τα ζώα ένεκα της συγγενείας του με τον θεόν ελάτρευσε θεούς και
ήρχισε να υψώνη θυσιαστήρια, και αγάλματα θεών· έπειτα διά μέσου
της τέχνης έκαμε γρήγορα ήχους φωνής, και λέξεις ενάρθρους και
εφεύρηκεν οικίας και φορέματα και υποδήματα και κρεββάτια και
τροφάς από την γην. Αφ' ου απέκτησαν λοιπόν τοιαύτα εφόδια οι
άνθρωποι, εις την αρχήν εκατοικούσαν σκορπισμένοι εδώ και εκεί,
πόλεις δε δεν υπήρχον· κατεστρέφοντο λοιπόν από τα θηρία, διότι εις
όλα τα μέρη ήσαν πλέον αδύνατοι από αυτά και η κατασκευαστική των
τέχνη τους εβοήθει μεν αρκετά, διά να ευρίσκουν τροφήν, δεν ήτο
όμως αρκετή, διά να πολεμούν τα θηρία· διότι δεν είχον ακόμη την
πολιτικήν τέχνην, της οποίας μέρος είναι η πολεμική. Εζήτουν λοιπόν
να συναθροίζωνται και να σώζωνται κτίζοντες πόλεις· ότε λοιπόν
ήθελον συναθροισθή, αδικούσαν ο είς τον άλλον, διότι δεν είχον την
πολιτικήν τέχνην, ώστε σκορπιζόμενοι εκ νέου κατεστρέφοντο. Ο Ζευς
λοιπόν, επειδή εφοβήθη διά το γένος μας, μη χαθή ολόκληρον, έστειλε
τον Ερμήν να φέρη εις τους ανθρώπους την ευσέβειαν και την
δικαιοσύνην, διά να φέρουν την τάξιν εις τας πόλεις και να
συνενώσωσι τους ανθρώπους διά των δεσμών της αγάπης. Ηρώτησε λοιπόν
ο Ερμής τον Δία με ποιον τρόπον να δώση την δικαιοσύνην και την
ευσέβειαν εις τους ανθρώπους· θα τας μοιράσω είπε, και αυτάς με τον
ίδιον τρόπον που εμοιράσθησαν και αι τέχναι; Εμοιράσθησαν δε αι
τέχναι ως εξής· είς λόγου χάριν που έχει την ιατρικήν τέχνην είναι
αρκετός διά πολλούς που δεν την ηξεύρουν, έτσι γίνεται και με τους
άλλους τεχνίτας· έτσι λοιπόν θα βάλω και την δικαιοσύνην και την
ευσέβειαν μέσα εις τους ανθρώπους ή θα τας μοιράσω εις όλους; θα
τας μοιράσης εις όλους, είπεν ο Ζευς, και όλοι να λάβουν μέρος από
αυτάς· διότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πόλεις, αν ολίγοι μόνον
λάβουν μέρος από αυτάς, καθώς συμβαίνει εις τας άλλας τέχνας· και
βάλε νόμον εκ μέρους μου, εκείνον ο οποίος δεν ημπορεί να λάβη
μέρος ευσεβείας και δικαιοσύνης να τον θανατώνουν ως αρρώστιαν της
πόλεως. Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και δι' αυτάς τας αιτίας και οι άλλοι
άνθρωποι και οι Αθηναίοι, όταν πρόκειται να γείνη συζήτησις διά
ικανότητα εις την τεκτονικήν ή εις καμμίαν άλλην κατασκευαστικήν
τέχνην, φρονούν ότι ολίγοι πρέπει να λαμβάνουν μέρος και να
