Σωκράτης

Και υπάρχει λοιπόν εις εκείνους οι οποίοι σκέπτονται σωστά ορθή

σκέψις;

Πρωταγόρας

Αναμφιβόλως.

Σωκράτης

Και λοιπόν εκείνοι οι οποίοι δεν πράττουν σωστά, πράττουν άσκεπτα

και, επειδή πράττουν τοιουτοτρόπως, δεν έχουν ορθήν σκέψιν;

Πρωταγόρας

Έτσι φρονώ και εγώ, είπε.

Σωκράτης

Το να πράττη λοιπόν κανείς άσκεπτα, είναι το εναντίον εις το να

πράττη με ορθήν σκέψιν;

Πρωταγόρας

Ναι, είπεν.

Σωκράτης

Εκείνα τα οποία πράττονται ασκέπτως, πράττονται με ασκεψίαν· εκείνα

δε τα οποία πράττονται φρόνιμα, πράττονται με ορθήν σκέψιν;

— Το εβεβαίωνεν (ο Πρωταγόρας).

Σωκράτης

Και λοιπόν, αν κανέν πράγμα πράττεται με δύναμιν, πράττεται δυνατά;

και αν με αδυναμίαν, πράττει αδύνατα;

— Το παρεδέχετο (ο Πρωταγόρας),

Σωκράτης

Και αν κανέν πράγμα πράττεται με γρηγοράδα, πράττεται γρήγορα, και

αν με αργότητα, πράττεται αργά;

Πρωταγόρας

Ναι, είπε.

Σωκράτης

Και αν κανέν πράγμα πράττεται με τον ίδιον τρόπον, πράττεται από

τον ίδιον ενεργούντα, και αν κανέν πράγμα πράττεται με εναντίον

τρόπον, πράττεται από τον εναντίον ενεργούντα;

— Συνεφώνησεν (ο Πρωταγόρας).

Σωκράτης

Ας ίδωμεν λοιπόν, είπον εγώ· υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον

ονομάζουν ωραίον;

Πρωταγόρας

Ναι, είπεν.

Σωκράτης

Εις τούτο υπάρχει κανέν άλλο πράγμα, εναντίον, εκτός του ασχήμου;

Πρωταγόρας

Δεν υπάρχει.

Σωκράτης

Τι δε λέγεις, υπάρχει κανέν πράγμα που το ονομάζουν αγαθόν;

Πρωταγόρας

Υπάρχει.

Σωκράτης

Εις τούτο υπάρχει κανέν άλλο εναντίον, εκτός του κακού;

Πρωταγόρας

Δεν υπάρχει.

Σωκράτης

Τι δε λέγεις, εις την φωνήν υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον λέγεται

οξύ;

Πρωταγόρας

Ναι είπεν.

Σωκράτης

Εις τούτο μήπως υπάρχει κανέν άλλο εναντίον παρά το βαρύ;

Πρωταγόρας

Όχι, είπεν.

Σωκράτης

Και λοιπόν, είπον εγώ, εις καθέν από τα εναντία μεταξύ των έν μόνον

υπάρχει εναντίον και όχι πολλά;

— Το παρεδέχετο.

Σωκράτης

Έλα λοιπόν, είπον εγώ, ας ξαναπεράσωμεν μίαν φοράν εκείνα εις τα

οποία εμέναμεν σύμφωνοι. Εσυμφωνήσαμεν ότι εις έν πράγμα έν μόνον

πράγμα είναι εναντίον, και όχι περισσότερα;

Πρωταγόρας

Εσυμφωνήσαμεν.

Σωκράτης

Εκείνο δε το οποίον πράττεται μ' εναντίον τρόπον, ότι πράττεται από

εναντία αίτια;

Πρωταγόρας

Ναι, είπεν,

Σωκράτης

Εσυμφωνήσαμεν ότι εκείνο το οποίον πράττεται άσκεπτα, πράττεται μ'

εναντίον τρόπον προς εκείνο το οποίον πράττεται με ορθήν σκέψιν;

Πρωταγόρας

Ναι, είπεν.

Σωκράτης

Εκείνο δε το οποίον πράττεται φρόνιμα, ότι πράττεται από ορθήν

σκέψιν, εκείνο δε το οποίον πράττεται άσκεπτα, πράττεται χωρίς

σκέψιν;

— Έμενε σύμφωνος.

Σωκράτης

Και λοιπόν, αν πράττεται μ' εναντίον τρόπον, δεν παρεδέχθημεν ότι

πράττεται μ' εναντίον αίτιον;

Πρωταγόρας

Ναι.

Σωκράτης

Πράττεται δε το μεν έν από σκέψιν ορθήν, το δ' άλλο από ασκεψίαν;

Πρωταγόρας

Ναι.

Σωκράτης

Με εναντίον τρόπον το έν προς το άλλο;

Πρωταγόρας

Βέβαια.

Σωκράτης

Δεν πράττονται λοιπόν από αίτια εναντία μεταξύ των;

Πρωταγόρας

Ναι.

Σωκράτης

Είναι λοιπόν εναντίον η ασκεψία προς την ορθήν σκέψιν;

Πρωταγόρας

Φαίνεται.

