86. Και μια άλλη ακόμα παραβολή τους είπε λέ-

γοντας «Μιάζει η βασιλεία των ουρανών σπυρί σινά-

» πι που το πήρε κι’ έσπειρε ένας άνθρωπος στο χω-

» ράφι του• πούναι πιο μικρός απ' όλους τους σπό-

» ρους, μα σα μεγαλώσει, ξεπερνά τα χόρτα και γί-

» νεται δέντρο, τόσο που παν τα πετούμενα τ' ουρανού

» και φωλιάζουνε στα κλαδιά του».

87. Άλλη παραβολή τους είπε «Μιάζει η βασι-

» λεία τ' ουρανού προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα

» κι’ έχωσε μέσα σε τρία σάτα στάρι, όσο που ανέ-

» βηκε όλο».

Όλα αυτά τα μίλησε ο Ιησούς με παραβολές στα

πλήθη, και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε τίπο-

τα, για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Προφήτη,

που λέει _ Θ' ανοίξω με παραβολές το στόμα μου, θα

βγάλω τα κρυμένα απ' ότα θεμελιώθη ο κόσμος. _

88. Τότες άφισε τα πλήθη κι’ ήρθε σπίτι. Και

πήγαν οι μαθητάδες του και τούπαν «Ξήγησέ μας

» την παραβολή με τις ήρες του χωραφιού». Κι'

εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Ο σπάρτης του καλού

» του σπόρου είναι ο γιος τ' ανθρώπου, και το χω-

» ράφι ο κόσμος• κι’ ο καλός ο σπόρος, αυτοί 'ναι οι

» γιοι της βασιλείας, κ' οι ήρες οι γιοι 'ναι του Κα-

» κού, κι’ ο εχτρός — εκείνος που τις έσπειρε — είναι

» ο Διάβολος, κι’ ο θέρος το τέλος του κόσμου είναι,

» κι’ οι θεριστάδες άγγελοι. Όπως λοιπόν μαζεύουνε

» τις ήρες και τις καίνε στη φωτιά, έτσι θα γίνει στο

» τέλος του κόσμου• θα στείλει ο γιος τ' ανθρώπου τους

» αγγέλους του, και θα μαζέψουν από τη βασιλεία του

» όλους τους πειρασμούς κι’ εργάτες της ανομίας και

» θαν τους ρήξουνε στο καμίνι της φωτιάς• εκεί θα

» 'ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών. 89. Τότες

» οι ενάρετοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο μέσα στη

» βασιλεία του πατέρα τους. Όπιος έχει αυτιά ας

» ακούει.

» Μιάζει η βασιλεία των ουρανών θησαυρό θα-

» μένο μέσα στο χωράφι, που τόνε βρήκε ένας άνθρω-

» πος και τον έθαψε, κι’ από τη χαρά του πηγαίνει

» και πουλά τα όσα έχει κι’ αγοράζει το χωράφι

» εκείνο.

90.» Πάλι μιάζει η βασιλεία των ουρανών έμπορο

» που ζητά καλά μαργαριτάρια• και σα βρήκε ένα

» πολύτιμο μαργαριτάρι, πήγε και πούλησε όλα όσα

» είχε και τ' αγόρασε.

91. » Πάλι μιάζει η βασιλεία των ουρανών με

» δίχτυ σηρτικό, που ρήξανε στη θάλασσα και μά-

» ζεψε κάθε λογής• π' ότα γιόμισε, τ' ανεβάσανε

» στο περιγιάλι, κι’ έκατσαν και διάλεξαν τα καλά

» μέσα σε καλάθια, και τ' άσκημα τα πετάξανε όξω.

» Έτσι θα γίνει στο τέλος του κόσμου• θα βγουν οι

» αγγέλοι και θα χωρίσουν τους κακούς μέσα από

» τους ενάρετους και θαν τους πετάξουνε στο καμίνι

» της φωτιάς• εκεί θα 'ναι το κλάψε και το τρίξε

» των δοντιών. Τα νιώσατε όλα αυτά;» Του λένε

« Ναι». Κι' αυτός τους λέει «Γι' αυτό όπιος δια-

» βασμένος θητεύτηκε τη βασιλεία των ουρανών,

» μιάζει νοικοκύρη που βγάζει από το θησαυρό του

» καινούρια και παλιά».

92. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς τις πα-

ραβολές αυτές, μίσεψε από κει. Και πήγε στην

πατρίδα του και τους δίδασκε μέσα στο συναγώγι

τους, τόσο που σάστιζαν και λέγανε «Από πού σ'

» αυτόν αυτή η σοφία και τα θάματα; Αυτός δεν

» είναι του τεχνίτη ο γιος; Δεν τη λεν τη μητέρα

» του Μαριάμ και τους αδερφούς του Ιάκωβο κι’

» Ιωσήφ και Σίμωνα κι’ Ιούδα; Κι' οι αδερφές του

» δεν είναι όλες μαζί μας; Από πού λοιπόν αυτός

» όλα αυτά;» Κι' αγαναχτούσανε μαζί του. Κι' ο

Ιησούς τους είπε «Ατίμητος προφήτης δεν υπάρ-

» χει εξόνε στην πατρίδα και στο σπίτι του». Και

δεν έκανε εκεί θάματα πολλά από την απιστία

τους.

