παρακαλούσε λέγοντας του «Κύριε» πως «α θέλεις,
» μπορείς να με καθαρίσεις». Και τόνε σπλαχνίστηκε,
κι’ απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και του λέει
« Θέλω, καθαρίσου». Κι' αμέσως τον αφήκε η λώβα
και καθαρίστηκε. Κι' αφού τόνε φοβέρισε, ευτύς τον
έβγαλε όξω και του λέει «Κοίταξε μην πεις τίποτα
» κανενός• μόνε σήρε δείξου στον παπά, και πρόσφερε
» για τον καθαρισμό σου όσα πρόσταξε ο Μωυσής, έτσι
» για να φωτιστούν». Όμως εκείνος βγήκε κι’ άρ-
χισε να κηρύχνει πολλά και να διαλαλεί το λόγο,
τόσο που δε μπορούσε πια [ο Ιησούς] φανερά να μπει
σε πολιτεία, μόνε όξω σ' έρημους τόπους, και πή-
γαιναν από παντού και τον έβρισκαν.
[2] 9. Και με καιρό, σα μπήκε πάλι στην Καφαρ-
ναούμ, ακούστηκε πως είναι σπίτι, και μαζεύτηκαν
πολλοί — τόσο που πια δε χωρούσε μήτε [το μέρος]
το κοντά στην πόρτα — και τους λαλούσε το λόγο.
Κι' έρχουνται και του φέρνουν παραλυτικό που τον
κουβαλούσαν τέσσερεις. Και σα δε μπορούσαν από το
πλήθος ναν του τον παν κοντά, ξεσκέπασαν τη σκεπή
εκεί που είταν, και τρυπώντας την αμολούνε το κλι-
νάρι πούταν πλαγιασμένος ο παραλυτικός. Κι' όταν
είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει του παραλυτι-
κού «Παιδί μου, συχωρεμένες οι αμαρτίες σου». Κι'
είτανε μερικοί διαβασμένοι, που κάθουνταν εκεί και
συλλογιούντανε μέσα στην καρδιά τους πως «Αυ-
» τός έτσι μιλώντας ασεβεί. Πιος μπορεί να συχωρ-
» νά αμαρτίες εξόν ένας, ο Θεός;» Κι' αμέσως ένιω-
σε ο Ιησούς με το πνέμα του το τι συλλογιούνται
μέσα τους και λέει «Τι τα συλλογιέστε αυτά μέσα
» στην καρδιά σας; Τι 'ναι ευκολώτερο, να πεις του
» παραλυτικού Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να
» πεις Σήκω πάρε το κλινάρι σου και περπάτα; Ό-
» μως για να μάθετε πως έχει εξουσία ο γιος τ' αν-
» θρώπου να συχωρνά στη γη αμαρτίες» — λέει του
παραλυτικού — «Εσένα λέω, σήκω πάρε το κλινάρι
» σου και σήρε σπίτι σου». Και σηκώθηκε, κι’ αμέ-
σως παίρνοντας το κλινάρι βγήκε μπροστά σ' όλους,
τόσο που σαστίζανε όλοι και δόξαζαν το Θεό [λέ-
γοντας] πως «Ποτές έτσι δεν είδαμε».
10. Και βγήκε πάλι στην ακρολιμνιά. Κι' όλο το
πλήθος πήγαινε στον Ιησού και τους δίδασκε.
Και περνώντας είδε το Λευείν, το γιο τ' Αλφαίου,
καθισμένο στο τελώνιο, και του λέει «Ακολούθα με».
Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε. 11. Και τυχαίνει
να κάθεται [και τρώει] στο σπίτι του, και πολλοί τε-
λώνες κι’ αμαρτωλοί κάθουνταν μαζί με τον Ιησού
και με τους μαθητάδες του• τι είταν πολλοί και τον
ακολουθούσαν. Και των Φαρισαίων οι διαβασμένοι
όταν τον είδανε που τρώει με τους αμαρτωλούς
και τους τελώνες, λέγανε στους μαθητάδες του πως
« Με τους τελώνες τρώει και τους αμαρτωλούς».
Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς, τους λέει πως «Για-
» τρό δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι. Δεν
» ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε αμαρτωλούς».
12. Κι' οι μαθητάδες του Ιωάνη κι’ οι Φαρι-
σαίοι νήστευαν. Κι' έρχουνται και του λένε «Γιατί
» του Ιωάνη οι μαθητάδες κι’ οι μαθητάδες των Φα-
» ρισαίων νηστεύουν, κι’ οι δικοί σου δε νηστεύ-
» ουν;» Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορούν
» οι γιοι της αίθουσας του γάμου, όσο είναι ο γαμπρός
» μαζί τους, να νηστεύουν; Όσον καιρό έχουνε μαζί
» τους το γαμπρό δε μπορούνε να νηστεύουν. Θα
» φτάσουν όμως μέρες που θαν τους πάρουν το γαμ-
» πρό, και τότες θα νηστέψουν εκείνη την ημέρα.
