από την ευχαρίστησιν, αλλά τι άρά γε είναι αυτό και τι το λέγετε
σεις ότι είναι; Ειπέτε μας. Αν λοιπόν τότε αμέσως σας ελέγαμεν ότι
είναι αμάθεια, θα μας επεριπαίζατε· τώρα δε αν γελάσετε με ημάς, θα
γελάσετε και με τον ίδιον εαυτόν σας. Διότι και σεις έχετε
ομολογήση ότι από έλλειψιν της γνώσεως σφάλλουν, ως προς την
εκλογήν των ευχαριστήσεων και δυσαρεσκειών, εκείνοι οι οποίοι
σφάλλουν. Αυτά δε είναι και καλά και κακά· και όχι μόνον από την
έλλειψιν γνώσεως, αλλά και προηγουμένως ακόμη έχετε ομολογήση ότι
από έλλειψιν μετρητικής γνώσεως· η δε πράξις εις την οποίαν σφάλλει
κανείς διότι είναι άγνωρος, ηξεύρετε βέβαια και σεις οι ίδιοι ότι
πράττεται από αμάθειαν. Ώστε τούτο είναι το να νικάται κανείς από
την ευχαρίστησιν, η πλέον μεγάλη αμάθεια, της οποίας απ' εδώ ο
Πρωταγόρας λέγει ότι είναι ιατρός καθώς και ο Πρόδικος και ο
Ιππίας· σεις δε, επειδή φαντάζεσθε, ότι είναι άλλο τίποτε και όχι
αμάθεια, ούτε σεις έρχεσθε, ούτε τα παιδιά σας στέλλετε εις τούτους
εδώ τους σοφιστάς, οι οποίοι είναι οι διδάσκαλοι τούτων των
πραγμάτων, διότι ίσως νομίζετε ότι αυτό το πράγμα δεν ημπορεί να
διδαχθή, αλλά λυπούμενοι τα χρήματά σας και μη δίδοντες εις
τούτους, ευρίσκεσθε εις δυστυχίαν και ιδιωτικώς και δημοσίως.
Αυτά μεν ηθέλομεν αποκριθή εις τον κοινόν λαόν· ερωτώ δε τώρα σας,
Ιππία και Πρόδικε μαζί με τον Πρωταγόραν — διότι ημπορείτε όλοι σας
μαζί να ειπήτε την γνώμην σας. — Τι από τα δύο φρονείτε ότι λέγω,
αλήθειαν ή ψεύδος;
— Απεφάνθησαν όλοι ότι είναι πληρέστατα αληθινά όσα είπα.
Σωκράτης
Είσθε λοιπόν σύμφωνοι, είπον εγώ, ότι το μεν ευχάριστον είναι
καλόν, το δε δυσάρεστον κακόν. Την δε διάκρισιν των ονομάτων, την
οποίαν κάμνει απ' εδώ ο Πρόδικος, παρακαλώ να την αφήση· διότι είτε
ευχάριστον είτε τερπνόν είτε χαροποιόν, είτε από όπου και όπως
ευχαριστείσαι να δίδης όνομα εις τα τοιαύτα, φίλτατε Πρόδικε, εις
τούτο μόνον, εις το οποίον επιθυμώ, δος μου απόκρισιν.
— Αφ' ου εγέλασεν ο Πρόδικος παρεδέχθη· επίσης και οι άλλοι.
Σωκράτης
Τι δε φρονείτε λοιπόν, ω άνδρες, είπον εγώ, διά το εξής πράγμα;
Όλαι αι πράξεις αι οποίαι γίνονται διά τούτον τον σκοπόν, διά να
ζώμεν χωρίς λύπην και με ευχαρίστησιν, άρά γε δεν είναι ωραίαι και
ωφέλιμοι; Και το ωραίον έργον δεν είναι και αγαθόν και ωφέλιμον;
— Εις τούτο έμειναν σύμφωνοι.
