Είπα λοιπόν εγώ· Πρωταγόρα, μη φαντάζεσαι ότι επιθυμώ να
συνδιαλεχθώ μαζί σου με άλλον σκοπόν παρά διά να εξετάσωμεν εκείνα
εις τα οποία από φοράν εις φοράν εγώ ο ίδιος έχω αμφιβολίαν. Διότι
φρονώ ότι πολύ σωστά λέγει ο Όμηρος τα εξής· «όταν δύο πηγαίνουν
μαζί, ο ένας βλέπει εκείνο το οποίον δεν βλέπει ο άλλος». Όταν
βεβαίως είμεθα μαζί πολλοί άνθρωποι, έχομεν μεγαλυτέραν ευκολίαν
εις κάθε πράγμα το οποίον πρόκειται να κάμωμεν και να είπωμεν και
να σκεφθώμεν· ένας άνθρωπος, και αν σκεφθή κάτι, αμέσως τρέχει εδώ
και εκεί και ζητεί κανένα άλλον διά να του το φανερώση και με τον
οποίον να βεβαιωθή ότι είναι σωστόν, έως ου να εύρη κανένα. Έτσι
και εγώ δι' αυτήν την αιτίαν συνδιαλέγομαι με σε καλύτερα παρά με
άλλον, επειδή νομίζω ότι συ έχεις εξετάση κάλλιστα και τα άλλα
ζητήματα, τα οποία χρέος έχει ο πεπαιδευμένος να εξετάζη, και το
ζήτημα περί αρετής. Εις ποίον δε άλλον ημπορεί κανείς ν' απευθυνθή
καλύτερα παρά εις σε; Ο οποίος βεβαίως νομίζεις ότι είσαι ενάρετος
άνθρωπος και όχι ωσάν μερικοί άλλοι, οι οποίοι αυτοί μεν οι ίδιοι
είναι μορφωμένοι, άλλους όμως να καταστήσουν μορφωμένους δεν
ημπορούν. Συ δε και ο ίδιος είσαι ενάρετος και άλλους είσαι ικανός
να κάμης εναρέτους, και έχεις τόσην πεποίθησιν εις τον εαυτόν σου,
ώστε και εν ώ άλλοι κρύπτουν αυτήν την τέχνην, συ βέβαια δημοσίως
την εκήρυξες εις όλους τους Έλληνας ονομασθείς σοφιστής, και
απέδειξες τον εαυτόν σου διδάσκαλον παιδείας και αρετής, απαιτήσας
πρώτος να λαμβάνης διά τούτο μισθόν. Πώς λοιπόν δεν πρέπει να σε
προσκαλή κανείς διά την εξέτασιν τούτων των ζητημάτων και να σ'
ερωτά και να σου κάμνη γνωστάς τας αμφιβολίας του; Δεν είναι
δυνατόν να μη το κάμνη κανείς αυτό. Και τώρα λοιπόν εγώ εκείνα, τα
οποία εις την αρχήν ηρώτησα δι' αυτά τα ζητήματα, επιθυμώ πάλιν από
την αρχήν άλλα μεν να μου τα ξαναενθυμήσης, άλλα δε να τα
εξετάσωμεν μαζί. Το ζήτημα δε ήτο, καθώς εγώ νομίζω, το εξής· η
σοφία και η εγκράτεια και η ανδρεία και η δικαιοσύνη και η αγιότης,
τι από τα δύο, εν ώ αυτά είναι πέντε ονόματα, είναι, και τα πέντε
ενός και του αυτού πράγματος, ή εις καθέν από αυτά τα ονόματα
αντιστοιχεί μία ιδιαιτέρα ουσία και έν πράγμα το οποίον έχει
χωριστά τας ιδιότητάς του, και καθέν από αυτά τα πράγματα δεν είναι
όμοιον με το άλλο; Συ λοιπόν έλεγες ότι αυτά δεν είναι ονόματα
πολλά διά το ίδιον πράγμα, αλλ' ότι καθέν χωριστά από τα ονόματα
αυτά αναφέρεται εις ιδιαίτερον πράγμα, ότι δε όλα αυτά τα πράγματα
είναι μέρη της αρετής, τα οποία δεν είναι όμοια μεταξύ των και με
το όλον, του οποίου είναι μέρη, καθώς είναι τα μέρη του χρυσού,
αλλά είναι ανόμοια και με το όλον, του οποίου είναι μέρη και
αναμεταξύ των, καθώς είναι τα μέρη του προσώπου, και έχουν καθέν
χωριστά ιδιαιτέρας ιδιότητας. Αν μεν εξακολουθής να έχης ακόμη δι'
αυτά την αυτήν γνώμην καθώς τότε, ειπέ το· αν δ' εσχημάτισες άλλην
γνώμην, εξήγησε αυτήν, διότι εγώ δεν σε θεωρώ διόλου υπεύθυνον, εάν
τώρα εξηγηθής άλλως πως· διότι δεν θα εθεώρουν παράξενον αν τότε
έλεγες αυτά διά να με δοκιμάσης.
Πρωταγόρας
Αλλ' εγώ, είπε, σου λέγω, Σωκράτη, ότι όλα αυτά είναι μέρη της
αρετής, και τα μεν τέσσαρα από αυτά είναι αρκετά όμοια μεταξύ των,
η δε ανδρεία είναι παρά πολύ διαφορετική από όλα αυτά· από το εξής
δε θα καταλάβης ότι εγώ λέγω την αλήθειαν· διότι θα εύρης πολλούς
από τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι μεν αδικώτατοι και ανιερώτατοι
και ακολαστότατοι και αμαθέστατοι, είναι δε εξόχως ανδρείοι.