93. Εκείνον τον καιρό άκουσε ο Ηρώδης ο τέ- [14]

τραρχος τη φήμη του Ιησού κι’ είπε στους ανθρώ-

πους του «Αυτός είναι ο Ιωάνης ο βαφτιστής. Ανα-

» στήθηκε από τους νεκρούς, και για τούτο του δου-

» λεύουν τα θάματα». Γιατί τότες ο Ηρώδης σύλ-

λαβε τον Ιωάνη, και τον έδεσε κι’ έβαλε φυλακή,

αφορμή η Ηρωδιάδα η γυναίκα του Φιλίππου τ'

αδερφού του. Γιατί ο Ιωάνης τούλεγε «Σου 'ναι

» αμποδισμένο ναν την έχεις». Και θέλοντας ναν

τόνε θανατώσει, φοβήθη το λαό γιατί τον είχαν σαν

προφήτη. Και σαν ήρθαν του Ηρώδη τα γεννέθλια,

χόρεψε στη μέση η κόρη της Ηρωδιάδας, και του

Ηρώδη τ' άρεσε• για τούτο της έταξε μ' όρκο ναν

της δώκει ό,τι ζητήσει. Κι' εκείνη οδηγημένη από

τη μάννα της «Δώσε μου» είπε «εδώ σε δίσκο απά-

» νου την κεφαλή του Ιωάνη του βαφτιστή». Κι' αν

και λυπήθη ο βασιλέας, όμως για τους όρκους και

τους προσκαλεσμένους πρόσταξε να δοθεί, κι’ έστειλε

κι’ έκοψε τον Ιωάνη μέσα στη φυλακή. Κι' έφεραν

τα κεφάλι του σε δίσκο απάνου και τόδωκαν της

κόρης, και το πήγε της μητέρας της. Κι' ήρθαν οι

μαθητάδες του και πήρανε το λείψανο και τόθαψαν,

και πήγαν και το μήνησαν του Ιησού.

94. Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς, έφυγε από κει

με καράβι σε μέρος έρημο ξεχωριστά. Κι' όταν τ'

άκουσαν τα πλήθη, τον ακολουθήσανε από τις χώρες

περπατώντας.

Και βγαίνοντας είδε πλήθος πολύ, και τους

σπλαχνίστηκε και γιάτρεψε τους αρρώστους τους.

95. Κι' αφού βράδιασε, ήρθαν κι’ είπαν οι μαθητάδες

» Το μέρος έρημο κι’ η ώρα πια πέρασε• σκόλασε

» τα πλήθη για να πάνε στα χωριά και ν' αγορά-

» σουν τι να φάνε». Κι' ο Ιησούς τους είπε «Περιτ-

» τό να πάνε• δώστε τους εσείς να φαν». Κι' εκείνοι

του λεν «Εδώ δεν έχουμε άλλο από πέντε ψωμιά

» και διο ψάρια». Κι' εκείνος είπε «Φέρτε τα σ'

» εμένα εδώ». Κι' αφού πρόσταξε τα πλήθη να

καθίσουν κάτου στα χορτάρια, πήρε τα πέντε τα

ψωμιά και τα διο τα ψάρια, και κοιτάζοντας ψηλά

στον ουρανό τα βλόγησε, και κόβοντας κομάτια

έδωκε στους μαθητάδες τα ψωμιά, κι’ οι μαθητάδες

στα πλήθη. Κι' έφαγαν όλοι και χορτάσανε, και

πήραν ό,τι κομάτια περισσέψανε, δώδεκα κοφίνια

γιομάτα. Κι' είταν όσοι τρώγανε ψυχές ως πέντε

χιλιάδες χώρια γυναίκες και παιδιά.

96. Κι' αμέσως έκανε τους μαθητάδες του να

μπούνε σε καράβι και να προχωρήσουν πριν αντίπερα

ως που να σκολάσει τα πλήθη. Κι' αφού σκόλασε

τα πλήθη, ανέβη το βουνό ξεχωριστά να προσευχη-

θεί. Και σα βράδιασε, είτανε μοναχός του εκεί, και

το καράβι βρίσκουνταν πια τώρα στάδια πολλά πέρα

από την ξηρά, και τα κύματα το τυραννούσανε γιατί

είτανε μπροστά ο άνεμος. Και την τέταρτη νυχτο-

φρουρά πήγε κοντά τους περπατώντας απάνου στη

λίμνη. Κι' οι μαθητάδες σαν τον είδανε στη λίμνη

απάνου που περπάταε, ταράχτηκαν και λέγανε πως

« Φάντασμα είναι», κι’ από το φόβο φώναξαν. Κι'

αμέσως ο Ιησούς τους μίλησε κι’ είπε «Θάρρος• εγώ

» είμαι, μη φοβάστε». Κι' ο Πέτρος αποκρίθηκε και

τούπε «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξε με ναρθώ

» κοντά σου απάνου στο νερό». Κι' εκείνος είπε «Έ-

» λα». Και κατέβηκε από το καράβι ο Πέτρος, και

περπάτησε απάνου στο νερό και πήγε στον Ιησού•

μα βλέποντας δυνατό τον άνεμο φοβήθηκε, κι’ άμ'

άρχισε να βουλιάζει φώναξε κι’ είπε «Κύριε, γλύ-

» τωσέ με». Κι' ο Ιησούς αμέσως άπλωσε το χέρι

και τον έπιασε, και του λέει «Λιγόπιστε, τι δεί-

» λιασες;» Και σαν ανεβήκανε στο καράβι, κό-

πηκε ο άνεμος. Κι' οι μέσα στο καράβι τον προσ-

κυνήσανε λέγοντας «Αληθινά γιος είσαι του Θεού».