Σωκράτης

Ενθυμείσαι, ότι εις τους προηγουμένους μας λόγους παρεδέχθημεν ότι

η ασκεψία είναι πράγμα εναντίον εις την σοφίαν (δηλαδή εις την

ορθήν σκέψιν);

— Το παρεδέχετο.

Σωκράτης

Και ότι έν πράγμα μόνον εις έν πράγμα είναι εναντίον;

Πρωταγόρας.

Ναι, λέγω.

Σωκράτης

Τι λοιπόν, Πρωταγόρα, από τα δύο συμπεράσματα μας να παραδεχθώμεν;

Το ότι το έν μόνον εις έν είναι εναντίον, ή εκείνο εις το οποίον

ελέγομεν ότι άλλο είνε η ορθή σκέψης και άλλο η σοφία, ότι δε καθέν

από τα δύο είνε μέρος της αρετής, και ότι εκτός του ότι είναι άλλο

το έν και άλλο το άλλο, είναι και ανόμοια πράγματα και αυτά τα ίδια

και αι ενέργειαι αυτών, καθώς τα μέρη του προσώπου; Τι λοιπόν από

τα δύο να παραδεχθώμεν; Διότι αυτά τα συμπεράσματα και, τα δύο δεν

λέγονται με πολύ μουσικήν συμφωνίαν· διότι ούτε συμφωνούν ούτε

ταιριάζουν μεταξύ των. Πώς θα ήτο δυνατόν να συμφωνούν, αφ' ου

βεβαίως είνε ανάγκη εις έν μεν πράγμα έν μόνον πράγμα να είναι

εναντίον και όχι πολλά, εις δε την ασκεψίαν, η οποία είναι έν

πράγμα φαίνεται εναντία η σοφία και προς τούτοις πάλιν και η ορθή

σκέψις· δεν σου φαίνεται έτσι, Πρωταγόρα, είπον εγώ, ή αλλέως πως;

— Με κακή καρδιά το παρεδέχθη.

Σωκράτης

Θα είναι λοιπόν έν πράγμα (το ίδιον πράγμα δηλ.) η ορθή σκέψις και

η σοφία, καθώς προτύτερα πάλιν μας εφάνη ότι η δικαιοσύνη και η

αγιότης είναι πράγμα σχεδόν το ίδιον. Έλα λοιπόν, είπον εγώ,

Πρωταγόρα, ας μη βαρυνθώμεν, αλλ' ας εξετάσωμεν με την σκέψιν μας

και τα επίλοιπα. Είς άνθρωπος, ο οποίος αδικεί, σου φαίνεται ότι

σκέπτεται σωστά διότι αδικεί;

Πρωταγόρας

Εγώ βεβαίως, είπε, Σωκράτη, θα εντρεπόμην να ομολογήσω τούτο, αν

και πολλοί άνθρωποι το παραδέχονται.

Σωκράτης

Τι από τα δύο λοιπόν, ν' απευθύνω την ομιλίαν προς εκείνους, είπα,

ή προς σε;

Πρωταγόρας

Εάν έχης ευχαρίστησιν, είπε, ομίλησον σχετικώς με αυτήν την γνώμην

που έχουν οι πολλοί.

Σωκράτης

Αλλά τούτο διόλου δεν μ' ενδιαφέρει, εάν βεβαίως αποκρίνεσαι (εκ

μέρους των) μόνον συ, είτε παραδέχεσαι ταύτα, είτε όχι. Εγώ εξετάζω

προ πάντων τα λεγόμενά των (καθ' εαυτά), συμβαίνει όμως ίσως με

αυτά να εξεταζώμεθα και εγώ ο οποίος ερωτώ και συ ο οποίος

αποκρίνεσαι.

— Κατ' αρχάς μεν μας εδείκνυε δυσκολίαν ο Πρωταγόρας, διότι

επροφασίζετο ότι το αντικείμενον της συζητήσεως είνε δύσκολον·

έπειτα όμως συγκατετέθη ν' αποκρίνεται.

Σωκράτης

Έλα λοιπόν, δος μου απόκρισιν εις την πρώτην ερώτησιν. Σου

φαίνονται μερικοί ότι είναι σώφρονες εν ώ αδικούσιν;

Πρωταγόρας

Ας το παραδεχθώ, είπε.

Σωκράτης

Το δε να είναι κανείς σώφρων, λέγεις ότι είναι το να σκέπτεται

ορθώς;

Πρωταγόρας

Ναι, είπε.

Σωκράτης

Το δε να σκέπτεται ορθώς λέγεις ότι είναι να φρονή ως ορθήν γνώμην

το ότι αδικεί;

Πρωταγόρας

Ας το παραδεχθώ, είπε.

Σωκράτης

Τι από τα δύο, είπον εγώ, αν ευτυχή όταν αδική, ή αν δυστυχή;

Πρωταγόρας

Εάν ευτυχή.

Σωκράτης

Λέγεις λοιπόν ότι μερικά πράγματα είνε αγαθά;

Πρωταγόρας

Το λέγω.