συμβουλεύουν, και αν συμβουλεύη κανείς έξω από τους ολίγους
τούτους, δεν τον υποφέρουν, καθώς συ λέγεις· ορθώς δε κάμνουν, λέγω
εγώ· όταν όμως προβώσιν εις συμβουλήν, η οποία χρειάζεται πολιτικήν
ικανότητα που πρέπει να προβαίνη με όλην την δικαιοσύνην και την
φρονιμάδα, ευλόγως υποφέρουν τότε κάθε άνθρωπον να είπη την γνώμην
του, διότι πρέπει ή κάθε άνθρωπος ν' αποκτήση αυτό το προτέρημα, ή
να μη υπάρχουν πόλεις. Αυτή, Σωκράτη, είναι η αιτία τούτου του
πράγματος· διά να μη νομίσης δε ότι σε απατώ λέγων, ότι πραγματικώς
όλοι οι άνθρωποι μετέχουν από δικαιοσύνην και από τα λοιπά πολιτικά
προτερήματα, πάρε λοιπόν ως απόδειξιν και το εξής. Εις τα άλλα
προτερήματα, καθώς συ λέγεις, αν είπη κανείς ότι είναι λ. χ. ικανός
αθλητής, ή εις οποιανδήποτε άλλην τέχνην, εάν δεν είναι ικανός, οι
άνθρωποι ή τον περιπαίζουν ή θυμώνουν, και οι συγγενείς του
πλησιάζουν και τον μαλώνουν λέγοντες ότι ετρελλάθη· προκειμένου δε
διά την δικαιοσύνην και τα άλλα πολιτικά προτερήματα, αν μάθουν ότι
κανείς είναι άδικος, εάν αυτός ο ίδιος έμπροσθεν πολλών ανθρώπων
λέγη την αλήθειαν εναντίον του εαυτού του (ότι δηλαδή δεν έχει
δικαιοσύνην και άλλα πολιτικά προτερήματα), εκείνο το οποίον θα
εθεώρουν εις άλλην περίστασιν ως φρονιμάδα, το να λέγη δηλαδή
κανείς την αλήθειαν, εις αυτήν την περίστασιν το θεωρούν ως
τρέλλαν, και λέγουν ότι πρέπει όλοι να λέγουν ότι είναι δίκαιοι,
και αν είναι και αν δεν είναι· αλλέως εκείνος, ο οποίος δεν
προσποιείται ότι είναι δίκαιος, είναι τρελλός· διότι είναι
αναπόφευκτον να μη υπάρχη κανείς ο οποίος να μη μετέχη οπωσδήποτε
από αυτό, ή αλλέως πρέπει αυτός να μη υπάρχη μεταξύ των ανθρώπων.
Περί του ότι λοιπόν παραδέχονται ευλόγως κάθε άνθρωπον ως
σύμβουλον, όταν χρειασθή αυτή η αρετή, επειδή νομίζουν ότι ο καθείς
έχει μέρος από αυτήν, αυτά έχω να είπω· ότι δε νομίζουν εξ άλλου
μέρους ότι αυτή η αρετή δεν είναι φυσικόν χάρισμα, ούτε έρχεται
μόνη της εις εκείνον ο οποίος την έχει, αλλά κατόπιν διδασκαλίας
και φροντίδος, τούτο έπειτα από το πρώτον θα προσπαθήσω να σ'
αποδείξω. Πραγματικώς, δι' όσα κακά νομίζει ένας άνθρωπος ότι έχει
ο άλλος άνθρωπος εκ φύσεως ή εκ τύχης, κανείς δεν θυμώνει, ούτε
νουθετεί, ούτε διδάσκει, ούτε τιμωρεί εκείνους που έχουν αυτά διά
