Η διόρθωσίς σου, Σωκράτη, έχει μεγαλύτερον σφάλμα παρά εκείνο, το
οποίον διορθώνεις.
Σωκράτης
Και εγώ είπον· έκαμα λοιπόν κακόν, καθώς φαίνεται, Πρωταγόρα, και
είμαι ένας γελοίος ιατρός· εν ώ θέλω να ιατρεύσω, κάμνω μεγαλυτέραν
την αρρωστίαν.
Πρωταγόρας
Αλλ' έτσι είναι, είπε, καθώς λέγεις.
Σωκράτης
Πώς λοιπόν; είπον εγώ.
Πρωταγόρας
Θα ήτο, είπε, μεγάλη αμάθεια του ποιητού, αν λέγη ότι είναι τόσον
εύκολον ν' αποκτήση κανείς την αρετήν, η οποία είναι το
δυσκολώτερον από όλα, καθώς παραδέχονται όλοι οι άνθρωποι.
Σωκράτης
Και εγώ είπα· μα τον Δία, εις κατάλληλον περίστασιν έτυχε να
ευρίσκεται παρών εις την συζήτησίν μας απ' εδώ ο Πρόδικος. Διότι,
Πρωταγόρα, η σοφία του Προδίκου είναι σχεδόν θεία και παλαιά, η
οποία ήρχισε βέβαια από τον καιρόν του Σιμωνίδου ή και ακόμη
παλαιότερα. Συ δε εν ώ εις άλλας πολλάς σοφίας είσαι έμπειρος,
αποδεικνύεσαι ότι από αυτήν δεν έχεις είδησιν, ούτε τόσην όσην έχω
εγώ, διότι είμαι μαθητής τούτου εδώ του Προδίκου· και τώρα μου
φαίνεται πως δεν καταλαβαίνεις, ότι και την λέξιν αυτήν δύσκολον ο
Σιμωνίδης δεν την ενοούσεν έτσι, όπως συ την εννοείς, αλλά καθώς
αυτός εδώ ο Πρόδικος με νουθετεί κάθε φοράν διά την λέξιν δεινός
(φοβερός ή παρά πολύ ικανός), όταν εγώ διά να επαινέσω σε ή κανένα
άλλον ότι ο Πρωταγόρας είναι άνθρωπος σοφός και δεινός (ικανώτατος
και φοβερώτατος), αυτός μ' ερωτά αν δεν εντρέπωμαι τα καλά πράγματα
να τα ονομάζω δεινά (φοβερά). Διότι λέγει, δεινόν θα είπη κακόν·
κανείς τω όντι καμμίαν φοράν δεν λέγει τον πλούτον δεινόν, ούτε την
ειρήνην δεινήν, ούτε την υγείαν δεινήν, αλλά λέγει την ασθένειαν
δεινήν, και τον πόλεμον δεινόν και την πτωχείαν δεινήν, διότι
δεινόν θα είπη κακόν πράγμα. Ίσως λοιπόν και το δύσκολον πάλιν οι
Κείοι και ο Σιμωνίδης ή το νομίζουν κακόν, ή άλλο τίποτε το οποίον
συ δεν καταλαβαίνεις· ας ερωτήσωμεν λοιπόν τον Πρόδικον· διότι
είναι δίκαιον αυτόν να ερωτήσωμεν διά την γλώσσαν του Σιμωνίδου
(διότι είναι πατριώτης αυτού)· ειπέ μας, Πρόδικε, τι ήθελε να είπη
με την λέξιν δύσκολον ο Σιμωνίδης;
Πρόδικος
Κακόν πράγμα, είπε.
Σωκράτης
Δι' αυτόν λοιπόν τον λόγον και κατηγορεί, είπον εγώ, Πρόδικε, τον
Πιττακόν, ο οποίος λέγει ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς
ενάρετος, ωσάν να τον ήκουε να λέγη ότι είναι κακόν πράγμα να είναι
κανείς ενάρετος.
Πρόδικος
Αλλά τι νομίζεις, είπεν ο Πρόδικος, Σωκράτη, ότι ο Σιμωνίδης λέγει
άλλο πράγμα, και όχι αυτό και ότι δεν προσβάλλει τον Πιττακόν,
διότι δεν ήξευρε να μεταχειρίζεται σωστά τας λέξεις, επειδή ήτο από
την Λέσβον και είχεν ανατραφή με βάρβαρον γλώσσαν;
Σωκράτης
Ακούεις λοιπόν, είπον εγώ, Πρωταγόρα, τι λέγει απ' εδώ ο Πρόδικος;
Έχεις τίποτε εις αυτά ν' απαντήσης;
— Και ο Πρωταγόρας είπε·
Πρωταγόρας
Κάθε άλλο παρά να είναι έτσι Πρόδικε· αλλ' εγώ ηξεύρω καλά ότι και
ο Σιμωνίδης έλεγε δύσκολον εκείνο που το λέγομεν τέτοιο και ημείς
οι άλλοι, όχι δηλαδή το κακόν, αλλ' εκείνο το οποίον δεν ήθελεν
είσθαι εύκολον, αλλά γίνεται διά μέσου πολλών δυσκολιών.