Σωκράτης
Σταμάτισε εδώ, είπον, εγώ· διότι αξίζει τον κόπον να εξετάσωμεν
αυτό το οποίον λέγεις. Τι από τα δύο, λέγεις ότι οι ανδρείοι είναι
και θαρραλέοι ή λέγεις τίποτε άλλο;
Πρωταγόρας
Όχι μόνον αυτό, είπε, αλλά και ότι ορμούν κατ' επάνω εις εκείνα τα
πράγματα, εναντίον των οποίων φοβούνται οι άλλοι να υπάγουν.
Σωκράτης
Ας ίδωμεν· λέγεις ότι η αρετή είναι κανέν ωραίον πράγμα και επειδή
αυτό είναι ωραίον πράγμα, συ προσφέρεις τον εαυτόν σου διδάσκαλον
αυτής;
Πρωταγόρας
Λέγω βέβαια ότι είναι ωραιότατον, αν βέβαια δεν είμαι τρελλός.
Σωκράτης
Τι από τα δύο λοιπόν, είπον εγώ· λέγεις ότι μέρος μεν από αυτό το
πράγμα (δηλ. την αρετήν) είναι άσχημον, μέρος δε ότι είναι ωραίον,
ή ότι ολόκληρον είναι ωραίον;
Πρωταγόρας
Λέγω ότι ολόκληρον είναι ωραίον, όπου δεν γίνεται και περισσότερον.
Σωκράτης
Ηξεύρεις λοιπόν ποίοι βουτούν εις τα πηγάδια με θάρρος;
Πρωταγόρας
Μάλιστα· ηξεύρω ότι βουτούν οι βουτηκταί.
Σωκράτης
Διά ποίαν από τας δύο αιτίας· διότι ηξεύρουν να βουτούν, ή διά
κανένα άλλον λόγον;
Πρωταγόρας
Διότι ηξεύρουν να βουτούν.
Σωκράτης
Ποίοι δε έχουν το θάρρος να πολεμούν επάνω από άλογα: Ποίοι από
τους δύο; Όσοι ηξεύρουν να διευθύνουν άλογα ή όσοι δεν ηξεύρουν;
Πρωταγόρας
Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν.
Σωκράτης
Ποίοι δε έχουν το θάρρος να πολεμούν κρατούντες πέλτας; Εκείνοι που
ηξεύρουν να τας μεταχειρίζωνται ή εκείνοι που δεν ηξεύρουν;
Πρωταγόρας
Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν. Και εις όλα βέβαια τα άλλα, αν ζητής
τούτο, είπε, εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν έχουν περισσότερον θάρρος
από εκείνους οι οποίοι δεν ηξεύρουν, και αυτοί οι ίδιοι έχουν
περισσότερον θάρρος αφ' ου μάθουν παρά προτού μάθουν.
Σωκράτης
Έχεις παρατηρήση έως τώρα κανένα, είπον, ο οποίος, ενώ δεν ηξεύρει
αυτά τα πράγματα, να δεικνύη όμως εις κανέν από αυτά θάρρος;
Πρωταγόρας
Μάλιστα, είπεν αυτός· και να δεικνύη βέβαια και πολύ θάρρος.
Σωκράτης
Αυτοί λοιπόν οι γεμάτοι από θάρρος είναι και ανδρείοι;
Πρωταγόρας
Αλλά θα ήτο τότε, είπεν, άσχημον πράγμα η ανδρεία· επειδή αυτοί
βέβαια είναι τρελλοί.
Σωκράτης
Πώς λοιπόν, είπον εγώ, λέγεις ότι ανδρείοι είναι οι θαρραλέοι;
Πρωταγόρας
Ναι, είπε· και τώρα βέβαια το ίδιον λέγω.
Σωκράτης
Αυτοί λοιπόν, είπον εγώ, που έχουν αυτό το είδος του θάρρους δεν
σου φαίνονται ανδρείοι αλλά τρελλοί; Απ' εναντίας πάλιν αυτοί οι
σοφώτατοι ότι είναι και θαρραλεώτατοι, επειδή δε είναι τοιούτοι,
είναι και ανδρειότατοι; Και κατά τον συλλογισμόν σου τούτον η σοφία
είναι και ανδρεία.
Πρωταγόρας
Δεν ενθυμείσαι είπε, καλά, Σωκράτη, εκείνα τα οποία έλεγα και
απεκρινόμην εις σε. Εγώ, όταν με ηρώτησες αν οι ανδρείοι είναι
θαρραλέοι, το εβεβαίωσα· αν δε και οι θαρραλέοι είναι ανδρείοι, δεν
με ηρώτησες· διότι αν τότε με ηρώτας, θα σου έλεγον ότι δεν είναι
όλοι οι θαρραλέοι ανδρείοι· ότι δε οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι, το
οποίον εγώ εβεβαίωσα, πουθενά δεν απέδειξες ότι δεν είναι σωστόν!