Σωκράτης
Αν λοιπόν, είπον εγώ, το ευχάριστον είναι αγαθόν, κανείς ο οποίος
να ηξεύρη ή να φρονή ότι υπάρχουν άλλαι καλύτεραι πράξεις παρά
εκείναι τας οποίας κάμνει και ότι έχει την δύναμιν να τας εκτελέση,
έπειτα εξακολουθεί να κάμνη αυτάς που κάμνει, εν ώ ημπορούσε να
κάμνη τας καλυτέρας· ούτε το να είναι κανείς κατώτερος του εαυτού
του είναι άλλο τίποτε τούτο παρά αμάθεια, ούτε το να είναι κανείς
καλύτερος του εαυτού του, είναι τίποτε άλλο παρά σοφία.
— Το παρεδέχθησαν όλοι.
Σωκράτης
Τι δε φρονείτε λοιπόν; Δεν ονομάζετε λοιπόν αμάθειαν το τοιούτον
πράγμα, το να κανείς έχη δηλαδή ψευδή ιδέαν και να είναι απατημένος
διά τα πράγματα τα οποία έχουν μεγάλην αξίαν;
— Το παρεδέχθησαν και τούτο όλοι.
Σωκράτης
Και έν άλλο λοιπόν, είπον εγώ· κανείς βέβαια δεν πηγαίνει
θεληματικώς επάνω εις τα κακά, ούτε εις εκείνα τα οποία νομίζει ότι
είναι κακά· ούτε είναι τούτο, καθώς φαίνεται, φυσικόν εις τον
άνθρωπον, αντί να πηγαίνη εις τα καλά, να πηγαίνη θεληματικώς κατ'
επάνω εις εκείνα τα οποία νομίζει ότι είναι κακά. Όταν δ' ευρεθή
υποχρεωμένος από δύο κακά να προτιμήση το έν, κανείς δεν θα εκλέξη
το μεγαλύτερον, εν ώ ημπορεί να εκλέξη το μικρότερον.
— Όλα αυτά τα εύρομεν όλοι μας ως ορθά.
Σωκράτης
Τι λοιπόν φρονείτε; είπον εγώ· υπάρχει κανέν πράγμα το οποίον
ονομάζετε σεις τρόμον και φόβον και άρά γε το ίδιον το οποίον και
εγώ ονομάζω έτσι; Ομιλώ εις σε, Πρόδικε. Τούτο δε, είτε φόβον είτε
τρόμον το ονομάζετε, λέγω ότι είναι το να περιμένη κανείς κανέν
κακόν. Ο Πρωταγόρας μεν και ο Ιππίας παρεδέχθησαν ότι και φόβος και
τρόμος είναι τούτο· ο Πρόδικος όμως παρεδέχθη ότι είναι τρόμος, όχι
όμως φόβος. Αλλά τούτο δεν μ' ενδιαφέρει διόλου, είπον εγώ,
Πρόδικε· μ' ενδιαφέρει όμως, εάν είναι αληθινά όσα είπαμεν
προηγουμένως, ποίος άρά γε άνθρωπος προηγουμένως θα επήγαινε εις
εκείνα τα οποία φοβείται, εν ώ ημπορεί να υπάγη εις εκείνα τα οποία
δεν φοβείται; Ή προκύπτει από όσα παρεδέχθημεν ότι τούτο είναι
αδύνατον; Διότι έχομεν παραδεχθή ότι εκείνα τα οποία φοβείται, τα
νομίζει ότι είναι κακά· κανείς δε ούτε πηγαίνει κατ' επάνω εις
εκείνα τα οποία νομίζει κακά ούτε τα λαμβάνει θεληματικώς.