Σωκράτης
Αλλά και εγώ νομίζω, είπα, Πρωταγόρα, ότι ο Σιμωνίδης τούτο λέγει,
και ότι αυτός εδώ ο Πρόδικος το ηξεύρει, αλλά αστειεύεται και
θέλει, φαίνεται, να σε δοκιμάση εάν είσαι ικανός να υποστηρίξης την
γνώμην σου· επειδή ότι ο Σιμωνίδης δύσκολον δεν λέγει το κακόν,
μεγάλη απόδειξις είναι εκείνο που λέγει αμέσως κατόπιν· διότι λέγει
ότι «μόνος ο Θεός δύναται να έχη τούτο το βραβείον».
Διότι αν έλεγεν ότι είναι κακόν πράγμα να είναι κανείς ενάρετος,
δεν θα έλεγεν έπειτα ότι μόνος ο Θεός ημπορεί να έχη αυτήν την
χάριν και δεν θ' απέδιδεν εις μόνον τον θεόν αυτό το βραβείον·
διότι ο Πρόδικος θα έλεγε τότε τον Σιμωνίδην άνθρωπον ασεβή και
κατ' ουδένα τρόπον Κείον·(9) αλλ' εκείνα τα οποία μου φαίνεται ότι
εννοεί να είπη ο Σιμωνίδης εις τούτο το τραγούδι, θέλω να σου τα
είπω διά να καταλάβης ποίας γνώσεις έχω εις αυτό το αντικείμενον,
το οποίον συ λέγεις, δηλαδή το περί ποιημάτων· αν δε θέλης να μου
είπης συ, θα σ' ακούσω μ' ευχαρίστησιν.
— Ο μεν Πρωταγόρας λοιπόν, αφ' ου με ήκουσε να λέγω αυτά, είπεν·
Πρωταγόρας
Όπως θέλεις, Σωκράτη.
— Ο δε Πρόδικος και ο Ιππίας και οι άλλοι πολύ με παρεκίνουν να
είπω εγώ. Εγώ δε είπον ως εξής·
Σωκράτης
Την γνώμην μου τουλάχιστον διά το τραγούδι αυτό θα προσπαθήσω να
σας την εκθέσω. Η φιλοσοφία είναι πολύ παλαιά και παρά πολλή μεταξύ
των Ελλήνων και εις την Κρήτην και εις την Λακεδαίμονα, και εκεί
υπάρχουν οι περισσότεροι του κόσμου σοφισταί· αλλ' εις τους άλλους
το αρνούνται και προσποιούνται ότι είναι αμαθείς, διά να μη τους
καταλαμβάνουν ότι υπερτερούν τους άλλους Έλληνας κατά την σοφίαν,
ωσάν τους σοφιστάς τους οποίους ανέφερεν ο Πρωταγόρας, αλλά διά να
νομίζουν οι άλλοι ότι υπερτερούν κατά την πολεμικήν τέχνην και την
ανδρείαν, επειδή νομίζουν ότι, εάν μάθουν οι άλλοι εις τι
υπερτερούν, όλοι θα κάμουν τότε το έργον αυτό, δηλαδή την σοφίαν.