Σωκράτης

Άρά γε, είπον εγώ, εκείνα τα πράγματα είναι αγαθά, τα οποία είναι

ωφέλιμα εις τους ανθρώπους;

Πρωταγόρας

Και ναι, μα τον Δία, είπεν, πολλάκις και αν δεν είναι ωφέλιμα εις

τους ανθρώπους, εγώ τουλάχιστον τα ονομάζω αγαθά

— Και μου εφάνη τώρα ο Πρωταγόρας ότι είχε θυμώση και

εστενοχωρείτο και προκλητικώς ητοιμάσθη ν' αποκρίνεται· επειδή τον

έβλεπα εις τοιαύτην κατάστασιν, μετά προφυλάξεως τον ηρώτησα ως

εξής αταράχως:

Σωκράτης

Τι από τα δύο, είπον εγώ, λέγεις αγαθά, Πρωταγόρα· εκείνα, τα οποία

εις κανένα από τους ανθρώπους δεν είναι ωφέλιμα, ή εκείνα τα οποία

δεν είναι διόλου ωφέλιμα; Και εκείνα που είναι τοιαύτα συ τα

ονομάζεις αγαθά;

Πρωταγόρας

Διόλου, είπεν· αλλ· εγώ ηξεύρω πολλά πράγματα, και φαγητά και ποτά

και ιατρικά και άπειρα άλλα, τα οποία εις τους ανθρώπους είναι

ανωφελή· άλλα δε τα οποία είναι ωφέλιμα· άλλα δε τα οποία διά μεν

τους ανθρώπους είναι αδιάφορα, είναι δε ωφέλιμα διά τους ίππους·

άλλα δε μόνον διά τους βόας, άλλα δε διά τους κύνας· άλλα δε που

δεν είναι εις κανέν από αυτά τα ζώα ωφέλιμα και είναι όμως ωφέλιμα

εις τα δένδρα· άλλα δε διά μεν τας ρίζας των δένδρων είναι καλά,

διά δε τους βλαστούς κακά, καθώς είναι και η κόπρος, η οποία αν μεν

ριφθή εις τας ρίζας όλων των φυτών κάμνει καλόν, αν δε θελήσης να

την ρίψης εις τους κλάδους και τα νέα κλωνάρια, τα καταστρέφει όλα·

επειδή και το έλαιον δι' όλα μεν εν γένει τα φυτά είναι τελείως

κακόν και διά τας τρίχας των άλλων ζώων ο μεγαλύτερος εχθρός, εκτός

διά τας τρίχας του ανθρώπου, εκτός δε από τας τρίχας του ανθρώπου

ωφελεί και το επίλοιπον σώμα. Τόσην δε ποικιλίαν και τόσον πολλά

είδη έχει το αγαθόν, ώστε και εις το παράδειγμα τούτο το έλαιον διά

τα έξωθεν μέρη του σώματος είναι εις τον άνθρωπον αγαθόν, διά δε τα

έσωθεν αυτό το ίδιον είναι κάκιστον· και διά τούτο όλοι οι ιατροί

παραγγέλλουν εις τους ασθενείς να μη μεταχειρίζονται έλαιον, μόνον

δε όσον το δυνατόν ολίγον εις εκείνα τα οποία πρόκειται να φάγουν,

και μόνον όσον χρειάζεται διά τας αισθήσεις της οσφρήσεως, η οποία

γίνεται με τους ρώθωνας διά να κατασβέσουν την κακήν μυρωδίαν που

έχουν τα τρωγόμενα κρέατα.

— Αφ' ου λοιπόν αυτός είπε ταύτα, οι παρευρισκόμενοι

εχειροκρότησαν δυνατά ότι καλά λέγει· και εγώ είπον:

Σωκράτης

Πρωταγόρα, εγώ τυχαίνει να είμαι άνθρωπος ξεχασιάρης, και αν κανείς

μου μακρολογή, λησμονώ το αντικείμενον διά το οποίον γίνεται η

ομιλία. Καθώς λοιπόν, αν συνέβαινε να είμαι ολίγον κωφός, θα

ενόμιζες ότι πρέπει, αν επρόκειτο να συνομιλήσης μαζί μου, να

ομιλής δυνατώτερα εις εμέ παρά εις τους άλλους, έτσι και τώρα,

επειδή εύρες εμπρός σου άνθρωπον ξεχασιάρη, συντόμευέ μου τας

αποκρίσεις και κάμε τας μικροτέρας, αν θέλης να σε παρακολουθήσω.

Πρωταγόρας

Πώς λοιπόν απαιτείς ν' αποκρίνωμαι σύντομα; Ή θέλεις, είπε, να σου

αποκρίνωμαι συντομώτερα παρά όσον πρέπει;

Σωκράτης

Διόλου, είπον εγώ.

Πρωταγόρας

Αλλά θέλεις να σου αποκρίνωμαι όσα πρέπει; Είπε.

Σωκράτης

Ναι, είπον εγώ.

Πρωταγόρας

Τι από τα δύο λοιπόν θέλεις να σου αποκρίνωμαι, τόσα όσα εγώ νομίζω

ότι πρέπει ν' αποκρίνωμαι, ή όσα συ;

Σωκράτης

Έχω ακούση, τω όντι, είπον εγώ, ότι και συ ο ίδιος είσαι ικανός,

και άλλον ημπορείς να διδάξης διά τα ίδια αντικείμενα και

εκτεταμένα να ομιλής, αν θέλης, τόσον, ώστε ο λόγος ποτέ να μη

παύη, και πάλιν τόσον σύντομα, ώστε κανείς να μην ημπορή να ομιλήση

με ολιγωτέρα λόγια από σε· εάν λοιπόν θέλης να συνομιλήσης μ' εμέ,

μεταχειρίσου μαζί μου τον δεύτερον τρόπον, δηλαδή την κοντολογίαν.

