» εμείς αφήκαμε τα πάντα και σ' ακολουθήσαμε•
» τι άραγε θα λάβουμε;» Κι' ο Ιησούς τους είπε
» Αληθινά σας λέω, πως εσείς που μ' ακολουθή-
» σατε, στον καιρό του ξαναγεννημού όταν καθήσει
» ο γιος τ' ανθρώπου σε λαμπρό του θρόνο, θα καθή-
» στε κι’ εσείς σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις
» δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Κι' όπιος αφήκε σπίτια
» ή αδερφούς ή αδερφές ή πατέρα ή μητέρα ή παι-
» διά ή χωράφια για τ' όνομά μου, πολλαπλά θα
» λάβει και θα κληρονομήσει ζωή παντοτινή. 117.
» Και πολλοί θα γίνουν πρώτοι τελευταίοι, και τελευ-
» ταίοι πρώτοι».
[20] » Γιατί μιάζει η βασιλεία των ουρανών μ' άν-
» θρωπο νοικοκύρη που βγήκε ευτύς πρωί να συ-
» φωνήσει εργάτες για τ' αμπέλι του. Κι' αφού
» συφώνησε με τους εργάτες από 'να δηνάρι την
» ημέρα, τους έστειλε στ' αμπέλι του. Και βγαί-
» νοντας κατά τις τρεις η ώρα, είδε άλλους κι’ έστε-
» καν αργοί στην αγορά, κι’ είπε και σ' εκείνους
» Πηγαίνετε κι’ εσείς στ' αμπέλι, κι’ ό,τι είναι
» δίκιο θα σας δώσω. Κι' εκείνοι πήγαν. Πάλι
» βγαίνοντας κατά τις έξη και κατά τις εννιά η
» ώρα, έκανε το ίδιο. Και βγαίνοντας κατά τις έν-
» τεκα, ηύρε άλλους κι’ έστεκαν, και τους λέει «Τι
» στέκεστε όλη μέρα εδώ χωρίς δουλιά;» Του λεν
» πως Κανείς δε μας συφώνησε. Τους λέει Πηγαίνετε
» κι’ εσείς στ' αμπέλι. Κι' άμα βράδιασε λέει ο
» νοικοκύρης τ' αμπελιού στον επιστάτη του. Φώ-
» ναξε τους εργάτες και πλέρωσ' τους το μεροδούλι
» αρχίζοντας από τους τελευταίους ως τους πρώτους
» Και σαν ήρθαν οι κατά τις έντεκα η ώρα, έλαβαν
» από 'να δηνάρι. Και σαν ήρθανε οι πρώτοι, νό-
» μισαν πως θα λάβουν πιο πολύ, κι’ έλαβαν κι’
» αυτοί από 'να δηνάρι. Κι' όταν το λάβανε, μουρ-
» μούριζαν του νοικοκύρη κι’ έλεγαν Αυτοί οι στερ-
» νοί μια ώρα έκαναν, κι’ ίσους μας τους έκανες, μ'
» εμάς που φορτωθήκαμε το βάρος της ημέρας και
» την κάψα; Κι' εκείνος αποκρίθη ενός τους κι’ είπε
» Αδέρφι, δε σ' αδικώ• δε συφωνήσαμε ένα δηνάρι;
» Πάρε το δικό σου κι’ άμε. Θέλω εγώ σ' αυτόν τον
» τελευταίο ναν του δώκω όσο κι’ εσένα• δε μπορώ
» ό,τι θέλω να κάνω το δικό μου; ή είναι το μάτι
» σου κακό γιατί 'μαι εγώ καλός; Έτσι θα γε-
» νούν οι τελευταίοι πρώτοι κι οι πρώτοι τελευταίοι».
118. Κι' ενώ 'τανε ν' ανεβεί ο Ιησούς στην Ιε-
ρουσαλήμ πήρε τους δώδεκα τους μαθητάδες χωρι-
στά και στο δρόμο τους είπε «Νά αναβαίνουμε στην
» Ιερουσαλήμ κι’ ο γιος τ' ανθρώπου θα παραδοθεί
» στους πρωτοπαπάδες και στους διαβασμένους, και
» θαν τον καταδικάσουν, και θαν τον παραδώσουνε
» στους εθνικούς για ναν τόνε μασκαρέψουνε και
» βουρδουλίσουν και σταυρώσουν, και την τρίτη μέρα
» θ' αναστηθεί».
119. Τότες πήγε η μητέρα των γιων του Ζεβε-
δαίου με τους γιους της που τον προσκυνούσε και
του ζήταε κάτι. Κι' εκείνος της είπε «Τι θέλεις:»
Κι' εκείνη είπε «Πες να καθήσουν αυτοί οι διο μου οι
» γιοι ένας δεξιά κι’ ένας αριστερά σου μέσα στη βα-
» σιλεία σου». Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Δεν
» ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι
» πούμαι εγώ να πιω;» Του λένε «Μπορούμε». Τους
λέει «Το ποτήρι μου ναι θαν το πιείτε, μα το να
» καθήστε δεξιά ή αριστερά μου δεν είναι στο χέρι
» μου να δώσω εξόνε σ' όσους τ' όρισε ο πατέρας
» μου». Και σαν τ' άκουσαν οι δέκα, αγαναχτή-
σανε με τους διο αδερφούς. Και κράζοντάς τους ο
Ιησούς τους είπε «Ξέρετε πως οι αρχηγοί των εθνι-
» κών τούς ορίζουν κι’ οι μεγάλοι τούς εξουσιάζουν.