να τους κάμη να μη είναι τοιούτοι, αλλά τους λυπούνται· τους
ασχήμους λ. χ. ή τους μικρούς ή τους αδυνάτους ποίος είναι τόσον
ανόητος ώστε να κάμη εις αυτούς κανέν από αυτά που λέγομεν; Διότι
αυτά μεν, νομίζω, γνωρίζουν οι άνθρωποι ότι συμβαίνουν εις τους
ανθρώπους εκ φύσεως και εκ τύχης, τα ωραία δηλαδή και τα εναντία
εις αυτά· όσα δε αγαθά νομίζουν ότι αποκτώσιν οι άνθρωποι έπειτα
από επιμέλειαν και γύμνασιν και διδασκαλίαν, αν κανείς δεν έχη
αυτά, αλλ' έχη τα κακά τα εναντία εις αυτά, δι' αυτά βεβαίως
γίνονται και οι θυμοί και αι τιμωρίαι και αι νουθεσίαι. Από τα
οποία κακά έν είναι και η αδικία και η ασέβεια και γενικώς κάθε τι,
το οποίον είναι εναντίον εις την πολιτικήν αρετήν· και τότε ίσα —
ίσα ο καθείς θυμώνει και νουθετεί οποιονδήποτε, διότι ηδύνατο ν'
αποκτήση την αρετήν ταύτην, αν εφρόντιζε και την εμάνθανε. Διότι,
αν ήθελες να καταλάβης, Σωκράτη, τι δύναμιν έχει το να τιμωρώνται
οι αδικούντες, αυτό ήθελε σε διδάξει, ότι οι άνθρωποι νομίζουν ότι
η αρετή δύναται ν' αποκτηθή. Διότι κανείς δεν τιμωρεί εκείνους που
αδικούν έχων εις τούτο την προσοχήν του εστραμμένην και διά ταύτην
την αιτίαν, διότι δηλ. ηδίκησαν, εκτός μόνον εκείνος, ο οποίος
τιμωρεί χωρίς να σκέπτηται, ως θηρίον· εκείνος δε, ο οποίος
αναλαμβάνει να τιμωρή λογικώς, δεν τιμωρεί ένεκα του αδικήματος, το
οποίον επέρασε πλέον — διότι με τούτο δεν ημπορεί βέβαια να κάμη να
μη γείνη εκείνο που έγεινεν — αλλά τιμωρεί χάριν του μέλλοντος, διά
να μη αδικήση πάλιν μήτε αυτός ο ίδιος ο τιμωρηθείς, μήτε κανείς
άλλος, ο οποίος είδεν αυτόν να τιμωρηθή· και σκέπτεται
τοιουτοτρόπως, επειδή καταλαμβάνει ότι η αρετή ημπορεί ν' αποκτηθή
διά της παιδείας· τιμωρεί λοιπόν, διά ν' αποτρέψη ένα άλλον από το
κακόν. Αυτήν λοιπόν την ιδέαν έχουν όλοι, όσοι τιμωρούν και
ιδιαιτέρως και δημοσίως· εκδικούνται δε και τιμωρούν όσους νομίζουν
ότι αδικούν και οι άλλοι άνθρωποι και οι συμπολίται σου Αθηναίοι
επίσης· ώστε σύμφωνα με αυτήν την σκέψιν και οι Αθηναίοι είναι από
εκείνους, οι οποίοι νομίζουν ότι η αρετή αποκτάται και διδάσκεται.
Ότι λοιπόν ευλόγως παραδέχονται οι συμπολίται σου, όταν συμβουλεύη
εις τα πολιτικά κανείς χαλκωματάς και πετσωματάς, και ότι θεωρούν
ότι η αρετή είναι πράγμα που διδάσκεται και αποκτάται, σου το έχω
αποδείξει αρκετά, Σωκράτη, καθώς τουλάχιστον μου φαίνεται.
