» Γιατί όπιος άνθρωπος που πήγαινε στην ξενιτιά

» φώναξε τους σκλάβους του και τους παράδωκε το

» βιο του, κι’ έδωκε σ' άλλον πέντε τάλαντα, και σ'

» άλλονε διο, και σ' άλλον ένα, στον καθένα κατά

» την αξία του, και ξενιτεύτηκε• αμέσως πήγε εκεί-

» νος πούλαβε τα πέντε τάλαντα και δούλεψε μ'

» αυτά και κέρδισε άλλα πέντε. Έτσι κι’ ο άλλος

» με τα διο κέρδισε άλλα διο. Όμως ο άλλος πού-

» λαβε το ένα πήγε κι’ έσκαψε τη γη κι’ έθαψε

» τ' αφέντη του το χρήμα. Και πολύν καιρό κατόπι

» φτάνει αυτών των σκλάβων ο αφεντικός και λο-

» γαριάζεται μαζί τους. Κι' εκείνος πούλαβε τα πέν-

» τε τάλαντα ήρθε κι’ έφερε άλλα πέντε τάλαντα,

» και λέει Αφέντη, πέντε τάλαντα μου παράδωκες•

» κοίτα, κέρδισα άλλα πέντε. Τούπε ο αφέντης

» του Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε και πιστέ• σε

» λίγα είσουνα πιστός, σε πολλά θα σε διορίσω.

» Έμπα στ' αφεντικού σου το ξεφάντωμα. Κι' ήρθε

» με τα διο τα τάλαντα κι’ ο άλλος κι’ είπε Αφέντη,

» μου παράδωκες διο τάλαντα• κοίτα, κέρδισα άλλα

» διο. Τούπε ο αφέντης του Λαμπρά, καλέ [μου]

» σκλάβε και πιστέ• σε λίγα είσουνα πιστός, σε πολ-

» λά θα σε διορίσω. Έμπα στ' αφεντικού σου το ξε-

» φάντωμα. Μα κι’ αυτός σαν πήγε πούχε λάβει το

» 'να τάλαντο, είπε Αφέντη, σ' ήξερα πως είσαι

» άνθρωπος σκληρός, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες και

» μαζεύοντας όπου δε σκόρπισες, κι’ από το φόβο

» πήγα κι’ έθαψα το τάλαντό σου μέσ' στη γη• δες,

» έχεις το δικό σου. Κι' απάντησε ο αφέντης του και

» τούπε Κακέ σκλάβε κι’ ακαμάτη, ήξερες το πως θερί-

» ζω όπου δεν έσπειρα και μαζεύω όπου δε σκόρπισα•

» έπρεπε λοιπόν το χρήμα μου να καταθέσεις με τους

» τραπεζίτες, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θάπαιρνα με

» τόκο το δικό μου. Πάρτε του λοιπόν τα τάλαντο

» και δώστε το σ' εκείνον με τα δέκα τάλαντα. Τι

» σ' όπιον έχει θα δοθεί και περισσέψει• κι’ όπιος δεν

» έχει, θαν του πάρουν κι’ ό,τι έχει. Και τον άχρη-

» στο το σκλάβο βγάλτε τόνε στο σκοτάδι το πιο

» εξώτερο• εκεί θα 'ναι το κλάψε και τα τρίξε των δον-

» τιών.

141.» Κι' όταν έρθει ο γιος τ' ανθρώπου μέσα

» στη δόξα του κι’ όλοι οι άγγελοι μαζί του, τό-

» τες θα καθήσει σε λαμπρό του θρόνο και θα συνα-

» χτούν τα έθνη όλα ομπρός του, και θαν τους χω-

» ρίσει κατά πως χωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα

» απ' τα γίδια, και τα πρόβατα θα στήσει δεξιά

» του και τα γίδια αριστερά. Τότε ο βασιλιάς θα

» πει στους δεξιά του Ελάτε, οι βλογημένοι του

» πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας

» ετοιμάστηκε από το θεμέλιωμα του κόσμου. Για-

» τί πείνασα και μου δώκατε να φάω• δίψασα και

» με ποτίσατε• ξένος είμουν και με περιμαζέψα-

» τε• γυμνός και με ντύσατε• αρρώστησα και με

» κοιτάξατε• φυλακή είμουν κι’ ήρθατε να με δεί-

» τε. Τότες θαν τ' αποκριθούν οι άγιοι και θα πουν

» Κύριε, πότε σ' είδαμε πεινασμένο και σε θρέψαμε;

» ή διψασμένο και σε ποτίσαμε; και πότε σ' είδαμε

» ξένο και σε περιμαζέψαμε; ή γυμνό και σε ντύ-

» σαμε; και πότε σ' είδαμε άρρωστο ή σε φυλακή

» κι’ ήρθαμε να σε δούμε; Κι' ο βασιλέας θ' απαν-

» τήσει και θαν τους πει Αληθινά σας λέω, όσο τα

» κάνατε σ' ένανε από τους αδερφούς μου τούτους

» τους ελάχιστους, [τόσο και] σ' εμένα το κάνατε.