Πρωταγόρας

Σωκράτη, είπε, εγώ έως τώρα με πολλούς ανθρώπους ήλθα εις

λογοπόλεμον, και εάν έκαμνα τούτο, το οποίον συ απαιτείς, δηλαδή να

συνδιαλέγωμαι, όπως απαιτούσεν ο αντίπαλός μου να συνδιαλέγωμαι,

δεν θα εφαινόμην καλύτερος από κανένα, ούτε θα υπήρχε το μέγα όνομα

του Πρωταγόρα μεταξύ των Ελλήνων.

Σωκράτης

Και εγώ — διότι εκατάλαβα ότι δεν ήρεσεν ο ίδιος εις τoν εαυτόν του

με τας προηγουμένας του αποκρίσεις, και ότι δεν θα θέληση

θεληματικώς να συνδιαλεχθή δίδων μόνον αποκρίσεις — επειδή ενόμισα

ότι δεν είναι πλέον δουλειά ιδική μου να παρευρίσκωμαι εις την

συναναστροφήν, είπον·

Πρωταγόρα, ούτε εγώ σε στενοχωρώ εναντίον της γνώμης σου να γείνη η

συνομιλία μας, αλλ' όταν συ θελήσης να συνδιαλεχθής με τρόπον ώστε

και εγώ να ημπορώ να παρακολουθώ, τότε θέλω συνδιαλεχθή με εσέ.

Διότι συ μεν, καθώς λέγουν διά σε, λέγεις δε και συ ο ίδιος, είσαι

ικανός να κάμης συνδιαλέξεις και με μακρολογίαν και με κοντολογίαν,

διότι είσαι σοφός· εγώ δε εις αυτά τα μακρά είμαι αδύνατος, αν και

επεθύμουν να είμαι ικανός. Αλλά συ, ο οποίος είσαι δυνατός και εις

τους δύο τρόπους, έπρεπε να φανής συγκαταβατικός εις εμέ, διά να

γείνη συνδιάλεξις· τώρα δε, επειδή δεν θέλεις και εγώ έχω κάποιαν

δουλειά, και δεν μου είναι δυνατόν να μείνω πολύν καιρόν διά να μου

απευθύνης μακρολογίας — διότι είναι ανάγκη κάπου να υπάγω —

αναχωρώ· αν και δεν ήκουσα ίσως με αηδίαν και αυτά τα οποία μου

είπες.

— Και, αφ' ου είπον αυτά, συγχρόνως εσηκώθην διά ν' αναχωρήσω· και

εν ώ εσηκωνόμην ν' αναχωρήσω, ο Καλλίας με την δεξιάν του χείρα μου

έπιασε το χέρι, και με την αριστεράν εκράτησε τούτο εδώ το

επανωφόρι μου και είπε·

Καλλίας

Δεν θα σε αφήσωμεν, Σωκράτη· διότι εάν συ εξέλθης, δεν θα έχωμεν

παρομοίας συνομιλίας. Σε παρακαλώ λοιπόν να εξακολουθήσης μένων

μαζί μας· διότι εγώ κανένα άνθρωπον δεν ήθελον ακούσει με

περισσοτέραν ευχαρίστησιν παρά σε και τον Πρωταγόραν να

συνδιαλέγεσθε· αλλά κάμε αυτήν την χάριν εις όλους μας.

Σωκράτης

Και εγώ είπον — είχον δε πλέον σηκωθή διά να εξέλθω — υιέ του

Ιππονίκου, εγώ μεν βέβαια σε θαυμάζω πάντοτε διά την φιλομάθειάν

σου και τώρα ακόμη την επαινώ και την αγαπώ, ώστε επεθύμουν να σ'

ευχαριστήσω, αν μου εζήτεις πράγματα που ημπορούν να γείνουν· τώρα

είναι ως να μου εζήτεις ν' ακολουθήσω εις το τρέξιμον τον Κρίσωνα

τον Ιμεραίον (6), όστις είναι νεώτατος, ή κανένα από τους

δολιχοδρόμους (οίτινες τρέχουν δώδεκα φοράς τον γύρον του σταδίου)

ή κανένα ημεροδρόμον (7) να τρέξω με αυτούς και να τους ακολουθήσω,

θα σου έλεγον ότι εγώ πολύ περισσότερον από σε ζητώ από τον εαυτόν

μου ν' ακολουθήση τούτους τρέχοντας, αλλ' όμως δεν ημπορώ, αλλ' αν

είναι καμμία ανάγκη να ίδης συγχρόνως να τρέχωμεν εγώ και ο Κρίσων,

παρακάλεσέ τον να κάμη συγκατάβασιν εις εμέ· διότι εγώ μεν δεν

ημπορώ να τρέχω γρήγορα, αυτός όμως ημπορεί να τρέχη αργά. Αν

λοιπόν επιθυμής ν' ακούης εμέ και τον Πρωταγόραν, παρακάλεσε αυτόν,

καθώς κατ' αρχάς μου απεκρίνετο μ' ολίγα λόγια και εις εκείνα

ακριβώς που τον ηρώτων, έτσι και τώρα ν' αποκρίνεται· αν δε όχι, τι

τρόπος συνδιαλέξεως θα είναι αυτός τότε; Διότι εγώ τουλάχιστον

ενόμιζα ότι το να συναναστρέφωνται μεταξύ των οι άνθρωποι

συνδιαλεγόμενοι και το να δημηγορούν είναι δύο διαφορετικά

πράγματα.