Τώρα δε, επειδή το απέκρυψαν, εξηπάτησαν εκείνους οι οποίοι εις τας
διαφόρους πόλεις μιμούνται ό,τι κάμουν οι Λάκωνες· και άλλοι μεν
από αυτούς διά να μιμηθούν τους Λάκωνας κατακόπτουν τα αυτία των,
ζώνονται με λωρία, επιδίδονται εις την γυμναστικήν και φορούν κοντά
φορέματα, επειδή νομίζουν ότι τάχα με αυτά οι Λακεδαιμόνιοι
υπερτερούν τους Έλληνας· οι δε Λακεδαιμόνιοι, όταν θελήσουν με
ελευθερίαν να συνομιλήσουν με τους σοφιστάς των και στενοχωρηθούν
πλέον να συνομιλούν με αυτούς κρυφά, ενεργούν έξωσιν των ξένων και
εκείνων οι οποίοι μιμούνται τους Λάκωνας και οποιουδήποτε άλλου
ξένου, ο οποίος τύχη να ευρεθή εις τον τόπον των, και τότε
συναναστρέφονται τους σοφιστάς των χωρίς να το πέρνουν είδησιν οι
ξένοι, και οι ίδιοι δεν επιτρέπουν εις κανένα από τους νέους να
ξενιτεύεται εις άλλας πόλεις, καθώς κάμνουν και οι Κρήτες, διά να
μη ξεμαθαίνουν οι νέοι εκείνα τα οποία αυτοί διδάσκουν. Είναι δε
μέσα εις αυτάς τας πόλεις όχι μόνον άνδρες οι οποίοι έχουν μεγάλην
ιδέαν διά την παιδείαν των, αλλά και γυναίκες. Ημπορείτε δε να
πληροφορηθήτε ότι αυτά όπου λέγω είναι αληθινά και ότι οι
Λακεδαιμόνιοι είναι κάλλιστα πεπαιδευμένοι εις την φιλοσοφίαν και
την ρητορικήν με τον ακόλουθον τρόπον· εάν θέλη κανείς να συζητήση
με τον αμαθέστατον από τους Λακεδαιμονίους, κατ' αρχάς μεν θα του
φαίνεται ότι είναι κανένας κουτός, έπειτα εκείνος εις την σειράν
της ομιλίας, όπου εύρη ευκολίαν, ρίπτει μίαν σύντομον ομιλίαν
αξιόλογον και στριφογυριστήν ωσάν κανένας έξοχος ακοντιστής, ώστε
να φανή εκείνος που ομιλεί μαζί του, ότι δεν είναι διόλου καλύτερος
από μωρό παιδί. Τούτο λοιπόν το ίδιον πράγμα, υπάρχουν πολλοί οι
οποίοι το έχουν εννοήση, και από τους παλαιούς, ότι το να μιμήται
κανείς τους Λάκωνας συνίσταται πολύ περισσότερον εις το να φιλοσοφή
παρά εις το ν' αγαπά την γυμναστικήν, γνωρίζοντες ότι μόνον τελείως
πεπαιδευμένος είναι ικανός να λέγη τοιαύτα. Από τούτους τους σοφούς
ήτο και ο Θαλής ο Μιλήσιος, και ο Πιττακός, ο Μιτυληναίος, και ο
Βίας ο Πριηνεύς και ο ιδικός μας ο Σόλων και ο Κλεόβουλος ο Λίνδιος
και ο Μύσων ο Χηνεύς (10) και έβδομος μεταξύ τούτων ελέγετο ο
Λακεδαιμόνιος Χίλων. Όλοι αυτοί εζήλευσαν και ηγάπησαν και ήσαν
μαθηταί της παιδείας των Λακεδαιμονίων· και ημπορεί κανείς να
πληροφορηθή, ότι η σοφία των ήτο τοιαύτη από μερικά αξιομνημόνευτα
σύντομα λόγια, τα οποία καθείς απ' αυτούς έχει είπη, τα οποία
αυτοί, αφ' ου συνηθροίσθησαν όλα μαζί, τ' αφιέρωσαν εις τον
Απόλλωνα εις τον ναόν του που είναι εις τους Δελφούς ως προφαντά
της σοφίας των, αφ' ου τα έγραψαν, τα οποία όλοι διασαλπίζουν,
δηλαδή τα «γνώθι σαυτόν» (γνώρισε τον εαυτόν σου), και «μηδέν άγαν»
(εις τίποτε μη το παρακάνης). Διά ποίαν λριπόν αιτίαν εγώ λέγω
αυτά; Διά να ιδήτε ότι αυτός είναι ο παλαιός τρόπος της φιλοσοφίας,
κάποια δηλαδή λακωνική κοντολογία· και του Πιττακού λοιπόν,
ιδιαιτέρως περιεφέρετο και εγκωμιάζετο από τους σοφούς αυτό το
λόγιον, ότι «δύσκολον είναι να είναι κανείς ενάρετος». Ο Σιμωνίδης
λοιπόν, επειδή δεν ήθελε να τον περάση κανείς εις την σοφίαν,
ενόησεν ότι, αν ρίψη κάτω αυτό το λόγιον ωσάν φημισμένος αθλητής
και το νικήση, αυτός θα εφημίζετο τότε μεταξύ των τότε ανθρώπων. Ως
προς τούτο λοιπόν το λόγιον, και διά τούτον τον σκοπόν
επιβουλευόμενος αυτό, έκαμεν όλον το τραγούδι διά να καταστρέψη το
λόγιον, καθώς μου φαίνεται.
