, είπε στους μαθητάδες

« Προσέχετε από τους διαβασμένους, που θέλουν το

» να περπατούνε με στολές κι’ αγαπούνε χαιρετισμούς

» στις αγορές και πρωτοστάσιδα μέσα στα συναγώγια

» και πρωτοκαθίσματα στα δείπνα• που κατατρών τα

» σπίτια των χηρών και τάχα κάνουν προσευκές με-

» γάλες. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη ποινή».

129. Και σηκώνοντας τα μάτια είδε τους πλού- [21]

σιους πούρηχναν τα χαρίσματα τους στο ταμείο [του

ναού]. Κι' είδε μια φτωχούλα χήρα εκεί να ρήχνει διο

λιανά κι’ είπε «Αλήθια σας λέω πως η χήρα αυτή

» η φτωχιά πιο πολύ έρρηξε απ' όλους• γιατί όλοι εκεί-

» νοι από το περίσσεμά τους ρήξανε στα χαρίσματα,

» μα αυτή από το υστέρημά της όλο της το βιος πούχε

» τόρηξε».

130. Κι' εκεί που μερικοί μιλούσανε για το ναό πως

είναι στολισμένος με πανώρια μάρμαρα και με ταξί-

ματα, είπε «Αυτά που βλέπετε, θα φτάσουνε μέρες

» που πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ' αφεθεί που

» να μην γκρεμιστεί». Και τόνε ρώτησαν κι’ είπανε

« Δάσκαλε, πότε λοιπόν αυτά θα γίνουν; και πιο το

» σημάδι σαν είναι να γίνουν;» Κι' εκείνος είπε «Κοι-

» τάξτε μη σας πλανέσουν. Γιατί πολλοί θαρθούνε

» στ' όνομά μου λέγοντας Εγώ 'μαι κι’ ο καιρός σί-

» μωσε• μην τους ακολουθήστε. Κι' όταν ακούστε πο-

» λέμους κι’ ακαταστασίες, μη δειλιάστε• γιατί πρέ-

» πει αυτά να γίνουν πρώτα, όμως όχι ευτύς το τέ-

» λος».

Τότες τους έλεγε «Θα σηκωθεί έθνος να χτυ-

» πήσει έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία,

» και θα γίνουνε σεισμοί μεγάλοι κι’ εδώ κι’ εκεί θα-

» νατικά και πείνες, και φόβητρα θα γίνουν κι’ από

» τον ουρανό τρανά σημάδια. Μα πριν απ' όλα αυ-

» τά θα βάλουνε τα χέρια απάνου σας και θα σας κα-

» τατρέξουν, σε συναγώγια παραδίνοντας σας και σε

» φυλακές, πηγαίνοντάς σας μπροστά σε βασιλιάδες

» κι’ αρχηγούς, για τ' όνομά μου• σε διαφέντεμά σας

» θα σας βγει. Λοιπόν θυμάστε να μη συλλογιέστε

» πριν τι θ' απολογηθείτε• τι εγώ θενά σας δώσω στό-

» μα και σοφία, που αδύνατο ναν της αντισταθεί ή

» ν' αντιπεί κανείς αντίθετός σας. Και θα σας παρα-

» δώσουν και γονέοι κι’ αδερφοί και συγγενήδες και

» φίλοι, και μερικούς σας θα σκοτώσουν, κι’ όλοι θα

» σας μισούνε για τ' όνομά μου. Και τρίχα από την

» κεφαλή σας δε θα χαθεί. Με την απομονή σας θα

» κερδίστε τη ζωή σας.

131.» Και σα δείτε που κυκλώνουνε στρατοί την

» Ιερουσαλήμ τότες έφτασε, να ξέρτε, ο ρημαγμός

» της. Τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε στα

» όρη, κι’ οι μέσα της ας βγαίνουν όξω. κι’ οι [όξω]

» στα χωράφια ας μη γυρνούνε μέσα της, γιατί 'ναι

» μέρες παιδωμής αυτές που θ' αληθέψουν όλα τα γρα-

» μένα. Αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαίνουν τότες•

» γιατί θα γίνει συφορά μεγάλη εδώ στη γη κι’ οργή

» σ' ετούτον το λαό, και θενά πέσουνε με του σπαθιού

» το στόμα και σκλάβους σ' όλα θαν τους παν τα έθνη,

» και θα καταπατούνε οι εθνικοί την Ιερουσαλήμ ως

» να συμπληρωθεί και φτάσει η ώρα των εθνών. Και

» θα γενούν σημάδια μέσ' στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ'

