29. Κι' άμα από το πλήθος μπήκε σπίτι, τόνε

ρωτούσαν οι μαθητάδες του την παραβολή. Και τους

λέει «Έτσι κι’ εσείς είστε δίχως νου; Δε νιώθετε

» πως απ' όξω ό,τι πηγαίνει μέσ' στον άνθρωπο δε

» μπορεί ναν τον ακαθαρτήσει, τι δεν πηγαίνει στην

» καρδιά του μέσα, παρά στην κοιλιά, κι’ όξω βγαί-

» νει στον κοπρώνα και παστρεύει κάθε ακαθαρσία;»

Κι' έλεγε πως «Ό,τι βγαίνει από τον άνθρωπο, εκείνο

» ακαθαρτεί τον άνθρωπο. Γιατί από μέσα απ' των

» ανθρώπων την καρδιά κινούν οι στοχασμοί οι κακοί,

» πορνιές, κλεψιές, φόνοι, μοιχείες, αχορταγιές, πο-

» νηριές, απάτη, παραλυσία, μάτι κακό, ασέβεια, περ-

» φάνια, αμιαλοσύνη• όλα αυτά τα κακά από μέσα

» βγαίνουνε κι’ ακαθαρτούν τον άνθρωπο».

30. Κι' από κει σηκώθηκε και μίσεψε στα σύνορα

της Τύρος και Σιδώνας. Και μπήκε σ' ένα σπίτι, και

δεν ήθελε κανέναν ναν το μάθει, μα δεν κατόρθωσε

να κρυφτεί, μόνε άκουσε γι' αυτόν αμέσως μια γυναίκα

που το κορίτσι της τής είχε πνέμα ακάθαρτο, κι’ ήρθε

κι’ έπεσε στα πόδια του. Κι' είταν Ελληνίδα η γυ-

ναίκα, καταγωγής Συροφοινίκισσα. Και τον παρακα-

λούσε να βγάλει το δαιμόνιο από τη θυγατέρα της.

Και της έλεγε «Ας χορτάσουν πρώτα τα παιδιά• τι

» σωστό δεν είναι το να πάρεις το ψωμί των παιδιών

» και ναν το ρήξεις στα σκυλιά». Κι' αυτή αποκρίθη

και του λέει «Ναι, Κύριε, και τα σκυλιά κάτου από

» το τραπέζι τρων από τα ψίχουλα των παιδιών».

Και της είπε «Γι' αυτό το λόγο πήγαινε• βγήκε το

» δαιμόνιο από τη θυγατέρα σου». Και πήγε σπίτι

της, κι’ ηύρε το κορίτσι της πλαγιασμένο στο κλινάρι,

και το δαιμόνιο βγαλμένο.

31. Και πάλι βγήκε από τα σύνορα της Τύρος,

και περνώντας τη Σιδώνα ήρθε στη λίμνη της Γαλι-

λαίας μέσα από τα σύνορα της Δεκάπολης. Και του

φέρνουνε κουφάλαλο, και τον παρακαλούνε να βάλει

απάνου του το χέρι. Και παίρνοντάς τον όξω από το

πλήθος χωριστά, τούβαλε τα δάχτυλα στ' αυτιά του,

κι’ έφτυσε κι’ άγγιξε τη γλώσσα του, και βλέποντας

ψηλά στον ουρανό στέναξε και του λέει « _ Εφφαθά _ ».

που θα πει «Άνοιξε». Κι' άνοιξαν οι ακουές του, και

του λύθη ο γλωσσοδέτης του και μιλούσε σωστά. Και

τους σύστησε να μην το πουν κανενός• όμως όσο τους

σύστηνε, αυτοί πιο περισσότερο κήρυχναν. Κι' υπερ-

βολικά σάστιζαν και λέγανε «Λαμπρά όλα τάκανε•

» ως και τους κουφούς κάνει ν' ακούνε κι’ άλαλους να

» λαλούν».

32. Εκείνες τις μέρες, όντας πάλι πολύ πλήθος [8]

και μην έχοντας τι να φάνε, φώναξε τους μαθητάδες

του και τους λέει «Σπλαχνίζουμαι το πλήθος, γιατί

» τρεις μέρες δε σαλεύουν από δω και δεν έχουν τι

» να φαν. Κι' αν τους στείλω νηστικούς σπίτι τους,

» θα λιώσουνε στο δρόμο, και μερικοί τους είναι από

» μακριά». Και τ' αποκρίθηκαν οι μαθητάδες του

πως «Πού θα μπορέσει εδώ κανείς ναν τους χορ-

» τάσει αυτούς ψωμί στην ερημιά;» Και τους ρω-

τούσε «Πόσα ψωμιά έχετε;» Κι' εκείνοι είπαν

« Εφτά». Και προστάζει το πλήθος να καθήσουν

κατά γης, και πήρε τα εφτά ψωμιά, κι’ αφού δοξο-

λόγησε έκοψε κομάτια κι’ έδινε στους μαθητάδες του

ναν τα προσφέρουν, και τα πρόσφεραν στο πλήθος.

Κι' είχανε μερικά ψαράκια• κι’ αφού τα βλόγησε, εί-

πε κι’ αυτά ναν τα προσφέρουν. Κι' έφαγαν και χορ-

τάσανε, και πήραν περισσέματα, εφτά καλαθιών κο-

μάτια. Κι' είταν ως τέσσερεις χιλιάδες. Και τους

σκόλασε.