97. Και περνώντας [τη λίμνη] πήγαν κι’ αράξανε

στη Γεννησασών. Κι' όταν τον αναγνωρίσανε οι αν-

θρώποι του τόπου εκείνου, στείλανε σ' όλα εκείνα

τα περίχωρα και του φέρανε όλους τους αρρωστημέ-

νους, και [τον] παρακαλούσανε ν' αγγίξουν μοναχά

την άκρη του ρούχου του, κι’ όσοι αγγίξανε γλυτώ-

σανε.

98. Τότες πάνε στον Ιησού από τα Ιεροσόλυμα [15]

Φαρισαίοι και διαβασμένοι και λένε «Γιατί οι μαθη-

» τάδες σου παραβαίνουν τα πατροπαράδοτα; Γιατί

» όταν τρων ψωμί, δε νίβουνε τα χέρια». Κι' εκεί-

νος αποκρίθη και τους είπε «Γιατί κι’ εσείς παρα-

» βαίνετε την εντολή του Θεού για τα πατροπαρά-

» δοτά σας; Γιατί ο Θεός είπε _ Τίμα τον πατέρα και

» τη μητέρα κι’ Όπιος κακολογά πατέρα ή μητέρα

» να θανατώνεται _ . Εσείς όμως λέτε _ Όπιος πει του

» πατέρα ή της μητέρας Χάρισμα ό,τι σου χρωστώ,

» ας μην τιμά τον πατέρα του _ . Κι' ακυρώσατε το

» λόγο του Θεού για τα πατροπαράδοτά σας. Υποκρι-

» τάδες, καλά για σας προφήτεψε ο Ησαΐας, που

» λέει _ Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμά, μα η

» καρδιά τους βρίσκεται μακριά από μένα. Και

» ψεύτικα με προσκυνούν, που οι διδαχές τους που

διδάσκουν ανθρώπων είναι παραγγέλματα» _ . Κι'

έκραξε το λαό και τους είπε «Ακούτε και μάθετε.

» Δεν ακαθαρτεί τον άνθρωπο ό,τι πάει στο στόμα

» μέσα• μόνε ό,τι βγαίνει από το στόμα, εκείνο

» ακαθαρτεί τον άνθρωπο».

Τότες παν οι μαθητάδες του και του λεν «Ξέρεις

» πως οι Φαρισαίοι ακούσανε το λόγο κι’ αγανάχτη-

» σαν;» Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Κάθε φυτιά

» που δε φύτεψε ο πατέρας μου ο ουράνιος θα ξερρι-

» ζωθεί. Αφίστε τους, τυφλοί 'ναι οδηγοί• και τυφ-

» λός αν οδηγάει τυφλό, κι’ οι διο θα πέσουνε σε

» λάκκο». Και τ' αποκρίθη ο Πέτρος κι’ είπε «Ξήγησε

» μας την παραβολή». Κι' εκείνος είπε «Είστε κι’

» εσείς ακόμα δίχως νου; Δε νιώθετε πως στο στό-

» μα μέσα ό,τι πάει, κατεβαίνει στην κοιλιά κι’ όξω

» βγαίνει σε κοπρώνα; Μα όσα βγαίνουν απ' το στό-

» μα, από την καρδιά κινούν κι’ εκείνα ακαθαρτούν

» τον άνθρωπο. Γιατί από την καρδιά κινούνε στο-

» χασμοί κακοί, φόνοι, μοιχείες, πορνιές, κλεψιές,

» ψευτομαρτυρίες, ασέβειες. Αυτά 'ναι όσα ακαθαρ-

» τούν τον άνθρωπο• το να φας όμως μ' άνιφτα τα

» χέρια δεν ακαθαρτεί τον άνθρωπο».

99. Και βγαίνοντας από κει ο Ιησούς μίσεψε στα

μέρη της Τύρος και Σιδώνας. Και να γυναίκα Χα-

ναναία βγήκε από κείνα τα σύνορα και φώναζε λέ-

γοντας «Σπλαχνίσου με, Κύριε, γιε του Δαυείδ• η

» κόρη μου δαιμονίζεται φριχτά». Κι' εκείνος δεν

της αποκρίθη λέξη. Και πήγαν οι μαθητάδες του

κοντά και τον παρακαλούσανε λέγοντας «Στείλε

» την, γιατί φωνάζει πίσω μας». Κι' εκείνος απο-

κρίθη κι’ είπε «Δε στάλθηκα παρά στα πρόβατα τα

» χαμένα του γένους του Ισραήλ». Κι εκείνη πήγε

και τον προσκυνούσε λέγοντας «Κύριε, βόηθα με».

Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Σωστό δεν είναι το να

» πάρεις το ψωμί των παιδιών και ναν το ρήξεις

» στα σκυλιά». Κι' αυτή είπε «Ναι, Κύριε, και τα

» σκυλιά τρων από τα ψίχουλα που πέφτουν από το

» τραπέζι των νοικοκυρέων τους». Τότες απάντησε

ο Ιησούς και της είπε «Ω γυναίκα, μεγάλη σου

» η πίστη• ας σου γίνει έτσι που θέλεις». Και για-

τρεύτηκε η κόρη της από κείνη την ώρα.

100. Και μισεύοντας από κει ο Ιησούς ήρθε

σιμά στη λίμνη της Γαλιλαίας. Κι' ανέβηκε το

βουνό και κάθουνταν εκεί. Κι' ήρθαν και τον ηύραν

πολλά πλήθη έχοντας μαζί τους κουτσούς, κουλ-

λούς, τυφλούς, κουφούς, κι’ άλλους πολλούς, και

τους έρρηξαν κοντά στα πόδια του, και τους για-

τρεψε, τόσο π' απόρησαν τα πλήθη• βλέποντας κου-

φούς π' ακούγανε, κουλλούς γερούς, και κουτσούς

που περπατούσαν, και τυφλούς που βλέπανε, και

δόξασαν το Θεό του Ισραήλ. Κι' ο Ιησούς φώναξε

τους μαθητάδες του κι’ είπε «Σπλαχνίζουμαι το

» λαό, γιατί τρεις μέρες δε σαλεύουν από δω κοντά

» μου και δεν έχουν τι να φαν και δε θέλω ναν

» τους στείλω νηστικούς, μήπως λιώσουνε στο δρό-

» μο». Και του λεν οι μαθητάδες «Πού βρήκαμε

» στην ερημιά τόσα ψωμιά που να χορτάσουν

» τόσο πλήθος;» Κι' ο Ιησούς τους λέει «Πόσα

» ψωμιά έχετε;» Κι' εκείνοι είπαν «Εφτά, και

» λίγα ψαράκια». Και πρόσταξε το πλήθος να

καθήσουν κατά γης, και πήρε τα εφτά ψωμιά και

τα ψάρια, κι’ αφού δοξολόγησε, έκοψε κομάτια κι’

έδινε στους μαθητάδες, κι’ οι μαθητάδες στα πλή-

θη. Και φάγανε όλοι και χορτάσανε, και πήραν

ό,τι κομάτια περίσσεψαν, εφτά καλάθια γιομάτα.

Κι' είχαν όσοι τρώγανε ως τέσσερεις χιλιάδες ψυχές

χώρια γυναίκες και παιδιά.

101. Κι' αφού σκόλασε τα πλήθη, μπήκε στο

[16] καράβι και πήγε στα σύνορα του Μαγαδάν. Κι'

ήρθαν οι Φαρισαίοι κι’ οι Σαδδουκαίοι, και δοκιμά-

ζοντάς τον τον παρακαλούσανε ναν τους δείξει ση-

μάδι από τον ουρανό. Κι' εκείνος αποκρίθη και τους

είπε «[Σα βραδιάζει λέτε Καλοσύνη γιατί κοκκινί-

» ζει ο ουρανός• και το πρωί Σήμερα κακοκαιριά

» γιατί χαράζει ο ουρανός θολός. Υποκριτάδες, τ'

» ουρανού το πρόσωπο ξέρετε να κρίνετε, και τα

» σημάδια των καιρών δε μπορείτε;] Φύτρα κακή

» και παράλυτη σημάδι γυρεύει, και σημάδι δε

» θαν της δοθεί εξόν το σημάδι του Ιωνά». Και

παραιτώντας τους έφυγε.

Και σαν ήρθαν οι μαθητάδες αντίπερα, είχαν

ξεχάσει να πάρουν ψωμιά. Κι' ο Ιησούς τους είπε

« Κοιτάτε και προσέχετε από το ζυμάρι των Φα-

» ρισαίων και Σαδδουκαίων». Κι' εκείνοι συλλο-

γιούνταν μέσα τους και λέγανε «Γιατί δεν πήραμε

» ψωμιά». Κι' ο Ιησούς κατάλαβε κι’ είπε «Τι συλ-

» λογιέστε μέσα σας, λιγόπιστοι, πως δεν έχετε

» ψωμιά; Δε νογάτε ακόμα, μήτε θυμάστε τα πέν-

» τε ψωμιά των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια

» πήρατε, μήτε τα εφτά ψωμιά των τέσσερων χι-

» λιάδων και πόσα καλάθια πήρατε; Πώς δε νο-

» γάτε πως για ψωμιά δε σας είπα Και προσέχετε

» από το ζυμάρι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;»

Τότες ένιωσαν πως δεν είπε να προσέχουν από το

ζυμάρι των ψωμιών, παρά από τη διδαχή των

Σαδδουκαίων και Φαρισαίων.