Απομένει λοιπόν ακόμη να λυθή η απορία, την οποίαν έχεις διά τους
αγαθούς άνδρας, διατί τάχα οι αγαθοί άνδρες κατά μεν τα άλλα
διδάσκουν τους υιούς των εκείνα, τα οποία χρειάζονται διδασκάλους
και τους κάμνουν σοφούς, κατά δε την αρετήν, εις την οποίαν αυτοί
διαπρέπουν, δεν τους κάμνουν διόλου καλυτέρους. Δι' αυτό λοιπόν το
ζήτημα, Σωκράτη, δεν θα σου είπω πλέον μύθον, αλλ' απόδειξιν·
σκέψου λοιπόν κατά τον εξής τρόπον τι από τα δύο, υπάρχει έν πράγμα
ή δεν υπάρχει, από το οποίον είναι απαραίτητον όλοι οι πολίται να
μετέχουν, εάν πρόκειται να υπάρξη πόλις; Διότι διά τούτου λύεται
αύτη η απορία την οποίαν έχεις, ή πουθενά αλλού δεν λύεται. Διότι,
εάν μεν υπάρχη και τούτο το έν, δεν είναι δε τούτο ούτε η τεκτονική
ούτε η χαλκευτική ούτε η κεραμευτική τέχνη, αλλά η δικαιοσύνη και η
σωφροσύνη και το να είναι κανείς θεάρεστος και γενικώς αυτό ονομάζω
ότι είναι το έν, η αρετή του ανθρώπου· εάν τούτο υπάρχη, από το
οποίον πρέπει όλοι να μετέχουν και κάθε άνθρωπος, αν θέλη να μάθη
και να εκτελέση κανέν άλλο έργον, έτσι μόνον να το εκτελή, μόνον
μαζί με τούτο, χωρίς δε τούτο να μη το εκτελή· ή εκείνον ο οποίος
δεν είναι μέτοχος τούτου πρέπει και να τον διδάσκωμεν και να τον
τιμωρώμεν· και παιδίον και ανήρ και γυνή αν είναι, έως ότου
τιμωρούμενος να γείνη καλύτερος, όποιος δε τιμωρούμενος και
διδασκόμενος δεν υπακούει, τούτον να τον εκδιώκωμεν από τας πόλεις
ή να τον θανατώνωμεν, διότι είναι αθεράπευτος· αφού δε είναι έτσι,
οι αγαθοί άνδρες, αν τα μεν άλλα πράγματα διδάσκωσι τους υιούς των,
τούτο δε δεν το διδάσκωσι (δηλαδή την αρετήν), σκέψου τότε ότι οι
αγαθοί άνδρες θα παράγωνται μόνον ως εκ θαύματος· διότι υποθέτω ότι
αυτό το πράγμα φρονούν ότι ημπορεί να διδαχθή και ιδιαιτέρως και
δημοσίως· αφ' ου δε ημπορεί να διδαχθή και να υπηρετηθή, τα μεν
άλλα πράγματα διά τα οποία δεν υπάρχει ως τιμωρία ο θάνατος, τα
διδάσκουν λοιπόν εις τους υιούς των, αν ούτοι δεν τα ηξεύρουν,
εκείνο δε (δηλ. η αρετή), διά το οποίον εις τα παιδιά των και η
τιμωρία είναι θάνατος και εξορίαι αν δεν το μάθουν, μήτε τους
περιποιηθούν διά να γείνουν ενάρετοι, και δι' αυτό εκτός του
θανάτου γίνονται δημεύσεις περιουσιών και, διά να είπωμεν μ' ένα
λόγον, γενικαί των οικογενειών καταστροφαί, αυτό δε ημπορεί να μη
το διδάσκουν ούτε να καταβάλλουν δι' αυτό κάθε επιμέλειαν; Πρέπει
βέβαια, Σωκράτη, να νομίζωμεν ότι ναι.
Και αφ' ου αρχίσουν από τότε που οι υιοί των είναι μικρά παιδιά,
τους διδάσκουν και τους νουθετούν μέχρι τέλους της ζωής των ευθύς
που αρχίση κανείς να καταλαμβάνη όσα του λέγουν, και η παραμάννα
και η μήτηρ και ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατήρ συναγωνίζονται το
πράγμα, διά να γείνη δηλαδή το παιδίον όσον το δυνατόν καλύτερον,
διδάσκοντες αυτό και δεικνύοντες εις κάθε μίαν πράξιν και εις κάθε