» Κανείς κουρέλλι καινούριο δεν το ράβει μπάλλωμα
» σε ρούχο παλιό• ειδεμή, παίρνει το γιόμισμα από
» κείνο, το καινούριο από το παλιό, και χειροτερεύει
» η τρύπα. Και κανείς δε βάζει καινούριο κρασί σ'
» ασκιά παλιά — ειδεμή, θαν τα σπάσει το κρασί τ'
» ασκιά, και χάνουνται κρασί κι’ ασκιά — παρά και-
» νούριο κρασί σ' ασκιά καινούρια».
13. Κι' έτυχε ο Ιησούς σαββάτο να περνά μέσα
από τα σπαρτά, κι’ άρχισαν οι μαθητάδες του να
περπατούνε μαδώντας τα στάχια. Κι' οι Φαρισαίοι
τούλεγαν «Κοίτα τι κάνουνε μέρα σαββάτο, που δεν
» πρέπει». Και τους έλεγε «Ποτές δε διαβάσατε τι
» έκανε ο Δαυείδ όταν αναγκάστη και πείνασε, αυτός
» κι’ οι συντρόφοι του; Μπήκε στον οίκο του Θεού
» στον καιρό του Αβιάθαρ του αρχιπαππά, κι’ έφαγε
» τους άρτους της προσφοράς — που δεν πρέπει να φαν
» [άλλοι] εξόν οι παπάδες — κι’ έδωκε και στους συν-
» τρόφους του;» Και τους έλεγε «Το σαββάτο για
» τον άνθρωπο έγινε, κι’ όχι ο άνθρωπος για το σαβ-
» βάτο• έτσι οριστής είναι και του σαββάτου ο γιος
» τ' ανθρώπου».
[3] 14. Και μπήκε πάλι σε συναγώγι, κι’ εκεί 'ταν
άνθρωπος με ξερό το χέρι, και τον παρατηρούσαν α
θαν τόνε γιατρέψει σαββάτο, για ναν τον κατηγορή-
σουν. Και λέει τ' ανθρώπου με το ξερό το χέρι «Σή-
» κω στη μέση». Και τους λέει «Μπορεί κανείς σαβ-
» βάτο να ωφελήσει ή να βλάψει; ζωή να σώσει ή να
» σκοτώσει;» Κι' εκείνοι σωπούσαν. Και κοιτάζοντάς
τους γύρω με θυμό, λυπημένος για της καρδιάς τους
το πέτρωμα, λέει τ' ανθρώπου «Άπλωσε το χέρι».
Και τ' άπλωσε, και ξανάγινε το χέρι του γερό. Και
βγήκαν οι Φαρισαίοι όξω, κι’ ευτύς με τους Ηρωδια-
νούς τα συφωνούσανε πώς ναν τον καταστρέψουν.
15. Κι' ο Ιησούς μαζί με τους μαθητάδες του
έφυγε κατά τη λίμνη. Και πολύ πλήθος από τη Γαλι-
λαία τον ακολούθησε, κι’ από την Ιουδαία κι’ από τα
Ιεροσόλυμα κι’ από την Ιδουμαία κι’ αντίκρυ από
τον Ιορδάνη• κι’ από τα περίχωρα της Τύρος και
Σιδώνας πλήθος πολύ, ακούοντας όσα κάνει, ήρθανε
στον Ιησού. Κι' είπε στους μαθητάδες του να καρτε-
ρούν κοντά του καραβάκια, από το πλήθος, για να
μην τόνε στενοχωρούν• γιατί γιάτρεψε πολλούς, τόσο
που πέφτανε απάνου του για ναν τον αγγίξουν όσοι
είχαν πάθη• και τα πνέματα τ' ακάθαρτα, όταν τόνε
θωρούσαν, πέφτανε μπροστά του κι’ έκραζαν λέγοντας
πως «Εσύ 'σαι ο γιος του Θεού». Και πολύ τα μά-
λωνε να μην τόνε φανερώσουν.
Κι' ανεβαίνει στο βουνό, και προσκαλεί όσους ο
ίδιος ήθελε, και πήγαν. 16. Κι' έκανε δώδεκα, που και
τους έκραζε αποστόλους, για ναν τους έχει μαζί του
και για ναν τους στέλνει να κηρύχνουν έχοντας εξου-
σία να βγάζουν τα δαιμόνια. Κι' έκανε τους δώδεκα,
και το Σίμωνα τον έβγαλε _ Πέτρο• _ και τον Ιάκωβο
το γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάνη τον αδερφό του
Ιακώβου, και τους έβγαλε _ Βοανηργές _ , που θα πει
_ γιοι Βροντής _ , και τον Αντρέα, και το Φίλιππο, και
το Βαρθολομαίο, και το Μαθθαίο, και το Θωμά, και
τον Ιάκωβο το γιο τ' Αλφαίου, και το Θαδδαίο, και
το Σίμωνα τον Κανανιώτη, και τον Ιούδα τον Ισκα-
ριώθ που και τον παράδωκε.
Κι' έρχεται σπίτι, και μαζεύεται πάλι πλήθος, τό-
σο που δε μπορούσανε μήτε ψωμί να φαν.