Έπειτα γνωμοδοτείς ότι εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν, έχουν
περισσότερον θάρρος παρά τότε που δεν ηξεύρουν και από άλλους
ανθρώπους που δεν ηξεύρουν· και κατά τούτο φρονείς ότι η ανδρεία
και η σοφία είνε το ίδιον· αν δε με αυτόν τον τρόπον συλλογίζεσαι,
θα παραδεχθής ότι η δύναμις είναι σοφία. Διότι κατά πρώτον, αν ούτω
πως εξετάζων με ηρώτας, αν οι άρρωστοι είναι δυνατοί, θα έλεγα ναι,
αν με ηρώτας έπειτα, αν όσοι ηξεύρουν να παλαίουν είναι δυνατώτεροι
από εκείνους που δεν ηξεύρουν να παλαίουν και αυτοί οι ίδιοι είναι
δυνατώτεροι αφ' ου μάθουν, παρά προτού μάθουν, θα έλεγα πάλιν ναι·
αφ' ου δε εγώ εβεβαίωνα αυτά, θα ηδύνασο, μεταχειριζόμενος αυτά τα
είδη ως αποδείξεις να λέγης ότι σύμφωνα με την βεβαίωσίν μου η
σοφία είναι ευρωστία. Εγώ όμως πουθενά ούτε εις αυτήν την
περίστασιν βεβαιώνω ότι οι δυνατοί είναι εύρωστοι· βεβαιώνω όμως
ότι οι εύρωστοι είναι δυνατοί· διότι δεν βεβαιώνω ότι η δύναμις και
η ευρωστία είναι το ίδιον πράγμα, αλλ' ότι το μεν πρώτον, δηλαδή η
δύναμις, προέρχεται και από μάθησιν και από τρέλλαν και από θυμόν,
το δε άλλο, δηλαδή η ευρωστία, προέρχεται από την φύσιν και από την
καλήν τροφήν των σωμάτων. Έτσι δε και εις το άλλο ζήτημα λέγω ότι
θάρρος και ανδρεία δεν είναι το ίδιον πράγμα. Διότι συμβαίνει οι
μεν ανδρείοι να είναι θαρραλέοι, οι θαρραλέοι όμως να μη είναι όλοι
ανδρείοι· διότι το μεν θάρρος γεννάται εις τους ανθρώπους και από
την τέχνην και από τον θυμόν και από την τρέλλαν, καθώς και η
δύναμις, η δε ανδρεία γεννάται από την φύσιν και από την καλήν
τροφήν των ψυχών.
Σωκράτης
Αλλά παραδέχεσαι, είπα, Πρωταγόρα, ότι μερικοί άνθρωποι ζουν καλά,
μερικοί δε πάλιν κακά;
Πρωταγόρας
Παραδέχομαι, είπε.
Σωκράτης
Και παραδέχεσαι λοιπόν ότι ένας άνθρωπος ημπορεί να ζη καλά, αν
περνά την ζωήν του μέσα εις στενοχωρίας και πικρίας;
Πρωταγόρας
Όχι, είπε.
Σωκράτης
Τι δε λέγεις, αν αποθάνη, αφ' ου περάση την ζωήν ευχάριστα, δεν σου
φαίνεται ότι κατ' αυτόν, τον τρόπον έχει ζήση καλά;
Πρωταγόρας
Έτσι τουλάχιστον νομίζω, είπε.
Σωκράτης
Το μεν να ζη κανείς ευχάριστα είναι λοιπόν καλόν πράγμα· το δε να
ζη δυσάρεστα κακόν;
Πρωταγόρας
Ναι, είπεν· αν βεβαίως ζη ευχαριστημένος εις τα καλά,
Σωκράτης
Τι λοιπόν, Πρωταγόρα; Μήπως και συ, καθώς και ο κοινός λαός, μερικά
ευχάριστα πράγματα τα ονομάζεις κακά, και μερικά δυσάρεστα τα
ονομάζεις καλά; Διότι εγώ ερωτώ, άρά γε διά τούτο δεν είναι αυτά
καλά, διότι είναι ευχάριστα, αν δεν προκύψη από αυτά κανέν κακόν;
Και πάλιν τα δυσάρεστα επίσης δεν είναι κακά, διότι είναι
δυσάρεστα;
Πρωταγόρας
Δεν ηξεύρω, Σωκράτη, είπε, αν πρέπη ν' αποκριθώ, έτσι απλά, όπως συ
ερωτάς, ότι όλα τα ευχάριστα είναι καλά, και όλα τα δυσάρεστα κακά·
αλλά μου φαίνεται ότι είναι ασφαλέστερον εις εμέ ν' αποκριθώ, όχι
μόνον σχετικώς προς την τωρινήν μου απόκρισιν, αλλά και σχετικώς
προς όλην την άλλην ιδικήν μου ζωήν, ότι υπάρχουν μεν μερικά από τα
ευχάριστα, τα οποία δεν είναι καλά, υπάρχουν δε πάλιν μερικά από τα
δυσάρεστα, τα οποία δεν είναι κακά· υπάρχουν δε μερικά, τα οποία
είναι, και τρίτον υπάρχουν μερικά, τα οποία δεν είναι ούτε το έν
ούτε το άλλο, δηλαδή ούτε κακά ούτε καλά.
Σωκράτης
Δεν ονομάζεις δε ευχάριστα, είπον εγώ, εκείνα τα οποία μετέχουν
ευχαριστήσεως ή προξενούν ευχαρίστησιν;
Πρωταγόρας
Βεβαιότατα, είπε.
Σωκράτης
Τούτο λοιπόν ερωτώ, εάν δεν είναι καλά, διότι είναι ευχάριστα, η
ιδία δηλαδή η ευχαρίστησις δεν είναι καλόν;
Πρωταγόρας
Καθώς και συ λέγεις κάθε φοράν, είπε, Σωκράτη, ας το εξετάσωμεν,
και αν μεν η ιδέα αυτή φανή ότι είναι σύμφωνος με την λογικήν και
αποδειχθή ότι το ευχάριστον και το καλόν είναι το ίδιον πράγμα,
τότε ας την παραδεχθώμεν αν δε όχι, τότε πλέον να συζητήσωμεν.