λόγον, ότι τούτο μεν είναι δίκαιον, εκείνο δε είναι άδικον και
τούτο μεν είναι ωραίον, εκείνο δε άσχημον, και τούτο μεν είναι
άγιον, εκείνο δε ασεβές, και αυτά μεν να τα κάμνης, εκείνα δε να μη
τα κάμνης· και αν μεν το παιδίον υπακούη εις αυτά με το καλόν, το
επαινούν εάν δε δεν ακούη, καθώς ισάζουν έν δένδρον, το οποίον
γίνεται στραβόν και κυρτόν, έτσι ισάζουν και αυτό με φοβέρας και
κτυπήματα. Υστερώτερα δε στέλλουν τα παιδιά εις διδασκάλους και
παραγγέλλουν εις αυτούς να φροντίσουν πολύ περισσότερον διά την
καλήν διαγωγήν των παρά διά τα γράμματα και το παίξιμον της
κιθάρας· οι δε διδάσκαλοι και δι' αυτά φροντίζουν, και όταν πάλιν
μάθωσι τα παιδιά γράμματα και ημπορούν να καταλαμβάνουν τα
γραμμένα, καθώς προτήτερα τα προφορικά, τους δίδουν εις τα θρανία
ν' αναγινώσκουν ποιήματα καλών ποιητών και τα υποχρεώνουν να τα
μανθάνουν εκ στήθους, μέσα εις τα οποία υπάρχουσι πολλαί νουθεσίαι
και πολλαί διηγήσεις και έπαινοι και εγκώμια παλαιών εναρέτων
ανδρών, διά να τους ζηλεύη το παιδίον και να τους μιμήται και να
επιθυμή να γείνη και αυτό τοιούτος. Οι δε διδάσκαλοι πάλιν της
κιθάρας και άλλας τοιαύτας καταβάλλουν προσπαθείας, φροντίζουν
δηλαδή και φρόνιμοι να γείνουν οι νέοι και να μη κάμνουν καμμίαν
κακήν πράξιν· και προς τούτοις, αφ' ου μάθουν να παίζουν την
κιθάραν, τους διδάσκουν ποιήματα άλλων πάλιν καλών ποιητών, που τα
κάμνουν διά να τραγωδώνται, προσαρμόζοντες αυτά εις τους ήχους της
κιθάρας, και αναγκάζουν ώστε αι ψυχαί των παίδων να εξοικειώνωνται
με τους ρυθμούς και με τας αρμονίας της μουσικής, διά να είναι
ημερώτεροι, και συνηθίζοντες εις τον καλόν ρυθμόν και εις την καλήν
αρμονίαν να είναι χρήσιμοι και εις το να λέγουν και εις το να
κάμνουν, διότι όλη η ζωή του ανθρώπου έχει χρείαν από καλόν ρυθμόν
και καλήν αρμονίαν. Εκτός λοιπόν τούτων, στέλλουν προς τούτοις τα
παιδιά και εις τον παιδοτρίβην, διά να έχωσι τα σώματα καλύτερα,
διά να υπηρετώσιν αυτά τον καλόν νουν, και να μη υποχρεώνωνται να
δειλιάζουν ένεκα της αδυναμίας των σωμάτων και εις τους πολέμους
και εις τας άλλας πράξεις, και κάμνουν αυτά εκείνοι οι οποίοι έχουν
περισσότερον τα μέσα· έχουν δε τα μέσα περισσότερον οι πάρα πολύ
πλούσιοι· και τα παιδιά τούτων, αφ' ου αρχίσουν εις πολύ μικράν
ηλικίαν να πηγαίνουν εις διδασκάλους, παύουν να πηγαίνουν εις πολύ
μεγάλην ηλικίαν. Όταν δε παραιτήσουν τους διδασκάλους, η πόλις
πάλιν τους υποχρεώνει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με
αυτούς, ωσάν σύμφωνα με παράδειγμα, διά να μη πράττουν αυτοί από
λόγου των ό,τι τους καπνίση, αλλ' ακριβώς όπως οι
γραμματοδιδάσκαλοι, εις τα παιδιά τα οποία ακόμη δεν είναι ικανά να
γράφουν, αφ' ου γράφουν υποκάτωθεν γραμμάς με την γραφίδα, τότε
δίδουν το κονδύλιον και υποχρεώνουν το παιδίον να γράφη κατά την
