48. Κι' όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολού- [8]

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic. A table with spelling and other mistakes has been

incorporated in the text. The spelling of the book has not been

changed otherwise. Brackets in the text have been kept. Words

in italics are included in _ . Pages 182-183 are missing. I have

inserted an endnote, marked by {}.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε

μονοτονικό. Ο Πίνακας παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψη στο κείμενο.

Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι

αγκύλες εντός του κειμένου έχουν διατηρηθεί. Λέξεις με

πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _ . Οι σελίδες 182-183

λείπουν. Έχω προσθέσει μια υποσημείωση στο τέλος του βιβλίου,

σημειωμένη με {}.

Η

ΝΕΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ

Η

ΝΕΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΚΑΤΑ ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΧΕΡΟΓΡΑΦΟ {1}

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ

ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ούτως και υμείς δια της γλώσσης εάν μη

εύσημον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται

τo λαλούμενον;

ΠΑΥΛΟΣ Κορ. Α, 37

ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ

THE LIVERPOOL BOOKSELLERS' CO., LTD.,

70 LORD STREET 70

1902

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

Κατάλογος του γένους του Ιησού Χριστού, γιου

του Δαυείδ, γιου του Αβραάμ.

Ο Αβραάμ έκανε τον Ισαάκ

κι’ ο Ισαάκ έκανε τον Ιακώβ

κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιούδα και τους αδερφούς του

κι’ ο Ιούδας έκανε το Φαρές και το Ζαρέ από τη Θά-

[μαρ

κι’ ο Φαρές έκανε τον Εσρώμ

κι’ ο Εσρώμ έκανε τον Αράμ

κι’ ο Αράμ έκανε τον Αμειναδάβ

κι’ ο Αμειναδάβ έκανε το Ναασσών

κι’ ο Ναασσών έκανε το Σαλμών

κι’ ο Σαλμών έκανε το Βοές από τη Ραχάβ

κι’ ο Βοές έκανε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ

κι’ ο Ιωβήδ έκανε τον Ιεσσαί

2. κι’ ο Ιεσσαί έκανε το Δαυείδ το βασιλέα

κι’ ο Δαυείδ έκανε το Σολομώνα από τη γυναίκα του

Ουρεία

κι’ ο Σολομώνας έκανε το Ροβοάμ

κι’ ο Ροβοάμ έκανε τον Αβιά

κι’ ο Αβιά έκανε τον Ασάφ

κι’ ο Ασάφ έκανε τον Ιωσαφάτ

κι’ ο Ιωσαφάτ έκανε τον Ιωράμ

κι’ ο Ιωράμ έκανε τον Οζεία

κι’ ο Οζείας έκανε τον Ιωάθαμ

κι’ ο Ιωάθαμ έκανε τον Άχαζ

κι’ ο Άχαζ έκανε τον Εζεκία

κι’ ο Εζεκίας έκανε το Μανασσή

κι’ ο Μανασσή έκανε τον Αμώς

κι’ ο Αμώς έκανε τον Ιωσεία

κι’ ο Ιωσείας έκανε τον Ιεχονία και τους αδερφούς

του στον καιρό της τοπαλλαξιάς της Βαβυλώ-

νας. 3. Κι' ύστερα από την τοπαλλαξιά της

Βαβυλώνας

ο Ιεχονίας κάνει το Σελαθιήλ

κι’ ο Σελαθιήλ κάνει το Ζοροβάβελ

κι’ ο Ζοροβάβελ κάνει τον Αβιούδ

κι’ ο Αβιούδ έκανε τον Ελιακείμ

κι’ ο Ελιακείμ έκανε τον Αζώρ

κι’ ο Αζώρ έκανε το Σαδώκ

κι’ ο Σαδώκ έκανε τον Αχείμ

κι’ ο Αχείμ έκανε τον Ελιούδ

κι’ ο Ελιούδ έκανε τον Ελεάζαρ

κι’ ο Ελεάζαρ έκανε το Μαθθάν

κι’ ο Μαθθάν έκανε τον Ιακώβ

κι’ ο Ιακώβ έκανε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας,

που γέννησε τον Ιησού, αυτόν που λέγεται

Χριστός.

4. Όλες λοιπόν οι γενεές από Αβραάμ ως Δαυείδ

γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από Δαυείδ ως στην τοπαλ-

λαξιά της Βαβυλώνας γενεές δεκατέσσερεις, κι’ από

την τοπαλλαξιά της Βαβυλώνας ως στο Χριστό γενεές

δεκατέσσερεις.

5. Και του Χριστού Ιησού η γέννηση έγινε έτσι.

Όταν αρρεβωνιάστηκε η μητέρα του η Μαρία τον

Ιωσήφ, πριν πάνε μαζί, βρέθηκε έγκυα από πνέμα

άγιο. Κι' ο Ιωσήφ ο άντρας της, όντας ενάρετος και

μη θέλοντας ναν την πομπέψει, βουλήθηκε ναν τη

χωρίσει κρυφά. Κι' αυτό αφού το συλλογίστηκε, να

άγγελος Κυρίου του παρουσιάστη στ' όνειρό του, κι’

είπε «Ιωσήφ, γιε του Δαυείδ, μη φοβηθείς να πά-

» ρεις τη Μαρία τη γυναίκα σου• γιατί το γεννημένο

» μέσα της είναι από πνέμα άγιο. Και θα γεννήσει

» γιο, και τ' όνομά του ναν το πεις Ιησού• γιατί

» αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες

» τους.» Κι' όλα αυτά έγιναν για ν' αληθέψει ό,τι

είπε ο Κύριος μέσο του Προφήτη, που λέει _ Νά η

παρθένα θα συλλάβει και γεννήσει γιο, και θα πουν

τ' όνομά του Εμμανουήλ _ , που ξηγημένο σημαίνει

« Μαζί μας ο Θεός». 6. Και σα σηκώθηκε ο Ιω-

σήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγε-

λος Κυρίου και πήρε τη γυναίκα του, και δεν τη

γνώριζε ως που γέννησε γιο. Κι' έβγαλε τ' όνομά του

Ιησού.

7. Και σα γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της [2]

Ιουδαίας στον καιρό του Ηρώδη του βασιλέα, νά

μάγοι από την ανατολή φτάσανε στην Ιερουσαλήμ

και λέγανε «Πού 'ναι ο γεννημένος βασιλέας των Ιου-

» δαίων; Γιατί είδαμε τ' άστρο του στην ανατολή

» κι’ ήρθαμε ναν τον προσκυνήσουμε». Και σαν τ'

άκουσε ο βασιλέας Ηρώδης, ταράχτη. [καθώς] κι’

όλη η Ιερουσαλήμ μαζί του, και συνάζοντας όλους

τους πρωτοπαπάδες και τους διαβασμένους του λα-

ού, τους ρώταε πού γεννιέται ο Χριστός. Κι' εκείνοι

τούπανε «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας• γιατί έτσι

» είναι γραμένο μέσο του Προφήτη _ _ Κι εσύ Βη-

» θλέεμ γη του Ιούδα, δεν είσαι όχι η πιο ασή-

» μαντη από τις πρωτεύουσες του Ιούδα• γιατί από

» σένανε θα βγει αρχηγός που θα βοσκήσει το λαό

» μου τον Ισραήλ». _

8. Τότες ο Ηρώδης έκραξε κρυφά τους μάγους

και ξακρίβωσε τον καιρό τ' άστρου που φαίνουνταν,

και στέλνοντάς τους στη Βηθλεέμ είπε «Πηγαίνετε

» και ξετάστε σωστά για το παιδί, και σαν το βρεί-

» τε, μηνύστε μου, για να πάω κι’ εγώ και ναν το

» προσκυνήσω». Κι' αυτοί σαν άκουσαν το βασιλέα,

μίσεψαν. Και να τ' άστρο πούδανε στην ανατολή

προχωρούσε ομπρός τους ως που πήγε και στάθηκε

απάνου εκεί πούταν το παιδί. Και σαν είδαν τ' άσ-

τρο, χάρηκαν χαρά μεγάλη υπερβολικά, και πήγανε

στο σπίτι κι’ είδαν το παιδί με τη Μαρία τη μητέρα

του, κι’ έπεσαν και το προσκύνησαν. Κι' ανοίγοντας

τους θησαυρούς τους του προσφέρανε χαρίσματα,

χρυσάφι και λιβάνι και μύρρα. Κι' αφού φωτίστη-

καν σ' όνειρό τους να μην ξαναγυρίσουνε στον Ηρώ-

δη, απ' άλλο δρόμο μίσεψαν πίσω στον τόπο τους.

9. Κι' αυτοί σα μίσεψαν πίσω στον τόπο τους, να

άγγελος Κυρίου φάνηκε στ' όνειρό του του Ιωσήφ

και λέει «Σήκω πάρε το παιδί και τη μητέρα του

» και φεύγα στην Αίγυπτο, και μένε εκεί ως που

» να σου πω• γιατί 'ναι ο Ηρώδης να ζητήσει το

» παιδί με σκοπό ναν το σκοτώσει». Κι' εκείνος

σηκώθηκε και πήρε νύχτα το παιδί και τη μητέρα

του κι’ έφυγε στην Αίγυφτο, κι’ έμενε εκεί ως στο

θάνατο του Ηρώδη, για ν' αληθέψει ό,τι είπε ο Κύ-

ριος μέσο του Προφήτη, που λέει _ Από την Αίγυ-

φτο έκραξα το γιο μου _ .

10. Τότες ο Ηρώδης όταν είδε πως γελάστη από

τους μάγους, θύμωσε υπερβολικά, κι’ έστειλε και

θανάτωσε τ' αγόρια όλα μέσα στη Βηθλεέμ και σ'

όλα της τα σύνορα από διο χρονών και κάτου σύφω-

να με τον καιρό που ξακρίβωσε από τους μάγους.