Ας εξετάσωμεν λοιπόν αυτό το ποίημα όλοι μαζί διά να ίδωμεν αν εγώ
λέγω την αλήθειαν. Διότι αμέσως η αρχή του ποιήματος θα εφαίνετο
ανόητος, αν, εν ώ ήθελε να είπη ότι είναι δύσκολον να γίνη άνθρωπος
ενάρετος, έπειτα έθετε μέσα εις την φράσιν την λέξιν &μεν&. Διότι
αυτή η λέξις φαίνεται ότι δεν είχε κανένα λόγον να τεθή εκεί μέσα,
εκτός μόνον αν νομίση κανείς ότι ο Σιμωνίδης ομιλεί ωσάν να
φιλονεική με την γνώμην του Πιττακού· διότι εν ώ ο Πιττακός λέγει
ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς άνθρωπος ενάρετος, αυτός μη
παραδεχόμενος τούτο, είπεν ότι όχι· αλλά να γείνη μεν κανείς
άνθρωπος ενάρετος είναι δύσκολον, Πιττακέ, αληθινά, εκείνος που δεν
είναι αληθινά ενάρετος, ούτε εις τούτο επάνω· λέγει την αλήθειαν,
ωσάν τάχα να ήσαν μερικοί, άλλοι μεν αληθινά ενάρετοι, άλλοι δε
ενάρετοι &μεν&, όχι όμως αληθινά· διότι τούτο ήθελε βέβαια φανή
ανόητον και ανάρμοστον να το είπη ο Σιμωνίδης· αλλά πρέπει να
κάμωμεν την λέξιν αληθώς να πηδήση από την θέσιν της εις άλλην, και
έτσι να είπωμεν έπειτα την λέξιν του Πιττακού, ωσάν θα εθέταμεν τον
ίδιον τον Πιττακόν να λέγη και τον Σιμωνίδην ν' αποκρίνεται, να
λέγη δηλαδή ο Πιττακός, ω άνθρωποι, δύσκολον είναι να είναι κανείς
ενάρετος, ο δε Σιμωνίδης ν' αποκριθή, Πιττακέ, δεν λέγεις την
αλήθειαν, διότι όχι να είναι, αλλά να γείνη μεν κανείς άνθρωπος
ενάρετος, τετράγωνος και κατά τας χείρας και κατά τους πόδας και
κατά τον νουν, χωρίς σφάλμα κατασκευασμένος είναι δύσκολον αληθινά.
Έτσι φαίνεται ότι η λέξις «μεν» είχε λόγον να βαλθή εκεί μέσα και η
λέξις «αληθινά» σωστά εβάλθη εις το τέλος· και όλα εκείνα, τα οποία
λέγονται κατόπιν, βεβαιώνουν τούτο, ότι ελέχθη με αυτόν τον τρόπον.
Ημπορεί μεν ν' αποδείξη κανείς και διά καθέν από τα λεγόμενα εις το
ποίημα ότι τα περισσότερα ο ποιητής εύμορφα τα έκαμε, διότι είναι
παρά πολύ χαριτωμένα και αρμονικά· αλλά θα εχρειάζετο καιρός να
εξετάσωμεν το ποίημα κατ' αυτόν τον τρόπον· ας εξετάσωμεν γενικώς
το σχέδιον αυτού, διά να δείξωμεν ότι περισσότερον από κάθε άλλο
από την αρχήν έως το τέλος το ποίημα αποβλέπει εις το να εξελέγξη
το γνωμικόν του Πιττακού.
Διότι έπειτα από τούτο, αφ' ου ανέφερεν ολίγα, λέγει, ωσάν να
δικαιολογήση αυτό όπου είπεν, ότι δηλαδή να γείνη μεν κανείς
άνθρωπος ενάρετος είναι δύσκολον, είναι όμως δυνατόν να γείνη
ενάρετος διά κάμποσον τουλάχιστον καιρόν, αφ' ου δε γείνη, να
διαμένη εις αυτήν την κατάστασιν, και να είναι (διαρκώς) άνθρωπος
ενάρετος, καθώς συ λέγεις, Πιττακέ, είναι αδύνατον και ανώτερον της
δυνάμεως του ανθρώπου, αλλά μόνος ο θεός ημπορεί να έχη τούτο το
προνόμιον, «άνθρωπος δε δεν είναι δυνατόν να μη γείνη κακός, τον
οποίον ήθελε κατακρημνίση ακαταμάχητος συμφορά». Ποίον λοιπόν
κατακρημνίζει ακαταμάχητος συμφορά; Φανερόν είναι ότι δεν
κατακρημνίζει τον αμαθή, διότι ο αμαθής είναι πάντοτε κρημνισμένος·
καθώς λοιπόν δεν ημπορεί κανείς να ρίψη κάτω εκείνον ο οποίος είναι
πεσμένος, αλλ' εκείνον ο οποίος ίσταται όρθιος ημπορεί καμμίαν