οδηγίαν των γραμμών. Τοιουτοτρόπως λοιπόν και η πόλις, αφ' ου γράψη
υποκάτωθεν ως οδηγίαν νόμους, τους οποίους εύρον οι καλοί και
παλαιοί νομοθέται, υποχρέωνει τους ανθρώπους σύμφωνα με αυτούς να
κυβερνούν και να κυβερνώνται· εκείνον δε, ο οποίος περιπατεί έξω
από τους νόμους τούτους, τον τιμωρεί και η τιμωρία αύτη ονομάζεται
και εις τον τόπον μας και εις πολλά άλλα μέρη ευθύνει, διότι η
τιμωρία ευθύνει, δηλαδή ισάζει τον άνθρωπον. Αφ' ου λοιπόν τόση
φροντίς καταβάλλεται και ιδιωτικώς και δημοσίως διά την αρετήν, σου
φαίνεται παράξενον, Σωκράτη, και απορείς αν η αρετή ημπορεί να
διδαχθή; Και δεν πρέπει να σου φαίνεται, πολύ περισσότερον
παράξενον, αν δεν ημπορούσε να διδαχθή; Διατί λοιπόν πολλά παιδιά
εναρέτων πατέρων γίνονται κακά; Μάθε πάλιν την αιτίαν τούτου· διότι
δεν είναι διόλου παράξενον αν εγώ εις τα προηγούμενα έλεγον την
αλήθειαν, ότι κανείς δεν πρέπει να μείνη αμαθής τούτου του
πράγματος, δηλαδή της αρετής, αν πρόκειται να υπάρξη πόλις. Διότι,
αν εκείνο το οποίον λέγω είναι έτσι όπως το λέγω — είναι δε
περισσότερον από κάθε άλλο έτσι — σκέψου και διάλεξε έν άλλο από τα
επαγγέλματα και τα μαθήματα όποιο θέλεις. Εάν δεν ήτο λ. χ. δυνατόν
να υπάρχη πόλις, αν όλοι μας δεν είμεθα αυληταί, ο καθείς όπως
ημπορούσε τότε, και αυτήν την τέχνην και ιδιαιτέρως και δημοσίως θα
εδίδασκεν εις τον άλλον και θα επέπληττεν εκείνον, ο οποίος δεν
έπαιζε καλά τον αυλόν και δεν ήτο ζηλιάρης διά την τέχνην του,
καθώς τώρα διά τα δίκαια και τα νόμιμα κανείς δεν είναι ζηλιάρης
ούτε τα κρύπτει από τους άλλους, καθώς κάμνουν διά τας άλλας
τέχνας· διότι μας ωφελεί, νομίζω, η δικαιοσύνη και η αρετή του ενός
προς τον άλλον· ένεκα τούτου ο καθείς λέγει και διδάσκει εις τον
άλλον και τα δίκαια και τα νόμιμα. Εάν λοιπόν κατά τον ίδιον τρόπον
και διά το παίξιμο του αυλού είχομεν όλην την προθυμίαν χωρίς
ζηλοτυπίαν να διδάσκωμεν ο είς τον άλλον, νομίζεις, Σωκράτη, είπεν,
ότι τα παιδιά των καλών αυλητών θα εγίνοντο κατά τι περισσότερον
καλοί αυληταί παρά τα παιδιά των κακών αυλητών; Νομίζω ότι όχι,
αλλά οποιουδήποτε ο υιός έτυχε να γείνη εκ φύσεως επιδεκτικός εις
το παίξιμον του αυλού, αυτός θα προώδευε φημιζόμενος· οποιουδήποτε
δε ο υιός δεν είναι φυσικά επιδεκτικός, δεν θα απέκτα φήμην· και
πολλάς φοράς ικανού αυλητού υιός θα έβγαινε κακός· πολλάς δε φοράς
πάλιν κακού αυλητού υιός θα έβγαινε ικανός· αλλά βεβαίως όλοι οι
αυληταί θα ήσαν ικανοί παραβαλλόμενοι με τους αμαθείς και μη
γνωρίζοντας τίποτε από παίξιμον αυλού. Τοιαύτην ιδέαν να έχης και
τώρα. Όποιος άνθρωπος από εκείνους που ανετράφησαν ανάμεσα εις
νόμους και ανθρώπους, σου φαίνεται πάρα πολύ άδικος, νόμιζε ότι
είναι δίκαιος και τεχνίτης, μάλιστα τούτου του πράγματος, δηλαδή
της δικαιοσύνης, αν πρόκειται να τον συγκρίνωμεν με ανθρώπους εις