— Όλοι παρεδέχθησαν ότι και αυτά είναι ορθά.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν, αυτά είναι έτσι, είπον εγώ, Πρόδικε και Ιππία, ας μας
απολογηθή απ' εδώ ο Πρωταγόρας, κατά ποίον τρόπον είναι σωσταί αι
αποκρίσεις τας οποίας έδωκε κατ' αρχάς, μήπως εκείναι τας οποίας
έδωκε κατ' αρχάς δεν είναι διόλου σωσταί, διότι τότε μεν, εν ώ
είναι πέντε τα μέρη της αρετής, είπεν ότι κανέν από αυτά δεν
ομοιάζει με το άλλο, καθένα δε έχει ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν διά
τον εαυτόν του· αλλά δεν ομιλώ δι' αυτά· ομιλώ δι' εκείνα τα οποία
είπεν έπειτα. Διότι' έπειτα είπεν ότι τα μεν τέσσαρα μέρη είναι
σχεδόν όμοια μεταξύ των, το δ' έν, η ανδρεία δηλαδή, είναι παρά
πολύ διαφορετικόν από τ' άλλα, είπε δε ότι ημπορώ να το καταλάβω
από την εξής απόδειξιν· διότι ημπορείς να εύρης, Σωκράτη, ανθρώπους
οι οποίοι είναι ασεβέστατοι και αδικώτατοι και ασωτότατοι και
αμαθέστατοι, είναι όμως ανδρειότατοι· από το οποίον θα καταλάβης
ότι η ανδρεία διαφέρει πολύ από τα άλλα μέρη της αρετής. Και τότε
κατ' αρχάς μου εφάνη πολύ παράξενος η απόκρισις, και ακόμη
περισσότερον παράξενος μου εφάνη, αφ' ου εξήτασα αυτά τα πράγματα
μαζί σας. Τον ηρώτησα λοιπόν εάν τους ανδρείους τους θεωρή
ανθρώπους με θάρρος· εκείνος δε είπεν ότι τους θεωρεί και
ορμητικούς. Ενθυμείσαι, είπον εγώ, Πρωταγόρα, ότι απεκρίθης αυτά;
— Εβεβαίωσεν ότι το ενθυμείται.
Σωκράτης
Εμπρός λοιπόν, είπον εγώ, ειπέ μας, οι ανδρείοι κατ' επάνω εις ποία
πράγματα λέγεις ότι είναι ορμητικοί; Μήπως και επάνω εις τα ίδια
εις τα οποία είναι ορμητικοί και οι δειλοί;
Πρωταγόρας
Όχι, είπε.
Σωκράτης
Και λοιπόν κατ' επάνω εις άλλα;
Πρωταγόρας
Ναι, είπεν αυτός.
Σωκράτης
Τι από τα δύο, οι μεν δειλοί πηγαίνουν κατ' επάνω εις τα άφοβα
πράγματα, οι δε ανδρείοι κατ' επάνω εις τα φοβερά;
Πρωταγόρας
Αυτό δα, Σωκράτη, λέγουν οι άνθρωποι.
Σωκράτης
Αλήθειαν λέγεις, είπον εγώ· αλλά δεν ερωτώ τούτο· ερωτώ, συ κατ'
επάνω εις τι πράγμα λέγεις ότι είναι ορμητικοί οι ανδρείοι; Άρά γε
κατ' επάνω εις τα φοβερά πράγματα, εν ώ νομίζουν ότι είναι φοβερά,
ή κατ' επάνω εις εκείνα τα οποία δεν είναι φοβερά;
Πρωταγόρας
Αλλά τούτο βέβαια, είπεν, εις τους συλλογισμούς τους οποίους συ
έλεγες, απεδείχθη προ ολίγου ότι είναι αδύνατον.
Σωκράτης
Και τούτο, είπον εγώ, το οποίον λέγεις, είναι αλήθεια· ώστε αν
τούτο απεδείχθη σωστά, κανείς δεν πηγαίνει κατ' επάνω εις εκείνα τα
πράγματα τα οποία νομίζει ότι είναι φοβερά, επειδή το να είναι
κατώτερος του εαυτού του ευρέθη ότι είναι αμάθεια.
— Το παρεδέχθη (ο Πρωταγόρας).
Σωκράτης
Αλλ' όμως όλοι πάλιν πηγαίνουν κατ' επάνω εις εκείνα τα πράγματα τα
οποία δεν τα φοβούνται, και οι δειλοί και οι ανδρείοι, και εις
αυτήν τουλάχιστον την περίστασιν οι δειλοί και οι ανδρείοι
διευθύνονται εις τα ίδια πράγματα.