» Όμως όχι εσείς το ίδιο• μόνε όπιος θέλει μεγάλος
» σας να γίνει, ας γίνει δούλος σας, κι’ όπιος θέλει
» πρώτος σας να γίνει, ας γίνει σκλάβος σας, καθώς
» κι’ ο γιος τ' ανθρώπου δεν ήρθε ναν τόνε δουλέψουν,
» μόνε να δουλέψει και να δώκει τη ζωή του ξαγορά
» πολλών».
120. Κι' όταν έβγαιναν από την Ιερειχώ, τον
ακολούθησε πλήθος πολύ. Και να διο τυφλοί καθι-
σμένοι κοντά στο δρόμο, σαν άκουσαν πως περνά ο
Ιησούς, φώναξαν κι’ είπαν «Κύριε, σπλαχνίσου μας,
» γιε του Δαυείδ». Κι' ο λαός τους μάλωσε να σω-
πάσουν. Μα εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε
» Κύριε, σπλαχνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Κι' ο
Ιησούς στάθηκε, και τους έκραξε κι’ είπε «Τι θέ-
» λετε να σας κάνω;» Του λένε «Κύριε, τα μάτια
» μας ν' ανοίξουν». Κι ο Ιησούς τους σπλαχνίστη
και τους άγγιξε τα μάτια, κι’ αμέσως είδαν πάλι
και τον ακολούθησαν.
[21] 121. Κι' ότα φτάσανε στα Ιεροσόλυμα κι’ ήρθανε
στη Βηθφαγή στο Ελιοβούνι, τότ' έστειλε ο Ιη-
σούς διο μαθητάδες και τους είπε «Πηγαίνετε στο
» χωριό τ' αντίκρυ σας, κι’ ευτύς θα βρείτε όνισσα
» δεμένη και μαζί της οναράκι• λύστε τα και φέρτε
» τα σ' εμένα. Κι' α σας πει κανένας τίποτα, πέστε
» πως ο αφέντης τα χρειάζεται, κι’ αμέσως θαν τα
» στείλει». Κι' όλο αυτό έγινε για ν' αληθέψει το
ειπωμένο μέσο του Προφήτη, που λέει _ Πέστε στην
κόρη της Σιών Νά έρχεταί σου ο βασιλιάς σου πρα-
γύς και καθισμένος σ' όνισσα και σε πουλάρι γέννη-
μα ζευτού. _ Κι' οι μαθητάδες πήγαν κι’ έκαναν καθώς
τους πρόσταξε ο Ιησούς, κι’ έφεραν την όνισσα και
τ' οναράκι, κι’ έβαλαν απάνου τα φορέματά [τους]
κι’ έκατσε. Και το πιο πολύ το πλήθος έστρωσαν τα
δικά τους φορέματα στο δρόμο, κι’ άλλοι έκοβαν
κλαδιά απ' τα δέντρα και τα στρώνανε στο δρόμο,
και τα πλήθη τα απ' ομπρός του και κατόπι φώ-
ναζαν και λέγανε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ.
» Βλογητός αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου.
» Ωσαννά στα ύψιστα». Και σα μπήκε στα Ιερο-
σόλυμα, τράνταξε όλη η πολιτεία κι’ έλεγε «Πιος
» είναι αυτός;» Και τα πλήθη λέγανε «Αυτός είναι
» ο προφήτης ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλι-
» λαίας».
Και μπήκε στο ναό ο Ιησούς, κι’ έβγαλε όλους
που πουλούσαν κι αγοράζανε μέσα στο ναό, και τα
τραπέζια των σαράφηδων τ' αναποδογύρισε και τους
πάγκους των περιστεράδων. Και τους λέει «Είναι
» γραμένο _ Τον οίκο μου οίκο προσευκής θαν τον
» κράξουν, _ μα εσείς τον κάνετε κλεφτοσπηλιά».
Και πήγανε στον Ιησού τυφλοί και κουτσοί μέσα
στο ναό, και τους γιάτρεψε. Και σαν είδαν οι πρω-
τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι τα θάματα που έκανε
και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό και λέγα-
νε «Ωσαννά στο γιο του Δαυείδ», αγανάχτησαν και
τούπαν «Ακούς αυτοί τι λένε;» Κι' ο Ιησούς τους
λέει «Ναι. Δε διαβάσατε ποτές πως _ Από μωρώνε
» στόμα κι’ από βυζανιάρικων τόνισες ύμνο; _ » Κι'
αφίνοντάς τους βγήκε από τη χώρα όξω στη Βηθα-
νία και κόνεψε εκεί.
122. Και το πρωί γυρίζοντας στη χώρα πείνασε.