Και σαν τ' άκουσαν οι δικοί του, βγήκανε ναν τον
πιάσουν, γιατί έλεγαν πως «Έχασε το νου του».
Κι' οι διαβασμένοι όσοι κατέβηκαν από την Ιερουσα-
λήμ, έλεγαν πως «Το Βεεζεβούλ έχει» και πως «Με
» τον αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια». Και κρά-
ζοντάς τους τούς έλεγε με παραβολές «Πώς μπορεί
» σατανάς να βγάζει σατανά; Κι' α βασιλεία διαιρε-
» θεί, δε δύνεται εκείνη η βασιλεία να σταθεί• κι’ α
» νοικοκυριό διαιρεθεί, δε θα μπορέσει το νοικοκυριό
» εκείνο να σταθεί• κι’ αν ο σατανάς σηκώθηκε να
» χτυπηθεί και διαιρέθηκε, δε μπορεί να σταθεί παρά
» τελιώνει. Μα δε μπορεί κανείς να μπει στου δυνατού
» το σπίτι και ν' αρπάξει τα συγύρια του αν το δυνατό
» δεν τόνε δέσει πρώτα, και τότες θ' αρπάξει το σπίτι
» του. Αληθινά σας λέω, πως όλα θα συχωρεθούνε
» στους γιους των ανθρώπων, τα κρίματα κι’ οι ασέ-
» βειες όσες ασεβήσουν• μα όπιος ασεβήσει στο Πνέμα
» τ' άγιο, συχώριο δεν έχει στον αιώνα, μόνε εγκληματεί
» παντοτινά». Γιατί λέγανε «Έχει πνέμα ακάθαρτο».
Κι' έρχουνται η μητέρα του και τ' αδέρφια του,
και στέκοντας όξω στείλανε και τόνε φώναζαν. Κι' εί-
ταν πλήθος καθισμένο γύρω του και του λένε «Νά η
» μητέρα σου και τ' αδέρφια σου όξω σε ζητούν».
Κι' αποκρίθηκε και τους είπε «Πια 'ναι η μητέρα μου
» και τ' αδέρφια μου;» Και ρήχνοντας ολόγυρα τα
μάτια στους κύκλω καθισμένους γύρω του, λέει «Κοί-
» τα η μητέρα μου και τ' αδέρφια μου. Όπιος κάνει
» τα θελήματα του Θεού, αυτός αδερφός μου κι’ αδερ-
» φή 'ναι και μητέρα».
17. Κι' άρχισε πάλι να διδάσκει κοντά στην ακρο- [4]
λιμνιά. Και μαζεύτηκε κοντά του πλήθος πάρα πολύ,
τόσο που μπήκε σε καράβι και καθότανε στη λίμνη•
κι’ όλο το πλήθος έμενε στην ξηρά, κοντά στη λίμνη.
Και τους δίδασκε με παραβολές πολλά, και τους έλε-
γε στη διδαχή του «Ακούτε. Νά, βγήκε ο σπάρτης
» να σπείρει. Και συνέβη, καθώς έσπαιρνε, άλλο έπεσε
» σιμά στο δρόμο, κι’ ήρθαν τα πουλιά και τόφαγαν.
» Κι άλλο έπεσε σε πετρότοπους κι’ όπου δεν είχε
» χώμα πολύ, κι’ αμέσως βγήκε με το να μην είχε
» βάθος γης, και σα βγήκε ο ήλιος κάηκαν, κι’ όντας
» δίχως ρίζα ξεράθηκαν. Κι' άλλο έπεσε στ' αγκά-
» θια, και μεγάλωσαν τ' αγκάθια και το συνεπνίξανε
» και δεν έδωκε καρπό. Κι' άλλα πέσανε στο χώμα
» το καλό, κι’ έδιναν καρπό βγαίνοντας και μεγα-
» λώνοντας, κι’ έβγαζαν τριάντα κι’ εξήντα κι’ εκα-
» τό». Κι' έλεγε «Όπιος έχει αυτιά ν' ακούει, ας
» ακούει».
18. Κι' όταν έμεινε μονάχος, τόνε ρωτούσαν οι
γύρω του με τους δώδεκα τις παραβολές. Και τους
έλεγε «Εσάς σας δόθηκε το μυστήριο της βασιλείας
» του Θεού, μα σ' εκείνους τους όξω όλα με παραβο-
» λές τους γίνουνται, [έτσι] που βλέποντας να βλέπουν
» και να μη δουν, κι’ ακούοντας ν' ακούν και να μη
» νιώθουν, μήπως γυρίσουν και τους συχωρεθούν». Και
τους λέει «Δεν τη νιώσατε αυτή την παραβολή, και
» πώς θα νιώστε όλες τις παραβολές; Ο σπάρτης το
» λόγο σπαίρνει. Κι' αυτοί 'ναι οι σιμά στο δρόμο
» όπου σπαίρνεται ο λόγος, [αυτοί] που σαν ακούσουν,
» φτάνει ο Σατανάς αμέσως κι’ αφαιρεί το λόγο το
» σπαρμένο τους. Και το ίδιο, αυτοί 'ναι οι σπαρμέ-
» νοι στους πετρότοπους, που σαν ακούσουνε το λόγο,
» ευτύς μετά χαράς τόνε δέχουνται, και δεν έχουνε
» ρίζα μέσα τους μόνε είναι πρόσκαιροι• κατόπι α γί-
» νει για το λόγο συφορά ή καταδρομή, ευτύς σκουν-
» τάφτουν. Κι' άλλοι είναι όσοι σπαίρνουνται στ' αγ-
» κάθια• αυτοί 'ναι π' άκουσαν το λόγο, κι’ οι συλλο-
» γές του κόσμου κι’ η απάτη του πλούτου κι’ οι πό-
» θοι γύρω στ' άλλα μπαίνουνε μέσα και συνεπνίγουνε
» το λόγο και γίνεται άκαρπος. Κι εκείνοι 'ναι οι
» σπαρμένοι στο καλό το χώμα, [αυτοί] π' ακούν το
» λόγο και τόνε δέχουνται, και καρποφορούν τριάντα
» κι’ εξήντα κι’ εκατό».