Τότες αλήθεψε το ειπωμένο μέσο του Ιερεμία του

προφήτη, που λέει _ Φωνή ακούστηκε στη Ραμά,

κλάμα και ξεφωνητό πολύ• η Ραχήλ πούκλαιγε τα

τέκνα της, και παρηγοριά δεν είχε τι δε ζουν. _

11. Και σαν πέθανε ο Ηρώδης, να άγγελος Κυ-

ρίου τού φαίνεται στ' όνειρό του του Ιωσήφ στην

Αίγυφτο και λέει «Σήκω πάρε το παιδί με τη μη-

» τέρα του και πήγαινε στον τόπο του Ισραήλ• γιατί

» πέθαναν όσοι ζητούσαν τη ζωή του παιδιού». Κι'

εκείνος σηκώθηκε και πήρε το παιδί και τη μητέρα

του και πήγε στον τόπο του Ισραήλ. Κι' όταν άκου-

σε πως ο Αρχέλαος βασιλεύει την Ιουδαία αντίς

τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθη εκεί να πάει,

μόνε, καθώς φωτίστηκε σ' όνειρό του, έφυγε στα

μέρη της Γαλιλαίας και πήγε και κατοίκησε χώρα

που λέγεται Ναζαρέτ, για ν' αληθέψει το ειπωμένο

μέσο των Προφητών, πως _ _ Ναζωραίο θαν τον κρά-

ξουν. _

12. Κι' εκείνες τις ημέρες βγαίνει ο Ιωάνης ο [3]

βαφτιστής, που κήρυχνε στην έρημο της Ιουδαίας

λέγοντας «Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των

» ουρανών». Γιατί αυτός είναι ο ειπωμένος μέσο

του Ησαΐα του προφήτη, που λέει _ Φωνή που

κάπιος κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο

του Κυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του. _ Κι'

ο ίδιος ο Ιωάνης είχε το φόρεμά του από γκαμή-

λας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση

του, κι’ είταν η θροφή του ακρίδες και μέλι άγριο.

13. Τότες πηγαίνανε όξω στον Ιωάνη τα Ιερο-

σόλυμα κι’ η Ιουδαία όλη κι’ όλα τα περίχωρα του

Ιορδάνη, και τους βάφτιζε μέσα στον Ιορδάνη τον

ποταμό αφού ξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Και

σαν είδε και πήγαιναν πολλοί από τους Φαρισαίους

και Σαδδουκαίους στο βάφτισμα, τους είπε «Γεννή-

» ματα οχιών, πιος σας οδήγησε να γλυτώστε από

» την οργή που φτάνει; Κάντε λοιπόν καρπό άξιο του

» μετανιωμού, και μη λέτε τάχα μέσα σας Πατέρα

» έχουμε τον Αβραάμ γιατί σας λέω πως απ' αυ-

» τές τις πέτρες ο Θεός μπορεί να βγάλει του παιδιά

» του Αβραάμ. Και πια το ξινάρι τώρα στέκει κον-

» τά στη ρίζα των δέντρων• κάθε λοιπόν δέντρο που

» δεν κάνει καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη

» φωτιά. Εγώ σας βαφτίζω με νερό για μετανιωμό,

» μα αυτός που φτάνει πίσω μου είναι δυνατώτερός

» μου, που δεν είμαι άξιος να σηκώσω τα σαντάλια

» του• αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο και φω-

» τιά. Που το φτιάρι 'ναι στο χέρι του και θα πασ-

» τρέψει πέρα ως πέρα τ' αλώνι του, και θα μαζέψει

» το στάρι του στην αποθήκη του, και τ' άχερο θα

» κάψει μ' άσβυστη φωτιά».

14. Τότες φτάνει ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον

Ιορδάνη να βρει τον Ιωάνη για να βαφτιστεί. Κι'

εκείνος τον αμπόδιζε κι’ έλεγε «Εγώ 'χω ανάγκη

» από σένα να βαφτιστώ, κι’ εσύ έρχεσαι σ' εμένα;»

Κι' ο Ιησούς αποκρίθηκε και τούπε «Άφισε τώ-

» ρα• γιατί έτσι πρέπει να κάνουμε κάθε μας χρέος».

Τότες τον αφίνει. 15. Κι' άμα βαφτίστηκε ο Ιησούς,

ευτύς ανέβηκε από τα νερά, και να άνοιξαν τα ου-

ράνια κι’ είδε πνέμα του Θεού που κατεβαίνοντας

σαν περιστέρι έρχουνταν απάνω του, και να φωνή

από τα ουράνια κι’ έλεγε «Αυτός είναι ο γιος μου

» ο αγαπητός πούχει την καλή μου γνώμη».

16. Τότες το πνέμα πήγε τον Ιησού απάνου [4]

στην έρημο για ναν τον πειράξει ο Διάβολος. Κι'

αφού νήστεψε μέρες σαράντα και νύχτες σαράντα,

ύστερα πείνασε. Και πήγε ο Πειρασμός και τούπε

« Αν είσαι γιος του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γί-

» νουν ψωμιά». Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε «Είναι

» γραμένο _ _ Με ψωμί μονάχα δε θα ζήσει ο άνθρωπος,

» μόνε μ' όπιο λόγο βγαίνει από το στόμα τον Θεού». _

17. Τότες τον πηγαίνει ο Διάβολος στην άγια χώρα

και τον έστησε στην άκρη απάνου του ναού, και του

λέει «Αν είσαι γιος του Θεού, ρήξου κάτου• γιατί

'ναι γραμένο πως _ _ Τους αγγέλους του για σένα θα

προστάζει, και θα σε σηκώσουνε στα χέρια μήπως

χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου» _ . Του είπε ο Ιη-

σούς «Πάλι 'ναι γραμένο _ _ Να μη δοκιμάζεις τον

» Κύριο το Θεό σου _ ». 18. Πάλι τον πηγαίνει ο Διά-

βολος σε βουνό αψηλό υπερβολικά και του δείχνει

όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους, και

τούπε «Αυτά όλα θα σ' τα δώσω αν πέσεις και με

» προσκυνήσεις». Τότες του λέει ο Ιησούς «Πήγαι-

» νε, Σατανά• γιατί 'ναι γραμένο _ Τον Κύριο το

» Θεό σον να προσκυνάς κι’ εκείνονε μονάχα να λα-

» τρεύεις _ ». Τότες τον παραιτάει ο Διάβολος, και να

άγγελοι ήρθαν και τον υπερετούσαν.

19. Και σαν άκουσε πως παράδωσαν τον Ιωάνη,

έφυγε στη Γαλιλαία, κι’ αφίνοντας τη Ναζαρά πήγε

και κατοίκησε την Καφαρναούμ την παράλιμνη στα

σύνορα, του Ζαβουλών και του Νεφταλείμ για ν'

αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του προ-

φήτη, που λέει _ Εσύ γη του Ζαβουλών και γη του

Νεφταλείμ στο δρόμο της λίμνης αντίπερα από τον

Ιορδάνη, εσύ Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθι-

σμένος σε σκοτάδι φως είδε μεγάλο, και στους καθι-

σμένους σε τόπο κι’ ήσκιο θανάτου φως τους ανά-

τειλε. _

Από τότες άρχισε ο Ιησούς να κηρύχνει και λέει

« Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρα-

» νών».

20. Και περπατώντας κοντά στη λίμνη της Γαλι-

λαίας είδε διο αδερφούς, το Σίμωνα που τον έλεγαν

Πέτρο και τον Αντρέα τον αδερφό του, ενώ έρρη-

χναν πλεμμάτι στη λίμνη — γιατί 'ταν ψαράδες — και

τους λέει «Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω ψα-

» ράδες ανθρώπων». Κι' εκείνοι αμέσως άφισαν τα

δίχτια και τον κολούθησαν. Και προχωρώντας από

κει, είδε άλλους διο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο

του Ζεβεδαίου και τον Ιωάνη τον αδερφό του, μέσα

στο καράβι με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους ενώ

διόρθωναν τα δίχτια τους, και τους έκραξε. Κι' εκεί-

νοι αμέσως άφισαν το καράβι και τον πατέρα τους

και τον ακολούθησαν.

21. Και γύριζε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας

μέσα στα συναγώγια τους και κηρύχνοντας το καλό

το μήνυμα της βασιλείας και γιατρεύοντας κάθε αρ-

ρώστια και κάθε πάθος του λαού. 22. Και πήγε η

φήμη του σ' όλη τη Συρία, και του φέρανε όλους

τους παθιασμένους, πιασμένους από κάθε λογής αρ-

ρώστια και βάσανο, δαιμονισμένους και σεληνιασμέ-

νους και παραλυτικούς• και τους γιάτρεψε. Και τον

ακολούθησαν πλήθη πολλά από τη Γαλιλαία και Δε-

κάπολη κι’ Ιεροσόλυμα κι’ Ιουδαία κι’ αντίπερα από

τον Ιορδάνη.

23. Κι' όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε το βουνό. [5]

Κι' αφού κάθησε, ήρθαν κοντά του οι μαθητάδες του,

κι’ άνοιξε το στόμα και τους δίδασκε λέγοντας

« Καλότυχοι οι φτωχοί από νου, γιατί δική τους

» είναι η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι οι λυ-

» πημένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν. Καλότυχοι

» οι ήμεροι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη.

» Καλότυχοι οι πεινασμένοι και διψασμένοι την αρε-

» τή, γιατί αυτοί θα χορταστούν. Καλότυχοι οι

» σπλαχνικοί, γιατί αυτοί θα δούνε σπλαχνιά. 24.

» Καλότυχοι οι με καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα

» δούνε το Θεό. Καλότυχοι όσοι φέρνουν ειρήνη,

» γιατί αυτούς θα πούνε γιους του Θεού. Καλότυχοι

» οι κατατρεμένοι για αρετή, γιατί δική τους είναι

» η βασιλεία των ουρανών. Καλότυχοι 'στε ότα

» σας βρίσουν και σας κατατρέξουν, και σας καταλα-

» λήσουνε για μένα κάθε κακό ψευτολογώντας. Χαί-

» ρεστε κι’ αναγαλλιάζετε, γιατί η αξία σας μεγάλη

» στα ουράνια• γιατί έτσι κατάτρεξαν τους προ-

» φήτες τους προτύτερά σας.