» 142. Τότες θα πει και στους αριστερά Πηγαίνετε

» από μένα, κατάρατοι, στη φωτιά την αιώνια την

» ετοιμασμένη του Διαβόλου και των αγγέλων του.

» Γιατί πείνασα και δε μου δώκατε να φάω• δίψασα

» και δε με ποτίσατε• ξένος είμουν και δε με περι-

» μαζέψατε• γυμνός και δε με ντύσατε• άρρωστος

» και σε φυλακή και δε με κοιτάξατε. Τότες θ' από-

» κριθούν κι’ αυτοί και θα πουν Κύριε, πότε σ' εί-

» δαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή

» άρρωστο ή σε φυλακή, και δε σε φροντίσαμε; Τό-

» τες θαν τους απαντήσει και θα πει Αληθινά σας

» λέω, όσο δεν το κάνατε σ' ένανε από τούτους τους

» ελάχιστους, [τόσο] μήτ' εμένα δε μου τα κάνατε.

» Και θα πάνε αυτοί σε κόλαση παντοτινή, μα οι

» άγιοι σε ζωή παντοτινή».

[26] 143. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς όλα

αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητάδες του «Ξέρετε

» πως σε διο μέρες γίνεται τα πάσκα, και παραδί-

» νουνε να σταυρωθεί το γιο τ' ανθρώπου».

Τότες μαζευτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημο-

γερόντοι στο παλάτι του αρχιπαπά που λέγουνταν

Καϊάφας, και συφωνήσανε να πιάσουνε με πονηριά

και να σκοτώσουν τον Ιησού. Κι' έλεγαν «Όχι τη

» σκόλη, να μη γίνει ταραχή του λαού».

144. Και σαν έφτασε ο Ιησούς στη Βηθανία,

στου Σίμωνα του λωβιασμένου, ήρθε γυναίκα κρα-

τώντας αλαβάστρινο λαγήνι με μυρουδικό πολύ-

τιμο, και του περεχούσε το κεφάλι ενώ καθόταν

[κι’ έτρωγε]. Και βλέποντάς το οι μαθητάδες του

αγανάχτησαν και λένε «Γιατί αυτός ο χαμός;

» Γιατί μπορούσε αυτό ν' ακριβοπουληθεί και να δο-

» θεί σε φτωχούς». Και τόνιωσε ο Ιησούς και τους

είπε «Τι πειράζετε τη γυναίκα; Γιατί δούλεψη κα-

» λή μούκανε εμένα. Τι πάντα τους φτωχούς τους

» έχετε μαζί σας, μα εμένα πάντα δε μ' έχετε. Τι

» βάζοντας αυτή τούτο το μυρουδικό στο κορμί μου

» απάνου, για το θάψιμό μου τόκανε. Κι' αληθινά

» σας λέω, όπου κι’ αν κηρυχτεί παντού στον κόσμο

» τούτο το καλό το μήνημα, θα διαλαληθεί κι’ αυ-

» τή το τι έκανε, ναν τη μνημονεύουν».

145. Τότες πήγε ένας από τους δώδεκα, αυτός

που λέγουνταν Ιούδας Ισκαριώτης, στους πρωτοπα-

πάδες κι’ είπε «Τι θα μου δώστε, κι’ εγώ θα σας τον

» παραδώσω». Κι' εκείνοι τούζιασαν τριάντα αργυρά.

Κι' από τότες γύρευε ευκαιρία ναν τον παραδώσει.

146. Και την πρώτη μέρα των άζυμων πήγανε

στον Ιησού οι μαθητάδες και του λεν «Πού θέ-

» λεις να σου ετοιμάσουμε να φας τα πάσκα;» Κι

εκείνος είπε «Πηγαίνετε στη χώρα στου τάδε και

» πέστε του Ο δάσκαλος λέει Ο καιρός μου σιμώνει•

» μαζί σου κάνω πάσκα με τους μαθητάδες μου».

Κι' έκαναν οι μαθητάδες όπως τους πρόσταξε ο Ιη-

Σούς, κι’ ετοίμασαν το πάσκα.

147. Και σα βράδιασε, καθότανε μαζί με τους

δώδεκα, κι’ ενώ τρώγανε είπε «Αληθινά σας λέω

» πως ένας σας θα με παραδώσει». Και καταλυ-

πημένοι αρχίνησαν και τούλεγε ένας ένας «Μην εί-

» μαι εγώ, Κύριε;» Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε

» Όπιος βουτήσει μαζί μου το χέρι στο τρυβλί, αυ-

» τός θα με παραδώσει. Και ναι μεν πηγαίνει ο γιος

» τ' ανθρώπου όπως γράφτηκε γι' αυτόν• όμως αλί-

» μονο σ' εκείνον τον άνθρωπο που κάνει κι’ ο γιος

» τ' ανθρώπου παραδίνεται• καλύτερά του να μην

» είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Κι' απάντησε

ο Ιούδας ο παραδότης του κι’ είπε «Μην είμαι

» εγώ, Ραββεί;» Του λέει «Εσύ το λες».