Σωκράτης
Τι λοιπόν από τα δύο, είπον εγώ, συ θέλεις να διευθύνης την
συζήτησιν, ή να την διευθύνω εγώ;
Πρωταγόρας
Δίκαιον είναι, είπε, να διευθύνης συ· διότι συ έκαμες και την αρχήν
της ομιλίας.
Σωκράτης
Άρά γε λοιπόν, είπον εγώ, ημπορεί τούτο να γείνη φανερόν εις ημάς
διά του εξής τρόπου; Καθώς ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να
σχηματίση ιδέαν διά την υγείαν ενός άλλου ή διά καμμίαν άλλην από
τας σωματικάς εργασίας από την μορφήν του, αφ' ου ίδη το πρόσωπον
και τας χείρας, δεν αρκείται, αλλά του λέγει· έλα λοιπόν ξεσκέπασε
και δείξε μου και τα στήθη και τα οπίσθιά σου διά να σε παρατηρήσω
καλύτερα, και εγώ έν τοιούτον πράγμα επιθυμώ διά την εξέτασιν του
ζητήματός μας· αφ' ου παρετήρησα ότι έχεις τοιαύτην ιδέαν διά το
καλόν και το ευχάριστον, οποίαν συ λέγεις, έχω χρείαν να σου είπω
κι' έν τοιούτον πράγμα· έλα λοιπόν, Πρωταγόρα, ξεσκέπασε μου και
τούτο το μέρος του νου σου, ποίαν δηλαδή ιδέαν έχεις διά την
επιστήμην (δηλ. διά την γνώσιν); Τι από τα δύο, έχεις την ιδίαν
ιδέαν, την οποίαν έχει και ο κοινός λαός, ή έχεις άλλην ιδέαν; Ο δε
κοινός λαός έχει μίαν τοιαύτην ιδέαν διά την γνώσιν, ότι δεν είναι
πράγμα δυνατόν ούτε ικανόν να οδηγή ούτε άξιον να κυβερνά· ούτε
σκέπτονται δι' αυτήν ότι είναι έν τοιούτον πράγμα, αλλά πολλές
φορές, εν ώ υπάρχει εις τον άνθρωπον γνώσις, νομίζουν ότι δεν
κυβερνά αυτόν η γνώσις, αλλ' άλλοτε μεν ο θυμός, άλλοτε δε η
ευχαρίστησις, άλλοτε δε η λύπη, άλλοτε δε ο έρως, και πολλές φορές
ο φόβος, και σκέπτονται εν γένει διά την επιστήμην, ωσάν διά κανέν
ανδράποδον, το οποίον σύρεται εδώ και εκεί από όλους τους άλλους.
Άρά γε λοιπόν, έχεις και συ παρομοίαν ιδέαν δι' αυτήν, ή φρονείς
ότι η Επιστήμη είναι ωραίον πράγμα και ικανόν να κυβερνά τον
άνθρωπον, και ότι αν κανείς γνωρίζη τα καλά και τα κακά, δεν είναι
δυνατόν να κυριευθή από κανέν πράγμα, ώστε να κάμνη άλλα παρά
εκείνα τα οποία υπαγορεύει η γνώσις, αλλά ότι η φρόνησις είναι
ικανή μόνη να σώση τον άνθρωπον;
Πρωταγόρας
Και φρονώ, είπεν, έτσι καθώς συ λέγεις, Σωκράτη, και συγχρόνως
είναι και εις εμέ εντροπή περισσοτέρα παρά εις κάθε άλλον άνθρωπον
να μη ομολογήσω ότι η σοφία και η γνώσις είναι το ανώτερον από όλα
τα ανθρώπινα πράγματα.
Σωκράτης
Καλά, βεβαίως, και αληθινά λέγεις, είπον, εγώ. Ηξεύρεις όμως ότι ο
κοινός λαός δεν πιστεύει εμέ και σε, αλλά λέγουν ότι γνωρίζουν
πολλούς οι οποίοι, εν ώ ημπορούν, δεν κάμνουν τας καλυτέρας
πράξεις, αλλά κάμνουν άλλας πράξεις· και όσους λοιπόν εγώ ηρώτησα
να μου ειπούν ποία τάχα είναι η αιτία τούτου του πράγματος, λέγουν
ότι εκείνοι, οι οποίοι κάμνουν αυτάς τας πράξεις, τας κάμνουν διότι
νικώνται από την ευχαρίστησιν ή από την λύπην, ή διότι κυριεύονται
από κανέν από αυτά τα πάθη, τα οποία τώρα προ ολίγου εγώ έλεγα.
Πρωταγόρας
Οι άνθρωποι, είπε, Σωκράτη, νομίζω ότι και άλλα πολλά πράγματα δεν
τα λέγουν σωστά.
Σωκράτης
Έλα λοιπόν, ανάλαβε μαζί μου να καταπείσης τους ανθρώπους και να
τους διδάξης εις τι συνίσταται αυτό το πάθημά των, καθώς λέγουν, να
νικώνται από τας ευχαριστήσεις και εξ αιτίας αυτών να μη κάμνουν
τας καλυτέρας πράξεις αν και τας γνωρίζουν. Διότι ίσως, εν ώ ημείς
θα λέγωμεν, ω άνθρωποι, δεν λέγετε σωστά αλλά ψεύδεσθε, θα μας
ηρώτων· Πρωταγόρα και Σωκράτη, αν δεν υπάρχη αυτό το πάθημα, να
νικάται ο άνθρωπος από την ευχαρίστησιν, αλλά τι λοιπόν υπάρχει,
και σεις τι λέγετε να είναι αυτό το πράγμα; Ειπέτε μας και οι δύο
σας.