» Εσείς είστε τ' αλάτι της γης• κι’ αν τ' αλάτι

» μωραθεί, με τι θ' αλατιστεί; Τίποτα πια δεν αξί-

» ζει παρά ναν το ρήξεις όξω κι’ οι ανθρώποι ναν το

» καταπατούν. 25. Εσείς είστε το φως του κόσμου.

» Δε μπορεί χώρα να κρυφτεί απάνου σε βουνό χτισ-

» μένη. Μήτ' ανάβουνε λύχνο και τόνε βάζουν κάτου

» από το κοιλό, μόνε στο λυχνοστάτη απάνου, και

» φέγγει σ' όλους μέσα στο σπίτι. Έτσι ας λάμψει

» το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν

» τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον πατέρα σας

» στα ουράνια.

26.» Μη νομίστε πως ήρθα να χαλάσω το Νόμο

» ή τους Προφήτες• δεν ήρθα να χαλάσω, μόνε ν'

» αληθέψω. Γιατί αληθινά σας λέω, πριν περάσει ο

» ουρανός κι’ η γη, ένα γιώτα ή μια γραμμίτσα δε

» θα περάσει από το Νόμο, πρι να γίνουν όλα. Όπιος

» λοιπόν χαλάσει μια από κείνες τις εντολές — τις μι-

» κρότατες — κι’ έτσι διδάξει τους ανθρώπους, μικρό-

» τατο θαν τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών ό-

» πιος όμως κάνει και διδάξει, αυτόνε μεγάλο θαν

» τον πούνε στη βασιλεία των ουρανών. Γιατί σας

» λέω, πως α δεν πληθήνει η αρετή σας πιότερο από

» των διαβασμένων και Φαρισαίων, αδύνατο να μπεί-

» τε στη βασιλεία των ουρανών.

27.» Ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς

» Να μη σκοτώνεις• κι’ όπιος σκοτώσει, του πρέ-

» πει το κριτήρι. Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος

» θυμώνει τ' αδερφού του, του πρέπει το κριτήρι•

» κι’ όπιος πει τ' αδερφού του Ρακά, του πρέπει

» η σύνοδο• κι’ όπιος πει Βλάκα, του πρέπει η

» γέεννα της φωτιάς. Α λοιπόν προσφέρνεις το

» χάρισμά σου στο θυσιαστήρι απάνου κι’ εκεί θυ-

» μηθείς πως έχει τίποτα μαζί σου ο αδερφός σου,

» άφισέ το εκεί το χάρισμά σου στο θυσιαστήρι

» ομπρός, και σήρε πρώτα και φιλιώσου με τον

» αδερφό σου, και τότες έλα πρόσφερε το χάρισμά

» σου. Κέρδισε την καλογνωμιά τ' αντιδίκου σου

» γλήγορα όσο βρίσκεσαι στο δρόμο μαζί του, μή-

» πως σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή κι’ ο

» κριτής στον κλητήρα και φυλακιστείς• αληθινά

» σου λέω, δε θα βγεις από κει ως να γυρίσεις το

» στερνό κοδράντη.

28.» Ακούσατε πως ειπώθηκε _ Να μη μοιχεύ-

» εις. _ Εγώ όμως σας λέω, πως όπιος βλέπει γυ-

» ναίκα με σκοπούς αποθυμιάς, τήνε μοίχεψε κι’

» όλας μέσα στην καρδιά του. Κι' αν το μάτι σου

» το δεξύ σε σκανταλίζει, βγάλ' το και ρήξε το

» μακριά σου• γιατί σε συφέρνει ένα σου μέλος να

» χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να ρηχτεί σε γέ-

» εννα. Κι' αν το δεξύ σου χέρι σε σκανταλίζει, κόψ'

» το και ρήξε το μακριά σου• γιατί σε συφέρνει ένα

» σου μέλος να χαθεί, κι’ όχι όλο σου το κορμί να

» πάει σε γέενα.

29. » Κι' ειπώθηκε _ _ Όπιος χωρίσει τη γυναίκα

» του, ας της δώσει χωρισοχάρτι _ . Εγώ όμως σας

» λέω, πως όπιος χωρίσει τη γυναίκα του εξόν από

» λόγο ατιμίας, την κάνει και μοιχεύεται• κι’ όπιος

» χωρισμένη παντρευτεί, μοιχεύει.

30. » Πάλι ακούσατε πως ειπώθηκε στους παλιούς

» _ Να μην ψευτορκείς, μόνε να πλερώνεις στον Κύ-

» ριο τους όρκους σου _ . Εγώ όμως σας λέω, να

» μην ορκίζεσαι ολότελα, μήτε στον ουρανό γιατί

» 'ναι θρόνος του Θεού, μήτε στη γη γιατί 'ναι των

» ποδιών του σκαμνί, μήτε στα Ιεροσόλυμα γιατί

» 'ναι πολιτεία του μεγάλου βασιλέα, μήτε στην

» κεφαλή σου να μην ορκίζεσαι γιατί δε μπορείς μια

» τρίχα να κάνεις άσπρη ή μαύρη. Μόνε ας είναι

» ο λόγος σας ναι ναι, όχι όχι• το παραπάνου

» έρχεται από τον Κακό.

31. Ακούσατε πως ειπώθη _ Μάτι για μάτι και

» δόντι για δόντι. _ Εγώ όμως σας λέω, μην αν-

» τιστέκεις στον κακό, μόνε όπιος σε χτυπά στο

» δεξύ σου μάγουλο, γύρισ' του και τ' άλλο• κι’

» όπιος σου θέλει δίκες και να πάρει σου το ρούχο,

» άφισέ του και το πανωφόρι• κι’ όπιος σ' αγγα-

» ρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του διο. Σ' όπιονε

» σου γυρεύει δώσε, κι’ όπιος θέλει να σου δανειστεί

» μην του γυρίσεις ράχη.

32. » Ακούσατε πως ειπώθη _ Ν' αγαπάς το γεί-

» τονά σου και να μισείς τον εχτρό σου _ . Εγώ

» όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχτρούς σας και προ-

» σεύκεστε για το καλό όσωνε σας κατατρέχουν,

» έτσι να γίνετε γιοι του πατέρα σας στα ουράνια,

» γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και

» σε καλούς και βρέχει σε δίκιους κι’ άδικους.

» Τι ανίσως αγαπήστε όσους σας αγαπούν, τι αξία

» έχετε; Το ίδιο δεν κάνουν κι’ οι τελώνες; Κι'

» α χαιρετήστε τους αδερφούς σας μοναχά, τι πα-

» ραπάνου κάνετε; Το ίδιο δεν κάνουνε κι’ οι εθνι-

» κοί; Γίνετε λοιπόν εσείς τέλειοι, όπως τέλειος

» είναι ο πατέρας σας ο ουράνιος.

[6] 33.» Προσέχετε τα χρέη σας να μην τα κάνετε

» μπροστά στους ανθρώπους, έτσι για να σας καμα-

» ρώσουν• ειδεμή, αξία δεν έχετε με τον πατέρα μου

» στα ουράνια. Ότα λοιπόν ελεείς, μη σαλπίζεις

» μπροστά σου, όπως κάνουν οι υποκριτάδες μέσα

» στα συναγώγια και στενά για να παινεθούν από

» τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την

» πλερωμή τους. Μονάχα εσύ σαν ελεείς, ας μη μάθει

» το ζερβύ σου το τι κάνει το δεξύ σου, για να μείνει

» η ελεημοσύνη σου κρυφή• κι’ ο πατέρας σου που

» βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

34. »Κι' όταν κάντε προσευχή, μη γίνεστε σαν

» τους υποκριτάδες• γιατί αγαπούνε μέσα στα συνα-

» γώγια και στων μεγάλων δρόμων τις γωνιές να

» στέκουν και προσεύκουνται, για να φανούνε στους

» ανθρώπους. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλε-

» ρωμή τους. Μονάχα εσύ σαν κάνεις προσευκή, έμπα

» μέσα στα κελλί σου, και κλείνοντας την πόρτα σου

» προσευκήσου στον πατέρα σου πούναι στο κρυφό•

» κι’ ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλε-

» ρώσει. Και στην προσευκή σας μη μωρολογάτε σαν

» τους υποκριτάδες, γιατί νομίζουν πως με την πο-

» λυλογιά τους θα συνακουστούν. Μην τους μιάστε

» λοιπόν• γιατί ξέρει ο Θεός ο πατέρας σας το τι

» σας χρειάζεται πριν του ζητήστε. Λοιπόν έτσι εσείς

» να προσεύχεστε _ Πατέρα μας εσύ μέσ' στα ουράνια,

» άγιο ας είναι τ' όνομά σου, ας έρθει η βασιλεία

» σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό

» [έτσι] και στη γη• το ψωμί μας όσο μας πέφτει

» δώσε μας σήμερα, και χάρισέ μας τα χρέη μας όπως

» κι’ εμείς χαρίσαμε σ' όσους μας χρωστούν και μη

» μας βάλεις σε πειρασμό, μόνε γλύτωσέ μας από

» τον Κακό. _ Γιατί α συχωρέστε των ανθρώπων τα

» φταιξίματά τους, θα συχωρέσει και σ' εσάς ο πα-

» τέρας σας ο ουράνιος• μα α δε συχωρέστε των ανθρώ-

» πων τα φταιξίματά τους, δε θα συχωρέσει μήτ'

» ο πατέρας σας τα δικά σας φταιξίματα.

35. » Και σα νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υπο-

» κριτάδες σκυθρωποί• γιατί αφανίζουνε τα πρόσωπά

» τους για να φανούνε στους ανθρώπους πως νηστεύ-

» ουν. Αληθινά σας λέω, έλαβαν την πλερωμή τους.