Και τους έλεγε πως «Μήπως έρχεται ο λύχνος για
» να βαλθεί κάτου από το κοιλό ή από το κλινάρι,
» [κι’] όχι να βαλθεί στο λυχνοστάτη απάνου; Γιατί
» κρυμένο δεν υπάρχει παρά θα φανερωθεί, μηδ' έγινε
» κρυφό μόνε για να φανερωθεί. Αν έχει αυτιά κανείς
» ν' ακούει, ας ακούει».
Και τους έλεγε «Προσέχετε τι ακούτε. Μ' ό,τι
» μέτρο μετράτε θα σας μετρηθεί, και παραπάνου
» ακόμα. Γιατί όπιος έχει θαν του δοθεί• κι’ όπιος δεν
» έχει θαν του πάρουν κι’ ό,τι έχει».
Κι' έλεγε «Έτσι 'ναι η βασιλεία του Θεού, σα να
» ρήξει άνθρωπος στη γη το σπόρο και κοιμάται και
» σηκώνεται νύχτα και μέρα, κι’ ο σπόρος βλασταί-
» νει κι’ αψηλώνει, πώς, δεν ξέρει ο ίδιος. Αυτόθελα
» η γη καρποφορεί πρώτα χόρτο, κατόπι αστάχι,
» έπειτα μεστό το στάρι μέσα στ' αστάχι• κι’ όταν
» ο καρπός παραχωρήσει, αμέσως στέλνει το δρεπάνι,
» γιατί έφτασε ο θέρος».
Κι' έλεγε «Με τι να πούμε μιάζει η βασιλεία
» του Θεού; ή με πια παραβολή ναν τη παραβά-
» λουμε; Σα με σπυρί σινάπι π' ότα σπαρθεί στη γη,
» αν κι’ είναι ο πιο μικρός απ' όλους τους σπόρους
» της γης, μα σα σπαρθεί βγαίνει και ξεπερνάει τα
» χόρτα όλα και κάνει κλάδους μεγάλους, τόσο που
» μπορούνε στον ήσκιο του και φωλιάζουν τα πετού-
» μενα τ' ουρανού».
Και με τέτιες παραβολές πολλές τους μιλούσε το
λόγο, καθώς μπορούσανε ν' ακούν• και χωρίς παρα-
βολή δεν τους μιλούσε, μα χώρια στους δικούς του
μαθητάδες τα ξηγούσε όλα.
19. Και τους λέει σα βράδιασε εκείνη τη μέρα
« Ας διαβούμε αντίπερα». Και παραιτώντας το
πλήθος, τον παίρνουνε μαζί έτσι όπως είτανε μέσα
στο καράβι. Κι' είτανε μαζί του κι’ άλλα καράβια.