102. Και σαν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της

Καισαρείας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητάδες

του κι’ έλεγε «Πιος λεν πως είναι ο γιος τ' ανθρώ-

» που;» Κι' εκείνοι είπαν «Άλλοι πως ο Ιωάνης

» ο βαφτιστής, κι’ άλλοι ο Ηλίας, κι’ άλλοι ο Ιε-

» ρεμίας ή ένας από τους προφήτες». Τους λέει «Κι'

» εσείς πιος λέτε πως είμαι;» Κι' αποκρίθη ο Σί-

μωνας ο Πέτρος κι’ είπε «Εσύ 'σαι ο Χριστός, ο

» γιος του Θεού που ζει». Κι' ο Ιησούς αποκρίθηκε

και τούπε «Μακαρισμένος είσαι, Σίμωνα γιε του

» Ιωνά, γιατί σάρκα κι’ αίμα δε σ' το φανέρωσε,

» μόνε ο πατέρας μου στα ουράνια. Όμως σου λέω

» κι’ εγώ πως εσύ 'σαι Πέτρος, κι’ απάνου στην

» πέτρα αυτή θα χτίσω την εκκλησιά μου και

» πόρτες Άιδη δε θαν την καταπονέσουν. Θα σου

» δώκω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, κι’

» ό,τι δέσεις στη γη θα μείνει δεμένο στα ουράνια,

» κι’ ό,τι λύσεις στη γη θα μείνει λυμένο στα ου-

» ράνια». Τότες πρόσταξε τους μαθητάδες κανενός

να μην το πουν πως αυτός είναι ο Χριστός.

103. Από τότες άρχισε ο Ιησούς να ξηγά στους

μαθητάδες του πως πρέπει να μισέψει στα Ιεροσό-

λυμα και πολλά να πάθει από τους δημογερόντους

και πρωτοπαπάδες και διαβασμένους, και να θανα-

τωθεί και την τρίτη μέρα ν' αναστηθεί. Και τον

πήρε ο Πέτρος και του λέει μαλώνοντάς τον «Θεός

» φυλάξει. Κύριε• μακριά από σένα αυτό το πά-

» θημα». Κι' εκείνος γύρισε κι’ είπε του Πέτρου

» Πήγαινε πίσω μου, Σατανά• πειρασμός μου είσαι,

» γιατί δε συλλογιέσαι το Θεό, μόνε τους ανθρώ-

» πους». Τότες είπε ο Ιησούς στους μαθητάδες του

Αν κανείς θέλει νάρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί

» τον εαυτό του. κι’ ας σηκώσει το σταυρό του κι’

» ας μ' ακολουθά. Γιατί όπιος θέλει να γλυτώσει

» τη ζωή του, θαν τη χάσει• μα όπιος για μένα

» χάσει τη ζωή του, θαν τη βρει. Γιατί τι τ' όφελος

» στον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο,

» μα τη ζωή του τη ζημιωθεί; ή τι θα δώσει άν-

» θρωπος αντάλλαγμα της ζωής του; Γιατί 'ναι

» νάρθει ο γιος τ' ανθρώπου μέσα στη δόξα του

» πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του, και τότες

» θα πλερώσει τον καθένα κατά το κάμωμά του.

» 104. Αληθινά σας λέω, πως στέκουν εδώ μερικοί

» που δε θα δοκιμάσουνε θάνατο ως που να δουν

» το γιο τ' ανθρώπου νάρχεται μέσα στη βασιλεία

» του».

[17]» Κι' έξη μέρες κατόπι παίρνει ο Ιησούς τον Πέτρο

και τον Ιάκωβο και τον Ιωάνη τον αδερφό του

και τους ανεβάζει σε βουνό αψηλό ξεχωριστά. Και

μεταμορφώθηκε μπροστά τους, κι’ έλαμψε το πρό-

σωπό του σαν τον ήλιο, και τα φορέματά του γίνανε

άσπρα σαν το φως. Και να τους φανερώθηκε ο Μωυ-

σής κι’ ο Ηλίας που μιλούσανε μαζί του. Κι' απο-

κρίθη ο Πέτρος κι’ είπε του Ιησού «Κύριε, καλά

» 'ναι εδώ να μείνουμε• α θες, εδώ θα στήσω τρεις

» καλύβες, μια για σένα, και του Μωυσή μια, και

» μια για τον Ηλία». Ενώ μιλούσε ακόμα, να

σύννεφο φωτεινό τους σκέπασε, και να φωνή από το

σύννεφο κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγα-

» πητός πούχει την καλή μου γνώμη. Ακούτε τον».

Κι' όταν την άκουσαν οι μαθητάδες, έπεσαν τα πίσ-

τομα και φοβηθήκανε υπερβολικά. Κι' ο Ιησούς

πήγε κοντά τους και τους άγγιξε κι’ είπε «Σηκω-

» θείτε και μη φοβάστε». Και σήκωσαν τα μάτια

τους και δεν είδανε κανέναν παρά τον Ιησού.