τους οποίους ούτε ανατροφή υπάρχει, ούτε δικαστήρια, ούτε νόμοι,
ούτε καμμία υποχρέωσις, η οποία να τους αναγκάζη να φροντίζουν διά
την αρετήν, αλλ' είναι άνθρωποι άγριοι ωσάν εκείνους τους οποίους
το περασμένον έτος ο ποιητής Φερεκράτης(4) παρέστησεν εις έν δράμα
του κατά τας εορτάς του Ληναίου (δηλαδή του Βάκχου). Αναμφιβόλως αν
ευρίσκεσο ανάμεσα εις τους τοιούτους ανθρώπους, ομοίους ωσάν τους
μισανθρώπους, τους οποίους ο ποιητής παριστάνει εις εκείνον τον
χορόν του δράματος, θα επροτίμας πολύ περισσότερον, αν εύρισκες
εμπρός σου τον Ευρύβατον και τον Φρυνώνδαν(5) και θα εθρήνεις
αποζητών των εδώ ανθρώπων την κακίαν· τώρα δε καλοπερνάς, Σωκράτη,
διότι όλοι είναι διδάσκαλοι της αρετής εις όσα ημπορεί ο καθείς,
διά τούτο κανείς δεν σου φαίνεται ότι είναι ο μόνος διδάσκαλος της
αρετής, και αν εζήτεις ποίος είναι διδάσκαλος της αρετής, κανείς
δεν ήθελε παρουσιασθή (διότι όλοι την διδάσκουν) ούτε βεβαίως,
νομίζω, αν εζήτεις ποίος εις τον τόπον μας δύναται να διδάξη τους
υιούς των χειροτεχνών αυτήν την ιδίαν τέχνην, την οποίαν ίσα ίσα
έχουν μάθει από τον πατέρα των, εις όσον ο πατήρ των και οι φίλοι
του πατρός των, οι συντεχνίται του, ήσαν ικανοί, και ποίος ημπορεί
να διδάξη αυτήν εις τούτους ακόμη καλύτερα, νομίζω, Σωκράτη, ότι
δεν θα είναι εύκολον να παρουσιασθή διδάσκαλος διά τούτους, να
παρουσιασθή όμως διά τους μη γνωρίζοντας τίποτε είναι όλως διόλου
εύκολον· το ίδιον συμβαίνει και εις την αρετήν και εις τα άλλα· εάν
δηλαδή, υπάρχη κανείς ολίγον ικανώτερός μας, ο οποίος να μας
προοδεύση εις την αρετήν, πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι. Είς
λοιπόν από τούτους νομίζω ότι είμαι εγώ, και ότι ηξεύρω καλύτερα
από τους άλλους να διδάξω, διά να γείνη τις καλός και ενάρετος
άνθρωπος, και τόσον όσον αξίζει ο μισθός τον οποίον λαμβάνω, και
ακόμη περισσότερον, ώστε και εκείνος όπου έμαθεν από εμένα το
βεβαιώνη. Ένεκα τούτου του λόγου και τον μισθόν μου εισπράττω με
τον ακόλουθον τρόπον. Όταν κανείς μάθη από εμέ, αν μεν θέλη,
πληρώνει τον μισθόν τον οποίον συνήθως λαμβάνω· αν δε δεν θέλη
πηγαίνει εις την εκκλησίαν, ορκίζεται, και όσον είπη ότι αξίζουν τα
μαθήματα, τόσον πληρώνει. Τοιούτον, Σωκράτη, μύθον και τοιαύτην
απόδειξιν λέγω εις σε, διά να σου αποδείξω ότι η αρετή ημπορεί να
διδαχθή και ότι τούτο φρονούν και οι Αθηναίοι, ότι προς τούτοις δεν
είναι διόλου παράξενον από καλούς πατέρας να γίνωνται κακά παιδιά,
και από κακούς καλά, επειδή και τα παιδιά του Πολυκλείτου, της
αυτής ηλικίας με τον Πάραλον και με τον Ξάνθιππον, παραβαλλόμενα με
τον πατέρα των είναι τίποτε· έτσι και τα παιδιά διαφόρων άλλων
τεχνιτών. Τούτους δε (τον Πάραλον και τον Ξάνθιππον) δεν είναι
δίκαιον ακόμη να τους καταδικάσωμεν· διότι υπάρχουσιν ακόμη μέσα
εις αυτούς ελπίδες· είναι βεβαίως νέοι ακόμη.