Και γίνεται μεγάλη ανεμοζάλη, και τα κύματα πη-
δούσανε στο καράβι, τόσο που πια γιόμιζε το κα-
ράβι. Κι' είταν αυτός στην πρύμη, στο προσκεφάλι
απάνου, κοιμισμένος. Και τόνε σηκώνουν και του
λένε «Δάσκαλε, δε σε μέλει που χανόμαστε;» Και
σηκώθηκε και μάλωσε τον άνεμο, κι’ είπε της λίμνης
« Σώπα, βουβάσου». Και κόπηκε ο άνεμος κι’ έγινε
καλοσύνη μεγάλη. Και τους είπε «Γιατί είστε δει-
λοί; δεν έχετε ακόμα πίστη;» Και φοβηθήκανε φόβο
μεγάλο, κι’ έλεγαν ένας με τον άλλο «Πιος άραγε
» είναι αυτός που κι’ ο άνεμος κι’ η λίμνη τον
» ακούν;»
Και πήγε αντίπερα της λίμνης στον τόπο των Γε- [5]
ρασηνών. 20. Κι' άμα βγήκε από το καράβι, απάν-
τησε από τα μνήματα άνθρωπο με πνέμα ακάθαρτο
που κατοικούσε τα μνήματα. Κι' ούτε μ' αλυσίδα δε
μπορούσε πια κανείς ναν τόνε δέσει, γιατί πολλές φο-
ρές τον έδεσαν με πεδούκλες κι’ αλυσίδες, κι’ έσπασε
τις αλυσίδες, και τις πεδούκλες τις κομάτιασε, και
κανείς δεν κατόρθωνε ναν τόνε δαμάσει, και παντο-
τινά — νύχτα και μέρα — περνούσε στα μνήματα και
στα βουνά, φωνάζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό
του στα λιθάρια. Κι' όταν είδε τον Ιησού από πέρα,
έτρεξε και τον προσκύνησε και κράζοντας με φωνή
μεγάλη λέει «Τι θέλεις από μένα, Ιησού γιε του Θεού
» του ύψιστου; Σε ξορκίζω στο θεό, μη με τυραν-
» νήσεις». Γιατί τούλεγε «Έβγα, εσύ το πνέμα τ' α-
» κάθαρτο, από τον άνθρωπο». Και τόνε ρωτούσε
« Τι 'ναι τ' όνομά σου;» Και του λέει «Λεγιώνα,
» είναι τ' όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί». Και
τον παρακαλούσαν παρακάλια πολλά να μην τους
στείλει όξω από τον τόπο. Κι' είταν εκεί κοντά στο
βουνό κοπάδι χοίροι μεγάλο πούβοσκε, και τον πα-
ρακάλεσαν κι’ είπανε «Στείλε μας στους χοίρους να
» μπούμε μέσα τους». Και τους άφισε. Και βγαί-
νοντας, τα πνέματα τ' ακάθαρτα μπήκανε στους χοί-
ρους, κι’ όρμησε το κοπάδι κάτου από το γκρεμό
στη λίμνη ως διο χιλιάδες και πνιγόντουσαν μέσα στη
λίμνη. Κι' οι βοσκοί τους έφυγαν κι’ έδωκαν την εί-
δηση στη χώρα και στις εξοχές. Και βγήκανε να
δουν τι έτυχε. Κι' έρχουνται στον Ιησού, και θω-
ρούνε το δαιμονισμένο που καθότανε ντυμένος και
γνωστικός, αυτόνε πούχε πριν το λεγιώνα, και
φοβήθηκαν. Και τους δηγήθηκαν, όσοι είδαν, το τι
έτυχε του δαιμονισμένου και την ιστορία των χοί-
ρων. Κι' άρχισαν και τον παρακαλούσανε να φύγει
από τα σύνορά τους. Κι' όταν έμπαινε στο καράβι,
τον παρακαλούσε ο [πρι] δαιμονισμένος για να μείνει
μαζί του. Και δεν τον άφισε, παρά του λέει «Σήρε
» σπίτι στους δικούς σου, και φανέρωσέ τους όσα έκανε
» σου ο Κύριος και σε σπλαχνίστη». Κι' έφυγε, κι’
άρχισε να κηρύχνει στη Δεκάπολη όσα τούκανε ο Ιη-
σούς, κι’ απορούσαν όλοι.
21. Και σα διάβηκε με καράβι πάλι αντίπερα
ο Ιησούς, μαζεύτηκε πλήθος πολύ κοντά του, κι’ εί-
τανε σιμά στη λίμνη. Κι' έρχεται ένας αρχισυνά-
γωγος μ' όνομα Ιάειρος, και σαν τον είδε πέφτει ομ-
πρός στα πόδια του και τον παρακαλούσε πολλά,
λέγοντας πως «Το κοριτσάκι μου βρίσκεται στο τέ-
» λος του• έλα και βάλε τα χέρια απάνου της για
» να σωθεί και ζήσει». Και πήγε μαζί του• και τον
ακολουθούσε πλήθος πολύ και τόνε στενοχωρούσαν.
Και μια γυναίκα μ' αιμορραγία δώδεκα χρόνια,
που τράβηξε από πολλούς γιατρούς πολλά και ξό-
διασε όλα τα δικά της και δεν ωφελήθη τίποτα πα-
ρά και χειροτέρεψε, σαν άκουσε για τον Ιησού πήγε
μέσα στο πλήθος από πίσω κι’ άγγιξε το φόρεμά του•
γιατί έλεγε πως «Τα φορέματά του καν ν' αγγίξω, θα
» γλυτώσω». Κι' αμέσως στέρεψε η πηγή του αίμα-
τός της κι’ ένιωσε στο κορμί της πως γιατρεύτη από
το πάθος. Κι' ένιωσε μέσα του ο Ιησούς ευτύς τη δύ-
ναμη που τούβγε, και γύρισε μέσα στο πλήθος κι’
έλεγε «Πιος μ' άγγιξε τα φορέματά [μου];» Και
τούλεγαν οι μαθητάδες του «Βλέπεις το πλήθος που
» σε στενοχωρεί και λες, πιος μ' άγγιξε;» Και κοί-
ταζε γύρω για να δει αυτή που τόκανε. Κι' η γυ-
ναίκα με φόβο και τρεμούλα, ξέροντας το τι της
έτυχε, ήρθε κι’ έπεσε μπροστά του, και τούπε όλη την
αλήθια. Κι' εκείνος της είπε «Κόρη μου, η πίστη
» σου σε γλύτωσε• σήρε στο καλό, και νάσαι γιατρε-
» μένη από το πάθος σου».