105. Κι' ενώ κατέβαιναν το βουνό, τους πρόσταξε

ο Ιησούς κι’ είπε «Κανενός μην πείτε το ίδωμα ως

» που να σηκωθεί από τους νεκρούς ο γιος τ' ανθρώ-

» που». Κι' οι μαθητάδες του τόνε ρώτησαν κι’ εί-

παν «Τι λοιπόν λεν οι διαβασμένοι πως ο Ηλίας

» πρώτα ανάγκη ναρθεί;» Κι' εκείνος αποκρίθη κι’

είπε «Ναι ο Ηλίας έρχεται και θα ξαναδιορθώσει τα

» πάντα• όμως σας λέω πως ήρθε κι’ όλας ο Ηλίας

» και δεν τον αναγνώρισαν, παρά τούκαναν όσα θέλη-

» σαν• το ίδιο 'ναι απ' αυτούς να πάθει κι’ ο γιος

» τ' ανθρώπου». Τότ' ένιωσαν οι μαθητάδες πως για

τον Ιωάνη το βαφτιστή τους είπε.

106. Και σαν πήγανε στο πλήθος, ήρθε ένας άν-

θρωπος που γονάτισε μπροστά του κι’ είπε «Κύριε,

» σπλαχνίσου το γιο μου, γιατί σεληνιάζεται κι’ είναι

» ελεεινός• τι συχνά πέφτει στη φωτιά και συχνά στο

» νερό. Και τον πήγα στους μαθητάδες σου και δεν

» κατόρθωσαν ναν τόνε γιατρέψουν». Κι' ο Ιησούς

αποκρίθη κι’ είπε «Ω γενεά άπιστη και στρεβλή,

» ως πότε θα μένω μαζί σας; ως πότε θα σας υπο-

» φέρνω; Φέρτε τον εδώ σ' εμένα». Και το πρόσταξε

ο Ιησούς, και βγήκε από μέσα του το δαιμόνιο,

και γιατρεύτηκε από κείνηνε την ώρα το παιδί. Τό-

τες πήγανε στον Ιησού χώρια οι μαθητάδες κι’ είπαν

« Γιατί εμείς δεν κατορθώσαμε ναν το βγάλουμε;»

Κι' αυτός τους λέει «Από τη μικροπιστιά σας• γιατί

» αληθινά σας λέω, αν έχετε πίστη ίσα με σπυρί σι-

» νάπι, θα πείτε εκείνου εκεί του βουνού• Μετατο-

» πίσου από δω εκεί, και θα μετατοπιστεί, και τί-

» ποτα δε θα σας βγει ακατόρθωτο».

107. Κι' ενώ γύριζαν τη Γαλιλαία, τους είπε ο

Ιησούς «Ο γιος τ' ανθρώπου είναι να παραδοθεί σε

» χέρια ανθρώπων, και θαν τόνε θανατώσουν και την

» τρίτη μέρα θ' αναστηθεί». Και λυπηθήκανε υπερ-

βολικά.

108. Κι' όταν ήρθανε στην Καφαρναούμ πήγαν

οι εισπράχτορες των δίδραχμων στον Πέτρο κι’ είπαν

« Ο δάσκαλός σας δε δίνει τα δίδραχμα;» Λέει

« Ναι». Κι' άμα πήγε [ο Πέτρος] σπίτι, τον πρό-

λαβε ο Ιησούς κι’ είπε «Τι νομίζεις, Σίμωνα; Οι

» βασιλιάδες της γης από πιόνε παίρνουνε φόρους ή

» δοσίματα; από τους γιους τους ή τους ξένους;»

Κι' όταν είπε «Από τους ξένους», τούπε ο Ιησούς

» Λοιπόν θα πει είναι απαλλαγμένοι οι γιοι. Για να

» μην τους πειράξουμε όμως, πήγαινε στο γιαλό και

» ρήξε αγκύστρι, και το πρώτο ψάρι π' ανεβεί πάρ' το

» κι’ άνοιξέ του το στόμα και θα βρεις στατήρα• πάρε

» τον και δώσ' τους τον για μένα και για σένα».

[18] 109. Εκείνη την ώρα πήγαν οι μαθητάδες στον

Ιησού και λεν «Πιος τάχα να 'ναι μεγαλύτερος στη

» βασιλεία των ουρανών;» Και κράζοντας ένα παι-

δάκι τόστησε στη μέση τους κι’ είπε «Αληθινά σας

» λέω, α δεν αλλάξτε και δε γίνετε σαν τα παιδάκια,

» αδύνατο να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Ό-

» πιος λοιπόν χαμηλωθεί σαν το παιδάκι ετούτο,

» εκείνος είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρα-

» νών. Κι' όπιος δεχτεί τέτιο παιδάκι στ' όνομά

» μου, εμένα δέχεται- κι’ όπιος πειράξει κανέναν από

» τους μικρούς αυτούς που με πιστεύουν, του συφέρ-

» νει ναν του κρεμαστεί μυλόπετρα μεγάλη γύρω στο

» λαιμό και να βουλιάξει μέσα στου γιαλού το πέ-

» λαγο.

110.» Αλίμονο στον κόσμο από τους πειρασμούς.