Καλλίας

Αλλά βλέπεις, είπε, Σωκράτη· ο Πρωταγόρας φαίνεται ότι λέγει δίκαια

πράγματα, διότι απαιτεί και αυτός να έχη την άδειαν να συνδιαλεχθή

όπως θέλει και συ πάλιν όπως θέλεις.

— Ο Αλκιβιάδης λοιπόν έλαβε τον λόγον και είπε·

Αλκιβιάδης

Καλλία, δεν ομιλείς σωστά· διότι απ' εδώ ο Σωκράτης ομολογεί ότι

δεν ηξεύρει από μακρολογίας και ότι κατά τούτο είναι ανώτερος ο

Πρωταγόρας, εις δε την ικανότητα να συνδιαλέγεται και να ηξεύρη να

δίδη και να λαμβάνη λογικάς αποδείξεις θα μου εφαίνετο παράξενον αν

εθεώρει κανένα άλλον άνθρωπον ανώτερόν του. Αν λοιπόν και ο

Πρωταγόρας ομολογή, ότι είναι κατώτερος από τον Σωκράτη να

συνδιαλεχθή, ο Σωκράτης θα το θεωρήση αρκετήν ικανοποίησιν· αν δε

νομίζη ότι ημπορεί να τον νικήση, ας κάμη μαζί του συνδιάλεξιν

κάμνων ερωτήσεις και δίδων αποκρίσεις, χωρίς ν' απευθύνη εις κάθε

ερώτησιν εκτεταμένην ομιλίαν διά να ξεφεύγη τας λογικάς αποδείξεις

και επειδή δεν θέλει να δώση λογικήν απόκρισιν, αλλά μακρύνει την

ομιλίαν έως ότου οι περισσότεροι από τους ακροατάς να λησμονήσουν

διά ποίον αντικείμενον ήτο η ερώτησις· επειδή διά τον Σωκράτη εγώ

εγγυώμαι, ότι αυτός δεν θα λησμονήση, και ας αστειεύεται και λέγει

ότι είναι ξεχασιάρης. Εγώ λοιπόν φρονώ ότι ο Σωκράτης είναι

σωστότερα αυτά όπου προτείνει· διότι πρέπει ο καθείς μας να εκφράση

την ιδέαν του.

— Έπειτα δε από τον Αλκιβιάδην, καθώς νομίζω, ήτο ο Κριτίας που

είπε τα εξής·

Κριτίας

Πρόδικε και Ιππία, ο μεν Καλλίας μου φαίνεται ότι είναι παρά πολύ

υπέρ του Πρωταγόρου, ο δε Αλκιβιάδης εις ό,τι πράγμα ριφθή με τα

μούτρα είναι φιλόνεικος, ημείς όμως δεν πρέπει μεταξύ μας να

φιλονεικώμεν ούτε διά τον Σωκράτη, ούτε διά τον Πρωταγόρα. Αλλ'

όλοι μαζί να παρακαλέσωμεν και τους δύο να μη διακόψουν εις το

μέσον την συνδιάλεξιν.

— Αφού δε είπεν αυτά, ο Πρόδικος είπε·

Πρόδικος

Μου φαίνεται, Κριτία, ότι ομιλείς σωστά· διότι πρέπει εκείνοι, οι

οποίοι παρευρίσκονται εις τοιούτου είδους ομιλίας να είναι μεν όλοι

μαζί ακροαταί και των δύο που συνδιαλέγονται, όχι όμως με το ίδιον

ενδιαφέρον. Διότι δεν είναι της ιδίας αξίας· πρέπει μεν βεβαίως ν'

ακούσουν όλοι και τους δύο, να μη δώσουν δε τόσην εκτίμησιν εις τον

ένα, όσην και εις τον άλλον. Αλλ' εις μεν τον σοφώτερον να δώσουν

περισσοτέραν, εις δε τον αμαθέστερον ολιγωτέραν· εγώ λοιπόν και από

μέρους μου, Πρωταγόρα και Σωκράτη, απαιτώ να συμφωνήτε και να

συζητήσετε μεταξύ σας διά τ' αντικείμενα της ομιλίας, να μη

μαλώσετε όμως· διότι συζητούν μεν με αγάπην και οι φίλοι με τους

φίλους, μαλώνουν δε εκείνοι όπου έχουν διαφοράς και είναι εχθροί

μεταξύ των. Και με αυτόν τον τρόπον η συνομιλία σας θα είναι εις

ημάς παρά πολύ ευχάριστος· διότι με αυτό τον τρόπον και σεις που θα

ομιλήσετε, δεν θα λάβετε από ημάς τους ακροατάς έπαινον, αλλά

υπόληψιν· διότι υπόληψις μεν είναι (συναίσθημα) εις τας ψυχάς των

ακροατών (ειλικρινές και) χωρίς απάτην· ο δ' έπαινος είναι πολλάς

φοράς ψευδολογία εναντίον της πεποιθήσεώς μας· και ημείς πάλιν οι

ακροαταί κατ' αυτόν τον τρόπον θα αισθανθώμεν μεγάλην ευφροσύνη και

όχι μεγάλην νοστιμάδα, διότι ευφροσύνη μεν είναι να μανθάνη κανείς

έν πράγμα και με τον ίδιον τον νουν του ν' αποκτά κάποιαν γνώσιν,

νοστιμάδα δε, όταν τρώγη τίποτε ή με το ίδιόν του σώμα αισθάνεται

καμμίαν άλλην γλυκύτητα.