Πρωταγόρας
Αλλά τι νομίζεις, Σωκράτη, πρέπει ημείς να λαμβάνωμεν υπ' όψιν την
γνώμην των κοινών ανθρώπων, οι οποίοι λέγουν ό,τι τύχη;
Σωκράτης
Μου φαίνεται, είπον εγώ, ότι τούτο κάτι μας χρειάζεται διά να
εύρωμεν ποίαν σχέσιν έχει η ανδρεία με τ' άλλα μέρη της αρετής. Αν
λοιπόν έχης την ιδέαν να μείνης σταθερός εις εκείνα τα οποία προ
ολίγου απεφασίσαμεν, εγώ δηλαδή να διευθύνω την συζήτησιν όπως
νομίζω ότι ημπορεί καλύτερα να γείνη το πράγμα φανερόν, ακολούθει
με· αν δε δεν θέλης, σε αφήνω ήσυχον, εάν τούτο σ' ευχαριστή.
Πρωταγόρας
Απεναντίας, είπε, σωστά λέγεις και εξακολούθησε καθώς ήρχισες.
Σωκράτης
Πάλιν, είπον εγώ, αν μας ερωτήσωσι· τι λέγετε λοιπόν ότι είναι
τούτο, το οποίον ημείς ελέγαμεν, «να νικάται κανείς από τας
ευχαριστήσεις», εγώ τουλάχιστον θα τους έλεγα κατά τον εξής τρόπον·
ακούετε λοιπόν διότι εγώ και ο Πρωταγόρας θα προσπαθήσωμεν να σας
το είπωμεν. Ω άνθρωποι, τούτο το οποίον συμβαίνει εις σας εις αυτά
τα πράγματα, λέγετε ότι είναι τίποτε άλλο, παρά ό,τι πολλές φορές
κυριευόμενοι από φαγητά και ποτά και αφροδισιακάς απολαύσεις, τα
οποία είναι ευχάριστα πράγματα, εν ώ εγνωρίζατε ότι είναι κακά,
όμως τα εκάματε; θα έλεγον εκείνοι ότι ναι, και θα ερωτούσαμεν
αυτούς, εγώ και συ πάλιν· υπό ποίαν έποψιν λέγετε ότι αυτά τα
πράγματα είναι κακά; Διά ποίαν από τας δύο αιτίας· διότι αυτήν την
ευχαρίστησιν προξενούν στιγμιαίως και είναι καθένα από αυτά
στιγμιαίως ευχάριστον, ή διότι εις τον μετέπειτα καιρόν φέρουν
ασθενείας και πτωχείαν, και πολλά άλλα τοιαύτα κακά προξενούν; ή
και αν καθένα απ' αυτά εις τον μετέπειτα καιρόν κανέν δεν προξενή,
και αν μόνον ευχαρίστησιν μας φέρουν, θα ήσαν όμως κακά, διότι όταν
τα έχετε, προξενούν ευχαρίστησιν πάντοτε και κατά πάντα; Άρά γε
νομίζομεν, Πρωταγόρα, ότι αυτοί ήθελον αποκριθή άλλο τίποτε παρά
ότι αυτά δεν είναι κακά κατά τούτο, ότι προξενούν αυτήν την
στιγμιαίαν ευχαρίστησιν, αλλά δι' εκείνα τα κακά τα οποία
συμβαίνουν μετέπειτα, δηλαδή τας ασθενείας και τα άλλα.
Πρωταγόρας
Εγώ μεν νομίζω, είπεν ο Πρωταγόρας, ότι οι περισσότεροι αυτά ήθελον
αποκριθή.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν φέρουν ασθενείας, δεν φέρουν δυσαρεσκείας, και αν φέρουν
πτωχείας, δεν φέρουν δυσαρεσκείας; θα το παρεδέχοντο, καθώς εγώ
νομίζω.
Πρωταγόρας
Ναι, είπε.
Σωκράτης
Δεν σας φαίνεται λοιπόν, ω άνθρωποι, καθώς λέγομεν και εγώ και ο
Πρωταγόρας, ότι αυτά διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι κακά, παρά
διότι και εις δυσαρεσκείας τελειώνουν και από άλλας ευχαριστήσεις
αποστερούν; Θα το παρεδέχοντο;
— Εμείναμεν σύμφωνοι και οι δύο ότι θα το παρεδέχοντο.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν πάλιν ηθέλομεν ερωτήση· ω άνθρωποι, οι οποίοι λέγετε
πάλιν ότι υπάρχουν δυσάρεστα πράγματα τα οποία είναι καλά, άρά γε
δεν εννοείτε τα εξής; λ. χ. τας ασκήσεις του σώματος, τα πολεμικά
γυμνάσια, τας θεραπείας του σώματος με καυτήρια και με εγχειρήσεις
και με φάρμακα γινομένας, ότι αυτά είναι μεν καλά, είναι όμως
δυσάρεστα; θα έλεγον ναι;
— Εμείναμεν σύμφωνοι ότι θα έλεγον ναι!
Διά ποίαν λοιπόν από τας δύο αιτίας αυτά τα ονομάζετε καλά· διότι
στιγμιαίως προξενούν τας φοβερωτέρας λύπας και πόνους, ή διότι εις
τον μετέπειτα καιρόν προέρχονται από αυτά υγίειαι και ευρωστείαι
των σωμάτων και σωτηρίαι των πόλεων και εξουσίαι άλλων και πλούτοι;
Θα έλεγον ναι, καθώς εγώ νομίζω.