148. Κι' ενώ τρώγανε, πήρε ο Ιησούς ψωμί,

και βλόγησε και τόκοψε κομάτια, και δίνονται

στους μαθητάδες είπε «Λάβετε, φάτε• αυτό 'ναι

» το κορμί μου». Και παίρνοντας ποτήρι, δοξολό-

γησε και τους έδωκε λέγοντας «Πιέτε από τούτο

» όλοι• τι αυτό 'ναι το αίμα μου, της διαθήκης,

» που χύνεται για το καλό πολλών, για να συχω-

» ρεθούν οι αμαρτίες. Και σας λέω, πως από τώρα

» δε θα πιώ από τούτο τ' αμπελόθρεμμα, ως στην

» ημέρα που μ' εσάς καινούργιο θαν το πίνω μέσ' στη

» βασιλεία του πατέρα μου». Κι' αφού ψάλανε, βγή-

κανε στο Ελιοβούνι.

149. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Όλοι σας θα

» πέστε σε πειρασμό για μένα αυτή τη νύχτα. Γιατί

» 'ναι γραμένο _ Θα χτυπήσω το βοσκό και θα σκορ-

» πήσουνε του κοπαδιού τα πρόβατα. _ Κι' όταν

» αναστηθώ, θα πάω μπροστά σας στη Γαλιλαία».

Κι' ο Πέτρος απάντησε και τούπε «Όλοι αν πέσουνε

» σε πειρασμό για σένα, εγώ ποτές δε θα πέσω».

Κι' ο Ιησούς του είπε «Αληθινά σου λέω, πως αυτή

» τη νύχτα, πρι λαλήσει πετεινός, τρεις φορές θα μ'

» αρνηθείς». Του λέει ο Πέτρος «Κι' αν ανάγκη μαζί

» σου να πεθάνω, δε θα σ' αρνηθώ». Έτσι είπαν

κι’ όλοι οι μαθητάδες.

Τότες πηγαίνει μαζί τους ο Ιησούς σε μέρος που

το λέγανε Γεθσημανεί, και λέει στους μαθητάδες

« Καθήστε αυτού ως που να πάω εκεί και να προ-

» σευκηθώ». Και παίρνοντας μαζί τον Πέτρο και

τους διο τους γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπά-

ται και να βαριοκαρδεί. Τότες τους λέει «Καταλυπη-

» μένη 'ναι η ψυχή μου ως στο θάνατο• μείνατε εδώ

» και ξαγρυπνάτε μαζί μου». Και προχωρώντας

λίγο, έπεσε τα πίστομα και περικαλιούνταν κι’

έλεγε «Πατέρα μου, α γίνεται, ας περάσει πέρα

» μου το ποτήρι αυτό• όχι όμως όπως θέλω εγώ,

» μόνε όπως εσύ». Κι' έρχεται στους μαθητάδες• και

τους βρίσκει κοιμισμένους, και λέει του Πέτρου

« Έτσι δεν κατορθώσατε μιαν ώρα ν' αγρυπνήστε

» μαζί μου; Αγρυπνάτε και προσεύκεστε για να

» μην πέστε σε πειρασμό. Το πνέμα ναι πρόθυμο,

» μα η σάρκα αδύναμη». 150. Πάλι πήγε δεύτερη

φορά και προσευκήθηκε «Πατέρα μου, α δε γίνε-

» ται να περάσει αυτό δίχως ναν το πιω, ας γίνει το

» θέλημά σου». Και πήγε πάλι και τους ηύρε κοι-

μισμένους, γιατί είτανε βαριά τα μάτια τους. Κι'

αφίνοντάς τους πάλι πήγε και προσευκήθηκε τρίτη

φορά, λέγοντας ξανά τα ίδια λόγια. Τότ' έρχεται

στους μαθητάδες και τους λέει «Κοιμάστε λοιπόν

» και ξεκουράζεστε• γιατί νά σίμωσε η ώρα κι’ ο

» γιος τ' ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτω-

» λών. Σηκωθείτε, ας πάμε• να σίμωσε ο παραδότης

» μου».

151. Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, να ο Ιούδας, ένας

από τους δώδεκα, ήρθε, και μαζί του πλήθος πο-

λύ με σπαθιά και ξύλα από τους πρωτοπαπάδες

και δημογερόντους. Κι' ο παραδότης του τους έ-

δωκε σημάδι κι’ είπε «Όπιονε φιλήσω, αυτός εί-

» ναι• πιάστε τον». Κι' αμέσως πήγε στον Ιησού κι’

είπε «Σε χαιρετώ, Ραββεί», και τόνε φίλησε. Κι'

ο Ιησούς του είπε «Φίλε, τι θέλεις κι’ ήρθες;»

Τότ' ήρθαν και βάλανε χέρι απάνου στον Ιησού

και τον έπιασαν. Και να ένας από τους συντρό-

φους του άπλωσε το χέρι κι’ έσηρε το σπαθί του,

και χτύπησε τα σκλάβο του πρωτοπαπά και τού-

κοψε τ' αυτί. Τότες του λέει ο Ιησούς «Γύρισε το

» σπαθί σου στον τόπο του• γιατί όπιος έπιασε

» σπαθί, με σπαθί θα πάει. Ή θαρρείς πως δε μπορώ

» να κράξω του πατέρα μου, και θα μου παρατά-

» ξει τώρα πιο πολλούς αγγέλους παρά δώδεκα λε-

» γιώνες; Λοιπόν πως θ' αληθέψουν οι Γραφές, πως

» έτσι πρέπει να γενεί;» 152. Εκείνη την ώρα είπε

ο Ιησούς στα πλήθη «Λες για κακούργο βγήκατε με

» σπαθιά και ξύλα να με πιάστε. Καθεμέρα μέσα στο

» ναό κάθουμουν και δίδασκα, και δε με πιάσατε.