Και βλέποντας συκιά στο δρόμο απάνου, πήγε κοντά
της και δε βρήκε απάνου τίποτα εξόνε φύλλα μο-
ναχά. Και της λέει «Καρπό πια να μην κάνεις στον
» αιώνα». Και στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά. Και
βλέποντάς το οι μαθητάδες, απόρησαν κι’ είπαν
« Πώς στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά!» Κι' ο Ιη-
σούς αποκρίθη και τους είπε «Αληθινά σας λέω.
» αν έχετε πίστη και δεν κλονιστήτε, όχι μοναχά
» το [θάμα] της συκιάς θα κάνετε, παρά και του
» βουνού εκεί αν του πείτε Σήκω και πέσε στο γιαλό,
» θα γίνει, κι’ ό,τι με πίστη ζητήστε στην προσευκή
σας, όλα θαν τα λάβετε».
123. Και σαν ήρθε στο ναό, πήγανε στον Ιησού
ενώ δίδασκε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι
κι έλεγαν «Με πια εξουσία κάνεις αυτά; και πιος
» σ' την έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι ο Ιησούς
αποκρίθηκε και τους είπε «Θα σας ρωτήσω κι εγώ
» 'να λόγο, που α μου τον πείτε, θα σας πω κι’
» εγώ με πια εξουσία κάνω αυτά. Το βάφτισμα του
» Ιωάνη από πού είτανε, από τον ουρανό ή από τους
» ανθρώπους;» Κι' εκείνοι μεταξύ τους συλλογιούν-
ταν κι’ έλεγαν «Αν πούμε από τον ουρανό, θα μας
» πει, γιατί λοιπόν δεν τον πιστέψατε; Κι' αν πούμε
» από τους ανθρώπους, φοβούμαστε το λαό, γιατί
» όλοι σαν προφήτη τον έχουνε τον Ιωάνη». Κι' απάν-
τησαν του Ιησού κι’ είπαν «Δεν το ξέρουμε». Τους
είπε κι’ εκείνος «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια
» εξουσία κάνω αυτά. Και τι σας φαίνεται; Ένας
» άνθρωπος είχε διο παιδιά. Και πήγε στον πρώτο
» κι’ είπε Παιδί μου, πήγαινε σήμερα δούλεψε στ'
» αμπέλι μου. Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Μάλι-
» στα, αφέντη, και δεν πήγε. Και πήγε στο δεύτερο
» κι είπε το ίδιο. Κι εκείνος αποκρίθη κι’ είπε Δε
» θέλω. Ύστερα μετάνιωσε και πήγε. Πιος από τους
» διο τους έκανε το θέλημα του πατέρα;» Λένε «Ο
» δεύτερος». Τους λέει ο Ιησούς «Αληθινά σας λέω,
» πως οι τελώνες κι οι πόρνες μπροστά σας παν στη
» βασιλεία του Θεού. Γιατί σας ήρθε ο Ιωάνης μ' α-
» γιοσύνης δρόμο και δεν τον πιστέψατε• μόνε οι τελώ-
» νες τον πιστέψανε κι’ οι πόρνες. Εσείς ως τόσο που
» τον είδατε, μήτε καν μετανιώσατε έπειτα ναν τον
» πιστέψτε.
124.» Άλλη παραβολή ακούστε. Είταν ένας άν-
» θρωπος νοικοκύρης, που φύτεψε αμπέλι, και τού-
» βαλε τριγύρω φράχτη κι’ έσκαψε μέσα ληνό κι’
» έχτισε πύργο, και το νοίκιασε σε γεωργούς και
» μίσεψε. Και σαν έφτασε ο καιρός του καρπού,
» έστειλε τους σκλάβους του στους γεωργούς να
» πάρουν τον καρπό του. Και πιάνοντας οι γεωργοί
» τους σκλάβους του, άλλον έδειραν, άλλονε σκό-
» τωσαν, κι’ άλλον πετροβόλησαν. Πάλι έστειλε άλ-
» λους σκλάβους πιο πολλούς από τους πρώτους, και
» τους έκαναν τα ίδια. Ύστερα τους έστειλε το γιο
» του λέγοντας Θα σεβαστούν το γιο μου. Όμως
» οι γεωργοί, σαν είδανε το γιο, είπανε μεταξύ τους
» Αυτός είναι ο κληρονόμος• ελάτε, ας τον σκοτώ-
» σουμε κι’ ας πάρουμε την κληρονομιά του. Και
» τον έπιασαν και βγάλανε όξω από τ' αμπέλι και
» τον σκότωσαν. Λοιπόν σαν έρθει ο νοικοκύρης
» τ' αμπελιού, τι θαν τους κάνει αυτούς τους γεωρ-
» γούς;» Του λεν «Κακήν κακώς θενάν τους ξολο-
» θρέψει, και τ' αμπέλι θα νοικιάσει σ' άλλους γεωρ-
» γούς που θαν του δώσουν πίσω τον καρπό στην
» ώρα του». Τους λέει ο Ιησούς «Δε διαβάσατε
» ποτές μέσα στις Γραφές _ Πέτρα π' απόρριψαν οι
» χτίστες έγινε αγκωνάρι• από τον Κύριο έγινε κι’
» είναι θαμαστή στα μάτια μας. _ Γι αυτό σας λέω,
» θα σας παρθεί από σας η βασιλεία του Θεού και
» σ' έθνος θα δοθεί που κάνει τους καρπούς της.