Πρωταγόρας
Αλλ' όμως, είπε, Σωκράτη, είναι όλως διόλου εναντία εκείνα εις τα
οποία διευθύνονται οι δειλοί από εκείνα εις τα οποία διευθύνονται
οι ανδρείοι. Έξαφνα εις τον πόλεμον οι μεν ανδρείοι θέλουν να
πηγαίνουν, οι δε δειλοί δεν θέλουν.
Σωκράτης
Τι από τα δύο, είπον εγώ, δεν θέλουν να πηγαίνουν, διότι είναι
εύμορφον πράγμα ή είναι άσχημον;
Πρωταγόρας
Διότι είναι ωραίον, είπε.
Σωκράτης
Και λοιπόν, εάν είναι ωραίον, παρεδέχθημεν προηγουμένως ότι είναι
και αγαθόν, (δηλαδή ενάρετος πράξις), διότι παρεδέχθημεν ότι όλαι
αι ωραίαι πράξεις είναι και ενάρετοι.
Πρωταγόρας
Αληθινά λέγεις, και εγώ τουλάχιστον πάντοτε αυτήν την γνώμην έχω.
Σωκράτης
Σωστήν γνώμην βέβαια, είπον εγώ. Αλλά ποίοι από τους δύο λέγεις ότι
δεν θέλουν να πηγαίνουν εις τον πόλεμον, εν ώ τούτο είναι πράξις
ωραία και ενάρετος;
Πρωταγόρας
Οι δειλοί, είπεν αυτός.
Σωκράτης
Εάν τούτο είναι πράξις ωραία και ενάρετος, είπον εγώ, δεν είναι και
πράξις ευάρεστος;
Πρωταγόρας
Το έχομεν παραδεχθή βέβαια, είπε.
Σωκράτης
Άρά γε δεν θέλουν λοιπόν οι δειλοί να πηγαίνουν εις εκείνο το
οποίον είναι και ωραιότερον και ηθικώτερον και πλέον ευάρεστον, εν
ώ γνωρίζουν ότι είναι τοιούτον;
Πρωταγόρας
Αλλ' εάν παραδεχθώμεν και τούτο, είπε, θα ανατρέψωμεν κείνα τα
οποία εβεβαιώσαμεν προηγουμένως.
Σωκράτης
Τι δε κάμνει ο ανδρείος; Δεν πηγαίνει εις εκείνο το οποίον είναι
ωραιότερον και ηθικώτερον και πλέον ευχάριστον;
Πρωταγόρας
Είμεθα υποχρεωμένοι, είπε, να το παραδεχθώμεν.
Σωκράτης
Οι ανδρείοι λοιπόν, όταν φοβώνται, δεν φοβούνται διόλου φόβους
αισχρούς, ούτε όταν έχουν αφοβίας, έχουν αφοβίας αισχράς.
Πρωταγόρας
Αλήθεια είναι, είπε.
Σωκράτης
Εάν δε όχι αισχρούς, λοιπόν ωραίους;
Πρωταγόρας
Βέβαια, είπε.
Σωκράτης
Εάν δε ωραίους και αγαθούς;
Πρωταγόρας
Ναι.
Σωκράτης
Λοιπόν και οι δειλοί και οι τρομεροί και οι μανιακοί απεναντίας δεν
φοβούνται αισχρούς φόβους και δεν έχουν αισχράς αφοβίας;
— Το παρεδέχετο (ο Πρωταγόρας).
Σωκράτης
Έχουν δε αφοβίαν εις τα αισχρά και κακά διά καμμίαν άλλην αιτίαν ή
ένεκα αγνοίας και αμαθείας;
Πρωταγόρας
Έτσι είναι, είπε.
Σωκράτης
Τι λοιπόν φρονείς; Τούτο, ένεκα του οποίου οι δειλοί είναι δειλοί,
το ονομάζεις δειλίαν ή ανδρείαν;
Πρωταγόρας
Εγώ, βέβαια το ονομάζω δειλίαν, είπε.