» Όμως αυτό όλο έγινε για ν' αληθέψουν οι Γραφές

» των προφητών». Τότες οι μαθητάδες του τον αφή-

καν όλοι κι’ έφυγαν.

Κι' εκείνοι που σύλλαβαν τον Ιησού τον πήγανε

στου Καϊάφα του αρχιπαπά, όπου μαζεύτηκαν οι

διαβασμένοι κι’ οι δημογερόντοι. Κι' ο Πέτρος τον

ακολουθούσε από μακριά ως στο παλάτι του αρχι-

παπά, και μπήκε μέσα και καθότανε μαζί με τους

κλητήρες για να δει το τέλος. 153. Κι' οι αρχιπα-

πάδες κι’ όλη η σύνοδο ζητούσαν ψευτομαρτυριά

για να σκοτώσουν τον Ιησού, και δεν ηύρανε, κι’

ας πήγανε πολλοί ψευτομαρτύροι. Μα πήγανε διο

κατόπι κι’ είπαν «Αυτός είπε Μπορώ να χαλάσω το

» ναό του Θεού και σε τρεις μέρες ναν τον χτίσω».

Κι' ο αρχιπαπάς σηκώθηκε και τούπε «Δεν απαντάς

» τι σε κατηγορούν αυτοί;» Κι' ο Ιησούς σωπούσε.

Κι' ο αρχιπαπάς του είπε «Σε ξορκίζω στο θεό που

» ζει, πες μας αν εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του

» Θεού». Του λέει ο Ιησούς «Εσύ το λες. Όμως

» σας λέω, σε λίγο θα δείτε τα γιο τ' ανθρώπου που

» καθισμένος δεξιά απ' τη Δύναμη θα φτάνει απάνου

» στ' ουρανού τα σύννεφα». Τότες ξέσκισε ο αρχιπαπάς

τα φορέματά του κι’ είπε «Ασέβησε• τι θέλουμε πια

» μαρτύρους; Νά, τώρα ακούσατε την ασέβεια• τι

» λέτε;» Κι' απάντησαν κι’ είπαν «Του πρέπει θά-

» νατος». Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τόνε

μπάτσισαν, κι’ άλλοι τόνε ραβδίσανε λέγοντας «Προ-

» φήτεψέ μας, Χριστέ, πιος σε χτύπησε».

154. Κι' ο Πέτρος είταν καθισμένος όξω στην

αυλή, κι’ ήρθε κοντά του μια κοπέλλα κι’ είπε

« Κι' εσύ είσουνα με τον Ιησού το Γαλιλαίο». Κι'

αυτός αρνήθη μπροστά σ' όλους κι’ είπε «Δεν ξέρω

» τι λες». Και σα βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε

μια άλλη και λέει στους εκεί «Αυτός είτανε με τον

» Ιησού το Ναζωραίο». Και πάλι αρνήθη μ' όρκο

πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Και σε λίγο πή-

γαν οι παρόντες κι’ είπανε του Πέτρου «Αληθινά

» από κείνους είσαι κι’ εσύ• γιατί η λαλιά σου σε

» μαρτυρά». Τότ' άρχισε να καταριέται και να ορ-

κίζεται πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι' αμέ-

σως λάλησε πετεινός, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο

του Ιησού πούχε πει, πως «Πρι λαλήσει πετεινός,

» τρεις φορές θα μ' αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έ-

κλαψε πικρά.

[27] 155. Και σαν ξημέρωσε, συφώνησαν όλοι οι πρω-

τοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι το να θανατώσουν

τον Ιησού• κι’ αφού τον έδεσαν, τον πήραν και τον

παραδώκανε στον Πειλάτο, τον αρχηγό.

156. Τότες όταν είδε ο Ιούδας ο παραδότης του

πως καταδικάστηκε, μετάνιωσε και γύρισε τα τρι-

άντα τ' αργυρά στους πρωτοπαπάδες και δημογε-

ρόντους λέγοντας «Αμάρτησα παραδίνοντας αίμα

» αθώο». Κι' εκείνοι είπαν «Και τι μ' εμάς; Εσύ

» συλλογίσου το». Και πετώντας τ' αργυρά μέσα στο

ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. Και πήραν τ'

αργυρά οι πρωτοπαπάδες κι’ είπανε «Δεν πρέπει ναν

» τα βάλουμε στον Κορβανά, επειδή 'ναι πλερωμή

» για αίμα». Και συφωνήσανε απ' αυτά κι’ αγό-

ρασαν το χωράφι του κεραμιδά για νεκροταφείο των

ξένων γι' αυτό ονομάστη το χωράφι εκείνο _ αιμα-

τοχώραφο _ ως στα σήμερα. Τότες αλήθεψε το ειπω-

μένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει _ Και

πήραν τα τριάντα τ' αργυρά, τ' αντίτιμο του τιμη-

μένου, που τίμησαν από τους γιους του Ισραήλ, και

τάδωκαν για το χωράφι του κεραμιδά καθώς ο Κύ-

ριος με πρόσταξε _ .