» Κι' όπιος πέσει σ' αυτή την πέτρα απάνου, θενά
» τσακιστεί• και σ' όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύ-
» ματα».
125. Και σαν άκουσαν τις παραβολές του οι πρω-
τοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι, ένιωσαν πως γι' αυτούς
μιλεί, και ζητώντας να τον πιάσουν, φοβηθήκανε τα
πλήθη, τι τον είχανε προφήτη.
[22] Κι' ο Ιησούς αποκρίθη πάλι και τους μίλησε με
παραβολές λέγοντας «Έμιασε η βασιλεία των ουρα-
» νών με βασιλέα πούκανε τις χάρες του γιου του, κι’
» έστειλε τους σκλάβους του να κράξουν τους προσ-
» καλεσμένους στις χαρές, και δε θέλανε ναρθούν.
» Πάλι έστειλε άλλους σκλάβους κι’ είπε Πέστε των
» καλεσμένων, Νά το το δείπνο μου το ετοίμασα, τα
» βόδια μου και τα θρεφτά σφαγμένα, και τα πάντα
» έτοιμα• ελάτε στις χαρές. Κι' εκείνοι αδιαφορήσανε
» και φύγανε, άλλος στο χωράφι του, άλλος στ' αρ-
» γαστήρι του• κι’ οι άλλοι έπιασαν τους σκλάβους
» του, και τους μασκάρεψαν και σκότωσαν. Κι' ο βα-
» σιλέας θύμωσε, κι’ έστειλε τους στρατούς του και
» τους ξολόθρεψε εκείνους τους φονιάδες κι’ έκαψε τη
» χώρα τους. Τότες λέει στους σκλάβους του Το
» τραπέζι 'ναι έτοιμο, μα δεν είταν άξιοι οι καλε-
» σμένοι• πηγαίνετε λοιπόν στων δρόμων τα περά-
» σματα κι’ όσους βρείτε κράξτε στις χαρές». Κι' οι
σκλάβοι αυτοί σα βγήκανε στους δρόμους, μαζέ-
» ψανε όλους όσους ηύραν, και κακούς και καλούς.
» και γιόμισε η αίθουσα του γάμου καλεσμένους. Και
» σα μπήκε ο βασιλέας για να δει τους καλεσμένους,
» είδε εκεί άνθρωπο που δε φορούσε φόρεμα γάμου
» και του λέει Φίλε, πώς μπήκες εδώ δίχως φόρεμα
» γάμου; Κι' αυτός αποστομώθη. Τότ' είπε ο βα-
» σιλιάς στους δούλους Δέστε τον χεροπόδαρα και
» βγάλτε τον όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο• εκεί
» θα 'ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών. Γιατί
» πολλοί 'ναι οι καλεστοί, μα λίγοι οι εκλεχτοί».
126. Τότε οι Φαρισαίοι πήγαν και συφώνησαν πώς
ναν τον παγιδέψουνε με λόγια. Και του στέλνουνε
τους μαθητάδες τους με τους Ηρωδιανούς και λένε
« Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι αληθινός και πως με
» την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού, και δε
» σε μέλει τίποτα τι δεν κοιτάς ανθρώπους. Πες μας
» λοιπόν τη γνώμη σου. Έχουμε άδια να δώσουμε
» του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι' ο Ιησούς ένιωσε
την πονηριά τους κι’ είπε «Τι με δοκιμάζετε, υπο-
» κριτάδες; Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Κι'
αυτοί του φέρανε δηνάρι. Και τους λέει «Πιανού 'ναι
» ετούτη η ζουγραφιά κι’ η επιγραφή;» Του λεν
« Του Καίσαρα». Τότες τους λέει «Δώστε λοιπόν
» πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον Καίσαρα, και
» ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και σαν τ' άκου-
σαν απόρησαν, και τον αφήκαν κι’ έφυγαν.
127. Εκείνη την ημέρα πήγανε στον Ιησού οι
Σαδδουκαίοι, που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και
τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε
» _ Αν πεθάνει άτεκνος κανείς, ας παντρεύεται κα-
» τόπι ο αδερφός του τη γυναίκα του κι’ ας του
» βγάζει σπέρμα τ' αδερφού του _ . Κι' είτανε στον
» τόπο μας εφτά αδερφοί. Κι' ο πρώτος παντρεύτη
» και πέθανε, κι’ όντας άκληρος αφήκε τη γυναίκα
» του στον αδερφό του• το ίδιο κι’ ο δεύτερος κι’ ο
» τρίτος ως στους εφτά. Κι' ύστερα απ' όλους πέθανε
» η γυναίκα. Στην ανάσταση λοιπόν πιανού από τους
» εφτά θα γενεί γυναίκα; Γιατί την είχαν όλοι». Κι'
ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Σφάλλετε, μην
» εννοώντας τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού.