— Το παρεδέχθη και αυτός.
Σωκράτης
Είναι δε αυτά καλά δι' άλλην αιτίαν, παρά διότι τελειώνουν εις
ευχαριστήσεις και εις λυτρωμούς και εις εμποδίσματα δυσαρεσκειών; Ή
ημπορείτε να ειπήτε κανένα άλλον σκοπόν, εις τον οποίον απεβλέψατε
και ονομάζετε αυτά καλά, εκτός από τας ευχαριστήσεις και τας
δυσαρεσκείας; θα έλεγον ότι όχι, καθώς εγώ νομίζω.
Πρωταγόρας
Έτσι νομίζω και εγώ, είπεν.
Σωκράτης
Δεν επιδιώκετε λοιπόν την μεν ευχαρίστησιν διότι είναι καλόν, την
δε δυσαρέσκειαν αποφεύγετε διότι είναι κακόν; Αναμφιβόλως. Τούτο
λοιπόν νομίζετε, ότι είναι κακόν η δυσαρέσκεια και καλόν η
ευχαρίστησις, επειδή και αυτή τότε λέγετε ότι είναι κακόν, όταν σας
αποστερή από μεγαλυτέρας ευχαριστήσεις παρά όσας αυτή έχει, ή όταν
σας προξενή μεγαλυτέρας δυσαρεσκείας από τας ευχαριστήσεις τας
οποίας περιέχει· επειδή, αν δι' άλλην αιτίαν την ιδίαν την χαράν
την ονομάζετε κακόν, και διότι απεβλέψατε εις κανένα άλλον σκοπόν,
θα ημπορούσατε να τα ειπήτε και εις ημάς· αλλά, νομίζω, δεν θα
ημπορέσετε.
Πρωταγόρας
Και εγώ νομίζω, ότι δεν θα ημπορέσουν, είπεν ο Πρωταγόρας.
Σωκράτης
Και διά την ιδίαν πάλιν την δυσαρέσκειαν, δεν συμβαίνει το ίδιον;
Δεν ονομάζετε την ιδίαν την δυσαρέσκειαν καλόν τότε, όταν ή λυτρώνη
από μεγαλυτέρας δυσαρεσκείας, από τας ευρισκομένας μέσα εις αυτήν,
ή προξενή ευχαριστήσεις μεγαλυτέρας από τας δυσαρεσκείας; Επειδή,
αν αποβλέπετε εις κανένα άλλον σκοπόν, όταν ονομάζετε την ιδίαν την
δυσαρέσκειαν καλόν, παρά εις τον σκοπόν τον οποίον εγώ λέγω,
ημπορείτε να μας το ειπήτε, αλλά δεν θα ημπορέσετε.
Πρωταγόρας
Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Πρωταγόρας.
Σωκράτης
Πάλιν λοιπόν, είπον εγώ, αν μ' ερωτήσετε και σεις, ω άνθρωποι, διά
ποίαν τάχα αιτίαν λέγεις πολλά διά το ζήτημα τούτο, και υπό πολλάς
επόψεις, συγχωρήσατέ με, θα έλεγον εγώ. Διότι πρώτον μεν δεν είναι
εύκολον να σας αποδείξω τι τάχα είναι αυτό το οποίον σεις ονομάζετε
«να νικάται κανείς από τας ευχαριστήσεις»· έπειτα από αυτό
εξαρτώνται όλαι αι αποδείξεις. Αλλ' ακόμη και τώρα έχετε καιρόν να
μας διακηρύξετε, αν ημπορήτε να ειπήτε ότι το καλόν είναι άλλο
τίποτε παρά η ευχαρίστησις, ή το κακόν ότι είναι άλλο τίποτε παρά η
δυσαρέσκεια, ή σας είναι αρκετόν το να περάσετε την ζωήν σας
ευχαρίστως χωρίς δυσαρεσκείας; Αν δε σας είναι αρκετόν και δεν
έχετε να ειπήτε ότι είναι καλόν ή κακόν, κανέν άλλο, το οποίον να
μη τελειώνη εις αυτά τα δύο, τότε ακούσατε την συνέχειαν τούτου,
διότι εγώ σας λέγω, ότι αφ' ου τούτο είναι έτσι, η ομιλία γίνεται
γελοία, όταν λέγετε, ότι πολλές φορές ο άνθρωπος, εν ώ γνωρίζει τα
κακά ότι είναι κακά, όμως τα κάμνει, εν ώ ημπορεί να μη τα κάμνη,
συρόμενος και ζαλιζόμενος από τας ευχαριστήσεις· και όταν πάλιν
λέγετε ότι, εν ώ γνωρίζει ο άνθρωπος τα καλά, δεν θέλει να τα
κάμνη, εξ αιτίας των στιγμιαίων ευχαριστήσεων, επειδή νικάται από
αυτάς.