33. Κι' αμέσως μπήκε αυτός στο καράβι με τους

μαθητάδες του κι’ ήρθε στα μέρη της Δαλμανουνθά.

Και βγήκαν οι Φαρισαίοι κι’ αρχίσανε μαζί του να

συζητούν, ζητώντας του σημάδι από τον ουρανό, δο-

κιμάζοντάς τον. Κι' αναστέναξε μέσα στο πνέμα του

και λέει «Τι γυρεύει η φύτρα αυτή σημάδι; Αλη-

» θινά λέω, σημάδι αυτής της φύτρας δε θαν της

» δοθεί». 34. Κι' αφίνοντάς τους μπήκε πάλι [στο

καράβι] κι’ έφυγε αντικρύ.

Και ξέχασαν να πάρουνε ψωμιά• κι’ εξόν ένα, ψωμί

δεν είχανε μαζί τους μέσα στο καράβι. Και τους σύ-

στηνε κι’ έλεγε «Κοιτάτε, προσέχετε από το ζυμάρι

» των Φαρισαίων κι’ από το ζυμάρι του Ηρώδη».

Και συλλογίζουνταν ανάμεσό τους «Γιατί δεν έχουμε

» ψωμί». Και κατάλαβε και τους λέει «Τι συλλο-

» γιέστε πως δεν έχετε ψωμιά; Δε νογάτε ακόμα μή-

» τε νιώθετε; Πετρωμένη σάς είναι η καρδιά; Μάτια

» έχετε, και δε βλέπετε; κι’ αυτιά έχετε, και δεν

» ακούτε; Και δε θυμάστε ότα μοίρασα τα πέντε ψω-

» μιά στις πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια πήρατε γιο-

» μισμένα με κομάτια;» Του λένε «Δώδεκα». «Ό-

» ταν τα εφτά στις τέσσερεις χιλιάδες, πόσων καλα-

» θιών γιομίσματα πήρατε κομάτια»; Και του λεν

» Εφτά». Και τους έλεγε «Πώς δε νογάτε;»

35. Κι' έρχουνται στη Βηθσαϊδάν, και του φέρ-

νουν τυφλό και τον παρακαλούνε ναν τον αγγίξει.

Κι' έπιασε από το χέρι τον τυφλό και τον έβγαλε όξω

από το χωριό, κι’ αφού τούφτυσε στα μάτια, έβαλε

απάνου του τα χέρια και τόνε ρωτούσε «Α βλέπεις

» τίποτα». Και κοίταξε κι’ έλεγε «Βλέπω τους αν-

» θρώπους, γιατί σα δέντρα βλέπω κάπιους που περ-

» πατούν». Έπειτα έβαλε πάλι τα χέρια απάνου στα

μάτια του. και [τότες] είδε κι’ έγινε καλά κι’ έβλεπε

ξάστερα τα πάντα. Και τον έστειλε σπίτι του λέγον-

τας «Μήτε στο χωριό να μη μπεις».

36. Και βγήκε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του στα

χωριά της Καισαρείας του Φιλίππου. Και στο δρόμο

ρωτούσε τους μαθητάδες του και τους έλεγε «Πιος

» λεν οι ανθρώποι πως είμαι;» Κι' εκείνοι τούπανε

λέγοντας πως ο Ιωάνης ο βαφτιστής, κι’ άλλοι ο

Ηλίας, κι’ άλλοι πως ένας από τους προφήτες. Κι'

αυτός τους ρωτούσε «Κι' εσείς πιος λέτε πως είμαι;»

Αποκρίθη ο Πέτρος και του λέει «Εσύ 'σαι ο Χρι-

» στός». Και τους πρόσταξε να μη μιλούνε γι' αυτόν

κανενός. Κι' άρχισε ναν τους ξηγά πως πρέπει πολλά

να πάθει ο γιος τ' ανθρώπου, και ν' αποκηρυχτεί από

τους δημογερόντους και πρωτοπαπάδες και διαβα-

σμένους, και να θανατωθεί και τρεις μέρες κατόπι

ν' αναστηθεί. Κι' ανοιχτά μιλούσε το λόγο. Και τον

πήρε ο Πέτρος κι’ άρχισε ναν τόνε μαλώνει• κι’ εκεί-

νος γύρισε κι’ είδε τους μαθητάδες του, και μάλωσε

τον Πέτρο και λέει «Πήγαινε πίσω μου, Σατανά,

» γιατί δε συλλογιέσαι το Θεό, μόνε τους ανθρώπους».

Και κράζοντας το πλήθος μαζί με τους μαθητάδες

του τους είπε «Αν κανείς θέλει νάρθει πίσω μου, ας

» απαρνηθεί τον εαυτό του, κι’ ας σηκώσει το σταυρό

» του κι’ ας μ' ακολουθά. Γιατί όπιος θέλει να γλυ-

» τώσει τη ζωή του, θαν τη χάσει• μα όπιος για μένα

» χάσει τη ζωή του και για το καλό το μήνημα, θαν

» τη σώσει. Γιατί τι τ' όφελος στον άνθρωπο αν κερ-

» δίσει ολόκληρο τον κόσμο και τη ζωή του τη ζη-

» μιωθεί; Γιατί τι θα δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα

» της ζωής του; Γιατί όπιος με ντραπεί, [καθώς] και

» τα λόγια μου, μέσα σ' αυτή τη φύτρα την παρά-

» λυτη κι’ αμαρτωλή, κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θαν τόνε

» ντραπεί όταν έρθει μέσα στη δόξα του πατέρα του [9]

» μαζί με τους άγιους τους αγγέλους». Και τους

έλεγε «Αληθινά σας λέω, πως στέκουν εδώ μερικοί

» που δε θα δοκιμάσουνε θάνατο ως που να δουν τη

» βασιλεία του Θεού με δύναμη φτασμένη».