» Τι στην ανάσταση μήτ' άντρες παίρνουνε μήτε γυ-
» ναίκες, παρά καθώς αγγέλοι 'ναι στον ουρανό. Και
» για τη νεκρανάσταση δε διαβάσατε ό,τι σας είπε ο
» Θεός, που λέει _ Εγώ 'μαι ο Θεός τον Αβραάμ κι’ ο
» Θεός του Ισαάκ κι’ ο Θεός τον Ιακώβ; _ Δεν είναι
» ο Θεός νεκρώνε, μόνε ζωντανών». Κι' όταν τ' άκου-
» σαν τα πλήθη, σάστιζαν με τη διδαχή του.
128. Κι' οι Φαρισαίοι, όταν άκουσαν πως απο-
στόμωσε τους Σαδδουκαίους, μαζευτήκανε, και ρώ-
τησε ένας τους Νομοδιάβαστος δοκιμάζοντάς τον
» Δάσκαλε, πια 'ναι εντολή μεγάλη μέσα στο Νό-
» μο;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Αγάπα τον Κύριο
» το Θεό σου μ' όλη σου την καρδιά και μ' όλη σου την
» ψυχή και μ' όλο σου το νου• _ αυτή 'ναι η μεγάλη
» και πρώτη εντολή. Και δεύτερη το ίδιο _ Αγάπα το
» γείτονά σου ίσα με τον εαυτό σου _ . Σ' αυτές τις διο
» τις εντολές όλος ο Νόμος στέκει κι’ οι Προφήτες.»
129. Κι' ενώ 'τανε μαζεμένοι οι Φαρισαίοι τους
ρώτησε ο Ιησούς κι’ είπε «Πια 'ναι η γνώμη σας
» για το Χριστό; πιανού 'ναι γιος;» Του λένε «Του
» Δαυείδ». Τους λέει «Πώς λοιπόν ο Δαυείδ με το
» πνέμα τον κράζει αφέντη, λέγοντας _ Είπε ο αφέν-
» της στον αφέντη μον Κάθου δεξιά μου ως που να
» βάλω τους εχτρούς σου κάτου από τα πόδια σου _ ;
» Α λοιπόν ο Δαυείδ τον κράζει αφέντη, πώς είναι
» γιος του;» Και κανείς δε μπορούσε ναν τ' απαν-
τήσει λέξη• μήτε από κείνη την ημέρα τόλμησε κα-
νείς ναν τόνε ρωτήσει πια.
130. Τότες ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη και στους [23]
μαθητάδες του λέγοντας «Στην καθέδρα του Μωυσή
» κάθησαν οι διαβασμένοι και Φαρισαίοι. Όλα λοι-
» πόν όσα σας πουν κάνετέ τα και κρατείτε• κατά
» τα έργα τους όμως μην κάνετε, γιατί λεν και δεν
» κάνουν. Και δένουνε φορτώματα βαριά κι’ αβάσ-
» ταχτα και τα φορτώνουνε στη ράχη των ανθρώπων,
» μα οι ίδιοι με το δάχτυλό τους να τα κουνήσουνε
» δε θέλουν. Και κάθε τους έργο κάνουνε για ναν
» τους καμαρώνουν οι ανθρώποι. Γιατί πλαταίνουνε
» τα φυλαχτάρια τους και μεγαλώνουνε [των φορε-
» μάτων τους] τις άκρες, μα αγαπούν το πρωτοκά-
» θισμα στα δείπνα και τα πρωτοστάσιδα μέσα στα
» συναγώγια και τους χαιρετισμούς στις αγορές και
» το ναν τους φωνάζει ο κόσμος Ραββεί. Μα εσάς να
» μη σας κράζουνε Ραββεί, γιατί ένας είναι σας ο
» δάσκαλος κι’ όλοι εσείς αδέρφια. Και πατέρα σας
» μην κράξτε στη γη, γιατί ένας είναι σας ο πατέ-
» ρας, ο ουράνιος. Μηδέ οδηγούς να μη σας κράζουνε,
» γιατί ένας είναι σας οδηγός, ο Χριστός. Κι' ο με-
» γαλύτερός σας ας γίνει δούλος σας. Κι' όπιος ανυ-
» ψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται θ'
» ανυψωθεί.
« Κι' αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι,
» υποκριτάδες, γιατί κλείνετε τη βασιλεία των ουρα-
» νών στην όψη των ανθρώπων γιατί εσείς δε μπαί-
» νετε, μα κι’ όσους μπαίνουν δεν αφίνετε να μπουν.