Σωκράτης
Δεν εδείχθησαν δε ότι είναι δειλοί ένεκα της αμαθείας των φοβερών
πραγμάτων.
Πρωταγόρας
Βεβαιότατα, είπεν.
Σωκράτης
Εξ αιτίας λοιπόν ταύτης της αμαθείας είναι δειλοί;
— Το παραδέχετο (ο Πρωταγόρας).
Σωκράτης
Ομολογείς λοιπόν ότι η άγνοια των φοβερών και μη φοβερών τους
κάμνει να είναι δειλοί;
Πρωταγόρας
Ναι, είπε.
Σωκράτης
Η αμάθεια λοιπόν εκείνων που είναι φοβερά και εκείνων όπου δεν
είναι φοβερά, τούτο δεν είναι η δειλία;
— Έκαμε νεύμα ότι το παρεδέχθη.
Σωκράτης
Αλλ' όμως, είπον εγώ, η ανδρεία είναι το εναντίον της δειλίας;
Πρωταγόρας
Ναι, είπε.
Σωκράτης
Η γνώσις λοιπόν των φοβερών και των μη φοβερών πραγμάτων δεν είναι
εναντία εις την αμάθειαν αυτών;
— Και εις τούτο ακόμη έκαμε νεύμα ότι το παραδέχεται.
Σωκράτης
Η δε αμάθεια τούτων δεν είναι δειλία;
— Μετά μεγάλης δυσκολίας εδώ έκαμε νεύμα, ότι το παραδέχεται.
Σωκράτης
Η γνώσις λοιπόν των φοβερών και μη φοβερών δεν είναι ανδρεία, η
οποία είναι εναντία εις την αμάθειαν τούτων;
— Εδώ πλέον δεν ηθέλησεν ούτε διά νεύματος να δείξη ότι το
παραδέχεται.
Εγώ δε είπον·
Σωκράτης
Διατί λοιπόν, Πρωταγόρα, συ ούτε παραδέχεσαι ούτε αρνείσαι εκείνα,
τα οποία ερωτώ;
Πρωταγόρας
Μόνος τελείωσέ τα, είπε.
Σωκράτης
Να τελειώσω, είπον εγώ, μόνον, αφ' ου σ' ερωτήσω ακόμη έν πράγμα.
Εάν εξακολουθής ακόμη να νομίζης, όπως κατ' αρχάς, ότι υπάρχουν
μερικοί άνθρωποι αμαθέστατοι μεν, ανδρειότατοι όμως.
Πρωταγόρας
Μου φαίνεσαι, είπε, Σωκράτη, ότι βιάζεσαι να σου αποκριθώ
εγώ· θα σου κάμω λοιπόν την χάριν. Σου λέγω λοιπόν σύμφωνα με όσα
παρεδέχθημεν, ότι φρονώ ότι είναι αδύνατον να υπάρχουν άνθρωποι
αμαθέστατοι μεν, ανδρειότατοι όμως.
Σωκράτης
Διά κανένα άλλον λόγον, είπον εγώ, δεν κάμνω όλας αυτάς τας
ερωτήσεις, ειμή επειδή επιθυμώ να εξετάσω, πώς τάχα είναι τα
αναφερόμενα εις την αρετήν και τι τάχα είναι αυτή η ιδία η αρετή.