37. Κι' έξη μέρες κατόπι παίρνει ο Ιησούς τον Πέ-

τρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη και τους ανεβάζει

σε βουνό αψηλό ξεχωριστά μονάχους. Και μεταμορ-

φώθηκε μπροστά τους, κι’ έγιναν τα φορέματά του

αστραφτερά, άσπρα υπερβολικά σαν που λευκαντής

στη γη δε μπορεί τόσο να λευκάνει. Και τους φανε-

ρώθηκε ο Ηλίας με το Μωυσή, και μιλούσανε μαζί

με τον Ιησού. Κι' αποκρίθη ο Πέτρος και λέει του

Ιησού «Ραββεί, καλά 'ναι εδώ να μείνουμε• κι’ ας

» στήσουμε τρεις καλύβες, μια για σένα, και του Μωυ-

» σή μια, και μια για τον Ηλία». Γιατί δεν ήξερε

τι ν' αποκριθεί, γιατί κατατρόμαξαν. Κι' ήρθε σύν-

νεφο και τους σκέπασε, και βγήκε από το σύννεφο

φωνή «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός. Ακούτε

» τον». Κι' άξαφνα κοιτάζοντας γύρω δεν είδαν πια

μαζί τους κανέναν εξόν τον Ιησού μονάχο.

Κι' ενώ κατέβαιναν το βουνό, τους σύστησε να μη

δηγηθούν κανενός όσα είδαν παρ' αφού αναστηθεί ο

γιος τ' ανθρώπου από τους νεκρούς. Και φύλαξαν το

λόγο, συζητώντας μεταξύ τους τι 'ναι το ν' αναστηθεί

από τους νεκρούς. Και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Τι

» λένε οι διαβασμένοι πως ο Ηλίας πρώτα ανάγκη

» ναρθεί;» Κι' εκείνος τους είπε «Ναι, ο Ηλίας έρ-

» χεται πρώτα και ξαναδιορθώνει τα πάντα• και τό-

» τες πώς είναι γραμένο για το γιο τ' ανθρώπου να

» πάθει πολλά και να ξευτελιστεί; Όμως σας λέω

» πως κι’ ήρθε ο Ηλίας και του κάνανε όσα θέλησαν.

» καθώς γι' αυτόν είναι γραμένο».

Κι' όταν πήγανε στους μαθητάδες, είδαν πλήθος

πολύ τριγύρω τους, και διαβασμένους που συζητούσανε

μαζί τους. Κι' ευτύς όλο το πλήθος, όταν τον είδανε,

σάστισαν, και τρέχανε σωρός και τόνε χαιρετούσαν.

Και τους ρώτησε «Τι συζητάτε μαζί τους;» Κι' απο-

κρίθηκε ένας από το πλήθος «Δάσκαλε, σούφερα το

» γιο μου πούχει πνέμα άλαλο• κι’ όπου τον πιάσει

» τόνε ρήχνει κάτου, κι’ αφρίζει και τρίζει τα δόντια

» του και μένει ξερός• κι’ είπα στους μαθητάδες σου

» ναν το βγάλουν και δεν κατόρθωσαν». Κι' εκείνος

αποκρίθη και τους λέει «Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα

» μένω μαζί σας; ως πότε θα σας υποφέρω; Φέρτε

» τον σ' εμένα». Και του τον έφεραν. Και σαν τον

είδε το πνέμα, αμέσως τόνε σπάραξε, κι’ έπεσε κατά

γης και κυλιούνταν αφρίζοντας. Και ρώτησε τον πα-

τέρα του «Από πότε τόπαθε;» Κι' εκείνος είπε «Από

» παιδί. Και πολλές φορές και σε φωτιά τον έρρηξε

» και σε νερό για ναν τον αφανίσει. Μα αν ίσως μπο-

» ρείς, σπλαχνίσου μας και βόηθησέ μας». Κι' ο Ιη-

σούς τούπε το «Α μπορείς [να πιστέψεις], όλα δυνατά

» στον πιστό». Αμέσως έκραξε ο πατέρας του παιδιού

κι’ έλεγε «Πιστεύω, κύριε• βόηθα με να μην απιστώ».

Και βλέποντας ο Ιησούς πως τρέχει σωρός ο κόσμος,

πρόσταξε το πνέμα τ' ακάθαρτο λέγοντάς του «Εσύ

» το πνέμα τ' άλαλο και κουφό, εγώ σε προστάζω•

» έβγα από μέσα του και μην έμπεις πια». Κι' αφού

φώναξε και τον κατασπάραξε, βγήκε, κι’ έγινε [το

παιδί] σα νεκρός, τόσο πούλεγαν οι περισσότεροι πως

πέθανε. Κι' ο Ιησούς έπιασε το χέρι του και τόνε σή-

κωσε. Και στάθηκε όρθιος.