» Μόνε εσύ σα νηστεύεις, λάδωσε το κεφάλι σου και νίψε

» το πρόσωπό σου για να μη φανείς στους ανθρώπους

» πως νηστεύεις, μόνε στον πάτερα σου στο κρυφό• κι’

» ο πατέρας σου που βλέπει στο κρυφό θα σε πλερώσει.

36. » Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου

» σκουλήκι και φάγωμα αφανίζει κι’ όπου κλέφτες

» τρυπούν και κλέβουνε• μόνε θησαυρίζετε θησαυρούς

» στον ουρανό, όπου μήτε σκουλήκι μήτε φάγωμα

» αφανίζει κι’ όπου κλέφτες δεν τρυπούν μήτε κλέ-

» βουνε. Γιατί όπου 'ναι ο θησαυρός σου, εκεί θάναι

» κι’ η καρδιά σου.

37. » Ο λύχνος του κορμιού 'ναι το μάτι σου. Α

» λοιπόν το μάτι σού 'ναι αθώο, όλο το κορμί σου θά-

» ναι φωτεινό• μα αν είναι αχαμνό το μάτι σου, όλο

» τα κορμί σου θάναι σκοτεινό. Α λοιπόν σκοτάδι

» 'ναι το φως το μέσα σου, το σκοτάδι πόσο;

38. » Διο αφεντάδες να δουλεύει δε μπορεί κανείς•

» γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θ' αγαπή-

» σει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θ'

» αψηφίσει. Δε μπορείτε Θεό να δουλεύετε και Μα-

» μωνά. Γι' αυτό σας λέω, μη φροντίζετε για τη ζωή

» σας τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα

» σας τι θα φορέστε. Δεν είναι η ζωή πια πολύ από

» τη θροφή και το σώμα από το φόρεμα; Κοιτάξτε

» τα πουλιά τ' ουρανού, τι δε σπαίρνουν ούτε θερί-

» ζουν ούτε συνάζουνε σ' αποθήκες, κι’ ο πατέρας σας

» ο ουράνιος τα θρέφει• εσείς δεν αξίζετε πιο πολύ

» τους; Και πιος φροντίζοντας μπορεί στα χρόνια του

» μια πήχη να βάλει παραπάνου; Και για φόρεμα τι

» φροντίζετε; Παρατηρήστε τους κρίνους του κάμπου

» πώς γίνουνται• δε δουλεύουνε μήτε γνέθουν• όμως

» σας λέω πως κι’ ο Σολομώνας μέσα σ' όλη του

» τη δόξα σαν κανένα τους δε φόρεσε στολή. Α λοι-

» πόν του κάμπου τα χορτάρι πούναι σήμερα και τα-

» χιά το ρήχνουνε σε φούρνο, έτσι ο Θεός το στολίζει,

» όχι πολύ περισσότερο εσάς, λιγόπιστοι; Μη λοιπόν

» φροντίζετε λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι

» θα βάλουμε (επειδή όλα αυτά τα ζητούν οι εθνικοί),

» γιατί ξέρει ο πατέρας σας πως όλα αυτά σας χρειά-

» ζουνται• μόνε ζητάτε πρώτα την αγιοσύνη και τη

» βασιλεία του, κι’ όλα αυτά θα σας δοθούνε μαζί.

» Μη λοιπόν φροντίζετε για την αυρινή, γιατί η αυρι-

» νή θα φροντιστεί μονάχη της• της σώνει της ημέρας

» το δικό της βάσανο.

39.» Μη δικάζετε για να μη δικαστήτε• γιατί μ'

» ό,τι δίκη δικάζετε θα δικαστήτε και μ' ό,τι μέτρο

» μετράτε θα σας μετρηθεί. Και τι βλέπεις το ξυ-

» λάκι μέσα στο μάτι τ' αδερφού σου, και το πα-

» τερό μέσα στο δικό σου μάτι δεν το νιώθεις; Ή πώς

» θα πεις τ' αδερφού σου. Άφισε να βγάλω το ξυλάκι

» από το μάτι σου, και νά το πατερό μέσα στο δικό σου

» μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το πατερό μέσ' από

» το μάτι σου, και τότες κοίταξε να βγάλεις το ξυ-

» λάκι από το μάτι τ' αδερφού σου. 40. Μη δώστε

» τίποτ' αγιασμένο στα σκυλιά, μήτε να ρήξτε τα

» μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως

» τα καταπατήσουνε με τα πόδια τους και γυρνώντας

» σας ξεσκίσουν.

41.» Ζητάτε και θα σας δοθεί• γυρεύετε και θα

» βρείτε• χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί. Γιατί όπιος

» ζητά λαβαίνει, κι’ όπιος γυρεύει βρίσκει, και σ'

» όπιονε χτυπάει ανοίγουν. Ή πιος σας άνθρωπος

» που θα ζητήσει ο γιος του ψωμί, μήπως πέτρα θαν

» του δώκει; ή και ψάρι θα ζητήσει, μήπως θαν του

» δώκει φείδι; Α λοιπόν εσείς όντας κακοί ξέρετε των

» παιδιώνε σας να δίνετε καλά δοσίματα, πόσο πιο

» πολύ ο πατέρας σας ο ουράνιος θα δώκει καλά σ’

» όσους του ζητούν! Όλα λοιπόν όσα θέλετε να σας

» κάνουν οι ανθρώποι, έτσι κι’ εσείς ναν τους κάνετε•

» γιατί αυτός είναι ο Νόμος κι’ οι Προφήτες.

42. » Μπαίνετε από τη στενή την πύλη, γιατί

» πλατιά 'ναι η πύλη κι’ απλόχωρος ο δρόμος που

» φέρνει στο χαμό, και πολλοί 'ναι όσοι μπαίνουν από

» κει• όμως γιατί στενή 'ναι η πύλη και στρυμωχτός

» ο δρόμος που φέρνει στη ζωή, και λίγοι 'ναι που

» τόνε βρίσκουν.

43. » Προσέχετε από τους ψευτοπροφήτες, που

» σας έρχουνται με φορέματα προβάτων κι’ είναι από

» μέσα λύκοι αρπαχτικοί. Από τους καρπούς τους

» θαν τους νιώστε. Μήπως συνάζουν απ' αγκαθιές

» σταφύλια κι’ από τριβόλια σύκα; Έτσι κάθε δέν-

» τρο καλό κάνει καρπούς ωραίους, όμως το σάπιο

» δέντρο κάνει καρπούς κακούς. Δε γίνεται δέντρο

» καλό να κάνει καρπούς κακούς, μήτε σάπιο δέντρο

» να κάνει καρπούς καλούς. Δέντρο που δεν κάνει

» καρπό καλό κόβεται και ρήχνεται στη φωτιά. Λοι-

» πόν από τους καρπούς τους θαν τους νιώστε.

44. » Δε θα μπει στη βασιλεία των ουρανών όπιος

» μου λέει Κύριε, Κύριε, μόνε όπιος κάνει το θέλημα

» του πατέρα μου στα ουράνια. Πολλοί θα μου πουν

» εκείνη την ημέρα Κύριε, Κύριε, με τ' όνομά σου

» δεν προφητέψαμε και με τ' όνομά σου δε βγάλαμε

» δαιμόνια και με τ' όνομά σου δεν κάναμε θάματα

» πολλά; Και τότες θαν τους απολογηθώ πως Ποτές

» δε σας ήξερα• φύγετε από μένα οι εργάτες της ανο-

» μίας.

45.» Όπιος λοιπόν ακούει μου αυτά τα λόγια και

» τα κάνει, θα μιάσει άνθρωπο φρόνιμο πούχτισε το

» σπίτι του στην πέτρα απάνου• και κατέβηκε η βροχή

» κι’ ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι ανέμοι, και

» πλακώσανε στο σπίτι εκείνο και δεν έπεσε• γιατί

» είτανε θεμελιωμένο στην πέτρα απάνου. 46. Κι'

» όπιος ακούει μου αυτά τα λόγια και δεν τα κάνει,

» θα μιάσει άνθρωπο ασυλλόγιστο πούχτισε το σπίτι

» του στον άμμο απάνου• και κατέβηκε η βροχή κι’

» ήρθαν τα ποτάμια και φυσήξανε οι άνεμοι, και χτυ-

» πήσανε το σπίτι εκείνο κι’ έπεσε, κι’ είταν τρανό το

» πέσιμό του».

47. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς αυτά

τα λόγια, σάστιζαν τα πλήθη με τη διδαχή του•

γιατί τους δίδασκε σα να 'χε εξουσία κι’ όχι καθώς

οι διαβασμένοι τους.

48. Κι' όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολού- [8]

θησαν πλήθη πολλά. Και να λωβιασμένος ήρθε και

τον προσκυνούσε λέγοντας «Κύριε, α θέλεις, μπορείς

» να με καθαρίσεις». Κι' απλώνοντας το χέρι του τον

άγγιξε κι’ είπε «Θέλω, καθαρίσου». Κι' ευτύς του

καθαρίστη η λώβα. Κι' ο Ιησούς του λέει «Κοίτα

» μην το πεις κανενός, μόνε σήρε δείξου στον παπά,

» και πρόσφερε το χάρισμα που πρόσταξε ο Μωϋσής,

» έτσι για να φωτιστούν».