— Αφ' ου είπεν αυτά ο Πρόδικος, πάρα πολλοί από τους

παρευρισκομένους τα παρεδέχθησαν· έπειτα δε από τον Πρόδικον, ο

σοφός Ιππίας είπε·

Ιππίας

Κύριοι παρευρισκόμενοι, εγώ νομίζω ότι είσθε μεταξύ σας όλοι ομού

και συγγενείς και φίλοι και συμπολίται και όχι ένεκα του νόμου —

διότι το όμοιον έχει εκ φύσεως συγγένειαν με το όμοιόν του — ο

οποίος είναι τύραννος των ανθρώπων και πολλά πράγματα εναντία εις

την φύσιν τα επιβάλλει με την βίαν. Είναι λοιπόν εντροπή ημείς να

ηξεύρωμεν μεν την φύσιν των πραγμάτων, να είμεθα δε σοφώτατοι όλων

των Ελλήνων, να έχωμεν συναθροισθή τώρα (εις τας Αθήνας, εις αυτό

το ίδιον το πρυτανείον(8) της Ελλάδος, και εις την μεγαλυτέραν και

πλουσιωτέραν οικίαν της πόλεως) και να μη εκφράσωμεν μίαν γνώμην

αξίαν του μεγαλείου μας, αλλ' ωσάν τους πλέον τιποτένιους ανθρώπους

να μαλώνωμεν μεταξύ μας. Εγώ μεν λοιπόν και σας παρακαλώ και σας

συμβουλεύω, Πρωταγόρα και Σωκράτη, ωσάν να είμεθα ημείς εδώ

διαιτηταί σας, ν' ακολουθήσετε και οι δύο τον μεσαίον δρόμον, και

μήτε συ, Σωκράτη, να ζητής αυτό το ακριβές είδος των συνδιαλέξεων,

το οποίον ακολουθεί παρά πολλήν συντομίαν, εάν δεν ευχαριστή τον

Πρωταγόραν, αλλά ας απολύση και ας χαλαρώση τα χαλινάρια των λόγων,

διά να σας φαίνωνται πλέον μεγαλοπρεπείς και εύμορφοι, μήτε πάλιν ο

Πρωταγόρας να τεντώση όλα τα σχοινιά, ν' απολυθή με ούριον άνεμον

και να τρέχη εις το πέλαγος των λόγων χάνων από τα μάτια του την

ξηράν, αλλά να χαράξετε και οι δύο μεσαίον δρόμον.

Έτσι λοιπόν να κάμετε, και εάν θέλετε να με ακούσετε, εκλέξατε ένα

ραβδούχον και διευθυντήν και πρόεδρον ο οποίος να σας κρατή το

μέτρον του μήκους των ομιλιών και του ενός και του άλλου.

— Αυτά ήρεσαν εις τους παρευρισκομένους και όλοι τα επεδοκίμασαν,

και ο Καλλίας είπεν ότι δεν θα με αφήση να φύγω και με παρεκάλουν

να εκλέξω κριτήν της συζητήσεως. Είπον τότε εγώ.

Σωκράτης

Θα ήτο εντροπή να εκλέξω άνθρωπον δια να βραβεύη τα λεγόμενα. Διότι

εάν εκείνος που θα εκλεχθή είναι χειρότερος από ημάς, δεν θα ήτο

σωστόν πράγμα ο χειρότερος να κρίνη τους καλυτέρους του· εάν πάλιν

είναι όμοιος, ούτε τότε θα ήτο σωστόν· διότι ο όμοιος θα κάμη και

όμοια με ημάς, ώστε περιττή θα είναι η εκλογή του. Αλλά, θα είπετε

ότι θα εκλέξετε, κανένα καλύτερον από ημάς. Μα την αλήθειαν, καθώς

εγώ νομίζω, σας είναι αδύνατον να εκλέξετε κανένα σοφώτερον από τον

Πρωταγόραν απ' εδώ· εάν δε εκλέξετε μεν κανένα ο οποίος να μη είναι

διόλου καλύτερος, είπετε δε ότι είναι καλύτερος, θ' απετέλει και

τούτο προσβολήν εις τούτον εδώ, διότι θα ήτο ωσάν να εκλέγατε

κριτήν ενός ανικάνου ανθρώπου· επειδή όσον αφορά εις εμέ αυτό δεν

μ' ενδιαφέρει διόλου. Αλλ' επιθυμώ να κάμω το εξής, διά να γείνη

εκείνο το οποίον επιθυμείτε, δηλαδή συναναστροφή και συνδιάλεξις

μεταξύ μας· εάν ο Πρωταγόρας δεν θέλει ν' αποκρίνεται, τότε αυτός

μεν ας ερωτά, θ' αποκρίνωμαι δ' εγώ, και συγχρόνως θα προσπαθήσω να

του δείξω με ποίον τρόπον λέγω ότι πρέπει ν' αποκρίνεται εκείνος

που αποκρίνεται· όταν δ' εγώ ήθελον αποκριθή εις όσα αυτός με

ηρώτα, πάλιν με τον όμοιον τρόπον να τον ερωτώ εγώ και να μ'