φοράν να τον ρίψη κανείς κάτω, ώστε να τον κάμη κάτω ριγμένον,
εκείνον δε ο οποίος είναι κάτω ριγμένος δεν ημπορεί, έτσι και
εκείνον που εύκολα πολεμείται καμμίαν φοράν ημπορεί μία
ακαταμάχητος συμφορά να τον καταβάλη· εκείνον δε ο οποίος είναι
πάντοτε ακαταμάχητος δεν ημπορεί· και τον κυβερνήτην ενός πλοίου,
αν τον εύρη μεγάλη τρικυμία, ημπορεί να τον κάμη να μη ευρίσκη
τρόπον να την καταπολεμήση, και τον γεωργόν, αν τον εύρη μία
κακοκαιρία, ημπορεί να τον φέρη εις θέσιν να μη ηξεύρη τι να κάμη·
παρόμοια αίτια δύνανται να σαστίσουν και ένα ιατρόν. Διότι εις μεν
τον καλόν ημπορεί να συμβή να γείνη κακός, καθώς βεβαιώνει και ένας
άλλος ποιητής, ο οποίος είπεν ότι «ο αγαθός ανήρ άλλοτε μεν είναι
καλός, άλλοτε δε κακός»· εις δε τον κακόν δεν είναι δυνατόν να
συμβή να γείνη κακός, αλλ' αναγκαίως είναι πάντοτε τοιούτος, ώστε
εκείνον μεν ο οποίος είναι ικανός και σοφός και αγαθός, όταν ήθελε
τον κρημνίση ακαταμάχητος συμφορά, δεν είναι δυνατόν να μη γείνη
κακός· συ δε λέγεις, Πιττακέ, ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς
ενάρετος, εν ώ το να γείνη κανείς ενάρετος είναι δύσκολον, είναι δε
δυνατόν, να είναι όμως (πάντοτε) είναι αδύνατον, «διότι κάθε
άνθρωπος είναι αγαθός, αν πράξη καλά, κακός δε αν πράξη κακά». Ποία
λοιπόν λέγεται καλή πράξις εις την φιλολογίαν, και ποία πράξις
κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν εις την φιλολογίαν; Είναι φανερόν ότι
τον κάμνει αγαθόν εις την φιλολογίαν η μάθησις αυτής· ποία δε καλή
πράξις κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν ιατρόν; Είναι φανερόν ότι τον
κάμνει τοιούτον η μάθησις της ιατρείας των αρρώστων, τους οποίους ο
κακός ιατρός κακά θεραπεύει· ποίος λοιπόν ημπορεί να γείνη κακός
ιατρός; Φανερόν είναι ότι εκείνος ο οποίος κατ' αρχάς μεν είναι
ιατρός, έπειτα δε γίνεται αγαθός ιατρός· διότι αυτός ημπορεί να
γείνη και κακός ιατρός· ημείς δε οι οποίοι είμεθα αμαθείς εις την
ιατρικήν, δεν είναι δυνατόν ποτε να εκτελέσωμεν κακώς το έργον του
ιατρού, ούτε του κτίστου, ούτε κανέν άλλο από τα τοιαύτα· εκείνος
δε ο οποίος χωρίς να είναι ιατρός, ήθελε κάμει κακώς το έργον του
ιατρού, είναι φανερόν ότι δεν είναι κακός ιατρός. Τοιουτοτρόπως και
ο μεν ενάρετος άνθρωπος καμμίαν φοράν ημπορεί να γείνη και κακός ή
ένεκα της ηλικίας ή ένεκα κόπου ή ένεκα ασθενείας ή κανενός άλλου
περιστατικού, διότι αυτή μόνη είναι πραγματική κακή πράξις, το να
στερηθή κανείς την γνώσιν του κάθε πράγματος· ο δε κακός άνθρωπος
δεν είναι δυνατόν ποτέ να γείνη κακός, διότι είναι πάντοτε κακός·
αλλά διά να γείνη έπειτα κακός, πρέπει προτύτερα να υπήρξε αγαθός,
ώστε και αυτό το μέρος του ποιήματος εις τούτο αποβλέπει, ότι δεν
είναι μεν δυνατόν να είναι κανείς άνθρωπος ενάρετος διαμένων
διαρκώς ενάρετος, είναι όμως δυνατόν να γείνη κανείς ενάρετος,
καθώς είναι δυνατόν βέβαια αυτός ο ίδιος να γείνη και κακός. Μένουν
δε τον περισσότερον καιρόν ενάρετοι και είναι οι καλύτεροι από
όλους εκείνοι τους οποίους αγαπώσιν οι θεοί.