38. Και σαν ήρθε σπίτι, τόνε ρωτούσανε χώρια οι

μαθητάδες του «Γιατί εμείς δεν κατορθώσαμε ναν το

» βγάλουμε;» Και τους είπε «Τέτιο είδος με τίποτα

» δε βγαίνει παρά με προσευκή».

39. Και βγαίνοντας από κει, προχωρούσανε μέσα

από τη Γαλιλαία, και δεν ήθελε ναν το ξέρει κανείς•

γιατί ξηγούσε των μαθητάδων του κι’ έλεγε, πως το

γιο τ' ανθρώπου τον παραδίνουνε σε χέρια ανθρώπων

και θαν τόνε θανατώσουν• κι’ αφού θανατωθεί, σε

τρεις μέρες θ' αναστηθεί. Κι' αυτοί δεν ένιωθαν το

λόγο, και φοβούντανε ναν τόνε ρωτήσουν.

40. Κι' ήρθανε στην Καφαρναούμ. Και σαν έφτασε

στο σπίτι τους ρωτούσε «Τι λογαριάζατε στο δρό-

» μο;» Κι' εκείνοι σώπαιναν, τι μεταξύ τους συζη-

τήσανε στο δρόμο πιος ο μεγαλύτερος. Και κάθησε

και φώναξε τους δώδεκα και τους λέει «Όπιος θέλει

» να γίνει πρώτος, ας γίνει απ' όλους τελευταίος και

» σ' όλους δούλος». Και παίρνοντας ένα παιδάκι τό-

στησε στη μέση τους, κι’ αφού τ' αγκάλιασε τους είπε

« Όπιος δεχτεί τέτιο παιδάκι στ' όνομά μου, εμένα

« δέχεται• κι’ όπιος εμένα δέχεται, δε δέχεται εμένα

» παρά το στάλτη μου». Τούπε ο Ιωάνης «Δάσκα-

» λε, είδαμε έναν που με τ' όνομά σου έβγαζε δαιμό-

» νια, και δεν τον αφίναμε, γιατί δεν πήγαινε μαζί

» μας». Κι' ο Ιησούς είπε «Αφίστε τον, γιατί κα-

» νείς που κάνει θάμα στ' όνομά μου. δε θα μπορεί

» ταχιά να με κακολογήσει• γιατί όπιος δε μας είναι

» αντίθετος, μας είναι μαζί μας. Γιατί όπιος σας πο-

» τίσει ποτήρι νερό, τάχα γιατί 'στε του Χριστού,

» αληθινά σας λέω πως δε θα χάσει την πλερωμή

» του. Κι' όπιος πειράξει κανέναν από τους μικρούς

» αυτούς που με πιστεύουν, πιο καλύτερά του α με

» τρανή μυλόπετρα τριγύρω στο λαιμό τον έρρηξαν

» στη θάλασσα. Κι' αν το χέρι σου σού φέρνει πειρα-

» σμό, κόψ' το• καλύτερά σου νάμπεις στη ζωή κουλός,

» παρά τα διο χέρια νάχεις και να πας στη γέεννα,

» στη φωτιά την άσβυστη. Κι' αν το πόδι σου σού

» φέρνει πειρασμό, κόψ' το• καλύτερά σου νάμπεις στη

» ζωή κουτσός, παρά νάχεις τα διο πόδια και να

» πεταχτείς στη γέεννα. Κι' αν το μάτι σου σού φέρ-

» νει πειρασμό, βγάλ' το• καλύτερά σου μ' ένα μάτι

» νάμπεις στου Θεού τη βασιλεία, παρά διο μάτια

» νάχεις και να πεταχτείς στη γέεννα, όπου το σκου-

» λήκι τους δεν παύει κι’ η φωτιά δε σβύνει. Γιατί ο

» καθένας με φωτιά θ' αλατιστεί. Καλό τ' αλάτι• μα

» αν τ' αλάτι γίνει ανάλατο, με τι θενάν τ' αρτύστε;

» Έχετε μέσα σας αλάτι, κι’ ειρήνη μεταξύ σας».

41. Κι' από κει σηκώθηκε και πάει στα σύνορα της [10]

Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη, και πηγαίνουνε σω-

ρός πάλι πλήθη κοντά του, κι’ όπως συνείθιζε τους

δίδασκε ξανά. Και πήγανε Φαρισαίοι και τόνε ρωτού-

σαν «Α μπορεί άντρας να χωρίσει γυναίκα», δοκι-

μάζοντάς τον. Κι' εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Τι

» σας πρόσταξε ο Μωυσής;» Κι' αυτοί είπαν «Αφί-

» νει ο Μωυσής να γράψεις χωρισοχάρτι και ναν τη

» χωρίσεις». Κι' ο Ιησούς τους είπε «Σύφωνα με τη

» σκληροκαρδιά σας σάς έγραψε αυτή την εντολή•

» όμως από την αρχή της πλάσης ασερνικό και θηλυ-

» κό τους έκανε [ο Θεός]. _ Γι' αυτό θα παραιτήσει ο

» άνθρωπος πατέρα και μητέρα και θα γίνουν οι διο

» μια σάρκα. Έτσι δεν είναι πια διο παρά μια σάρκα.