49. Και σα μπήκε στην Καφαρναούμ πήγε ένας

εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε κι’ έλεγε «Κύριε,

» το παιδί μου κοίτεται στο σπίτι παραλυτικό και

» βασανίζεται τρομερά». Του λέει «Εγώ έρχουμαι

» και τον γιατρεύω». Κι' ο εκατόνταρχος αποκρίθη κι’

είπε «Κύριε, δεν αξίζω για να μπεις κάτου από τη

» στέγη μου• μα μοναχά πες λόγο και θα γιατρευτεί

» το παιδί μου. Γιατί κι’ εγώ 'μαι άνθρωπος υπο-

» ταχτικός έχοντας κάτου μου στρατιώτες, και λέω

» στον ένα Πήγαινε, και πηγαίνει, και σ' άλλον Έλα,

» κι’ έρχεται, και στο σκλάβο μου Κάνε ετούτο, και

» το κάνει». Και σαν άκουσε ο Ιησούς, απόρησε κι’

είπε σ' όσους τον ακολουθούσαν• «Αληθινά σας λέω,

» σε κανέναν τόση πίστη δε βρήκα μέσα στον Ισ-

» ραήλ. Και σας λέω, πως πολλοί απ' ανατολή και

» δύση θάρθουν και θα κάτσουνε μαζί με τον Αβραάμ

» και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ μέσα στη βασιλεία

» των ουρανών, μα τους γιους της βασιλείας θαν τους

» βγάλουν όξω στο σκοτάδι το πιο εξώτερο• εκεί θα

» 'ναι το κλάψε και το τρίξε των δοντιών». Κι' είπε

ο Ιησούς στον εκατόνταρχο «Πήγαινε• όπως πίστε-

» ψες ας σου γίνει». Και γιατρεύτη το παιδί την ώρα

εκείνη.

50. Κι' όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέ-

τρου, είδε την πεθερά του κατάκοιτη και θερμα-

σμένη• κι’ άγγιξε το χέρι της, και την αφήκε η θέρμη

και σηκώθηκε και τον υπερετούσε. Και σα βράδιασε,

του φέρανε δαιμονισμένους πολλούς κι’ έβγαλε τα πνέ-

ματα με λόγο, και γιάτρεψε όλους τους αρρώστους,

για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του Ησαΐα του

προφήτη, που λέει _ Αυτός πήρε τις αρρώστιες μας και

τα πάθια σήκωσε _ .

51. Και σαν είδε ο Ιησούς γύρω του πλήθος,

πρόσταξε να παν αντίπερα. Κι' ένας διαβασμένος

πήγε και του είπε «Δάσκαλε, θα σ' ακολουθήσω όπου

» κι’ αν πας». Κι' ο Ιησούς του λέει «Οι αλεπούδες

» έχουν τρύπες και τα πουλιά τ' ουρανού φωλιές, όμως

» ο γιος τ' ανθρώπου δεν έχει πού να γύρει το κε-

» φάλι». Κι' άλλος μαθητής του είπε «Κύριε, πα-

» ραχώρησέ μου να πάω πρώτα και να θάψω τον πα-

» τέρα μου». Κι' ο Ιησούς του λέει «Ακολούθα με,

» κι’ ας θάψουν τους νεκρούς τους οι νεκροί».

52. Και μπήκε σε καράβι και τον ακολούθησαν οι

μαθητάδες του. Και να φουρτούνα μεγάλη έγινε στη

λίμνη, τόσο που το καράβι το σκέπαζαν τα κύματα.

Κι' εκείνος κοιμούνταν. Και πήγαν και τόνε σηκώ-

σανε λέγοντας «Κύριε, σώσε, χανόμαστε». Και τους

λέει «Τι δειλιάζετε, λιγόπιστοι;» Τότες σηκώθηκε

και μάλωσε τους ανέμους και τη λίμνη κι’ έγινε κα-

λοσύνη μεγάλη. Κι' απορούσαν οι ανθρώποι λέγοντας

« Σαν τι 'ναι αυτός που κι’ οι ανέμοι κι’ η λίμνη τον

» ακούν;»

53. Και σαν πήγε αντίπερα στον τόπο των Γα-

δαρηνών, απάντησε διο δαιμονισμένους πούβγαιναν

από τα μνήματα, άγριους υπερβολικά, τόσο που δε

μπορούσε κανείς να περάσει από το δρόμο εκείνο. Και

νά φώναξαν κι’ είπαν «Τι θέλεις από μας, γιε του

» Θεού; Ήρθες εδώ πριν την ώρα να μας βασανί-

» σεις;» Κι' είτανε μακριά από κει κοπάδι μεγάλο

χοίροι που βοσκούσαν. Κι' οι δαιμόνοι τον παρακα-

λούσαν κι’ έλεγαν «Α μας βγάλεις, στείλε μας στο

» κοπάδι των χοίρων». Και τους είπε «Πηγαίνετε».

Κι' εκείνοι βγήκανε και πήγανε στους χοίρους, και να

όρμησε όλο το κοπάδι κάτου από τον γκρεμό στη λίμ-

νη, και ψοφήσανε μέσα στα νερά. Κι' οι βοσκοί έφυ-

γαν, και πήγανε στη χώρα και μηνήσανε τα πάντα

και το τι συνέβη στους δαιμονισμένους. Και να όλη

η χώρα βγήκε ν' απαντήσει τον Ιησού, κι’ άμα τον

είδαν, τον παρακαλέσανε να φύγει αλλού από τα σύ-

νορά τους.

[9] 54. Και μπαίνοντας σε καράβι, πέρασε αντίκρυ

και πήγε στον τόπο του. Και να του πήγαν παρα-

λυτικό απάνου σε κλινάρι πλαγιασμένο. Και σαν είδε

ο Ιησούς την πίστη τους, είπε του παραλυτικού

« Έχε θάρρος, παιδί μου, συχωρεμένες οι αμαρ-

» τίες σου». Και να μερικοί διαβασμένοι είπανε μέσα

τους «Αυτός ασεβεί». Κι' ο Ιησούς ένιωσε τους

στοχασμούς τους κι’ είπε «Γιατί στοχάζεστε κακά

» μέσα στην καρδιά σας; Γιατί τι 'ναι ευκολώτερο,

» να πεις Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να πεις Σή-

» κω και περπάτα; Όμως για να μάθετε πως έχει

» εξουσία ο γιος τ' Ανθρώπου στη γη να συχωρνά

» αμαρτίες,» τότες λέει του παραλυτικού «Σήκω πά-

» ρε το κλινάρι σου και σήρε σπίτι σου». Και σηκώ-

θηκε και πήγε σπίτι του. Και σαν τόδανε τα πλή-

θη, φοβηθήκανε, και δόξασαν το Θεό πούδωκε εξουσία

τέτια στους ανθρώπους.

55. Και περνώντας από κει ο Ιησούς είδε έναν

άνθρωπο καθισμένο στο τελώνιο που τον έλεγαν Μαθ-

θαίο, και του λέει «Ακολούθα με». Και σηκώθη και

τον ακολούθησε. Και συνέβη, ενώ 'ταν καθισμένος

[κι’ έτρωγε] μέσα στο σπίτι, να πολλοί τελώνες κι’

αμαρτωλοί ήρθαν και καθίσανε μαζί με τον Ιησού

και με τους μαθητάδες του. Κι' οι Φαρισαίοι σαν τους

είδαν, λέγανε στους μαθητάδες του «Γιατί τρώει ο δά-

» σκαλός σας μαζί με τους τελώνες και με τους αμαρ-

» τωλούς;» Κι' εκείνος τ' άκουσε κι’ είπε «Γιατρό

» δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι. Μόνε

» σήρτε μάθετε το τι θα πει _ Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι

» θυσία _ , γιατί δεν ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε

» αμαρτωλούς».

56. Τότες πηγαίνουνε στον Ιησού οι μαθητάδες

του Ιωάνη κι’ έλεγαν «Γιατί εμείς κι’ οι Φαρισαίοι

» νηστεύουμε, κι’ οι μαθητάδες σου δε νηστεύουν;»

Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορούν οι γιοι της

» αίθουσας του γάμου να πενθούν ενόσω βρίσκεται ο

» γαμπρός μαζί τους; Όμως θαρθεί καιρός που θαν

» τους πάρουν το γαμπρό, και τότες θα νηστέψουν.

» Και κανείς κομάτι καινούργιο δεν το βάζει μπάλ-

» λωμα σε ρούχο παλιό• γιατί το γιόμισμά του παίρ-

» νει από το ρούχο, και χειροτερεύει η τρύπα. Μήτε

» βάζουν καινούργιο κρασί σ' ασκιά παλιά• ειδεμή,

» σπουν τ' ασκιά, και το κρασί χύνεται και χάνουν-

» ται τ' ασκιά• μόνε βάζουνε κρασί καινούργιο σε

» καινούργια ασκιά, και βαστούνε και τα διο».

57. Ενώ τους μίλαε αυτά τα λόγια, να ένας άρ-

χοντας πήγε και τον προσκυνούσε κι’ έλεγε πως «Η

» κόρη μου ό, τι πέθανε• μόνε έλα βάλε απάνου της

» το χέρι και θα ζήσει». Κι' ο Ιησούς σηκώθη και

τον ακολούθησε, [καθώς] κι’ οι μαθητάδες του. Και

να γυναίκα μ' αιμορραγία δώδεκα χρόνια πήγε κοντά

από πίσω κι’ άγγιξε την άκρη του ρούχου του, γιατί

έλεγε μέσα της «Μοναχά το ρούχο του ν' αγγίξω,

» θα γλυτώσω». Κι' ο Ιησούς γύρισε, και σαν την

είδε, είπε «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε

» γλύτωσε». Και γλύτωσε η γυναίκα από κείνη την

ώρα. Κι' όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι τ' άρχοντα

κι’ είδε τους μουσικούς και τον κόσμο που μυρολο-

γούσε, έλεγε «Πηγαίνετε, γιατί δεν πέθανε το κο-

» ρίτσι, μόνε κοιμάται». Και τον περγελούσαν.

Όμως σαν έβγαλαν τον κόσμο όξω, μπήκε μέσα κι’

έπιασε το χέρι της, και σηκώθη το κορίτσι. Και

βγήκε η φήμη αυτή σ' όλον εκείνον τον τόπο.