157. Κι' ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον αρ-

χηγό, και τόνε ρώτησε ο αρχηγός και λέει «Εσύ

» 'σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι' ο Ιησούς του

είπε «Εσύ το λες». Κι' όταν τον κατηγορούσαν οι

πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι, δεν απάντησε τί-

ποτα. Τότες ο Πειλάτος του λέει «Δεν ακούς πόσα

» σε κατηγορούν;» Και δεν τ' απάντησε μήτε σ' ένα

του λόγο, τόσο π' απορούσε ο αρχηγός υπερβολικά.

158. Και κάθε σκόλη ο αρχηγός συνείθιζε ναν

του λευτερώνει ένα φυλακισμένο του λαού, όπιον ήθε-

λαν. Κι' είχαν τότες φυλακισμένο σημαντικό που

λέγουνταν Βαραββάς. Ενώ 'τανε λοιπόν συναγμένοι,

τους είπε ο Πειλάτος «Πιόνε θέτε να σας λευτερώσω,

» το Βαραββά, ή τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χρι-

» στός;» Γιατί ήξερε πως από μίσος τον παράδωκαν.

Κι' ενώ καθότανε στην έδρα, έστειλε η γυναίκα του και

τούπε «Μην έχεις τίποτα μ' εκείνον τον αθώο, γιατί

» έπαθα πολλά, γι' αυτόν απόψε στ' όνειρό μου».

Όμως οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι έπεισαν

τα πλήθη να ζητήσουνε το Βαραββά, και τον Ιησού

ναν τόνε ξολοθρέψουν. Κι' αποκρίθη ο αρχηγός και

τους είπε «Πιόνε θέτε από τους διο τους να σας λευ-

» τερώσω;» Κι' αυτοί είπανε «Το Βαραββά». Τους

λέει ο Πειλάτος «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού που

» λέγεται Χριστός;» Του λένε όλοι τους «Να σταυ-

» ρωθεί». Κι' ο αρχηγός είπε «Γιατί τι κακό έκα-

» νε;» Κι' εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε

« Να σταυρωθεί». 159. Κι' ο Πειλάτος βλέποντας

πως τίποτα καλό δεν κάνει παρά μεγαλώνει ο θό-

ρυβος, πήρε νερό κι’ ένιψε τα χέρια ομπρός στο

πλήθος κι’ είπε «Αθώος είμαι από το αίμα αυτό•

» εσείς συλλογιστήτε το». Κι' όλος ο λαός αποκρί-

θη κι’ είπε «Το αίμα του απάνου μας κι’ απάνου

» στα παιδιά μας». Τότες τους λευτέρωσε το Βα-

ραββά, και τον Ιησού τόνε βουρδούλισε και τον πα-

ράδωκε να σταυρωθεί.

160. Τότες οι στρατιώτες τ' αρχηγού πήρανε στ'

αρχηγείο τον Ιησού και μάζεψαν τριγύρω του όλη

τη φρουρά. Και ντύνοντάς τον κόκκινη στολή του

τη φορέσανε, κι’ έπλεξαν ένα στεφάνι απ' αγκάθια

και του τόβαλαν τριγύρω στο κεφάλι, και καλάμι

στο δεξύ του χέρι• και γονατιστοί μπροστά του τον

περίπαιξαν και λέγανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των

» Ιουδαίων»• και φτύσαντές τον πήραν το καλάμι

και τόνε χτυπούσανε στην κεφαλή. Κι' όταν τον

περίπαιξαν, βγάζοντάς του τη στολή τον έντυσαν

τα φορέματά του, και τον πήρανε ναν τόνε σταυρώ-

σουν. Και σα βγαίνανε, ηύραν έναν άνθρωπο από

την Κυρήνη πούταν τ' όνομά του Σίμωνας• αυτόν

αγγάρεψαν για να σηκώσει το σταυρό του. Κι' άμα

φτάσανε στο μέρος που το λένε Γολγοθά, που ση-

μαίνει _ κάρας μέρος _ που το λεν, τούδωκαν να πιει

κρασί με χολή ανακατωμένο• κι’ όταν το δοκίμασε,

δε θέλησε να πιεί. Κι' αφού τόνε σταυρώσανε, μοι-

ράστηκαν τα ρούχα του βάζοντας λαχνό. Και κά-

θησαν και τόνε φύλαγαν εκεί. Κι' έβαλαν απάνου

από το κεφάλι του γραφτό το φταίξιμό του _ Αυτός

είναι ο Ιησούς ο βασιλέας των Ιουδαίων _ .