» Ό,τι λοιπόν ζευγάρωσε ο Θεός, ας μη χωρίζει ο

» άνθρωπος». Και στο σπίτι πάλι τόνε ρωτούσαν

οι μαθητάδες του. Και τους λέει «Όπιος χωρίσει τη

» γυναίκα του κι’ άλλη παντρευτεί, τη μοιχεύει• κι’ αν

» αυτή χωρίσει τον άντρα της κι’ άλλον παντρευτεί,

» μοιχεύεται».

Και του φέρανε μερικά παιδάκια για ναν τους βά-

λει τα χέρια του απάνου• κι’ οι μαθητάδες τούς μά-

λωναν. Και σαν τόδε ο Ιησούς, αγανάχτησε και τους

είπε «Αφίστε τα παιδάκια κι’ ας έρχουνται κοντά

» μου, μην τ' αμποδίζετε• γιατί των τέτιων είναι η

» βασιλεία του Θεού. Αλήθια σας λέω, όπιος δε δεχτεί

» τη βασιλεία του Θεού σαν παιδάκι, δε θα μπει μέ-

» σα». Κι' αφού τ' αγκάλιασε, τους έβαλε τα χέρια

του απάνου και τα πολυβλογούσε

42. Κι' ό,τι έβγαινε ταξίδι, έτρεξε ένας κοντά

του, και γονατίζοντας μπροστά του τόνε ρώταε «Κα-

» λέ μου δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω

» ζωή παντοτινή;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Γιατί με

» λες καλόν; Κανείς καλός, εξόν ένας, ο Θεός. Τις

» εντολές τις ξέρεις. _ Μη σκοτώνεις, μη μοιχεύεις, μην

» κλέβεις, μην ψευτομαρτυράς, μην κατακρατείς, τίμα

» τον πατέρα σου και τη μητέρα». Κι' εκείνος τούπε

« Δάσκαλε, όλα αυτά τα φύλαξα από νέος». Κι' ο

Ιησούς τον κοίταξε, και τόνε συμπάθησε και τούπε

« Ένα σου λείπει. Πήγαινε, όσα έχεις πούλησ' τα και

» δώσ' τα σε φτωχούς — και θα θησαυρίσεις στον ου-

» ρανό — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' εκείνος σκυθρώ-

πασε με το λόγο κι’ έφυγε λυπημένος• γιατί είχε πλού-

τη πολλά. Κι' ο Ιησούς κοίταξε γύρω και λέει στους

μαθητάδες του πως «Δύσκολα θα μπουν οι πλούσιοι

» στη βασιλεία του Θεού». Κι' οι μαθητάδες του

απορούσανε με τα λόγια του. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη

πάλι και τους λέει «Παιδιά μου» πως «δύσκολο να

» μπεις στη βασιλεία του Θεού. Ευκολώτερα περνά

» γκαμήλα από βελόνας μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλού-

» σιος στη βασιλεία του Θεού». Κι' εκείνοι πιο πολύ

σαστίζανε και τούλεγαν «Και πιος μπορεί να σωθεί;»

Τους κοίταξε ο Ιησούς και λέει «Με τους ανθρώπους

» αδύνατο, όμως όχι με το Θεό• γιατί τα πάντα δυ-

» νατά με το Θεό». Άρχισε ο Πέτρος και τούλεγε

« Νά, εμείς αφήκαμε τα πάντα και σ' ακολουθήσαμε».

Είπε ο Ιησούς «Αληθινά σας λέω, κανένας δεν

» αφήκε σπίτι ή αδερφούς ή αδερφές ή μητέρα ή πα-

» τέρα ή παιδιά ή χωράφια για μένα και για το καλό

» το μήνημα, και να μη λάβει εκατοντάδιπλα τώρα

» σ' ετούτον τον καιρό — σπίτια κι’ αδερφούς κι’ αδερ-

» φές και μητέρες και παιδιά και χωράφια μαζί με

» καταδρομές — , και στον αιώνα πούρχεται ζωή παν-

» τοτινή. Και πολλοί θα γίνουν πρώτοι τελευταίοι,

» κι’ οι τελευταίοι πρώτοι».

Κι' είχαν πάρει το δρόμο κι’ ανεβαίνανε στα Ιερο-

σόλυμα — κι’ ο Ιησούς προχωρούσε ομπρός — και τους

είχε ζάλη, και φοβισμένοι ακολουθούσαν οι λοιποί.

Και παίρνοντας πάλι τους δώδεκα άρχισε και τους

έλεγε τα όσα είτανε να πάθει• πως «Νά ανεβαίνουμε

» στα Ιεροσόλυμα, κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θα παρα-

» δοθεί στους πρωτοπαπάδες και στους διαβασμένους,

» και θαν τον καταδικάσουνε σε θάνατο, και θαν τον

» παραδώκουνε στους εθνικούς, και θαν τον περιπαί-

» ξουνε και φτύσουν και βουρδουλίσουν και σκοτώσουν,

» και τρεις μέρες κατόπι θ' αναστηθεί».