58. Και περνώντας από κει ο Ιησούς, τον ακολου-

θήσανε διο τυφλοί που φώναζαν και λέγανε «Σπλα-

» χνίσου μας, γιε του Δαυείδ». Και σαν ήρθε σπίτι,

πήγαν οι τυφλοί και τους λέει ο Ιησούς «Πιστεύετε

» αυτό πως μπορώ ναν το κάνω;» Του λένε «Ναι,

» Κύριε». Τότες τους άγγιξε τα μάτια λέγοντας

« Ας σας γίνει κατά την πίστη σας», και τους

ανοίχτηκαν τα μάτια. Κι' ο Ιησούς τους φοβέρισε

κι’ είπε «Κοιτάξτε κανείς μην το μάθει». Μα εκεί-

νοι βγήκανε και κήρυξαν παντού τη φήμη του σ' όλον

εκείνον τον τόπο. Κι' αυτοί σαν έβγαιναν, να του

πήγαν έναν άλαλο δαιμονισμένο κι’ όταν του βγήκε

το δαιμόνιο, μίλησε ο άλαλος. Κι' απόρησαν τα

πλήθη κι’ έλεγαν «Ποτές τέτιο δε φάνηκε στο έθνος

» του Ισραήλ». Μα οι Φαρισαίοι λέγανε «Με τον

» αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια».

59. Και γύριζε ο Ιησούς όλες τις πολιτείες και

τα χωριά, διδάσκοντας μέσα στα συναγώγια τους

και κηρύχνοντας το καλό το μήνημα της βασιλείας

και γιατρεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

[10] 60. Και σαν είδε τα πλήθη, τους σπλαχνίστηκε,

γιατί είτανε σακατεμένοι και σπαραγμένοι σάμπως

πρόβατα δίχως βοσκό. Τότες λέει στους μαθητάδες

του «Πολύς ο θέρος, μα οι εργάτες λίγοι• παρα-

» καλέστε λοιπόν το νοικοκύρη του θέρου να βγάλει

» εργάτες για το θέρο του». Και φώναξε τους δώδεκα

μαθητάδες του, και τους έδωκε εξουσία ακάθαρτων

πνεμάτων που ναν τα βγάζουνε, και να γιατρεύουν

κάθε αρρώστια και κάθε πάθος.

61. Κι' αυτά 'ναι τα ονόματα των δώδεκα απο-

στόλων. Πρώτος ο Σίμωνας που τον έλεγαν Πέτρο

κι’ ο Αντρέας ο αδερφός του• κι’ ο Ιάκωβος ο γιος

του Ζεβεδαίου κι’ ο Ιωάνης ο αδερφός του• ο Φί-

λιππος κι’ ο Βαρθολομαίος• ο Θωμάς κι’ ο Μαθθαίος

ο τελώνης• ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου κι’ ο

Θαδδαίος• ο Σίμωνας ο Καναναίος• κι’ ο Ιούδας ο

Ισκαριώτης που και τον παράδωκε.

62. Τους δώδεκα αυτούς τους έστειλε ο Ιησούς

και τους παράγγειλε λέγοντας «Σε στράτα εθνών

» μην πάτε και σε χώρα Σαμαρειτών μη μπείτε,

» μόνε πηγαίνετε καλύτερα στα πρόβατα τα χαμένα

» του σπιτιού του Ισραήλ Και πηγαίνοντας κηρύ-

» χνετε και λέτε _ Έφτασε η βασιλεία των ουρανών _ .

» Αρρώστους γιατρεύετε, νεκρούς ανασταίνετε, λωβια-

» σμένους καθαρίζετε, δαιμόνια βγάζετε. 63. Χάρι-

» σμα λάβατε, χάρισμα δώστε. Μην προμηθευ-

» τείτε χρυσάφι μήτ' ασήμι μήτε χαλκό για τα ζου-

» νάρια σας• όχι ταγάρι για το δρόμο, μήτε διο

» φορέματα μήτε σαντάλια μήτε ραβδί• γιατί αξίζει

» ο δουλευτής τη θροφή του.

»Και σ' όπια χώρα μπείτε ή σε χωριό, ξετάστε

» πιος εκεί μέσα αξίζει, κι’ εκεί μείνατε ως που να

» μισέψτε. Και μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρετήστε

» το. Κι' αν το σπίτι αξίζει, ας λάβει την ειρήνη

» σας• μα α δεν αξίζει, ας γυρίσει η ειρήνη σας πί-

» σω σ' εσάς. Κι' όπιος δε σας δεχτεί μήτ' ακούσει

» τα λόγια σας, καθώς βγαίνετε από το σπίτι ή από

» τη χώρα εκείνη τινάξτε τη σκόνη των ποδιώνε

» σας. Αληθινά σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει

» ο τόπος των Σοδόμων και Γομόρρων σε μέρα κρί-

» σης παρά η χώρα εκείνη.

» Νά εγώ σας στέλνω σάμπως πρόβατα στη μέση

» λύκων• φανείτε λοιπόν προσεχτικοί σαν τα φείδια

» κι’ αθώοι σαν τα περιστέρια.

64.» Και προσέχετε από τους ανθρώπους• γιατί

» θα σας παραδώσουνε σε συνόδους, και μέσα στα

» συναγώγια τους θα σας βουρδουλίσουν, και μπρο-

» στά σ' αρχηγούς ακόμα και βασιλιάδες θα σηρθήτε

» απ' αφορμή μου, έτσι για να φωτιστούν, κι’

» αυτοί κι’ οι εθνικοί. Κι' ότα σας παραδώσουνε, μη

» φροντίζετε πώς ή τι θα μιλήστε, γιατί θα σας δοθεί

» την ώρα εκείνη τι να μιλήστε, τι δε μιλείτε εσείς,

» μόνε το πνέμα του πατέρα σας μέσο σας μιλεί.

» Και θα παραδώσει αδερφός αδερφό για θάνατο και

» πατέρας παιδί, και θα σηκωθούν παιδιά να χτυ-

» πήσουνε γονέους και θαν τους θανατώσουν Κι'

» όλοι για τ' όνομά μου θα σας μισούν μα όπιος

» έχει απομονή ως στο τέλος, αυτός θα σωθεί.

65.» Κι' ότα σας κατατρέχουνε σ' αυτή τη

» χώρα, φεύγετε στην άλλη• γιατί αληθινά σας λέω,

» πριν τελιώστε τις χώρες του Ισραήλ θαρθεί ο

» γιος τ' ανθρώπου. Δεν περνάει μαθητής το δά-

» σκαλο του μήτε σκλάβος τον αφέντη του• σώνει

» του μαθητή ότα γίνει σαν το δάσκαλό του, κι’ ο

» σκλάβος καθώς τον αφέντη του. Αν του νοικο-

» κύρη του κατηγορήσανε Βεεζεβούλ, πόσο πιο πολύ

» στους ανθρώπους του; Μη λοιπόν τους φοβηθείτε• τι

» δεν έχει σκεπασμένο που δε θα ξεσκεπαστεί, και

» κρυφό που δε θα μαθευτεί. Στο σκοτάδι ό,τι σας

» λέω, πέστε το στο φως• και στ' αυτί [σας] ό,τι

» ακούτε, κηρύξτε το από πάνου από τα δώματα.

» Και μη φοβηθείτε απ' όσους θανατώνουν το κορμί,

» μα την ψυχή να θανατώσουνε δε μπορούν μόνε να

» φοβάστε κάλια όπιονε μπορεί και ψυχή και σώμα

» ν' αφανίσει μέσ' σε γέεννα. Διο σπουργίτια δεν που-

» λιούνται ένα ασσάρι; Μήτ' ένα τους δε θενά πέσει

» κατά γης δίχως ο πατέρας σας να θέλει. Μα εσάς

» κι’ οι τρίχες της κεφαλής σας είναι μετρημένες. Μη

» λοιπόν φοβάστε• πολλά σπουργίτια υπερτεράτε εσείς.

66. » Όπιος λοιπόν με παραδεχτεί μπροστά στους

» ανθρώπους, θαν τον παραδεχτώ κι’ εγώ μπρο-

» στά στον πατέρα μου πούναι στα ουράνια• μα

» όπιος μ' αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θαν

» τον αρνηθώ κι’ εγώ μπροστά στον πατέρα μου πού-

» ναι στα ουράνια.

67. »Μη νομίστε πως ήρθα να βάλω ειρήνη

» στη γη• δεν ήρθα να βάλω ειρήνη, μόνε σπαθί.

» Γιατί ήρθα να χωρίσω άνθρωπο με τον πατέρα

» του, και κόρη με τη μάννα της, και νύφη με την

» πεθερά της, κι’ εχτροί τ' ανθρώπου οι σπιτικοί του.

68. » Όπιος αγαπά πατέρα ή μάννα καλύτερά

» μου, δεν του αξίζω• κι’ όπιος αγαπά γιο του ή

» κόρη καλύτερά μου, δεν του αξίζω• κι’ όπιος δεν

» παίρνει το σταυρό του και δεν ακολουθά από πίσω

» μου, δεν του αξίζω. Όπιος κερδίσει τη ζωή του,

» θαν τη χάσει• κι’ όπιος για μένα χάσει τη ζωή

» του, θαν την κερδίσει.

69. Όπιος σας δέχεται, εμένα δέχεται• κι’

» όπιος εμένα δέχεται, δέχεται το στάλτη μου.

» Όπιος δέχεται προφήτη σαν προφήτη, προφήτη

» πλερωμή θα λάβει• κι’ όπιος δέχεται ενάρετο σαν

» ενάρετο, ενάρετου πλερωμή θα λάβει. Κι' όπιος

» σα μαθητή ποτίσει ένανε από τους μικρούς αυτούς

» ποτήρι μόνο κρύο νερό, αληθινά σας λέω, δε θα

» χάσει την πλερωμή του».

[11] 70. Και συνέβηκε, σαν τέλιωσε ο Ιησούς το να

προστάζει τους μαθητάδες του, έφυγε από κει για

να διδάσκει και κηρύχνει μέσ' στις πολιτείες τους.

Κι' ο Ιωάνης σαν άκουσε μέσα στη φυλακή τα

έργα του Χριστού, έστειλε με τους μαθητάδες του

και τούπε «Εσύ 'σαι εκείνος πούρχεται ή άλλονε να

» καρτερούμε;» Κι' ο Ιησούς απάντησε και τους

είπε «Πηγαίνετε και πληροφορήστε τον Ιωάνη όσα

» ακούτε και βλέπετε. Τυφλοί ξαναβλέπουν και κου-

» τσοί περπατούν, λωβιασμένοι καθαρίζουνται και

» κουφοί ακούν, και νεκροί ανασταίνουνται, και σε

» φτωχούς πάει μήνημα χαράς. Και μακαρισμένος

» όπιος δε σκανταλιστεί μαζί μου».