Και όλα λοιπόν αυτά τα είπεν εναντίον του Πιττακού και τα
επακόλουθα του ποιήματος ακόμη περισσότερον φανερώνουσι τούτο.
Διότι λέγει· «ένεκα τούτου εγώ δεν θα κοπιάσω διά να ζητήσω εκείνο
το οποίον είναι κενή και ακατόρθωτος η ελπίς να εύρω, άνθρωπον
δηλαδή χωρίς σφάλμα ανάμεσα εις ημάς τους άλλους, οι οποίοι ζώμεν
από τον καρπόν της γονίμου γης· αν τον εύρω, έπειτα θα σας το
είπω»· αλλά και εις ολόκληρον το ποίημα καταφέρεται τόσον δυνατά
εναντίον της γνώμης του Πιττακού· «κάθε δε άνθρωπον, ο οποίος δεν
πράξη καμμίαν αισχράν πράξιν, με την καρδιά μου τον αγαπώ και τον
επαινώ· αλλά με την ανάγκην και οι θεοί οι ίδιοι δεν τα βάζουν»·
και αυτό ακόμη διά τον ίδιον σκοπόν το είπε. Διότι ο Σιμωνίδης δεν
ήτο τόσον αμαθής, ώστε να λέγη ότι επαινεί εκείνους οι οποίοι δεν
κάμνουν θεληματικώς κανέν κακόν, ωσάν να υπάρχουν και μερικοί οι
οποίοι να κάμνουν κακά θεληματικώς. Διότι εγώ φρονώ τούτο επάνω
κάτω, ότι κανείς από τους σοφούς άνδρας δεν παραδέχεται ότι υπάρχει
άνθρωπος ο οποίος θεληματικώς ν' αμαρτάνη και να πράττη θεληματικώς
πράξεις αισχράς και κακάς, αλλά γνωρίζων καλώς ότι όλοι, όσοι
κάμνουν τας αισχράς και κακάς πράξεις, τας κάμνουν χωρίς να θέλουν·
λοιπόν και ο Σιμωνίδης δεν λέγει ότι επαινεί εκείνους οι οποίοι δεν
κάμνουν κακά θεληματικώς, αλλ' αυτήν την λέξιν «θεληματικώς» την
λέγει διά τον εαυτόν του. Διότι εφρόνει ότι εις άνθρωπον καλόν και
αγαθόν πολλές φορές συμβαίνει ώστε να βιάζη ο ίδιος τον εαυτόν του
να επαινή και ν' αγαπά ένα άλλον· συμβαίνει λ. χ. πολλές φορές εις
ένα άνθρωπον να είναι βιασμένος ν' αγαπά στραβοκέφαλον μητέρα ή
πατέρα ή πατρίδα ή κανέν άλλο από τα τοιαύτα. Οι μεν κακοί άνθρωποι
λοιπόν, όταν συμβή εις αυτούς κανέν τοιούτον πράγμα, ωσάν
ευχαριστημένοι το βλέπουν και το δεικνύουν εις τους άλλους
παραπονούμενοι και κατηγορούν την κακίαν των γονέων των ή της
πατρίδος, διά να μη τους καταδικάζουν οι άνθρωποι διά την αμέλειάν
των προς αυτούς και να μη τους ονειδίζουν διότι τους αμελούν, και
φροντίζουν, ώστε ακόμη περισσότερον να τους κατακρίνουν (τους
γονείς και την πατρίδα των) και να προσθέτουν εναντίον των εις την
αναγκαστικήν αντιπάθειαν και θεληματικά μίση· οι δε αγαθοί
άνθρωποι, εφρόνει ότι είναι υποχρεωμένοι να σκεπάζουν τα σφάλματά
των και να τους επαινούν, και αν κάποτε θυμώσουν, επειδή
εβλάφθησαν, εναντίον των γονέων ή της πατρίδος των, ότι οι ίδιοι
παρηγορούν τον εαυτόν των και συμφιλιώνονται και υποχρεώνουν προς
τούτοις τον εαυτόν τους ν' αγαπά και να επαινή τους ιδικούς των.