Ότι δε αυτά είναι γελοία, θα γείνη ολοφάνερον, αν δεν
μεταχειριζώμεθα πολλάς ονομασίας, τας ονομασίας δηλαδή ευχάριστον
και δυσάρεστον και καλόν και κακόν· αλλ' επειδή αυτά απεδείχθη ότι
είναι δύο, ας τα ονομάζωμεν και με δύο ονόματα· κατ' αρχάς μεν ας
τα ονομάζωμεν καλόν και κακόν, και έπειτα πάλιν ευχάριστον και
δυσάρεστον. Αφ' ου δε συμφωνήσωμεν έτσι, ας είπωμεν ότι ο άνθρωπος,
εν ώ γνωρίζει τα κακά ότι είναι κακά, όμως τα κάμνει. Εάν λοιπόν
μας ερωτήση κανείς διατί τα κάμνει, διότι νικάται, θα είπωμεν. Από
ποίον νικάται; θα μας ερωτήση εκείνος· εις ημάς δε δεν επιτρέπεται
πλέον να είπωμεν ότι νικάται υπό της ευχαριστήσεως. Διότι αντί της
ευχαριστήσεως έλαβεν άλλο όνομα, το όνομα καλόν· εις εκείνον λοιπόν
ας αποκριθώμεν και ας είπωμεν, ότι κάμνει το κακόν διότι νικάται.
Από ποίον; θα είπη εκείνος· από το καλόν, μα τον Δία, θα είπωμεν.
Αν λοιπόν συμβή εκείνος που μας ηρώτησε να είναι υβριστής, θα
γελάση και θα είπη· πραγματικώς γελοίον πράγμα λέγετε, αν κάμνη
κανείς κακά, εν ώ γνωρίζει ότι είναι κακά και εν ώ δεν πρέπει να τα
κάμνη, διότι νικάται από τα καλά. Άρά γε, θα είπη, διότι δεν είναι
άξια εις σας τα καλά να νικούν τα κακά, ή διότι είναι άξια;
Αποκρινόμενοι, φανερόν είναι ότι θα είπωμεν, διότι δεν είναι άξια
τα καλά να νικήσουν τα κακά· διότι άλλως εκείνος, τον οποίον
είπαμεν ότι νικάται από τας ευχαριστήσεις δεν θα έσφαλλε. Κατά τι
δε, θα είπη ίσως, τα καλά δεν είναι άξια να νικήσουν τα κακά ή τα
κακά να νικήσουν τα καλά; Κατ' άλλο τίποτε ή όταν τα μεν είναι
μεγαλύτερα τα δε μικρότερα; Ή όταν τα μεν είναι περισσότερα τα δε
oλιγώτερα; Διότι δεν θα ημπορέσωμεν να είπωμεν άλλην αιτίαν παρά
αυτήν. Είναι λοιπόν φανερόν, θα είπη, ότι με το νικάται αυτό όπου
λέγετε, εννοείτε ότι αντί μικροτέρων καλών λαμβάνει μεγαλύτερα
κακά. Και αυτά μεν είναι έτσι. Ας πάρωμεν λοιπόν πάλιν οπίσω δι'
αυτά τα ίδια πράγματα τα ονόματα ευχάριστον και δυσάρεστον και ας
είπωμεν ότι κάποιος άνθρωπος κάμνει, προτήτερα μεν ελέγομεν τα
κακά, τώρα ας είπωμεν τα δυσάρεστα, εν ώ γνωρίζει ότι είναι
δυσάρεστα, επειδή νικάται από τα ευχάριστα τα οποία είναι φανερόν
ότι δεν είναι άξια να νικήσουν. Και τι άλλο κάμνει την ευχαρίστησιν
αξίαν να νικήση την δυσαρέσκειαν παρά όταν η μία είναι περισσοτέρα
από την άλλην ή ελλειπεστέρα; Αυταί δε συμβαίνει να γείνωνται και
μεγαλυτέρα, και μικροτέρα η μία από την άλλην, και περισσοτέρα και
ολιγωτέρα και δυνατωτέρα και αδυνατωτέρα. Διότι αν κανείς ήθελεν
είπη ότι, αλλά διαφέρει πολύ, Σωκράτη, η στιγμιαία ευχαρίστησις από
την ευχαρίστησιν και δυσαρέσκειαν η οποία θα συμβή ύστερον από
καιρόν, εγώ τουλάχιστον θα του έλεγα, μήπως διαφέρει κατ' άλλο
τίποτε παρά κατά την ευχαρίστησιν και την δυσαρέσκειαν; Διότι δεν
είναι δυνατόν να διαφέρουν εις τίποτε άλλο. Αλλά ωσάν άνθρωπος
ικανός να ζυγίζης, αφ' ου βάλης μαζί τα ευχάριστα και αλλού τα
δυσάρεστα και τα πλησίον και τα μακράν, το βάλης και αυτό εις την
ζυγαριάν, ειπέ ποία από αυτά είναι περισσότερα. Διότι, αν ζυγίσης
ευχάριστα μ' ευχάριστα, πρέπει πάντοτε να εκλέξης τα μεγαλύτερα και
τα περισσότερα· αν δε δυσάρεστα με δυσάρεστα, πρέπει να εκλέξης τα
ολιγώτερα και μικρότερα. Αν δε ευχάριστα με δυσάρεστα, αν μεν τα
ευχάριστα υπερτερούν τα δυσάρεστα, και αν τα μακράν ευχάριστα
υπερτερούν τα πλησίον, και αν τα πλησίον ευχάριστα υπερτερούν τα
μακράν, πρέπει να προτιμήσης να κάμης αυτήν την πράξιν εις την
οποίαν υπάρχουν αυτά, δηλ. τα περισσότερα ευχάριστα· αν δε τα
δυσάρεστα υπερτερούν τα ευχάριστα, δεν πρέπει να τα πράξωμεν· μήπως
δεν είναι έτσι το πράγμα, όπως το λέγω, θα έλεγον, ω άνθρωποι;
Ηξεύρω ότι δεν θα ημπορούσαν να είπουν ότι δεν είναι έτσι.