» άστρα, και καρδιοχτύπι εθνών στη γη από σάστι-

» σμα με τη βουή γιαλού κι’ ανεμοζάλης, παγώνοντας

» ανθρώποι από τρομάρα κι’ απ' απαντοχή των όσα

» θα πλακώνουνε στην οικουμένη• τι κάθε δύναμη των

» ουρανών θα κλονιστεί. Και τότες θενά δουν το γιο

» τ' ανθρώπου που θα φτάνει μέσ' σε σύννερο με δύνα-

» μη και δόξα πολλή. Κι' όταν αυτά αρχινούν και

» γίνουνται, αναρθωθείτε και σηκώστε το κεφάλι σας,

» γιατί κοντεύει ο γλυτωμός σας».

Και τους είπε μια παραβολή «Κοιτάξτε τη συκιά

» κι’ όλα τα δέντρα. Όταν πια προβάλλουν, βλέ-

» ποντάς το μόνοι σας το ξέρτε πως κοντεύει πια το

» καλοκαίρι• έτσι κι’ εσείς, σα δείτε αυτά και γίνουν-

» ται, να ξέρτε πως κοντεύει η βασιλεία του Θεού.

» Αληθινά σας λέω πως αυτή δε θα περάσει η γενεά

» πρι γίνουν όλα• ο ουρανός κι’ η γη θενά περάσει,

» όμως τα λόγια μου δε θα περάσουν. Και προσέχετε

» μήπως σας βαρήνει ο νους από [το] φαγοπότι και

» μεθύσι και φροντίδες κοσμικές, κι’ άξαφνα η μέρα

» αυτή σας βγει μπροστά σας σαν παγίδα• γιατί 'ναι

» να πλακώσει σ' όλους όσοι κάθουνται στο πρόσωπο

» οληνής της γης. Και προσεύκεστε άγρυπνοι κάθ' ώρα

» για να κατορθώστε ν' αποφύγετε όλα αυτά που μέλ-

» λουνται να γίνουν, και για να σταθείτε ομπρός στο

» γιο τ' ανθρώπου».

132. Και την ημέρα δίδασκε μέσα στο ναό, κι’

έβγαινε τη νύχτα κι’ έμενε στο βουνό που λέγεται Ε-

λιοβούνι. Κι' όλος ο λαός πήγαινε ό,τι χάραζε κοντά

του μέσα στο ναό για ναν τον ακούει.

[22] Και σίμωνε η σκόλη των άζυμων — αυτή που λένε

πάσκα — και ζητούσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δια-

βασμένοι το πως ναν τόνε θανατώσουν γιατί φοβούν-

ταν το λαό. Και μπήκε ο Σατανάς μέσα στον Ιούδα

που λέγανε Ισκαριώτη, πούταν από τον αριθμό των

δώδεκα, και πήγε και τα μίλησε με τους πρωτοπαπά-

δες και τους αρχιφυλάκους πώς ναν τους τον παρα-

δώσει. Και χάρηκαν και συφωνήσανε ναν του δώκουνε

χρήματα• και παραδέχτηκε και ζήταε ευκαιρία να

τον παραδώσει δίχως εκείνοι να ταραχτούν.

133. Κι' έφτασε η μέρα των άζυμων όταν έπρεπε

να γίνει η θυσία του πάσκα, κι’ έστειλε τον Πέτρο

και τον Ιωάνη κι’ είπε «Πηγαίνετε κι’ ετοιμάστε μας

» το πάσκα για να φάμε». Κι' εκείνοι τούπαν «Πού

» θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το πάσκα;»

Κι' εκείνος τους είπε «Νά, πηγαίνοντας στη χώρα θ'

» απαντήστε άνθρωπο που θα κουβαλάει σταμνί νερό•

» ακολουθήστε τον στο σπίτι που πηγαίνει. Και να

» πείτε του νοικοκύρη του σπιτιού Σου λέει ο δάσκα-

» λος Πού 'ναι το κονάκι όπου θα φάω το πάσκα με

» τους μαθητάδες μου; Κι' εκείνος θα σας δείξει ένα

» μεγάλο ανώι στρωμένο• εκεί ετοιμάστε». Και πή-

γαν κι’ ηύρανε καθώς τους είχε πει, κι’ ετοίμασαν το

πάσκα.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 11 / 16 段