αποκρίνεται αυτός. Εάν λοιπόν ήθελε φανή ότι δεν είναι πρόθυμος να

δώση απόκρισιν εις εκείνο ακριβώς που τον ερωτούν, τότε μαζί και

εγώ και σεις θα παρακαλέσωμεν αυτόν, όπως σεις τώρα παρακαλείτε

εμέ, να μη ματαιώνη την συνδιάλεξιν· και δι' αυτό το πράγμα δεν

χρειάζεται διόλου να γείνη ένας κριτής, αλλά μαζί όλοι να κρίνετε.

Παρεδέχθησαν όλοι να κάμνουν έτσι· και εις τον Πρωταγόραν δεν

πολυάρεσε τούτο, υπεχρεώθη όμως να παραδεχθή να ερωτά· και όταν

αρκετά ερωτήση, τότε πάλιν ολίγον κατ' ολίγον αποκρινόμενος να δίδη

λόγον (εις τα ερωτώμενα). Ήρχισε λοιπόν να ερωτά επάνω κάτω ως

εξής·

Πρωταγόρας

Φρονώ, είπε, Σωκράτη, εγώ ότι πολύ μεγάλον μέρος της παιδείας ενός

ανθρώπου είναι να είναι ικανός εις τα αποβλέποντα τα ποιήματα·

συνίσταται δ' αυτή η ικανότης εις το να ημπορή να καταλαβαίνη

εκείνα που λέγουν οι ποιηταί, ποία είναι σωστά

βαλμένα εις ποίημα και ποία όχι, και να ηξεύρη να κρίνη δι' αυτά·

και όταν τον ερωτούν να δικαιολογή την κρίσιν του. Και λοιπόν και

τώρα η ερώτησίς μου θα είναι διά το αυτό μεν αντικείμενον διά το

οποίον και εγώ και συ τώρα συνομιλούμεν, δηλαδή διά την αρετήν το

οποίον θα μεταφέρω όμως εις την ποίησιν· μόνον αυτήν την διαφοράν

θα έχη· λέγει λοιπόν κάπου ο ποιητής Σιμωνίδης προς τον Σκόπαν, τον

υιόν του Κρέοντος από την Θεσσαλίαν, ότι «είναι δύσκολον να γείνη

κανείς αληθινά άνθρωπος ενάρετος, τετράγωνος κατά τας χείρας και

τους πόδας και τον νουν, κατασκευασμένος χωρίς ελάττωμα». Ηξεύρεις

τούτο το τραγούδι, ή να σου το επαναλάβω ολόκληρον;

Σωκράτης

Και εγώ είπα ότι δεν χρειάζεται διόλου· διότι και το ηξεύρω και έχω

παρά πολύ φροντίση να μελετήσω αυτό το τραγούδι.

Πρωταγόρας

Τόσον το καλύτερον, είπε. Τι από τα δύο λοιπόν, σου φαίνεται· ότι

το τραγολυδι είναι καλόν και σωστόν, ή όχι;

Σωκράτης

Παρά πολύ είπον εγώ εύμορφον και σωστόν.

Πρωταγόρας

Εάν δε ο ποιητής λέγη ο ίδιος τα εναντία εις τον εαυτόν του, σου

φαίνεται τότε, ότι είναι καλόν το ποίημα;

Σωκράτης

Ότι δεν είναι καλόν, είπον εγώ.

Πρωταγόρας

Πρόσεξέ το λοιπόν, είπε, καλύτερα.

Σωκράτης

Αλλά, φίλε μου, το έχω εξετάση καλά.

Πρωταγόρας

Μάθε λοιπόν, είπεν, ότι καθώς προχωρεί το τραγούδι λέγει κάπου, ότι

«ο λόγος του φιλοσόφου Πιττακού διόλου δεν μου αρέσει, αν και τον

έχει είπη άνθρωπος σοφός, όταν λέγη ότι είναι δύσκολον να είναι τις

ενάρετος». Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο ίδιος λέγει και αυτά και

εκείνα τα προηγούμενα;

Σωκράτης

Το ηξεύρω είπον εγώ.

Πρωταγόρας

Σου φαίνεται λοιπόν, είπεν, ότι αυτά είναι σύμφωνα;

Σωκράτης

Εις εμέ βεβαίως φαίνεται ότι είναι σύμφωνα.