Διότι ηξεύρω ότι, όταν τούτο γείνη φανερόν, ημπορεί να γείνη
παραπολύ καθαρόν και εκείνο, διά το οποίον και εγώ και συ εκάμαμεν
μεταξύ μας μεγάλην συζήτησιν, και εγώ μεν υπεστήριζα ότι η αρετή
δεν ημπορεί να διδαχθή, συ δε ότι ημπορεί να διδαχθή. Και μου
φαίνεται ότι το προ ολίγου συμπέρασμα των συζητήσεών μας, ωσάν να
είναι άνθρωπος, μας κατηγορεί και μας περιγελά, και αν ημπορούσε να
ομιλήση, θα έλεγεν ότι εχάσατε τον νουν σας, Σωκράτη και Πρωταγόρα·
συ μεν αφ' ου εις τα προηγούμενα έλεγες ότι η αρετή δεν ημπορεί να
διδαχθή, τώρα βιάζεσαι ν' αντικρούσης τον εαυτόν σου, αναλαμβάνων
ν' αποδείξης ότι όλα τα πράγματα είναι γνώσις, και η δικαιοσύνη και
η εγκράτεια και η ανδρεία, εις τρόπον ώστε ν' αποδειχθή ότι η αρετή
κάλλιστα ημπορεί να διδαχθή· διότι εάν η αρετή ήτο τίποτε άλλο παρά
γνώσις, καθώς ο Πρωταγόρας επροσπάθει να υποστηρίζη, δεν θα ήτο
δυνατόν καθαρά να διδαχθή· τώρα δε, αν αποδειχθή ότι ολόκληρος
είναι γνώσις, καθώς προσπαθείς Σωκράτη, θα ήτο παράξενον αν δεν ήτο
δυνατόν να διδαχθή. Ο Πρωταγόρας δε πάλιν, εν ώ τότε υπεστήριζεν
ότι ημπορεί να διδαχθή, τώρα απεναντίας φαίνεται άνθρωπος
ενδιαφερόμενος ν' αποδεχθή ότι αυτή σχεδόν κάθε τι άλλο είναι παρά
γνώσις· και διά τούτο διόλου δεν είναι δυνατόν να διδαχθή. Εγώ
λοιπόν, Πρωταγόρα, καλώς βλέπων ότι όλα αυτά ανακατεύοντο και
αναποδογύριζαν, έχω όλην την καλήν διάθεσιν να γείνουν αυτά
ολοφάνερα, και επεθύμουν, αφ' ου ημείς τα συζητήσωμεν, να
αποδείξωμεν έπειτα τι πράγμα είναι και η αρετή, και πάλιν έπειτα να
εξετάσωμεν δι' αυτήν, εάν ημπορή να διδαχθή ή δεν ημπορή, μήπως
πολλάς φοράς ο Επιμηθεύς εκείνος και εις την εξέτασίν μας κάμη
λάθος και μας εξαπατήση, καθώς και εις την μοιρασιάν μας
παρημέλησεν, όπως συ λέγεις. Και εις εμέ λοιπόν ήρεσε και εις τον
μύθον ο Προμηθεύς καλύτερα από τον Επιμηθέα· και κατά το παράδειγμά
του εγώ κάμνων προμήθειαν δι' όλην μου την ζωήν, ενασχολούμαι εις
όλα αυτά τα ζητήματα, και εάν συ έχης ευχαρίστησιν, το οποίον και
εις την αρχήν έλεγα, μαζί σου θα εξήταζα αυτά με πολύ μεγάλην
ευχαρίστησιν.
— Και ο Πρωταγόρας είπεν·
Πρωταγόρας,
Εγώ, Σωκράτη, επαινώ την προθυμίαν σου και τον τρόπον, που συζητείς
τα ζητήματα. Διότι ούτε κατά τα άλλα νομίζω ότι είμαι κακός
άνθρωπος, και φθονερός δε είμαι oλιγώτερον από κάθε άνθρωπον,
επειδή και διά σε έχω δα είπη εις πολλούς ανθρώπους ότι από όσους
συναναστρέφομαι πολύ περισσότερον θαυμάζω σε και παρά πολύ μάλιστα
από τους έχοντας την ηλικίαν σου· και λέγω βεβαίως ότι δεν θα μου
εφαίνετο διόλου παράξενον, εάν εγίνεσο μίαν ημέραν είς από τους
περιφήμους διά την σοφίαν άνδρας. Και δι' αυτά δε τα ζητήματα μίαν
άλλην φοράν, όταν έχης ευχαρίστησιν, συζητούμεν τώρα δε είναι πλέον
καιρός να κυττάξωμεν και καμμίαν άλλην υπόθεσιν.