Και πηγαίνουν ο Ιάκωβος κι’ ο Ιωάνης, οι διο οι

γιοι του Ζεβεδαίου, και του λένε «Δάσκαλε, θέλουμε

» ό,τι σου ζητήσουμε να μας κάνεις». Κι' εκείνος τους

είπε «Τι θέτε να σας κάνω;» Κι' εκείνοι τούπανε

« Δώσ' μας να καθήσουμε ένας δεξιά κι’ ένας αριστερά

» σου μέσα στη δόξα σου». Κι' ο Ιησούς τους είπε

» Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι

» που πίνω εγώ, ή το βάφτισμα που εγώ βαφτίζουμαι

» να βαφτιστήτε;» Κι' εκείνοι τούπανε «Μπορούμε».

Κ' ο Ιησούς τους είπε «Το ποτήρι εγώ που πίνω θαν

» το πιείτε, και το βάφτισμα που εγώ βαφτίζουμαι

» θα βαφτιστήτε• μα το να καθήστε δεξιά ή αριστερά

» μου δεν είναι στο χέρι μου να δώκω εξόνε σ' όσους

» ορίστηκε». Και σαν τ' άκουσαν οι δέκα, άρχισαν κι’

αγανακτούσανε για τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη. Κι'

ο Ιησούς τους έκραξε και τους λέει «Ξέρετε πως όσοι

» τάχα είναι αρχηγοί των εθνικών τους ορίζουν, κι’ οι

» μεγάλοι τους τούς ξουσιάζουν. Όχι όμως έτσι μ' ε-

» σάς• μόνε όπιος θέλει μεγάλος σας να γίνει, ας γίνει

» δούλος σας• κι’ όπιος θέλει πρώτος σας να γίνει, ας

» γίνει σ' όλους σκλάβος. Γιατί κι’ ο γιος τ' ανθρώπου

» δεν ήρθε ναν τόνε δουλέψουν, μόνε να δουλέψει και

» να δώκει τη ζωή του ξαγορά πολλών».

43. Κι' έρχουνται στην Ιερειχώ. Κι' ενώ έβγαινε

από την Ιερειχώ, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του και

πλήθος αρκετό, ο γιος του Τιμαίου (ο Βαρτίμαιος),

τυφλός ζητιάνος, κάθουνταν κοντά στο δρόμο• και σαν

άκουσε πως ο Ιησούς είναι ο Ναζαρηνός, άρχισε να

φωνάζει και να λέει «Γιε του Δαυείδ Ιησού, σπλα-

» χνίσου με». Και τόνε μάλωναν πολλοί να σωπάσει.

Μα εκείνος πολύ περισσότερο φώναζε «Γιε του Δαυείδ,

» σπλαχνίσου με». Κι' ο Ιησούς στάθηκε κι’ είπε

« Κράξτε τον». Και κράζουν τον τυφλό και του λένε

« Θάρρος, σήκω, σε κράζει». Κι' εκείνος πετώντας

πέρα το ρούχο του, πήδησε απάνου και πήγε στον

Ιησού. Κι' ο Ιησούς τ' απάντησε κι’ είπε «Τι θέλεις

» να σου κάνω;» Κι' ο τυφλός του είπε «Ραββεί μου,

» να βρω το φως μου». Κι' ο Ιησούς του είπε «Πή-

» γαινε, η πίστη σου σε γλύτωσε». Κι' αμέσως βρήκε

το φως του, και τον ακολούθησε στο ταξίδι.

44. Κι' ό,τι φτάνουνε στα Ιεροσόλυμα. στη Βηδ-[11]

φαγή και Βηθανία, κοντά στο Ελιοβούνι, στέλνει διο

του μαθητάδες και τους λέει «Πηγαίνετε στο χωριό

» τ' αντίκρυ σας• κι’ αμέσως ό,τι μπαίνετε θα βρείτε

» ονάρι δεμένο π' άνθρωπος κανείς ακόμα δεν κάθησε•

» λύστε το και φέρτε το. Κι' αν κανείς σας πει Αυτό

» γιατί το κάνετε, ναν του πείτε Ο αφέντης το

» χρειάζεται, κι’ ευτύς το στέλνει πίσω εδώ». Και

πήγαν και βρήκαν ονάρι δεμένο στη μπασιά κοντά-

όξω, στο δρόμο απάνου — και το λύνουν. Και μερικοί

από τους εκεί τους λέγανε «Τι κάνετε που λύνετε

» τ' ονάρι;» Κι' αυτοί τους είπαν όπως είπε ο Ιη-

σούς, και τους άφισαν. Και φέρνουνε τ' ονάρι στον

Ιησού, και βάζουνε στ' ονάρι απάνου τα φορέματά

τους κι’ έκατσε. Και πολλοί έστρωσαν τα δικά τους

φορέματα στο δρόμο, κι’ άλλοι φυλλώματα πούκοψαν

από τους κάμπους, κι’ όσοι πήγαιναν ομπρός του κι’

οι κατόπι φώναζαν «Ωσαννά. Βλογητός αυτός που

» φτάνει στ' όνομα του Κυρίου. Βλογημένη η βασι-

» λεία που φτάνει του πατέρα μας Δαυείδ. Ωσαννά

» στα ύψιστα». Και μπήκε στα Ιεροσόλυμα στο ναό•

κι’ αφού ξέτασε τα πάντα, όντας πια βράδυ, βγήκε

στη Βηθανία μαζί με τους δώδεκα.