» Γιατί 'ναι ανάγκη οι πειρασμοί ναρθούν, όμως αλί-

» μονο στον άνθρωπο που κάνει κι’ έρχεται ο πειρα-

» σμός. Κι' αν το χέρι σου ή το πόδι σου σού φέρνει

» πειρασμό, κόψ' το και ρήξε το μακριά σου• καλύ-

» τερά σου νάμπεις στη ζωή, κουλός ή κουτσός παρά

» διο χέρια νάχεις ή διο πόδια και να σε ρήξουνε στη

» φωτιά την αιώνια. Κι' αν το μάτι σου σού φέρνει

» πειρασμό, βγάλ' το και ρήξε το μακριά σου• καλύ-

» τερά σου μ' ένα μάτι νάμπεις στη ζωή παρά διο

» μάτια νάχεις και να σε ρήξουνε στη γέεννα της

» φωτιάς.

» Κοιτάξτε μήπως αψηφήσετε κανέναν από τους

» μικρούς αυτούς• γιατί σας λέω πως οι άγγελοι

» τους στον ουρανό πάντα θωρούν την όψη του πατέρα

» μου πούναι στα ουράνια. Τι θαρρείτε; Αν τυχόν

» κανένας έχει εκατό πρόβατα κι’ ένα τους χαθεί, δεν

» παραιτά τα ενενήντα εννιά τα πρόβατα στα όρη

» και δεν πάει ζητώντας το χαμένο; Κι' αν τυχόν το

» βρει, αληθινά σας λέω, πιο χαίρεται γι' αυτό παρ'

» ό,τι για τα ενενήντα εννιά που δε χαθήκανε.

» Έτσι δεν είναι ο ορισμός του πατέρα μου στα ου-

» ράνια το να χαθεί κανένας από τους μικρούς αυ-

» τούς.

» Κι' α σου φταίξει ο αδερφός σου, σήρε δείξε

» του το φταίξιμό του σαν είστε εσύ κι’ εκείνος μονα-

» χοί. Α σ' ακούσει, κέρδισες τον αδερφό σου κι’ α δε

» σ' ακούσει, πάρε ακόμα ένα ή διο μαζί σου, που νά-

» χει η κάθε λέξη στήριγμα το στόμα διο μαρτύρων

» ή τριών. Κι' αν τους παρακούσει, ναν το πεις της

» ενορίας• κι’ αν και την ενορία παρακούσει, έχε τον

» καθώς τον εθνικό και τον τελώνη. Αληθινά σας

» λέω, όσα δέστε στη γη, θα μείνουνε δεμένα στον

» ουρανό• κι’ όσα λύστε στη γη, θα μείνουνε λυμένα

» στον ουρανό. 111. Πάλι αληθινά σας λέω, πως α

» διο σας συφωνήσουνε στη γη για ό,τι πράμα κι’ α

» ζητήσουν, θαν το λάβουν από τον πατέρα μου πού-

» ναι στα ουράνια. Τι όπου 'ναι διο ή τρεις συναγμέ-

» νοι στ' όνομά μου, εκεί 'μαι μεταξύ τους».

Τότες πήγε ο Πέτρος και τούπε «Κύριε, πόσες φο-

» ρές θα μου φταίξει ο αδερφός μου και ναν τονε συ-

» χωρέσω; ως εφτά φορές;» Του λέει ο Ιησούς «Δε

» σου λέω ως εφτά, μόνε ως εβδομήντα φορές εφτά. Για

» τούτο έμιασε η βασιλεία των ουρανών με βασιλέα

» που θέλησε να λογαριαστεί με τους σκλάβους του.

» Και σαν άρχισε να λογαριάζεται, του φέρανε έναν

» που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Και σα δεν

» είχε να πλερώσει, πρόσταξε ο αφέντης του να που-

» ληθεί, κι’ ο ίδιος κι’ η γυναίκα του και τα παιδιά

» του κι’ όλα όσα έχει, και να πλερωθεί. Έπεσε λοι-

» πόν ο σκλάβος και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε Κάνε

» απομονή μαζί μου και θα σ' τα πλερώσω όλα. Και

» τόνε σπλαχνίστηκε του σκλάβου ο αφέντης και τον

» άφισε, και το χρέος του το χάρισε. Κι' άμα βγήκε ο

» σκλάβος, βρήκε σύσκλαβό του που του χρώσταε

» εκατό δηνάρια, και πιάνοντάς τον έσφιγγε τον κι’

» έλεγε Πλέρωσε το ό,τι χρωστάς. Έπεσε λοιπόν ο

» σύσκλαβός του και τον παρακαλούσε κι’ έλεγε Κάνε

» απομονή μαζί μου και θα σε πλερώσω. Όμως αυ-

» τός δεν ήθελε, μον πήγε και τον έβαλε στη φυλα-

» κή ως που να πλερώσει ό,τι χρωστούσε. Οι σύσκλα-

» βοι λοιπόν σαν είδαν το τι έγινε, λυπήθηκαν παρα-

» πολύ και πήγαν και μαρτύρησαν τ' αφεντικού τους

» όλα όσα έγιναν. Τότες τον έκραξε ο αφεντικός του

» και του λέει Σκλάβε κακέ, όλο σου εκείνο το χρέος

» σ' το χάρισα αφού με παρακάλεσες• δεν έπρεπε κι’

» εσύ να λυπηθείς το σύσκλαβό σου όπως σε λυπή-

» θηκα κι’ εγώ; Και θύμωσε και τον παράδωκε ο

» αφέντης του στους βασανιστάδες ως που να πλε-

» ρώσει ολόκληρο το χρέος. Το ίδιο θα σας κάνει κι’

» ο πατέρας μου ο ουράνιος α δε συχωρέστε ο καθείς

» τον αδερφό του από την καρδιά σας».

112. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά

τα λόγια, μίσεψε από τη Γαλιλαία κι’ ήρθε στα σύ-

νορα της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη. Και τον

ακολούθησαν πλήθη πολλά, και τους γιάτρεψε εκεί.

113. Και πήγανε στον Ιησού Φαρισαίοι που δοκι-

μάζοντάς τον έλεγαν «Α μπορεί κανείς να χωρίσει τη

» γυναίκα του με κάθε αφορμή». Κι' εκείνος απο-

κρίθη κι’ είπε «Δε διαβάσατε πως ο πλάστης από

» την αρχή αρσενικό και θηλυκό τους έκανε κι ' είπε

» _ Γι' αυτό θα παραιτήσει άνθρωπος πατέρα και μη-

» τέρα και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα

» γίνουν οι διο μια σάρκα. _ Έτσι δεν είναι πια διο

» παρά μια σάρκα. Ό,τι λοιπόν έσμιξε ο Θεός, ας

» μη χωρίζει άνθρωπος». Του λένε «Τι λοιπόν όρισε

» ο Μωυσής να δώσεις χωρισοχάρτι και ναν τη χω-

» ρίσεις;» Τους λέει πως «Ο Μωυσής σύφωνα με

» τη σκληροκαρδιά σας σάς άφισε να χωρίστε τις

» γυναίκες σας• όμως από την αρχή δεν έγινε έτσι.

» Και σας λέω, όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν

» από λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται• κι’

» όπιος χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει». Του λένε

οι μαθητάδες του «Αν έτσι 'ναι τ' ανθρώπου η

» αφορμή με τη γυναίκα, δε συφέρνει ο γάμος». Κι'

αυτός τους είπε «Όλοι δε νιώθουνε το λόγο, μόνε

» σ' όσους δόθηκε. Γιατί έχει ευνούχους π' από την

» κοιλιά της μάννας γεννηθήκανε έτσι• κι’ έχει ευ-

» νούχους π' από τους ανθρώπους ευνουχήθηκαν κι

» έχει ευνούχους που ενουχήθηκαν οι ίδιοι για τη βα-

» σιλεία των ουρανών. Όπιος μπορεί να νιώσει ας

» νιώσει».

114. Τότες του φέρανε μερικά παιδάκια για ναν

τους βάλει τα χέρια του απάνου και να κάνει παρά-

κληση. Κι' οι μαθητάδες τούς μάλωναν. Κι' ο Ιη-

σούς είπε «Αφίστε τα παιδάκια και μην τ' αμπο-

» δίζετε ναρθούν κοντά μου• γιατί για τέτιους είναι

» η βασιλεία των ουρανών». Κι' αφού τους έβαλε τα

χέρια του απάνου, μίσεψε από κει.

115. Και να ένας σίμωσε και τούπε «Δάσκαλε,

» τι καλό να κάνω για να βρω ζωή παντοτινή;»

Κι' εκείνος τούπε «Τι με ρωτάς το καλό; Ένας είναι

» ο καλός. Όμως α θέλεις να μπεις στη ζωή, φύ-

» λαξε τις εντολές». Του είπε «Πιες;» Κι' ο Ιη-

σούς είπε «Το _ Μη σκοτώνεις, μη μοιχεύεις, μην κλέ-

» βεις, μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα και τη

» μητέρα, κι’ αγάπα το γείτονά σου όπως τον ίδιο

» εσένα»_. Του λέει ο νέος «Όλα αυτά τα φύλαξα-

» τι μου λείπει ακόμα;» Του λέει ο Ιησούς «Α θες

»να γίνεις τέλειος, σήρε πούλα τα υπάρχοντά σου

» και δώσ' τα στους φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό

» στα ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' ο νέος

όταν άκουσε το λόγο αυτό, έφυγε λυπημένος• γιατί

είχε πλούτη πολλά. Κι' ο Ιησούς είπε στους μα-

θητάδες του «Αληθινά σας λέω, πως πλούσιος δύ-

» σκολα θα μπει στη βασίλεια των ουρανών. Και

» πάλι σας λέω, ευκολώτερα περνά γκαμήλα από

» βελόνας μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βα-

» σιλεία του Θεού». Κι' όταν τ' άκουσαν οι μαθη-

τάδες, σάστισαν υπερβολικά και λέγανε «Πιος τάχα

» μπορεί να σωθεί;» Κι' ο Ιησούς τους κοίταζε κι

είπε «Με τους ανθρώπους τούτο αδύνατο, μα με το

» Θεό τα πάντα δυνατά».

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 2 / 16 段