Κι' ενώ λαλούσε ακόμα, έρχουνται από τ' αρχι-
συναγώγου και λεν πως «Η κόρη σου πέθανε• τι βα-
» σανίζεις πια το δάσκαλο;» Κι' άκουσε κάπως ο
Ιησούς το λόγο που λαλούσαν, και λέει τ' αρχισυνα-
γώγου «Μη φοβάσαι, παρά πίστευε». Και δεν άφι-
σε κανέναν ναν τόνε συνοδέψει εξόν τον Πέτρο, και
τον Ιάκωβο, και τον Ιωάνη τον αδερφό του Ιακώ-
βου. Κι' έρχουνται στο σπίτι τ' αρχισυναγώγου, και
βλέπει ταραχή και πούκλαιγαν και ξεφωνούσαν τρο-
μερά. Και μπήκε μέσα και τους λέει «Τι φωνάζετε
» και κλαίτε; Το παιδί δεν πέθανε, παρά κοιμάται».
Και τον περγελούσαν. Κι' εκείνος έβγαλε όλους όξω,
και παίρνει τον πατέρα του παιδιού και τη μητέρα
κι’ όσους είτανε μαζί του, και μπαίνει μέσα εκεί πού-
ταν το κορίτσι. Και πιάνοντας του κοριτσιού το χέρι
της λέει « _ Ταλειθά κουμ _ », που ξηγημένο θα πει
« Κόρη μου — εσένα μιλώ — σήκω». Κι' αμέσως ση-
κώθη το κορίτσι και περπάταε• γιατί είτανε δώδεκα
χρονών. Και σάστισαν αμέσως σάστισμα μεγάλο. Και
τους πρόσταξε πολλά, να μην το μάθει αυτό κανείς.
Κι' είπε ναν της δώσουνε να φάει.
[6] 22. Και μίσεψε από κει και πηγαίνει στην πα-
τρίδα του, και τον ακολουθούν οι μαθητάδες του.
Και σαν ήρθε το σαββάτο, άρχισε και δίδασκε μέσα
στα συναγώγι. Και σάστιζαν οι πιο πολλοί ακούον-
τας και λέγανε «Από που σ' αυτόν αυτά; και πια η
» σοφία που του δόθηκε και τα θάματα που τέτια
» γίνουνται από τα χέρια του; Δεν είναι αυτός ο τε-
» χνίτης, ο γιος της Μαρίας, κι’ αδερφός του Ιακώ-
» βου κι’ Ιωσή κι’ Ιούδα και Σίμωνα; και δεν εί-
» ναι οι αδερφές του εδώ μαζί μας;» Κι' αγανα-
χτούσανε μαζί του. Κι' ο Ιησούς τους έλεγε πως
« Ατίμητος προφήτης δεν υπάρχει εξόνε στην πα-
» τρίδα του και στους δικούς του και στο σπίτι του».
Και δε μπορούσε να κάνει εκεί κανένα θάμα, παρά
λίγους αρρώστους πούβαλε απάνου τους τα χέρια και
τους γιάτρεψε. Κι' απόρησε με την απιστία τους.
23. Και γύριζε κύκλω τα χωριά διδάσκοντας.
Και προσκαλεί τους δώδεκα, κι’ άρχισε ναν τους
προβοδάει διο διο, και τους έδινε εξουσία ακάθαρτων
πνεμάτων. Και τους παράγγειλε τίποτα να μην πά-
ρουνε για το δρόμο παρά ραβδί μονάχα• όχι ψωμί,
όχι ταγάρι, όχι χαλκό για το ζουνάρι, μόνε σαντα-
λωμένοι, και να μη φορέσουνε διο ρούχα. Και τους
έλεγε «Όπου μπείτε σε κανένα σπίτι, εκεί μένετε
» ως που να μισέψτε. Κι' όπιος τόπος δε σας δεχτεί
» μήτ' ακούσει, σα βγαίνετε τινάξτε το το χώμα το
» κάτου από τα πόδια σας, έτσι για να φωτιστούν».
Και βγήκαν και κηρύξανε να μετανιώνουν, κι’ έβγα-
ζαν πολλά δαιμόνια, και με λάδι αλείφανε πολλούς
αρρώστους και τους γιάτρευαν.
24. Κι' άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης. Γιατί έγινε
γνωστό τ' όνομά του, κι’ έλεγαν πως ο Ιωάνης ο
βαφτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς και για
τούτο του δουλεύουν τα θάματα, κι’ άλλοι έλεγαν
πως ο Ηλίας είναι, κι’ άλλοι έλεγαν πως προφή-
της, σαν ένας από τους προφήτες. Και σαν τ' άκουσε
ο Ηρώδης, έλεγε «Εκείνος πούκοψα εγώ, ο Ιω-
» άνης, αυτός αναστήθηκε». Τι ο ίδιος ο Ηρώ-
δης έστειλε και σύλλαβε τον Ιωάνη και τόνε φυλά-
κισε, αφορμή η Ηρωδιάδα, η γυναίκα του Φιλίππου
τ' αδερφού του, γιατί την παντρεύτηκε. Γιατί έλεγε
ο Ιωάνης του Ηρώδη πως «Σου 'ναι αμποδισμένο
» νάχεις τη γυναίκα τ' αδερφού σου». Κι' η Ηρω-
διάδα του το κράταε μέσα της κι’ ήθελε ναν τόνε
σκοτώσει, και δε μπορούσε. Γιατί ο Ηρώδης φο-
βούνταν τον Ιωάνη• γνωρίζοντάς τον άνθρωπο ενά-
ρετο κι’ άγιο τον προστάτευε, και σαν τον άκουσε,
υπερβολικά απορούσε, και τ' άρεσκε ναν τον ακούει.