71. Κι' ενώ πήγαιναν εκείνοι, άρχισε ο Ιησούς

και μιλούσε στα πλήθη για τον Ιωάνη «Τι βγή-

» κατε στην ερημιά για να κοιτάξτε; καλάμι

» ανεμοσάλευτο; Μόνε τι βγήκατε να δείτε; άν-

» θρωπο απαλά ντυμένο; Νά τοι όσοι φορούνε τ'

» απαλά, μέσα στα βασιλικά παλάτια. Μόνε τι

» βγήκατε να δείτε; προφήτη; Ναι σας λέω, και

» περισσότερο από προφήτη. Αυτός είναι που γρά-

» φτηκε _ Νά εγώ στέλνω τον απόστολό μου προτύτερά

» σου, που θα φτιάσει πριν τη στράτα σου _ . Αληθινά

» σας λέω, μέσα σε γεννήματα γυναικών δε βγήκε

» μεγαλύτερος από τον Ιωάνη το βαφτιστή• όμως

» ο μικρότερος στη βασίλεια των ουρανών είναι με-

» γαλύτερός του. Μόνε από τις μέρες του Ιωάνη

» του βαφτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών

» ρημάζεται και ρημάχτες την αρπάζουν. Γιατί

» όλοι οι Προφήτες κι’ ο Νόμος ως στον Ιωάνη

» προφήτεψαν κι’ α θέτε να παραδεχτείτε, αυτός εί-

» ναι ο Ηλίας πούναι νάρθει. Όπιος έχει αυτιά, ας

» ακούει.

72. » Και με τι να παραβάλω αυτή τη φύτρα;

» Μιάζει παιδιά καθισμένα στις αγορές, που κρά-

» ζουν στους συντρόφους τους και λεν _ Αυλούς λαλή-

» σαμε και δε χορέψατε• μοιρολογήσαμε και δε χτυ-

» πήσατε τα στήθια _ . Γιατί ήρθε ο Ιωάνης που

» μήτ' έτρωγε μήτ' έπινε, και λεν Έχει δαιμόνιο•

» ήρθε ο γιος τ' άνθρωπου που τρώει και πίνει,

» και λένε Νά άνθρωπος φαγάς και κρασοπότης,

» φίλος με τελώνες και μ' αμαρτωλούς. Κι' άγιασε

» η γνώση από τα έργα της».

73. Τότ' άρχισε να κατηγορεί τις χώρες όπου γί-

νηκαν τα πια πολλά του θάματα πως δε μετά-

νιωσαν «Αλίμονό σου, Χοραζείν! αλίμονό σου, Βηθ-

» σαϊδάν! Τι αν είχανε γενεί στην Τύρο και Σι-

» δώνα τα θάματα που σας έγιναν, καιρό τώρα

» θάχανε μετανιώσει με σακκόπανο και στάχτη.

» Όμως σας λέω, υποφερτότερα θα πάθει η Τύρο

» κι’ η Σιδώνα σε μέρα κρίσης παρά εσείς. Κι εσύ

» Καφαρναούμ που ως στον ουρανό σηκώθης, ως

» στον Άδη θενά κατεβείς• γιατί αν είχανε γενεί

» στα Σόδομα τα θάματα που σούγιναν εσένα, θα

» μένανε ως τα σήμερα. Όμως σας λέω, πως υπο-

» φερτότερα θα πάθει ο τόπος των Σοδόμων σε μέρα

» κρίσης παρά εσύ».

74. Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς αποκρίθη κι’

είπε «Δοξολογώ σε, πατέρα, αφέντη τ' ουρανού και

» της γης, γιατί τάκρυψες αυτά από σοφούς και

» γνωστικούς και τα φανέρωσες σ' αθώους. Ναι, πα-

» τέρα, γιατί είταν έτσι ο ορισμός σου. Όλα τα

» πάντα μου παράδωσε ο πατέρας μου, και κανείς

» δε γνωρίζει το γιο εξόν ο πατέρας• μήτε κανείς

» γνωρίζει τον πατέρα εξόν ο γιος κι’ οπιανού θέλει

» ο γιος ναν τόνε φανερώσει.

75. » Μαζί μου ελάτε όλοι που κοπιάζετε κι’

» όσοι είστε φορτωμένοι, κι’ εγώ σας ξεκουράζω.

» Σηκώστε το ζυγό μου απάνου σας, και μάθετε

» από μένα, γιατί ήμερος είμαι και με ταπεινή καρ-

» διά, και θα βρει ξεκούρασμα η ψυχή σας. Τι ο

» ζυγός μου 'ναι καλός κι’ αλαφρύ το φόρτωμά

» μου».

[12] 76. Εκείνον τον καιρό περπάτησε ο Ιησούς σάβ-

βάτο μέσα από τα σπαρτά• κι’ οι μαθητάδες του

πείνασαν, κι’ αρχίσανε και μαδούσαν στάχια κι’

έτρωγαν.

Κι' οι Φαρισαίοι, σαν τους είδαν, τούπανε «Κοίτα,

» οι μαθητάδες σου κάνουν ό,τι δεν πρέπει το σαβ-

» βάτο». Κι' εκείνος τους είπε «Δε διαβάσατε τι

» έκανε ο Δαυείδ σαν πείνασε κι’ όσοι είτανε μαζί

» του; πώς μπήκε μέσ' στον οίκο του Θεού και

» φάγανε τις προσφορές, που δεν έπρεπε να φάει,

» μήτε κι’ οι συντρόφοι του, εξόν οι παπάδες μόνοι;

» Ή δε διαβάσατε μέσα στο Νόμο πως σαββάτο

» μέσα στο ναό οι παπάδες καταλούνε το σαββάτο

» δίχως αμαρτία; Και σας λέω, πως από το ναό

» μεγαλύτερα έχει εδώ. Μα ανίσως γνωρίζατε το τι

» θα πει _ Σπλαχνιά θέλω κι’ όχι θυσία _ , δε θα κατα-

» δικάζατε τους αθώους. Γιατί εξουσιαστής του σαβ-

» βάτου είναι ο γιος τ' ανθρώπου».

77. Και φεύγοντας από κει, ήρθε στο συναγώγι

τους• και να ένας άνθρωπος με χέρι ξεραμένο. Και

τόνε ρώτησαν κι’ είπαν «Α μπορεί κανείς να για-

» τρεύει το σαββάτο», για ναν τον κατηγορήσουν.

Και τους είπε «Πιος από σας άνθρωπος που θάχει

» ένα πρόβατο, κι’ αν πέσει αυτό σαββάτο μέσ' σε

» λάκκο, δε θαν το πιάσει και σηκώσει; Πόσο λοιπόν

» καλύτερος από πρόβατο ο άνθρωπος; Έτσι μπο-

» ρείς σαββάτο να κάνεις καλό». Τότες λέει ταν-

θρώπου «Άπλωσε το χέρι σου». Και τ' άπλωσε,

και ξανάγινε γερό σαν τ' άλλο.

78. Κι' οι Φαρισαίοι βγήκαν και συφώνησαν πώς

ναν τον καταστρέψουν. Και τόνιωσε ο Ιησούς κι’

έφυγε από κει. Και τον ακολούθησαν πολλοί και

τους γιάτρεψε όλους, και τους πρόσταξε να μην τόνε

φανερώσουν, για ν' αληθέψει το ειπωμένο μέσο του

Ησαΐα του προφήτη, που λέει _ Νά το παιδί της

εκλογής μου, ο αγαπητός μου που λαχταρά η

ψυχή μου. Θα βάλω απάνου του το πνέμα μου,

και κρίση στα έθνη θα μηνήσει. Δε θα λογοφέρει

μήτε θορυβήσει, μήτε δε θ' ακουστεί στις δημο-

σιές η φωνή του. Καλάμι ραϊσμένο δε θα σπάσει

και φυτίλι που καπνίζει δε θα σβύσει, ως που να

βγάλει νικήτρα την κρίση. Και με τ' όνομά του

θενά ελπίσουν έθνη _ .

79. Τότες τούφεραν ένα δαιμονισμένο τυφλό κι’

άλαλο, και τόνε γιάτρεψε, τόσο που ο άλαλος λα-

λούσε κι’ έβλεπε. Και σάστιζαν όλα τα πλήθη κι’

έλεγαν «Τάχα μην είναι αυτός ο γιος του Δαυείδ;»

Κι' οι Φαρισαίοι τ' άκουσαν κι’ είπαν «Αυτός

» δε βγάζει τα δαιμόνια παρά με το Βεεζεβούλ

» τον αρχιδαίμονα». Κι' ένιωσε τους στοχασμούς

τους και τους είπε «Κάθε βασιλεία, σα διαιρεθεί,

» ρημάζεται, και κάθε πολιτεία ή σπίτι, σα διαιρε-

» θεί, δε θα σταθεί. Κι' α βγάζει ο Σατανάς το

» Σατανά, διαιρέθηκε• πώς θα σταθεί λοιπόν η βα-

» σιλεία του; Κι' αν εγώ με το Βεεζεβούλ τα βγά-

» ζω τα δαιμόνια, οι γιοι σας με πιον τα βγάζουν;

» Για τούτο αυτοί θα σας καταδικάσουν. Μα αν

» εγώ με πνέμα Θεού τα βγάζω τα δαιμόνια, θα

» πει σας πρόφτασε η βασιλεία του Θεού. Ή πώς

» μπορεί κανείς να μπει στου δυνατού το σπίτι και

» ν' αρπάξει τα συγύρια του, α δεν τον δέσει πρώτα

» το δυνατό, και τότες θα γυμνώσει του το σπίτι;

» Όπιος δεν είναι μαζί μου, είναι αντίθετός μου•

» κι’ όπιος μαζί μου δε μαζεύει, σκορπά. Γι' αυτό

» σας λέω, κάθε αμαρτία κι’ ασέβεια θα σας συ-

» χωρεθεί εσάς των ανθρώπων όμως στο Πνέμα ασέ-

» βεια δε θα συχωρεθεί. Κι' όπιος κακολογήσει το

» γιο τ' ανθρώπου, θαν του συχωρεθεί• όπιος όμως

» κακολογήσει το Πνέμα τ' άγιο, δε θαν του συ-

» χωρεθεί, μήτε σ' ετούτη τη ζωή μήτε στην κα-

» τόπι. Ή κάντε το δέντρο καλό και τον καρπό

» του καλό, ή κάντε το δέντρο σάπιο και τον καρπό

» του σάπιο• γιατί από τον καρπό γνωρίζεται το

» δέντρο. Οχιάς γεννήματα, πώς θα πείτε καλό

» όντας κακοί; Γιατί από της καρδιάς την πλη-

» σμονή λαλεί το στόμα. Ο καλός ο άνθρωπος από

» τον καλό το θησαυρό βγάζει καλά, κι’ ο κακός

» ο άνθρωπος από τον κακό το θησαυρό βγάζει

» κακά. Και σας λέω, πως κάθε λέξη άπρεπη που

» λαλήσουν οι ανθρώποι, θα δώσουνε για κείνη λόγο

» σε μέρα κρίσης• τι από τα λόγια σου θ' αθωωθείς

» κι’ από τα λόγια σου θα καταδικαστείς».