161. Τότες σταυρώνουνται μαζί του διο κα-

κούργοι, ένας από τα δεξιά κι’ ο άλλος από τ' αρι-

στερά. Κι' οι διαβάτες τόνε βλαστημούσαν και κου-

νώντας το κεφάλι έλεγαν «Εσύ που γκρεμίζεις το

» ναό και σε τρεις μέρες μέσα τόνε χτίζεις, σώσου ο

» ίδιος• αν είσαι γιος του Θεού, κατέβα από το σταυ-

» ρό». Έτσι κι’ οι πρωτοπαπάδες με τους διαβασμέ-

νους και δημογερόντους τον περίπαιζαν και λέγανε

« Άλλους έσωσε, ο ίδιος να σωθεί δε μπορεί. Βασιλέας

» του Ισραήλ είναι• ας κατεβεί τώρα από το σταυρό

» και θαν τον πιστέψουμε. Στο Θεό στηρίζεται• ας

» τόνε γλυτώσει τώρα α θέλει• γιατί είπε πως του

» Θεού είμαι γιος». Και το ίδιο, κι’ οι κακούργοι οι

σταυρωμένοι μαζί του τόνε βρίζανε.

162. Κι' από τις έξη η ώρα έγινε σ' όλη τη γη

σκοτάδι ως στις εννιά η ώρα. Και κατά τις εννιά η

ώρα φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε _ Ελωεί

» ελωεί, λεμά σαβακτανεί _ , που σημαίνει «Θε μου Θε

» μου, γιατί με παραίτησες;» Και τ' άκουσαν μερι-

κοί παρόντες κι’ έλεγαν πως «Τον Ηλία αυτός φω-

» νάζει». Κι' έτρεξε αμέσως ένας τους και πήρε 'να

σφουγγάρι, και γιομίζοντας το ξύδι τόβαλε σε κα-

λάμι απάνου και τον πότιζε• κι’ οι άλλοι έλεγαν

« Ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας ναν τον σώσει».

Κι' ένας άλλος πήρε 'να κοντάρι και του τρύπησε το

πλευρό, και βγήκε νερό κι’ αίμα. Κι' ο Ιησούς έκρα-

ξε πάλι με φωνή μεγάλη και ξεψύχησε.

163. Και να τ' άπλωμα του ναού σκίστηκε σε

διο από πάνου ως κάτου, κι’ η γη σείστηκε, κι’ οι

βράχοι σκίστηκαν, και τα μνήματα άνοιξαν, και

πολλά λείψανα των κοιμισμένων άγιων αναστήθη-

καν, και βγαίνοντας από τα μνήματα ύστερ' από

την ανάστασή του πήγανε στην άγια χώρα και φα-

νερωθήκανε σε πολλούς. Κι' ο εκατόνταρχος κι’ όσοι

φυλάγανε μαζί του τον Ιησού, σαν είδαν το σεισμό

και τα όσα γίνουνταν, φοβήθηκαν υπερβολικά και

λέγανε «Αλήθια γιος Θεού είταν αυτός».

164. Κι' είταν εκεί γυναίκες πολλές θωρώντας

από πέρα, π' ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλι-

λαία και τον υπερετούσαν• που μεταξύ τους είταν

η Μαρία η Μαγδαληνή, κι’ η Μαρία η μητέρα του

Ιακώβου και του Ιωσή, και των γιων του Ζεβε-

δαίου η μητέρα.

165. Και σα βράδιασε, ήρθε ένας άνθρωπος

πλούσιος από την Αριμαθαία που τον έλεγαν Ιω-

σήφ, πούχε κι’ αυτός υπάρξει μαθητής του Ιησού•

αυτός πήγε στον Πειλάτο και ζήτησε το λείψανο του

Ιησού. Τότες πρόσταξε ο Πειλάτος να δοθεί. Κι' ο

Ιωσήφ πήρε το λείψανο και το τύλιξε σ' ένα σάβανο

καθάριο, και τόβαλε μέσ' στον καινούργιο του τά-

φο πούχε κόψει μέσα στο βράχο• κι’ αφού κύλισε πέ-

τρα μεγάλη κοντά στο στόμα του τάφου, έφυγε. Κι'

είταν εκεί η Μαριάμ η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η

Μαρία, καθισμένες αντικρύ στον τάφο.

166. Και την άλλη μέρα, την κατόπι της πα-

ρασκευής, συναχτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φα-

ρισαίοι στου Πειλάτου κι’ είπαν «Αφέντη, θυμηθή-

» καμε πως εκείνος ο πλάνος είπε ότα ζούσε ακόμα

» Σε τρεις μέρες ανασταίνουμαι. Πρόσταζε λοιπόν ν'

» ασφαλιστεί ο τάφος ως στην τρίτη μέρα, μήπως

» παν οι μαθητάδες και τον κλέψουνε, και πούνε του

» λαού Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και θάναι το

» στερνό το λάθος πιο χειρότερο απ το πρώτο».