— Συγχρόνως όμως εφοβούμην μήπως είπη άλλο τι και διά τούτο του

είπον·

Μήπως εις σε φαίνονται ότι δεν είναι σύμφωνα;

Πρωταγόρας

Αλλά πώς είναι δυνατόν να είναι σύμφωνος ο ίδιος με τον εαυτόν του

εκείνος όπου λέγει τα δύο αυτά πράγματα, ο οποίος την μεν πρώτην

φοράν ο ίδιος παρεδέχθη ότι είναι δύσκολον πράγμα να γείνη κανείς

αληθινά ενάρετος άνθρωπος· μόλις δε επροχώρησεν ολίγον εις το

ποίημα και τον Πιττακόν ο οποίος λέγει τα ίδια λόγια που είπεν, ότι

δηλαδή είναι δύσκολον να γείνη κανείς ενάρετος, τον κατηγορεί και

λέγει ότι δεν παραδέχεται τα λεγόμενά του, εν ώ εκείνος λέγει τα

ίδια απαραλλάκτως. Και λοιπόν, όταν κατηγορή εκείνον που λέγει τα

ίδια με όσα αυτός είπε προτύτερα, είναι φανερόν ότι κατηγορεί και

τον εαυτόν του, ώστε ή προτύτερα δεν έλεγε σωστά, ή ύστερα.

— Με αυτά λοιπόν που είπεν επροκάλεσεν εις πολλούς θόρυβον και από

τους ακροατάς έπαινον· και εγώ κατ' αρχάς μεν, ωσάν να ήθελε φάγω

γροθιά από δυνατόν γρονθιστήν, εσκοτίσθην και εγύρισα το κεφάλι μου

καθώς είπεν αυτά και οι άλλοι τον εχειροκρότησαν· έπειτα, διά να

σου είπω την αλήθειαν, διά να εύρω καιρόν να σκεφθώ τι λέγει ο

ποιητής, εγύρισα προς τον Πρόδικον και τον εκάλεσα και του είπα·

Σωκράτης

Πρόδικε, αφ' ου είναι συμπολίτης σου ο Σιμωνίδης, δίκαιον είναι να

δώσης βοήθειαν εις τον άνθρωπον. Μου φαίνεται λοιπόν ότι εγώ σε

παρακαλώ, καθώς λέγει ο Όμηρος, ότι ο Σκάμανδρος όταν επολιορκείτο

από τον Αχιλλέα, παρεκάλει τον Σιμόεντα και έλεγεν· «Αγαπητέ

αδελφέ, ας σταματήσωμεν και οι δυο την δύναμιν του ανδρός τούτου».

Και εγώ λοιπόν σε παρακαλώ, βοήθησε να μη μας κυριεύση ο Πρωταγόρας

τον Σιμωνίδη, διότι η υπεράσπισις του Σιμωνίδου έχει χρειάν από την

μουσικήν σου (δηλαδή την φιλοσοφίαν σου), διά της οποίας ξεχωρίζεις

την θέλησιν από την επιθυμίαν, διότι δεν είναι το ίδιον πράγμα· και

εκείνα, τα οποία είπες προ ολίγου ήσαν και πολλά και εύμορφα.

Κύτταζε και τώρα, αν έχης την ιδίαν γνώμην μ' εμέ. Διότι δεν μου

φαίνεται ότι λέγει εναντία εις τον εαυτόν του ο Σιμωνίδης. Συ

λοιπόν, Πρόδικε, ειπέ πρώτος την γνώμην σου· σου φαίνεται ότι είναι

το ίδιον το να γείνη κανείς και το να είναι, ή ότι είναι άλλο;

Πρόδικος

Άλλο, μα τον Δία, είπεν.

Σωκράτης

Και λοιπόν είπον εγώ, εις μεν τους πρώτους στίχους δεν είπεν ο

Σιμωνίδης την ιδικήν του γνώμην, ότι δηλαδή είναι δύσκολον να γείνη

κανείς αληθινά ενάρετος άνθρωπος;

Πρόδικος

Αληθινά λέγεις, είπεν.

Σωκράτης

Τον Πιττακόν δε, είπον εγώ, κατηγορεί ο Σιμωνίδης όχι, όπως νομίζει

ο Πρωταγόρας, ότι λέγει τα ίδια που είπε προτύτερα, διότι είπε

άλλο. Ο Πιττακός τω όντι δεν έλεγε το ίδιον καθώς ο Σιμωνίδης, ότι

δηλ. είναι δύσκολον να γείνη τις ενάρετος, αλλ' ότι είναι δύσκολον

να είναι ενάρετος· δεν είναι το ίδιον, Πρωταγόρα, καθώς λέγει απ'

εδώ ο Πρόδικος, το να είναι με το να γείνη· αν δε το να είναι και

το να γείνη δεν είναι το ίδιον, ο Σιμωνίδης δεν λέγει εναντία ο

ίδιος εις τον εαυτόν του. Και θα έλεγεν ίσως απ' εδώ ο Πρόδικος και

πολλοί άλλοι, σύμφωνα με τον Ησίοδον, ότι το να γείνη μεν κανείς

ενάρετος είναι δύσκολον, διότι οι θεοί έθεσαν έμπροσθεν τούτου της

αρετής ιδρώτα· όταν δε φθάση κανείς εις την κορυφήν αυτής, τότε, αν

και είναι εις την αρχήν δύσκολος, έπειτα γίνεται εύκολον να την

αποκτήση.

— Ο μεν Πρόδικος λοιπόν, άμα ήκουσε ταύτα, μ' επήνεσε· ο δε

Πρωταγόρας είπε·

Πρωταγόρας · 第 3 / 6 段