Νομίζω δε ότι πολλές φορές και ο Σιμωνίδης εθεώρησε πρέπον να
επαινέση και να εγκωμιάση και αυτός ο ίδιος ή μονάρχην ή κανένα
άλλον από τους τοιούτους, όχι διότι το ήθελε, αλλά διότι ήτον
ηναγκασμένος.(11) Αυτά λοιπόν λέγει και εις τον Πιττακόν ότι «εγώ,
Πιττακέ, δεν σε κατακρίνω δι' αυτά, διότι είμαι φιλοκατήγορος,
επειδή εις εμέ βέβαια αρκεί ένας άνθρωπος, να μη είναι κακός μήτε
πολύ ανωφελής, να είναι υγιής (κατά τον νουν) και να ηξεύρη την
ωφέλιμον εις τας πόλεις δικαιοσύνην. Δεν είμαι φιλοκατήγορος· διότι
το γένος των κουτών είναι απειράριθμον, ώστε αν ηυχαριστήτο κανείς
να τους κατακρίνη κατηγορών αυτούς θα εκουράζετο. Όλαι αι πράξεις
είναι καλαί, εις τας οποίας δε είναι ανακατωμέναι και αισχραί». Δεν
λέγει τούτο, ωσάν να έλεγεν ότι «όλα εκείνα είναι άσπρα, εις τα
οποία δεν είναι ανακατωμένα και μαύρα»· διότι θα ήτο υπό πολλάς
επόψεις γελοίον αλλά διότι αυτός παραδέχεται και τον μέσον όρον,
τον μεταξύ δηλαδή του κακού και του καλού, ώστε να μη κατακρίνη·
και «δεν ζητώ, είπε, άνθρωπον εντελώς χωρίς σφάλμα, μεταξύ ημών·
όσοι τρεφόμεθα από τον καρπόν της ευφόρου γης· και αν τον εύρω,
έπειτα θα σας το είπω· ώστε ένεκα τούτου βεβαίως δεν θα επαινέσω
κανένα, αλλ' είναι εις εμέ αρκετόν αν κανείς είναι μέτριος και δεν
κάμνη κανέν κακόν· τους τοιούτους εγώ όλους αγαπώ και επαινώ»· και
εδώ μεταχειρίζεται την διάλεκτον των Μυτιληναίων, επειδή λέγει προς
τον Πιττακόν τας λέξεις· «όλους επαινώ και αγαπώ θεληματικώς (εδώ
πρέπει εις την λέξιν θεληματικώς να σταματήση εκείνος που
αναγινώσκει) όσους δεν κάμουν καμμίαν αισχράν πράξιν, υπάρχουν όμως
μερικοί, τους οποίους επαινώ και αγαπώ χωρίς να Θέλω. Σε λοιπόν,
και αν μέτρια έλεγες καλά και αληθινά πράγματα, Πιττακέ, δεν ήθελά
ποτε σέ κατακρίνη. Τώρα όμως, επειδή, εν ώ ψεύδεσαι δυνατά εις τα
σπουδαιότερα πράγματα, νομίζεις ότι λέγεις την αλήθειαν, δι' αυτό
εγώ σε κατακρίνω».
— Αυτά μου φαίνεται, Πρόδικε και Πρωταγόρα, είπον εγώ, είχε προ
οφθαλμών ο Σιμωνίδης και έκαμεν αυτό το ποίημα.
Και ο Ιππίας είπε·
Ιππίας
Μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι και συ καλήν ανάπτυξιν έκαμες δι' αυτό
το ποίημα· έχω όμως και εγώ να είπω σπουδαία πράγματα δι' αυτό, τα
οποία, αν επιθυμήτε, θα σας τ' ανακοινώσω.
— Και ο Αλκιβάδης·
Αλκιβιάδης
Ναι, είπε, Ιππία, αλλά μίαν άλλην φοράν. Τώρα είναι δίκαιον να
γείνουν εκείνα τα οποία εσυμφώνησαν μεταξύ των ο Πρωταγόρας και ο
Σωκράτης· ο μεν Πρωταγόρας δηλαδή, αν ακόμη έχη την ευχαρίστησιν να
ερωτά, ν' αποκρίνεται δε ο Σωκράτης, αν δε έχη πάλιν ο Πρωταγόρας
την ευχαρίστησιν ο Σωκράτης ν' αποκρίνεται, τότε να ερωτά ο άλλος.