Τους είπε ο Πειλάτος «Έχετε φρουρά• πηγαίνετε,

» ασφαλίστε όπως ξέρετε». Κι' εκείνοι πήγανε κι

ασφάλισαν τον τάφο, βουλώνοντας την πέτρα μαζί

με τη φρουρά.

[28] 167. Και περασμένη η νύχτα το σαββάτο ό,τι

είταν να χαράξουνε τα πρωτοβδόμαδα, ήρθε η Μα-

ρία η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η Μαρία για να δουν

τον τάφο. Και να έγινε σεισμός μεγάλος, γιατί άγ-

γελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανό, κι’ ήρθε και κύ-

λισε την πέτρα και κάθουνταν απάνου. Κι' η θωριά

του είτανε σαν αστραπή και το φόρεμά του άσπρο σαν

το χιόνι. Κι' έπιασε απ' το φόβο του τους φρουρούς

τρεμούλα, κι’ έγιναν καθώς νεκροί. Κι' αποκρίθη ο

άγγελος κι’ είπε στις γυναίκες «Εσείς μη φοβάστε•

» γιατί ξέρω πως τον Ιησού γυρεύετε το σταυρω-

» μένο. Δεν είναι εδώ• γιατί αναστήθηκε όπως είπε.

» Ελάτε εδώ, κοιτάξτε το μέρος πούτανε βαλμένος.

» Και γλήγορα πηγαίνετε και πέστε στους μαθη-

» τάδες του πως Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και

» να πηγαίνει μπροστά σας στη Γαλιλαία. Εκεί

» θαν τόνε δείτε. Νά, σας είπα».

168. Κι' έφυγαν από τον τάφο γλήγορα με φόβο

και χαρά μεγάλη, και παν τρεχάτες ναν το πουν

στους μαθητάδες του. Και να απαντήσανε τον Ιη-

σού και τους είπε «Καλή σας ώρα». Κι' εκείνες

πήγαν και του αγκάλιασαν τα πόδια και τον προσ-

κυνήσανε. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Μη φοβάστε•

» πηγαίνετε πληροφορήστε τους αδερφούς μου να

» πάνε στη Γαλιλαία, κι’ εκεί θα με δουν».

169. Κι' εκεί που πήγαιναν, να μερικοί της

φρουράς πήγανε στη χώρα κι’ είπανε στους πρωτο-

παπάδες όλα όσα έγιναν. Και μαζευτήκανε με τους

δημογερόντους, και συφωνήσανε και δώκανε στους

στρατιώτες χρήματα αρκετά και λεν «Να πείτε πως

» Ήρθανε νύχτα οι μαθητάδες του και τον έκλεψαν

» ενώ εμείς κοιμώμαστε. Κι' αν τ' ακούσει ο αρχη-

» γός, εμείς τον πείθουμε και συλλογή δε θάχετε».

Κι' εκείνοι πήρανε τα χρήματα και κάνανε όπως δα-

σκαλεύτηκαν. Και διαλαλήθη αυτός ο λόγος με τους

Ιουδαίους ως τα σήμερα.

170. Κι' οι έντεκα οι μαθητάδες πήγανε στη

Γαλιλαία, στο βουνό που τους όρισε ο Ιησούς, και

τον είδαν και προσκύνησαν• άλλοι όμως δίσταζαν.

Κι' ο Ιησούς πήγε και τους μίλησε κι’ είπε «Μου

» δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Λοι-

» πόν πηγαίνετε κάθε έθνος να φωτίστε, βαφτίζον-

» τάς τους στ' όνομα του πατέρα και του γιου και

» τ' άγιου πνέματος και διδάσκοντάς τους να φυλάν

» τα πάντα όσα σας παράγγειλα. Και να εγώ μαζί

» σας είμαι πάντα ως στον τελιωμό του κόσμου».

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΡΚΟ

Αρχίζει το καλό το μήνημα του Ιησού Χριστού,

γιου του Θεού.

Όπως είναι γραμένο μέσα στον Ησαΐα τον προ-

φήτη _ Νά, στέλνω τον άγγελό μου προτύτερά σου,

που θα φτιάσει τη στράτα σου. Φωνή που κάπιος

κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο τον Κυρίου,

ίσια κάντε τα μονοπάτια του _ , βγήκε ο Ιωάνης ο

βαφτιστής στην έρημο και κήρυχνε μετανιωμού βά-

πτισμα που να συχωρεθούν οι αμαρτίες. Και πή-

γαινε όξω στον Ιωάνη όλος ο τόπος της Ιουδαίας

κι’ οι Ιεροσολυμείτες όλοι, και τους βάφτιζε μέσα

στον Ιορδάνη τον ποταμό αφού ξομολογούνταν τις

αμαρτίες τους. Κι' είχε ο Ιωάνης φόρεμα από γκα-

μήλας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση

του, κι’ έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο. Και κήρυχνε

λέγοντας «Έρχεται ο δυνατώτερός μου πίσω, που δεν

» είμαι άξιος να σκύψω και να λύσω το λουρί των

» σανταλιών του. Εγώ σας βάφτισα με νερό• όμως

» αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο».