» 131. Αλίμονο σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι,
» υποκριτάδες, τι γυρίζετε θάλασσα και στεριά να
» κάντε ένα νιοφώτιστο, και σα γενεί τον κάντε γιο
» της γέεννας χειρότερό σας. Αλίμονο σας, οδηγοί
» τυφλοί, που λέτε _ Όπιος αμώσει στο ναό, δεν είναι
» τίποτα• _ μα όπιος αμώσει στο χρυσάφι του ναού,
» χρωστά _ . Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι 'ναι μεγαλύ-
» τερο, το χρυσάφι ή ο ναός π' αγιάζει το χρυσάφι;
» κι’ όπιος αμώσει στο θυσιαστήρι, δεν είναι τίποτα•
» μα όπιος αμώσει στο χάρισμα τ' απάνου του,
» χρωστά. Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι 'ναι μεγαλύ-
» τερο, το χάρισμα ή το θυσιαστήρι π' αγιάζει το
» χάρισμα; Όπιος λοιπόν αμώσει στο θυσιαστήρι,
» ορκίζεται σ' αυτό και σ' όλα απάνου του• κι’ όπιος
» αμώσει στο ναό, ορκίζεται σ' αυτόν και στον κα-
» τοικό του κι’ όπιος αμώσει στον ουρανό, ορκίζεται
» στο θρόνο του Θεού και στον καθισμένο απάνου.
» 132. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι υ-
» ποκριτάδες, γιατί δίνετε το δέκατο από το διόσμο
» κι άνηθο και κύμινο, κι’ αφήκατε τα πιο βαριά του
» Νόμου, τη δικιοσύνη και σπλαχνιά και πίστη. Μα
» αυτά να κάνετε έπρεπε κι’ εκείνα να μην αφίστε.
» Οδηγοί τυφλοί, που το κουνούπι το στραγγίζετε
» και καταπίνετε την γκαμήλα. 133. Αλίμονό σας,
» διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκριτάδες, γιατί πα-
» στρεύετε απ' όξω το ποτήρι και σκουτέλλι, και μέσα
» 'ναι αρπαγή γιομάτα και παραλυσία. Φαρισαίε τυ-
» φλέ, πάστρεψε πρώτα μέσα το ποτήρι και σκουτέλλι,
» για να γενεί του και τ' απ' όξω παστρικό. 134.
» Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκρι-
» τάδες, γιατί μιάζετε σαν τάφους ασπρισμένους, π'
» απ' όξω ναι μεν φαίνουνται όμορφοι, μα μέσα 'ναι
» γιομάτοι κόκκαλα νεκρά και κάθε λέρα. Έτσι κι’
» εσείς ναι μεν απ' όξω φαίνεστε άγιοι στους ανθρώ-
» πους, μα μέσα είστε γιομάτοι υποκρισία κι’ ανο-
» μιά. 135. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρι-
» σαίοι, υποκριτάδες, γιατί χτίζετε των προφητών
» τους τάφους και στολίζετε τα μνήματα των άγιων,
» και λέτε Α ζούσαμε στα χρόνια των πατέρων
» μας, μαζί τους δε θα συντροφιάζαμε στων προφη-
» τών το αίμα. Έτσι μόνοι σας κατηγοριέστε το
» πως είστε γιοι τους — εκείνων που σκοτώσαν τους
» προφήτες — κι εσείς θα συμπληρώστε των πατέρων
» σας το μέτρος. Φείδια, οχιάς γεννήματα, πώς θα
» γλυτώστε από της γέεννας την καταδίκη; Για
» τούτο εγώ νά στέλνω σας προφήτες και σοφούς και
» διαβασμένους• μερικούς τους θα σκοτώστε και σταυ-
» ρώστε, και μερικούς θα βουρδουλίστε μέσ' στα
» συναγώγια σας και θενά διώξτε από μια χώρα
» σ' άλλη, έτσι για να πέσει απάνου σας κάθ' αίμα
» ενάρετο που χύνεται στη γη, από το αίμα τ' Άβελ
» του ενάρετου ως στο αίμα Ζαχαρία, γιου του Βαρα-
» χία, που τον σφάξατε ανάμεσα από το ναό και το
» θυσιαστήρι. Αληθινά σας λέω, θα πέσουν όλα αυτά
» σ' αυτή τη γενεά. Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ εσύ
» που θανατώνεις τους προφήτες και πετροβολάς τους
» αποστόλους σου, πόσες φορές δε θέλησα να πε-
» ριμάσω τα παιδιά σου, έτσι όπως περιμαζεύει η
» όρνιθα τα ορνίθια της κάτου από τις φτερούγες,
» και δε θελήσατε! Νά, σας παραιτούν το σπίτι
» σας. Γιατί σας λέω, δε θα με δείτε τώρα πια ως να
» πείτε _ Βλογητός αυτός που φτάνει στ' όνομα του
» Κυρίου _ ».
136. Και βγήκε ο Ιησούς από τα ναό και περ-[24]
» πατούσε, κι’ ήρθαν οι μαθητάδες του ναν του δεί-
» ξουνε τα χτίρια του ναού. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη
» και τους είπε «Δε βλέπετε όλα αυτά; Αληθινά σας
» λέω, πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ' αφεθεί που
» να μην γκρεμιστεί».