— Συνεφώνησεν εις τούτο και εκείνος.
Σωκράτης
Τώρα λοιπόν που είναι έτσι αυτό, αποκριθήτε μου, θα τους είπω, εις
το εξής. Πράγματα που έχουν το ίδιον μέγεθος φαίνονται εις τα μάτια
σας από πλησίον μεν μεγαλύτερα, από μακράν δε μικρότερα· ή όχι;
Ναι, θα ειπούν. Και τα πολλά και τα χονδρά το ίδιον; Και αι ίσαι
φωναί από πλησίον δεν ακούονται μεγαλύτεραι, από μακράν δε
μικρότεραι; Ναι, θα έλεγον. Εάν λοιπόν η ευτυχία μας συνίστατο εις
τούτο, εις το να κάμνωμεν και να εκλέγωμεν τα μεγάλα και μακρά, ν'
αποφεύγωμεν και να μη κάμνωμεν τα μικρά, ποίον πράγμα θ'
απεδεικνύετο ότι εις την ζωήν μας αποτελεί την σωτηρίαν μας; Άρά γε
η τέχνη μας εις το να μετρώμεν ή η δύναμίς μας εις το να
παρατηρώμεν; Ή αύτη μεν, η παρατήρησις δηλαδή, μας απατούσε και μας
έκαμνε πολλές φορές άνω και κάτω, να ξαναρχίζωμεν τα ίδια και να
μετανοώμεν, και όταν εκάμναμεν και όταν επροτιμούσαμεν και τα
μεγάλα και τα μικρά. Η τέχνη όμως του να μετρώμεν δεν θα έκαμνεν
ανάξιον μεν να πιστεύεται τούτο το ψεύτικον φαινόμενον, θα
εφανέρωνε δε την αλήθειαν, θα καθησύχαζε την ψυχήν η οποία τότε θα
έμενε κάτοχος της αληθείας και θα εξησφάλιζε την ευτυχίαν της ζωής;
Άρά γε θα ωμολόγουν οι άνθρωποι εις ημάς σχετικώς με αυτά τα οποία
είπον, ότι σώζει τον άνθρωπον η τέχνη του να μετρά, ή ότι καμμία
άλλη τέχνη τον σώζει;
— Ο Πρωταγόρας ωμολόγει ότι σώζει η μετρητική τέχνη.
Σωκράτης
Τι δε φρονείς; Αν η σωτηρία της ζωής μου εξαρτάται από την
προτίμησιν του μονού και του ζυγού, πότε δηλαδή είναι σωστόν να
προτιμώμεν το περισσότερον και πότε το oλιγώτερον, ή όταν
συγκρίνωμεν το ίδιον με το ίδιον ή το άλλο με το άλλο, είτε πλησίον
είναι είτε μακράν, τι ηδύνατο να μας σώση την ζωήν; Άρά γε δεν θα
μας την έσωζε μία επιστήμη, δηλαδή μία γνώσις; Και άρά γε δεν θα
μας έσωζε μία μετρητική γνώσις, επειδή βεβαίως αυτή είναι η τέχνη
του να ευρίσκωμεν το περισσότερον και το oλιγώτερον; Επειδή δε
είναι η τέχνη του μονού και του ζυγού, ποία άρά γε άλλη τέχνη είναι
αυτή παρά η αριθμητική; θα έμεναν εις τούτο σύμφωνοι οι άνθρωποι
μαζί μας ή όχι;
— Παρεδέχθη και ο Πρωταγόρας ότι θα συνεφώνουν μαζί μας.
Σωκράτης
Έστω, ω άνθρωποι· επειδή δε παρεδέχθημεν ότι η σωτηρία της ζωής
εξαρτάται από την σωστήν εκλογήν της ευχαριστήσεως και της
δυσαρεσκείας, και του περισσοτέρου και ολιγωτέρου και μεγαλυτέρου
και μικροτέρου και μακροτέρου και πλησιεστέρου, άρά γε κατά πρώτον
μεν δεν φαίνεται ότι είναι μία εξέτασις η οποία μετρά την υπερβολήν
και την έλλειψιν και την ισότητα εν σχέσει προς αλλήλας;
Πρωταγόρας
Δεν ημπορεί να είναι αλλέως παρά έτσι.
Σωκράτης
Επειδή δε είναι μετρητική ενέργεια θα είναι αφεύκτως και τέχνη και
επιστήμη.
Πρωταγόρας
Θα το παραδεχθούν ούτως.
Σωκράτης
Μίαν άλλην φοράν θα εξετάσωμεν λοιπόν τι είδους τέχνη και επιστήμη
είναι αυτή· τώρα συμφωνούμεν ότι είναι επιστήμη, και τόσον μόνον
φθάνει διά να σας αποδείξωμεν, εγώ και ο Πρωταγόρας, εκείνα διά τα
οποία μας ερωτήσατε.
Μας ερωτήσατε δε, αν ενθυμήσθε, όταν εμέναμεν σύμφωνοι μεταξύ μας
ότι κανέν πράγμα δεν είναι ανώτερον από την επιστήμην, αλλ' ότι
αυτή πάντοτε νικά, όπου και αν ήθελεν υπάρχει, και την ευχαρίστησιν
και όλα τ' άλλα· σεις δε ελέγατε ότι πολλές φορές η ευχαρίστησις
νικά ακόμη και τον άνθρωπον που ηξεύρει, επειδή δε δεν
επαραδεχόμεθα την γνώμην σας, έπειτα από αυτό μας ηρωτήσατε·