2. Συνέβηκε τις τότε μέρες, ήρθε ο Ιησούς από

τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και βαφτίστηκε στον

Ιορδάνη από τον Ιωάνη. Κι' ευτύς σαν έβγαινε από

τα νερά, είδε που σκίζουνταν τα ουράνια και το Πνέ-

μα σαν περιστέρι που κατέβαινε απάνου του• και

φωνή βγήκε από τα ουράνια «Εσύ 'σαι ο γιος μου ο

» αγαπητός• εσένα καλογνώμησα».

3. Κι' ευτύς το πνέμα τόνε βγάζει στην έρημο.

Κι' έμενε στην έρημο μέρες σαράντα και τον πείραζε ο

Σατανάς. Κι' έμενε με τα θεριά, κι’ οι άγγελοι τον

υπερετούσαν.

4. Κι' αφού παράδωκαν τον Ιωάνη, ήρθε ο Ιη-

σούς στη Γαλιλαία κηρύχνοντας το καλό το μήνημα

του Θεού και λέγοντας πως «Τέλιωσε ο καιρός και

» σίμωσε η βασιλεία του Θεού. Μετανιώνετε και

» πιστεύετε το καλό το μήνημα».

Και περνώντας κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας

είδε το Σίμωνα και τον Αντρέα τον αδερφό του Σί-

μωνα που με τα δίχτια τους ψαρεύανε μέσα στη

λίμνη, γιατί είτανε ψαράδες. Και τους είπε ο Ιη-

σούς «Ελάτε πίσω μου, και θα σας κάνω να γί-

» νετε ψαράδες ανθρώπων». Κι' αμέσως άφισαν τα

δίχτια και τον ακολουθούσαν. Και προχωρώντας

λίγο είδε τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον

Ιωάνη τον αδερφό του, που κι’ αυτοί διόρθωναν τα

δίχτια μέσα στο καράβι, κι’ αμέσως τους φώναξε.

Κι' αφίσανε με τους εργάτες τον πατέρα τους το Ζεβε-

δαίο μέσα στο καράβι και πήγαν πίσω του.

5. Και πηγαίνουνε στην Καφαρναούμ. Κι' αμέ-

σως το σαββάτο μπήκε μέσα στο συναγώγι και δί-

δασκε. Κι' απορούσανε με τη διδαχή του, γιατί

τους δίδασκε σα νάχε εξουσία, κι’ όχι καθώς οι δια-

βασμένοι. Κι' αμέσως είτανε στο συναγώγι τους άν-

θρωπος με πνέμα ακάθαρτο, και φώναξε λέγοντας «Τι

» θέλεις από μας, Ιησού Ναζαρηνέ; ήρθες να μας

» καταστρέψεις; Σε ξέρω πιος είσαι, ο άγιος του

» Θεού». Και το μάλωσε ο Ιησούς κι’ είπε «Σώπα κι’

» έβγα από μέσα του». Και τ' ακάθαρτο αφού τόνε

σπάραξε και φώναξε με φωνή μεγάλη, βγήκε από

μέσα του. Και τρομάξανε όλοι, τόσο που συζητού-

σαν κι’ έλεγαν «Τι 'ναι τούτο; Διδαχή καινούρια

» μ' εξουσία• και τα πνέματα τ' ακάθαρτα προστά-

» ζει και τον ακούν». Και βγήκε η φήμη του ευτύς

παντού σ' όλα τα περίχωρα της Γαλιλαίας.

6. Κι' ευτύς σα βγήκε από το συναγώγι, πήγε στο

σπίτι του Σίμωνα κι’ Αντρέα μαζί με τον Ιάκωβο

και με τον Ιωάνη. Κι' η πεθερά του Σίμωνα είτανε

κατάκοιτη με θέρμη, κι’ αμέσως του λένε γι' αυτή.

Και πήγε και τη σήκωσε πιάνοντάς της το χέρι, και

την αφήκε η θέρμη και τους υπερετούσε. Κι' άμα

βράδιασε, σα βασίλεψε ο ήλιος, του φέρανε όλους τους

αρρώστους και τους δαιμονισμένους• κι’ είταν όλη η

χώρα μαζεμένη στη μπασιά μπροστά. Και γιάτρεψε

πολλούς παθιασμένους με λογής λογής αρρώστιες, κι’

έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφινε τα δαιμόνια

να μιλούνε γιατί τον ήξεραν πως είναι ο Χριστός.

7. Και το πρωί σηκώθη κατασκότεινα και βγήκε

σε μέρος έρημο, κι’ έκανε εκεί την προσευκή του. Κι'

έτρεξε κατόπι του ο Σίμωνας κι’ οι συντρόφοι του

και τον ηύραν και του λεν πως «Όλοι σε ζητούν».

8. Και τους λέει «Ας πάμε εμείς αλλού στα γειτο-

» νικά χωριά, για να κηρύξω κι’ εκεί• επειδή για

» τούτο βγήκα». Και πήγε σ' όλη τη Γαλιλαία κη-

ρύχνοντας μέσα στα συναγώγια τους και βγάζοντας

τα δαιμόνια.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 4 / 16 段