137. Κι' ενώ καθότανε στο Ελιοβούνι απάνου,
πήγαν κοντά του οι μαθητάδες χωριστά και λεν
« Πες μας, πότε αυτά θα γίνουν; και πιο το σημάδι
» της παρουσίας σου και του τελιωμού του κόσμου;»
Κι' ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Κοιτάξτε μη
» σας πλανέσει κανείς. Γιατί πολλοί θαρθούνε στ'
» όνομά μου λέγοντας Εγώ 'μαι ο Χριστός, και πολ-
» λούς θα πλανέσουν. Και σας μέλλεται ν' ακούστε
» πολέμους και φήμες πολέμων. Τηράτε, μην τα-
» ράττεστε• γιατί πρέπει να γίνουνε, μα δεν είναι
» ακόμα το τέλος. Τι θα σηκωθεί έθνος να χτυπήσει
» έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, και θα
» γίνουν πείνες και σεισμοί εδώ κι’ εκεί. Όμως όλα
» αυτά πόνων αρχή. Τότες θα σας παραδώσουνε σε
» δεινά και θα σας θανατώσουν, κι’ όλα τα έθνη θα
» σας μισούνε για τ' όνομά μου. Και τότες θα πέ-
» σουνε σε πειρασμό πολλοί, και θα παραδοθούν ανά-
» μεσά τους και θα μισηθούν. Και πολλοί ψευτοπρο-
» φήτες θα φανούν και θα πλανέσουνε πολλούς. Και
» με το να πληθήνει η αμαρτία θα κρυώσει των
» πολλών η αγάπη. Μα όπιος κάνει απομονή ως στο
» τέλος, αυτός θα σωθεί. Και θα κηρυχτεί τούτο το
» καλό το μήνημα της βασιλείας μέσ' στην οικου-
» μένη όλη για να φωτιστούν όλα τα έθνη. Και τό-
» τες θα φτάσει το τέλος.
» Ότα λοιπόν του ρημαγμού το σίχαμα το ειπω-
» μένο μέσο του Δανιήλ του προφήτη το δείτε και
» στέκει μέσα σ' αγιασμένον τόπο (όπιος διαβάζει ας
» εννοεί), τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε
» στα όρη, ο στο δώμα απάνου ας μην κατέβει να
» πάρει από το σπίτι του τα πράματά [του], κι’ ο
» μέσα στο χωράφι ας μη γυρίσει πίσω να πάρει το
» ρούχο του. Κι' αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαί-
» νουν τότες. Και προσεύκεστε να μη γενεί η φυγή
» σας χειμώνα μήτε σαββάτο• γιατί θα γίνει τότες
» συφορά μεγάλη, τέτια που δεν έγινε από την αρ-
» χή του κόσμου ως τα τώρα, κι’ ούτε θα γίνει. Και
» να μη ήθελε κολοβωθούν αυτές οι μέρες, σάρκα δε
» θα γλύτωνε• μόνε για τους εκλεχτούς θενά κολοβω-
» θούν αυτές οι μέρες. Τότες α σας πει κανείς Νά εδώ
» ο Χριστός ή εδώ, μην πιστεύετε. Τι θα φανούν ψευ-
» τόχριστοι και ψευτοπροφήτες, και θα δείξουνε ση-
» μάδια μεγάλα και τέρατα, τόσο που να πλανέ-
» σουν, α γίνεται, και τους εκλεχτούς. Νά, από
» πριν σας τόπα. Α λοιπόν σας πούνε Νά στην ερη-
» μιά 'ναι, μη βγείτε• Νά μέσα στα κελλιά, να μην
» πιστέψτε. Γιατί όπως από την ανατολή προβάλλει
» η αστραπή και φαίνεται ως στη δύση, έτσι θα γίνει
» η παρουσία του γιου τ' ανθρώπου. Όπου 'ναι το ψο-
» φίμι, εκεί θα μαζευτούν τα όρνια.
» Κι' ευτύς κατόπι από τη συφορά των ημερών
» εκείνων θενά σκοτεινιάσει ο ήλιος, και το φως της
» δε θα δώσει η σελήνη, και θα πέσουν τ' άστρα από
» τον ουρανό, και στα ουράνια κάθε δύναμη θα κλονι-
» στεί. Και τότες το σημάδι θα φανεί του γιου τ' αν-
» θρώπου μέσ' στον ουρανό. Και τότες θα στηθοκοπή-
» σουν όλες οι φυλές της γης, και θενά δουν το γιο τ'
» ανθρώπου που θα φτάνει απάνου στ' ουρανού τα σύν-
» νεφα με δύναμη και δόξα πολλή. Και θα στείλει
» τους αγγέλους του με σάλπιγγας μεγάλο λάλημα,
» και θα συνάξουνε μαζί τους εκλεχτούς του από
» τους τέσσερεις άνεμους, απ' άκρες ουρανών ως ά-
» κρες τους. Μόνε από τη συκιά μάθετε την παρα-
« βολή. Όταν πια απαλήνει το κλαδί της και τα
» φύλλα βγουν, ξέρουν πως κοντά το καλοκαίρι•
» έτσι κι’ εσείς όταν τα δείτε όλα αυτά, να ξέρτε
» πως κοντά 'ναι, στη μπασιά μπροστά. Αληθινά
» σας λέω, αυτή δε θα περάσει η γενεά πρι γίνουν όλα
» αυτά. Ο ουρανός κι η γη θενά περάσει, όμως τα
» λόγια μου δε θα περάσουν.