45. Και την κατοπινή τη μέρα, σα βγήκαν από τη

Βηθανία, πείνασε, κι’ από πέρα βλέποντας συκιά με

φύλλα, πήγε μήπως τάχα βρει τίποτα, και σαν έφτασε

κοντά της δε βρήκε τίποτα παρά φύλλα• γιατί ο και-

ρός δεν είτανε των σύκων. Κι' αποκρίθη και της είπε

« Κανένας στον αιώνα πια από σένα να μη φάει καρ-

» πό». Κι' οι μαθητάδες του ακούγανε.

Κι' έρχουνται στα Ιεροσόλυμα. Και σα μπήκε στο

ναό, άρχισε να βγάζει όξω όσους αγοροπουλούσαν

μέσα στο ναό, κι’ αναποδογύρισε τα τραπέζια των

σαράφηδων και τους πάγκους των περιστεράδων, και

δεν άφινε να κουβαλεί πράμα κανείς μέσ' από το ναό.

Και δίδασκε κι’ έλεγε «Δεν είναι γραμένο πως _ Τον

» οίκο μου οίκο προσευχής θαν τον κράξουνε για όλα

» τα έθνη _ ; Μα εσείς τον κάνατε κλεφτοσπηλιά». Κι'

άκουσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι και γύ-

ρευαν πώς ναν τον καταστρέψουνε• γιατί τόνε φοβούν-

ταν, τι με τη διδαχή του σάστιζε όλος ο λαός. Και

σα βράδιασε, βγαίνανε όξω από τη χώρα.

46. Και περνώντας το πρωί, είδαν τη συκιά ξερή

σύρριζα. Κι' ο Πέτρος θυμήθηκε και του λέει «Ραβ-

» βεί, κοίτα• η συκιά που καταράστηκες ξεράθηκε».

Κι' αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους λέει «Έχετε πί-

» στη στο Θεό. Αληθινά σας λέω, πως όπιος πει εκεί-

» νου εκεί του βουνού Σήκω και πέσε στο γιαλό, και

» δεν κοντοσταθεί μέσ' στην καρδιά του, μόνε ό,τι λέει

» πιστέψει το πως γίνεται, θαν του γενεί. Για τούτο

» σας λέω• όλα όσα γυρεύετε στην προσευκή σας πι-

» στεύετε πως τα λάβατε, και θα σας γίνουν. Και σα

» στέκετε και προσεύκεστε, συχωρνάτε αν έχετε με

» κανέναν τίποτα, για να συχωρέσει τα φταιξίματά

» σας κι’ ο πατέρας σας πούναι στα ουράνια».

Κι' έρχουνται πάλι στα Ιεροσόλυμα. Κι' ενώ περ-

πάταε μέσα στο ναό, παν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δια-

βασμένοι κι οι δημογερόντοι και τούλεγαν «Με πια

» εξουσία κάνεις αυτά; ή πιος σούδωκε αυτή την εξου-

» σία, να κάνεις αυτά;» Κι' ο Ιησούς τους είπε «Θα

» σας ρωτήσω ένα λόγο κι’ αποκριθείτε μου, και θα

» σας πω αυτά με πια εξουσία τα κάνω. Το βάφτι-

» σμα του Ιωάνη από τον ουρανό είταν ή από ανθρώ-

» πους; Αποκριθείτε μου». Και μεταξύ τους συλλο-

γιούνταν κι’ έλεγαν «Αν πούμε από τον ουρανό, θα

» πει γιατί λοιπόν δεν τον πιστέψατε; Μα να πούμε

» από ανθρώπους», φοβούνταν το λαό, γιατί είχαν

όλοι τον Ιωάνη πως είταν αληθινά προφήτης. Κι' α-

πάντησαν του Ιησού και λένε «Δεν το ξέρουμε».

Κι' ο Ιησούς τους λέει «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με

» πια εξουσία κάνω αυτά».

Κι' άρχισε και τους μιλούσε με παραβολές. «Ένας[12]

» άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, και τούβαλε τριγύρω φρά-

» χτη κι’ έσκαψε από κάτου ληνό κι’ έχτισε [από πά-

» νου] πύργο, και το νοίκιασε σε γεωργούς και μίσεψε.

» Κι' έστειλε στους γεωργούς σαν ήρθε η ώρα σκλάβο

» για να πάρει από τους γεωργούς μέρος τ' αμπελό-

» καρπου. Κι' εκείνοι πιάνοντάς τον τόνε δείρανε και

» τόνε στείλανε εύκαιρο. Και ξανά τους έστειλε άλλο

» σκλάβο, και τούσπασαν κι’ εκείνου το κεφάλι και

» τόνε ντρόπιασαν. Κι' έστειλε άλλον, και τον έσφαξαν

» κι’ εκείνον, και πολλούς άλλους, άλλους δαίρνοντας

» κι’ άλλους σκοτώνοντας. Είχε ένα γιο του ακόμα

» αγαπημένο• τον έστειλε τους τελευταίο λέγοντας

» πως Θα σεβαστούν το γιο μου. Όμως εκείνοι οι γεωρ-

» γοί μεταξύ τους είπαν πως Αυτός είναι ο κληρονό-

» μος• ελάτε ας τον σκοτώσουμε, και δική μας θάναι

» η κληρονομιά. Και πιάνοντάς τον τόνε σκότωσαν

» και τον πετάξανε όξω από τ' αμπέλι. Τι θα κάνει ο

» νοικοκύρης τ' αμπελιού; Θάρθει και θα ξολοθρέψει

» τους γεωργούς, και τ' αμπέλι θα νοικιάσει σ' άλλους.