Σωκράτης
Αλλά, είπον, εγώ είναι χρεία έτσι να κάμωμεν, διότι και εγώ είναι
καιρός εκεί όπου έλεγα προ πολλού να υπάγω, αλλ' έμεινα διά να
ευχαριστήσω τον εύμορφον Καλλίαν.
— Αυτά αφ' ου είπομεν και ηκούσαμεν, ανεχωρήσαμεν.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν
ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη
(Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος)
σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του
τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό
της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο
Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο
Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ.
προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,
Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη,
Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,
Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια
σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται
για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πρωταγόρας Ύστερα από ωραία και ειρωνική περιγραφή των επιδειχτικών
και φαντασμένων τρόπων των σοφιστών, γίνεται συζήτηση, ανάμεσα στον
Σωκράτη και τον Πρωταγόρα, περί αρετής. Επιδέξια φέρνοντας σε
αδιέξοδο τον σοφιστή, ο Σωκράτης αποδείχνει πως η αρετή είναι
αυτοδίδαχτη κ' ύστερα, μεταστρέφοντας τους συλλογισμούς του την
παρουσιάζει σαν αποτέλεσμα γνώσης.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
***
1) Χάριν σαφηνείας τίθενται από του εξής εις επικεφαλίδα τα ονόματα
των διαλεγομένων.
2) Ολίγον προ του Ιπποκράτους, επειδή οι ιατροί παραμέλησαν την
διαιτητικήν, η οποία απαιτεί γνώσιν των νόμων της φύσεως, ανέλαβαν
αυτήν ως άλλο πράγμα αδέσποτον οι διδάσκαλοι της γυμναστικής και
εκανόνιζον αυτοί την δίαιταν των μαθητών των σύμφωνα με την κράσιν
και τα είδη των ασκήσεών των. Ο Ιπποκράτης όμως πρώτος επανέλαβε
την διαιτητικήν και ούτω κατ' ολίγον οι ιατροί ανέκτησαν την θέσιν
των. Κατά τους χρόνους του Πλάτωνος ολίγοι ήσαν οι παλαισταί οι
μετερχόμενοι ούτω τους ιατρούς.
3) Είχον ιδιαιτέραν ικανότητα οι σοφισταί εις την κατασκευήν και
διήγησιν μύθων. Οι δε μύθοι ούτοι διέφθειραν και εξήλειψαν βαθμηδόν
την φυσικήν θρησκείαν.
4) Ούτος εποίησε δράμα υπο τον τίτλον «Άγριοι», το οποίον παρεστάθη
και του οποίου σκοπός ήτο να δείξη ότι οι πρώτοι άνθρωποι οι ακόμη
μη συστήσαντες έννομον και εύτακτον πολιτείαν ήσαν δυστυχείς. Ήθελε
δε να διδάξη με τούτο τους Έλληνας να ποθώσι την ειρήνην μεταξύ των
και να είναι ευπειθείς εις τους νόμους διά να ευτυχώσι.
5) Ούτοι ήσαν διάσημοι κακούργοι και το όνομά των έμεινε
παροιμιώδες.
6) Ούτος ενίκησε τρεις φοράς εις το στάδιον και εβραβεύθη.
7) Ούτοι διήνυον εις κάθε ημέραν μακρόν διάστημα.
8) Πρυτανεία ωνομαζον τους ναούς, εις τους οποίους νυχθημερόν
έκαιεν άσβεστον το αφιερωμένον εις την Εστίαν ιερόν πυρ.
9) Οι Κείοι εφημίζοντο ως ευσεβείς και χρηστοήθεις.
10) Η πατρίς τούτου ητο εις την Φωκίδα πλησίον του όρους Οίτη.
11) Υπαινίττεται τας φιλικάς του Σιμωνίδου σχέσεις μετά του
βασιλέως των Λακεδαιμονίων Παυσανίου και του σοφού τυράννου των
Συρακουσίων Ιέρωνος.