Σωκράτης
Και εγώ είπα· παραχωρώ μεν το δικαίωμα εις τον Πρωταγόραν να εκλέξη
όποιο από τα δύο τον ευχαριστεί καλύτερα· αν δε επιθυμή την μεν
ομιλίαν περί ποιημάτων και ποιητικών διηγήσεων ας την αφήσωμεν κατά
μέρος, διά δε τα ζητήματα, διά τα οποία εγώ κατ' αρχάς σε ηρώτησα,
Πρωταγόρα, εξετάζων αυτά μαζί σου θα έφθανα μ' ευχαρίστησιν εις
κάποιον συμπέρασμα. Διότι φρονώ ότι το να συνομιλή κανείς διά την
ποίησιν είναι παρά πολύ όμοιον με τα συμπόσια τα οποία κάμνουν οι
αμαθείς και πρόστυχοι άνθρωποι. Διότι και αυτοί, επειδή δεν
ημπορούν, την ώραν του φαγοποτιού ν' ανταλλάξουν αυτοπροσώπως
ομιλίας μεταξύ των, μήτε με την ιδικήν των φωνήν και τας ιδικάς των
λέξεις, εξ αιτίας της αμαθείας των αποδίδουν τιμήν εις τας γυναίκας
που παίζουν την φλογέρα, και έτσι ενοικιάζουν ακριβά ξένην φωνήν,
την φωνήν δηλαδή της φλογέρας, και μ' εκείνην την φωνήν κατορθώνουν
να κάμουν συναναστροφήν μεταξύ των· όπου όμως υπάρχουν ενάρετοι και
πεπαιδευμένοι σύντροφοι εις το φαγοπότι, δεν είναι δυνατόν να ίδης
εκεί γυναίκας να παίζουν φλογέρας ή να χορεύουν ή να ψάλλουν, αλλ'
αυτοί οι ίδιοι είναι ικανοί να συνδιαλεχθούν αναμεταξύ των χωρίς
τας φλυαρίας και τα παιγνίδια με την ιδικήν των φωνήν, ομιλούντες
και ακροαζόμενοι καθένας με την σειράν του με τάξιν, ακόμη και παρά
πολύ κρασί αν πίουν. Έτσι και αι τοιούτου είδους συνομιλίαι, όταν
τύχη να γίνωνται από ανθρώπους, όπως οι περισσότεροι από ημάς
λέγουν ότι είναι, δεν έχουν χρείαν ξένης φωνής, ούτε ανάγκην από
ποιητάς, τους οποίους ούτε να ερωτήση κανείς είναι δυνατόν δι'
εκείνα τα οποία λέγουν, και οι περισσότεροι αναφέροντες αυτούς εις
τας ομιλίας των, άλλοι μεν λέγουν ότι ο ποιητής εννοεί αυτά, άλλοι
δε ότι εννοεί άλλα, συνομιλούντες διά πράγμα το οποίον δεν έχουν
την δύναμιν να εξακριβώσουν· δι' αυτήν την αιτίαν (οι ενάρετοι και
πεπαιδευμένοι) αφίνουν κατά μέρος αυτού του είδους τας
συναναστροφάς, οι ίδιοι δε αυτοπροσώπως συνδιαλέγονται μεταξύ των
λαμβάνοντες και δίδοντες ο ένας εις τον άλλον με τας ομιλίας των
απόδειξιν της αξίας των. Τούτου του είδους τους ανθρώπους μου
φαίνεται ότι πρέπει εγώ και συ κατά προτίμησιν να μιμώμεθα,
αφίνοντες δε κάτω τους ποιητάς, ημείς οι ίδιοι αυτοπροσώπως να
συνομιλήσωμεν αναμεταξύ μας, λαμβάνοντες απόδειξιν της αληθείας και
της αξίας του εαυτού μας. Και αν μεν ακόμη επιθυμής συ να ερωτάς,
είμαι πρόθυμος να σου αποκρίνωμαι, αν δε πάλιν επιθυμής, λάβε συ
την καλωσύνην να μου αποκρίνεσαι, διά να φέρωμεν εις έν συμπέρασμα
εκείνα τα ζητήματα, τα οποία εις τούτο το αναμεταξύ επαύσαμεν να
εξετάζωμεν.
— Εν ώ λοιπόν εγώ έλεγον ταύτα και άλλα παρόμοια, ο Πρωταγόρας δεν
εξηγείτο καθαρά τι από τα δύο θα κάμη.
Είπε λοιπόν ο Αλκιβιάδης αφ' ου εκύτταξε τον Κάλλίαν·
Αλκιβιάδης
Καλλία, σου φαίνεται, είπεν, ότι καλά κάμνει και τώρα ο Πρωταγόρας,
ο οποίος δεν εξηγείται καθαρά αν θα δώση λόγον ή δεν θα δώση; Διότι
εγώ νομίζω ότι δεν κάμει καλά· ή ας συνδιαλεχθή ή ας είπη ότι δεν
θέλει να συνδιαλεχθή διά να καταλάβωμεν τον σκοπόν του· ο δε
Σωκράτης να συνδιαλεχθή τότε με κανένα άλλον, ή οποίος άλλος θέλει
με άλλον.
— Και ο Πρωταγόρας, επειδή εντράπη, καθώς τουλάχιστον μ' εφάνη,
που ήκουε και τον Αλκιβιάδην να λέγη αυτά και τον Καλλίαν και
σχεδόν όλους τους παρευρεθέντας να τον παρακαλούν, μετά δυσκολίας
απεφάσισε να προβή εις την συνδιάλεξιν και παρεκάλεσε τον Σωκράτην
να τον ερωτά διά ν' αποκρίνεται.