» Μηδ' αυτή τη γραφή δεν τη διαβάσατε _ Πέτρα

» π' απόρριψαν οι χτίστες έγινε αγκωνάρι• από τον

» Κύριο έγινε κι’ είναι θαμαστή στα μάτια μας; _ »

Και ζητούσανε ναν τον πιάσουν — και φοβήθηκαν το

λαό — γιατί ένιωσαν πως γι' αυτούς την είπε την παρα-

βολή. Και τον αφήκαν κι’ έφυγαν.

47. Και του στέλνουνε μερικούς Φαρισαίους κι’ Η-

ρωδιανούς για ναν τον παγιδέψουνε με λόγια. Κι'

ήρθαν και του λένε «Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι

» αληθινός, και δε σε μέλει τίποτα, τι δεν κοιτάς

» ανθρώπους παρά με την αλήθια διδάσκεις το λόγο

» του Θεού. Έχουμε άδια να δώσουμε του Καίσαρα

» φόρο ή όχι; να δώσουμε ή να μη δώσουμε;» Κι'

εκείνος ένιωσε την πονηριά τους και τους είπε «Τι με

» δοκιμάζετε; Φέρτε μου δηνάρι να δω». Κι' εκείνοι

φέρανε. Και τους λέει «Πιανού 'ναι ετούτη η ζου-

» γραφιά κ' η επιγραφή;» Κι' εκείνοι τούπανε «Του

» Καίσαρα». Κι ο Ιησούς είπε «Ό,τι είναι του Καί-

» σαρα δώστε πίσω στον Καίσαρα και ό,τι είναι του

» Θεού στο Θεό». Κι' απόμειναν εξτατικοί μαζί του.

Και πάνε στον Ιησού Σαδδουκαίοι, που λένε δεν

υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρωτούσαν κι’ είπαν «Δά-

» σκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε, πως _ Αν κανενός

» πεθάνει ο αδερφός κι’ αφίσει γυναίκα και δεν αφί-

» σει παιδί, να παίρνει ο αδερφός του τη γυναίκα και

» ναν του βγάζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Είτανε εφτά

» αδερφοί. Κι ο πρώτος πήρε γυναίκα, και στο θάνα-

» τό του δεν αφήκε σπέρμα• και την πήρε ο δεύτερος

» και πέθανε δίχως ν' αφήκει σπέρμα• κι’ ο τρίτος το

» ίδιο. Και σπέρμα δεν αφήκαν κι’ οι εφτά. Ύστερα

» απ' όλους πέθανε κι’ η γυναίκα. Στην ανάσταση

» πιανού τους θα γενεί γυναίκα; Γιατί οι εφτά την

» είχανε γυναίκα». Τους είπε ο Ιησούς «Δε σφάλ-

» λετε για τούτο, γιατί δε νιώθετε τις Γραφές μήτε

» τη δύναμη του Θεού; Γιατί όταν αναστηθούν από

» τους νεκρούς, μήτε γυναίκες παίρνουνε μήτ' άντρες,

» μόνε είναι καθώς των ουρανών οι άγγελοι. Και για

» τους νεκρούς πως ανασταίνουνται, δε διαβάσατε μέ-

» σα στη βίβλο του Μωυσή, στο μέρος του βάτου,

» πως του είπε ο Θεός λέγοντας _ Εγώ ο Θεός του

» Αβραάμ και Θεός του Ισαάκ και Θεός τον Ιακώβ _ .

» Δεν είναι Θεός νεκρώνε, μόνε ζωντανών. Σφάλλετε

» πολύ».

Και πήγε ένας διαβασμένος π' άκουσε σα συζη-

τούσανε, γνωρίζοντας πως καλά τους απάντησε, και

τόνε ρώτησε «Πια εντολή 'ναι πρώτη απ' όλες;»

Αποκρίθηκε ο Ιησούς πως «Πρώτη είναι _ Άκου, Ισ-

» ραήλ. Κύριος ο Θεός μας ένας Κύριος είναι. Κι'

» Αγάπα τον Κύριο το Θεό σου μ' όλη σου την καρ-

» διά και μ' όλη σου την ψυχή και μ' όλο σου το νου

» και μ' όλη σου τη δύναμη_. Και δεύτερη αυτή _Αγά-

» πα το γείτονά σου ίσα με τον εαυτό σου_. Μεγαλύ-

» τερή τους άλλη εντολή δεν έχει». Τούπε ο διαβα-

σμένος «Καλά, δάσκαλε, αληθινά είπες πως ένας εί-

» ναι κι’ άλλος δεν υπάρχει παρ' αυτός. Και το ναν

» τον αγαπάς μ' όλη την καρδιά και μ' όλη τη γνώση

» και μ' όλη τη δύναμη, και το ν' αγαπάς το γείτονα

» ίσα με τον εαυτό σου, πιο πολύ 'ναι παρά κάθε όλο-

» καύτωμα και θυσία». Κι' ο Ιησούς σαν τον είδε

πως γνωστικά αποκρίθη, τούπε «Μακριά δεν είσαι από

» τη βασιλεία του Θεού». Και κανείς πια δεν τολ-

μούσε ναν τόνε ρωτήσει.

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 6 / 16 段