138.» Κι' όσο για κείνη την ημέρα κι’ ώρα, δεν
» την ξέρει κανείς, μήτ' οι αγγέλοι τ' ουρανού μήτε
» ο γιος εξόν ο πατέρας μόνος. Κι' όπως του Νώε οι
» μέρες, έτσι θενά γίνει η παρουσία του γιου τ' αν-
» θρώπου. Γιατί όπως τότες ζούσανε τις πριν τις
» μέρες του κατακλυσμού τρώγοντας και πίνοντας,
» παίρνοντας και δίνοντας γυναίκες, ως στην ημέρα
» που ο Νώε μπήκε μέσ' στην κιβωτό, κι’ είδηση
» δεν είχαν όσο πούφτασε ο κατακλυσμός και συνε-
» πήρε όλους, έτσι θα γίνει η παρουσία του γιου τ' αν-
» θρώπου. Τότες διο θάναι στο χωράφι, ένας παίρ-
» νεται μαζί κι’ ο άλλος [τους] αφίνεται• διο π' αλέ-
» θουν με το μύλο, μια τους παίρνεται μαζί κι’ η
» άλλη αφίνεται. Ξαγρυπνάτε το λοιπόν, τι δεν ξέ-
» ρετε πια μέρα έρχεται ο αφέντης σας. Μα μάθετε
» το αυτό, πως αν ο νοικοκύρης ήξερε σε πια [νυχτο]-
» φρουρά θα φτάσει ο κλέφτης, θ' αγρύπναε και δεν
» άφινε ναν του τρυπήσουνε το σπίτι. Για τούτο
» ετοιμάζεστε κι’ εσείς, γιατί την ώρα που δεν καρ-
» τεράτε φτάνει ο γιος τ' ανθρώπου.
139. » Πιος άραγε είναι ο σκλάβος ο πιστός και
» φρόνιμος, που τόνε διόρισε ο αφέντης κεφαλή των
» δούλων του για ναν τους δίνει και να τρων στην
» ώρα [τους]; Χαρά στο σκλάβο εκείνο, που σαν έρθει
» ο αφέντης του θα βρει τον πως το κάνει. Αληθινά
» σας λέω, πως σ' όλα τα υπάρχοντά του θαν τόνε
» διορίσει κεφαλή. Αν όμως πει μέσ' στην καρδιά
» του εκείνος ο κακός ο σκλάβος Ο αφεντικός μου
» αργεί, κι’ αρχίσει τους συντρόφους του και τους
» χτυπά, κι’ αν τρώει και πίνει με τους μεθυσμένους,
» θα φτάσει αυτού του σκλάβου ο αφέντης την ημέρα
» που δεν καρτερά και την ώρα που δεν ξέρει, και
» διο κομάτια θαν τον κόψει και θα βάλει στων υπο-
» κριτάδων τη σειρά• εκεί θα 'ναι το κλάψε και το
» τρίξε των δοντιών.
140.» Τότε θα μιάσει η βασιλεία των ουρανών με [25]
» δέκα κόρες που πήραν τα λυχνάρια τους και βγή-
» κανε για ν' απαντήσουν το γαμπρό, κι’ είταν οι
» πέντε τους ασυλλόγιστες κι’ οι πέντε γνωστικές. Τι
» οι ασυλλόγιστες σαν πήραν τα λυχνάρια τους, δεν
» πήρανε μαζί τους λάδι• οι γνωστικές ως τόσο πή-
» ρανε μέσα στους λαδολόγους λάδι με τους λύχ-
» νους τους μαζί. Κι' αργώντας ο γαμπρός, νυστά-
» ξανε όλες και κοιμούνταν. Κι' ακούστη τα με-
» σάνυχτα φωνή Νά ο γαμπρός• βγάτε ναν τον
» απαντήστε. Τότες αυτές οι κόρες σηκωθήκανε όλες
» και διορθώσανε τους λύχνους τους. Κι' είπαν οι
» ασυλλόγιστες στις γνωστικές Δώστε μας απ' το
» λάδι σας, τι οι λύχνοι μας σβύνουν. Κι' απάντη-
» σαν οι γνωστικές και λεν Ίσως δε σώσει για τις
» διο• πηγαίνετε καλύτερα στους πουλητάδες κι’
» αγοράστε για τα σας. Κι' ενώ πηγαίνανε για ν'
» αγοράσουν, έφτασε ο γαμπρός, και μπήκανε μαζί
» του στις χαρές οι έτοιμες και κλείστη η πόρτα. Κι'
» έρχουνται ύστερα κι’ οι άλλες κόρες κι’ έλεγαν
» Αφέντη, αφέντη, άνοιξέ μας. Κι' εκείνος αποκρίθη
» κι’ είπε Αληθινά σας λέω, δε σας ξέρω. Ξαγρυ-
» πνάτε το λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε τη μέρα μήτε
» την ώρα.