Και σαν έτυχε μια μέρα σκόλη, όταν ο Ηρώδης
στα γεννέθλια του έκανε τραπέζι των αρχόντων του
και χιλιάρχων και των πρώτων της Γαλιλαίας, και
μπήκε η κόρη του η Ηρωδιάδα και χόρεψε, άρεσε
στον Ηρώδη και στους καθισμένους μαζί του. Κι'
είπε ο βασιλέας στο κορίτσι «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις,
» και θα σ' το δώσω», και της ορκίστη πως «Ό,τι
» μου ζητήσεις, θα σ' το δώσω, ως στο μισό μου βασί-
» λειο». Και βγήκε κι’ είπε της μητέρας της «Τι να
» ζητήσω;» Κι' αυτή είπε «Το κεφάλι του Ιωάνη
» του βαφτιστή». Και πήγε αμέσως μέσα βιαστικά
στο βασιλέα, και το ζήτησε λέγοντας «Θέλω να μου
» δώκεις τώρα ευτύς σε δίσκο απάνου το κεφάλι του
» Ιωάνη του βαφτιστή». Κι' ο βασιλέας καταλυ-
πήθη, [όμως] για τους όρκους και τους προσκαλεσμέ-
νους δε θέλησε ναν της αρνηθεί. Κι' έστειλε ευτύς
ο βασιλέας κονταριστή και πρόσταξε να φέρει το
κεφάλι του. Και πήγε και τον έκοψε μέσα στη φυ-
λακή, κι’ έφερε το κεφάλι του σε δίσκο απάνου και
τόδωκε της κόρης, κι’ η κόρη τόδωκε της μητέρας
της. Και σαν τ' άκουσαν οι μαθητάδες του, πήγαν
και πήρανε το λείψανό του και το βάλανε σε τάφο.
25. Και μαζεύουνται στον Ιησού κοντά οι από-
στόλοι, και τον πληροφορήσανε όλα όσα άκουσαν κι’
όσα δίδαξαν. Και τους λέει «Ελάτε εσείς μονάχοι
» χωριστά σ' έρημο μέρος και ξεκουραστήτε λίγο».
Γιατί είταν όσοι πηγαινόρχουνταν πολλοί, κι’ ούτε να
φάνε δεν ευκαιρούσαν. Και φύγανε με το καράβι σ' έ-
ρημο μέρος χωριστά. Και τους είδανε πού πήγαιναν,
και τους παρατήρησαν πολλοί. Και με τα πόδια απ'
όλες τις χώρες έτρεξαν εκεί σωρός, και τους πρόκαναν.
Και βγαίνοντας είδε πλήθος πολύ, και τους σπλαχνί-
στηκε γιατί είτανε σαν πρόβατα δίχως βοσκό, κι’ άρ-
χισε ναν τους διδάσκει πολλά. Κι' η ώρα πια σαν
πέρασε, πήγαν οι μαθητάδες του και τούλεγαν πως
« Το μέρος έρημο κι’ η ώρα πια πέρασε• σκόλασέ τους,
» για να πάνε στις τριγύρω εξοχές και στα χωριά και
» να ψωνίσουν τι να φάνε». Κι' εκείνος αποκρίθη και
τους είπε «Δώστε τους εσείς να φάνε». Και του λένε
« Να πάμε και ν' αγοράσουμε διακόσω δηναρίων ψω-
» μιά, και ναν τους δώσουμε να φάνε;» Κι' εκείνος
τους λέει «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε κοιτάξτε».
Κι' αφού κοίταξαν του λένε «Πέντε, και διο ψάρια».
Και τους πρόσταξε ναν τους καθίσουν όλους παρέες
παρέες απάνου στα χλωρά χορτάρια. Και κάθησαν
κατεβατά κατεβατά, από εκατό κι’ από πενήντα.
Και πήρε τα πέντε τα ψωμιά και τα διο τα ψάρια,
και κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό τα βλόγησε, κι’ έ-
κοψε κομάτια τα ψωμιά και τάδινε στους μαθητάδες
του ναν τους τα βάλουνε μπροστά τους• και μοίρασε
τα διο τα ψάρια σ' όλους. Κι' έφαγαν όλοι και χορ-
τάσανε. Και σε κομάτια πήρανε δώδεκα κοφινιών
γιομίσματα, κι από τα ψάρια. Κι είταν όσοι φάγανε
τα ψωμιά ψυχές πέντε χιλιάδες.