80. Τότες τ' απαντήσανε μερικοί διαβασμένοι κι’

είπαν «Δάσκαλε, θέλουμε σημάδι από σένα να

» δούμε». Κι' εκείνος αποκρίθη και τους είπε «Φυ-

» τρα κακή και παράλυτη σημάδι ζητά, και ση-

» μάδι δε θαν της δοθεί εξόν το σημάδι του Ιωνά

» του προφήτη. Γιατί όπως έμεινε ο Ιωνάς μέσα

» στην κοιλιά του μεγαλόψαρου τρεις μέρες και

» τρεις νύχτες, έτσι θα μείνει ο γιος τ' ανθρώπου

» μέσα στην καρδιά της γης τρεις μέρες και τρεις

» νύχτες. Νινευείτες θ' αναστηθούνε στον καιρό της

» κρίσης με τη φύτρα αυτή και θαν την καταδικά-

» σουν, τι μετανιώσανε με το κήρυγμα του Ιωνά,

» και να πιο πολύ από Ιωνά εδώ• βασίλισσα του

» νότου θα σηκωθεί στον καιρό της κρίσης με τη

» φύτρα αυτή και θαν την καταδικάσει, γιατί ήρθε

» από τα πέρατα της γης ν' ακούσει τη σοφία

» του Σολομώνα, και να πιο πολύ από Σολομώνα

» εδώ. Και σα βγει τ' ακάθαρτο το πνέμα από τον

» άνθρωπο, διαβαίνει ξερότοπους ζητώντας να ξε-

» κουραστεί και δε βρίσκει. Τότες λέει Σπίτι μου

» θα γυρίσω απ' όπου βγήκα. Κι' έρχεται και το

» βρίσκει πούχει σκόλη, σαρωμένο και συγυρισμένο.

» Τότες πάει και παίρνει μαζί του εφτά άλλα πνέ-

» ματα χειρότερά του, και μπαίνουνε και κατοικούν

» εκεί, και γίνουνται τ' ανθρώπου εκείνου τα στερνά

» χειρότερα από την αρχή• έτσι θα πάθει κι’ η φύ-

» τρα αυτή η κακή».

81. Ενώ ακόμα μιλούσε στα πλήθη, να η μη-

τέρα του και τ' αδέρφια του έστεκαν όξω και ζη-

τούσανε ναν του μιλήσουν. Κι' αυτός απάντησε σ'

εκείνον που του τόλεγε κι’ είπε «Πια 'ναι η μη-

» τέρα μου και πιοι 'ναι οι αδερφοί μου;» Κι'

άπλωσε το χέρι του στους μαθητάδες του απά-

νου κι’ είπε «Νά η μητέρα μου και τ' αδέρφια

» μου• γιατί όπιος κάνει το θέλημα του πατέρα

» μου πούναι στα ουράνια, αυτός αδερφός μου κι’

» αδερφή 'ναι και μητέρα».

[13] 82. Εκείνη την ημέρα βγήκε από το σπίτι ο

Ιησούς και κάθουνταν κοντά στη λίμνη, και μα-

ζεύτηκαν κοντά του πλήθη πολλά, τόσο που μπήκε

σε καράβι και καθότανε, και το πλήθος έστεκε

όλο στην ακρογιαλιά. Και τους μίλησε πολλά με

παραβολές κι’ είπε «Νά βγήκε ο σπάρτης να σπεί-

» ρει. Και καθώς έσπαιρνε, άλλα πέσανε σιμά στο

» δρόμο, κι’ ήρθαν τα πουλιά και τάφαγαν. Κι' άλλα

» έπεσαν απάνου σε πετρότοπους όπου δεν είχε χώ-

» μα πολύ, κι’ αμέσως βγήκανε με το να μην είχε

» βάθος γης, και σα βγήκε ο ήλιος κάηκαν, κι’

» όντας δίχως ρίζα ξεράθηκαν. Κι' άλλα πέσανε

» στ' αγκάθια απάνου, και μεγάλωσαν τ' αγκάθια

» και τα συνεπνίξανε. Κι' άλλα πέσανε στο χώμα

» το καλό, κι’ έδιναν καρπό, άλλο εκατό κι’ άλλο

» εξήντα κι’ άλλο τριάντα. Όπιος έχει αυτιά, ας

» ακούει».

83. Και πήγαν οι μαθητάδες [του] και τού-

πανε «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;» Κι' εκείνος

αποκρίθη και τους είπε πως «Εσάς σας δόθηκε να

» μάθετε τα μυστικά της βασιλείας των ουρανών,

» μα σ' εκείνους δε δόθηκε. Γιατί σ' όπιον έχει

» θα δοθεί και περισσέψει• κι’ όπιος δεν έχει θαν

» του πάρουν κι’ ό,τι έχει. Για τούτο τους μιλώ με

» παραβολές, γιατί βλέποντας δε βλέπουν, κι’ ακών-

» τας δεν ακούνε μήτε νιώθουν. Και τους γίνεται

» η προφητεία του Ησαΐα, που λέει _ Με την ακουή

» θ' ακούστε και δε θα νιώστε, και βλέποντας θα

» βλέψτε και δε θα δείτε• γιατί χόντρηνε τούτου του

» λαού η καρδιά, και με τ' αυτιά βαριάκουσαν• και

» τα μάτια τους σφάλησαν, μην τυχόνε δούνε με τα

» μάτια κι’ αγρικήσονν με τ' αυτιά και με την καρ-

» διά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους γιατρέ-

» ψω _ . Όμως εσάς καλότυχα τα μάτια γιατί βλέ-

» πουν, και τ' αυτιά σας γιατί ακούν τι αληθινά

» σας λέω, πως πολλοί προφήτες κι’ άγιοι αποθύμη-

» σαν να δουν τα όσα βλέπετε και δεν είδαν, και ν'

» ακούσουν όσα ακούτε και δεν άκουσαν.

84. » Εσείς λοιπόν ακούστε την παραβολή του

» σπάρτη. Καθενός π' ακούει της βασιλείας το λόγο

» και δε νιώθει, έρχεται ο Κακός κι’ αρπάζει το

» σπαρμένο μέσα στην καρδιά του• αυτός είναι που

» σπάρθηκε σιμά στο δρόμο. Κι' ο σπαρμένος στους

» πετρότοπους, αυτός είναι π' ακούει το λόγο και που

» ευτύς μετά χαράς τόνε δέχεται, μα δεν έχει ρίζα

» μέσα του, μόνε είναι πρόσκαιρος, και μόλις τύχει

» από το λόγο συφορά ή καταδρομή, ευτύς σκουν-

» τάφτει. Κι' ο σπαρμένος [μέσα] στ' αγκάθια,

» αυτός είναι π' ακούει το λόγο, κι’ η συλλογή του

» κόσμου κι’ η απάτη του πλούτου συνεπνίγει το

» λόγο και γίνεται άκαρπος. Κι' ο σπαρμένος στο

» καλό το χώμα απάνου, αυτός είναι π' ακούει το

» λόγο και που νιώθει, που δα καρποφορά και κάνει

» άλλος εκατό κι’ άλλος εξήντα κι’ άλλος τριάντα».

85. Και μια άλλη ακόμα παραβολή τους είπε

λέγοντας «Έμιασε η βασιλεία των ουρανών σαν

» άνθρωπος πούσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του.

» Κι' ενώ κοιμούνταν οι ανθρώποι, ήρθε ο εχτρός του

» κι’ έσπειρε κατόπι ανάμεσα στο στάρι ήρες κι’

» έφυγε. Κι' ότα βλάστησε το χόρτο κι’ έκανε καρ-

» πό, τότες φάνηκαν κι’ οι ήρες. Και παν του νοικο-

» κύρη οι σκλάβοι και του λεν Αφέντη, δεν έσπειρες

» καλό σπόρο στο χωράφι σου; πώς λοιπόν έχει ήρες;

» Κι' εκείνος τους είπε Εχτρός άνθρωπος τόκανε αυ-

» τό. Κι' εκείνοι του λένε Θέλεις λοιπόν να πάμε και

» ναν τις μαζέψουμε; Κι' εκείνος λέει Όχι, μήπως

» μαζεύοντας τις ήρες ξερριζώστε μαζί τους το στά-

» ρι. Αφίστε τα μαζί να μεγαλώσουν και τα διο ως

» στο θέρο• και τον καιρό του θέρου θα πω στους θε-

» ριστάδες Μαζέψτε πρώτα τις ήρες και δέστε τες

» δεμάτια ναν τις κάψουμε, και τα στάρι συνάξτε το

» στην αποθήκη μου».

Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο · 第 1 / 16 段