26. Κι' αμέσως έκανε τους μαθητάδες του να
μπούνε στο καράβι και να προχωρήσουν πριν αντίπερα
κατά τη Βηθσαϊδάν, ενόσω αυτός σκολνά το πλήθος.
Κι' αφού τους χωρίστηκε, πήγε στο βουνό να κάνει
προσευκή. Κι' άμα βράδιασε, είταν το καράβι στη
μέση της λίμνης κι’ εκείνος μοναχός του στην ξηρά.
Και σαν είδε τους πως τυραννιούνται λάμνοντας-
γιατί τους είτανε μπροστά ο άνεμος — , κατά την τέ-
ταρτη νυχτοφρουρά πάει κοντά τους περπατώντας
απάνου στη λίμνη, κι’ ήθελε ναν τους προσπεράσει.
Κι' εκείνοι όταν τον είδανε στη λίμνη απάνου που
περπάταε, νόμισαν πως είναι φάντασμα και φώναξαν
τι όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Κι' εκείνος ευτύς
τους μίλησε και τους λέει «Θάρρος• εγώ είμαι, μη
» φοβάστε». Κι' ανέβηκε κοντά τους στο καράβι, και
κόπηκε ο άνεμος. Κι' υπερβολικά σαστίζανε μέσα τους•
γιατί δεν ένιωσαν τότες με τα ψωμιά, παρά η καρδιά
τους είταν πετρωμένη.
27. Και περνώντας [τη λίμνη] πέρα ως στην ξηρά,
ήρθανε στη Γεννησαρέθ κι’ αράξανε. Και σα βγήκαν
από το καράβι, ευτύς τον αναγνώρισαν, κι’ έτρεξαν
τριγύρω σ' όλον τον τόπο εκείνο, κι’ άρχισαν απά-
νου στα κλινάρια να περιφέρουν τους αρρώστους όπου
ακούγανε πως βρίσκεται. Κι' όπου κι’ αν έμπαινε-
σε χωριά ή σε πολιτείες ή σ' εξοχές — απίθωναν μέσα
στην αγορά τους αρρώστους και τον παρακαλούσανε
ν' αγγίξουν καν την άκρη του ρούχου του, κι’ όσοι
τον αγγίξανε γλυτώσανε.
[7] 28. Και συνάζουνται κοντά του οι Φαρισαίοι και
μερικοί διαβασμένοι πούρθανε από τα Ιεροσόλυμα.
Κι' όταν είδανε μερικούς μαθητάδες του πως με χέ-
ρια ακάθαρτα, δηλαδή άνιφτα, τρων ψωμί (γιατί οι
Φαρισαίοι κι’ όλοι οι Ιουδαίοι, α με τη χούφτα δε
νίψουν τα χέρια, δεν τρώνε, φυλάγοντας τα πατρο-
παράδοτα• κι’ από την αγορά, α δε ραντιστούν, δεν
τρων κι’ έχει πολλά άλλα που παραλάβανε να φυ-
λάνε, πλυσίματα ποτηριών και λεβετιών και χαλκω-
μάτων), και τόνε ρωτούν οι Φαρισαίοι κι’ οι διαβασμέ-
νοι «Γιατί δεν παν οι μαθητάδες σου με τα πατρο-
» παράδοτα, παρά με χέρια ακάθαρτα τρων ψωμί;»
Κι' εκείνος τους είπε «Καλά προφήτεψε για σας τους
» υποκριτάδες ο Ησαΐας, όπως είναι γραμένο, πως
» _ Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμά, μα η καρδιά
» τους βρίσκεται μακριά από μένα. Και ψεύτικα με
» προσκυνούν, που οι διδαχές τους που διδάσκουν
» ανθρώπων είναι παραγγέλματα _ . Αφίνοντας την εν-
» τολή του Θεού φυλάτε των ανθρώπων τα πατροπα-
» ράδοτα». Και τους έλεγε «Ωραία παραβαίνετε την
» εντολή του Θεού για να φυλάτε τα πατροπαράδοτά
» σας. Τι ο Μωυσής είπε _ Τίμα τον πατέρα σου και
» τη μητέρα σου κι’ Όπιος κακολογεί πατέρα ή μη-
» τέρα να θανατώνεται _ . Εσείς όμως λέτε _ Αν άν-
» θρωπος πει του πατέρα ή της μητέρας Κορβάν _ (δη-
» λαδή _ χάρισμα) ό,τι σου χρωστώ _ , αφίνετε πια να
» μην κάνει τίποτα για τον πατέρα ή τη μητέρα,
» ακυρώνοντας το λόγο του Θεού με τα πατροπαρά-
» δοτά σας που παραδώκατε. Και σαν τέτια κάνετε
» πολλά». Και κράζοντας πάλι το πλήθος τους λέει
« Ακούτε με όλοι και μάθετε. Τίποτα όξω από τον
» άνθρωπο που μπαίνει μέσα του δεν τον ακαθαρτεί•
» μόνε όσα βγαίνουν από τον άνθρωπο, εκείνα ακα-
» θαρτούν τον άνθρωπο».