Ο μεν Πρωταγόρας, αφ' ου τόσα και τόσον εύμορφα ωμίλησεν, ετελείωσε
την ομιλίαν του. Και εγώ διά πολλήν μεν ώραν μαγευμένος τον
εκύτταζα ακόμη μήπως είπη και τίποτε άλλο, επειδή επεθύμουν να τον
ακούω· όταν δε πλέον εκατάλαβα ότι πραγματικώς είχε παύσει, κάπως
μετά δυσκολίας αφ' ου συνεκέντρωσα τρόπον τινά τον εαυτόν μου,
εκύτταξα τον Ιπποκράτην και είπον·
Σωκράτης
Υιέ του Απολλοδώρου, πόσην ευγνωμοσύνην σου χρεωστώ, διότι με
παρεκίνησες να έλθω εδώ· διότι μεγάλην αξίαν αποδίδω εις εκείνα τα
οποία ήκουσα από τον Πρωταγόραν. Εγώ βέβαια έως τώρα μεν ενόμιζον
ότι δεν υπάρχει ανθρωπίνη επιμέλεια, διά της οποίας οι ενάρετοι να
γίνωνται ενάρετοι· τώρα δε έχω πεισθή περί τούτου. Αλλά υπάρχει έν
μικρόν πράγμα, το οποίον με εμποδίζει, το οποίον φανερόν είναι ότι
ο Πρωταγόρας θα διδάξη και αυτό ευκόλως, αφ' ου και αυτά τα πολλά
εις την εντέλειαν εδίδαξε. Διότι, αν μεν ήθελε συμβουλευθή κανείς
δι' αυτά τα ίδια πράγματα ένα οποιονδήποτε από τους λαϊκούς
ρήτορας, ίσως θα ήτο δυνατόν ν' ακούση λόγους τοιούτους, ωσάν τους
λόγους ή του Περικλέους ή κανενός άλλου από τους ικανούς ρήτορας·
αν δ' έπειτα ήθελε πάλιν ερωτήσει κανείς κανένα από αυτούς τίποτε,
δεν ημπορούν ούτε ν' αποκριθούν, ούτε αυτοί να ερωτήσουν όπως τα
(άφωνα) βιβλία· αλλ' αν κανείς ερωτήση έπειτα και κανέν μικρόν
πράγμα, από εκείνα που είπουν, καθώς τα χάλκινα αγγεία όταν
κτυπηθούν κάμνουν ήχον μακρόν και διαρκεί ο ήχος, αν κανείς δεν τον
σταματήση, τοιουτοτρόπως και οι ρήτορες διά μικρά πράγματα αν
ερωτηθούν, εξακολουθούν ατελείωτον ομιλίαν. Αυτός εδώ όμως ο
Πρωταγόρας είναι μεν ικανός να είπη μακρούς και ωραίους λόγους,
καθώς αυτά που ηκούσαμεν ότι αποδεικνύουν, είναι δε ικανός και όταν
ερωτηθή ν' αποκρίνεται σύντομα και όταν ερωτά να περιμένη και να
δέχεται όπως πρέπει την απόκρισιν, τα οποία ολίγοι είναι εις
κατάστασιν να κάμουν. Τώρα λοιπόν, Πρωταγόρα, μου λείπει ακόμη έν
μικρόν πράγμα, διά να έχω όλα, και θα σου είμαι υπόχρεως, αν
ευαρεστηθής να μου αποκριθής εις το εξής. Λέγεις ότι η αρετή
ημπορεί να διδαχθή και εγώ σε πιστεύω περισσότερον παρά κάθε άλλον
άνθρωπον εις τον κόσμον· εκείνο δε το οποίον εθαύμασα, όταν συ το
έλεγες, τούτο συμπλήρωσέ το, παρακαλώ, μέσα εις την ψυχήν μου.
Έλεγες λοιπόν ότι ο Ζευς έστειλεν εις τους ανθρώπους την
δικαιοσύνην και την ευσέβειαν, και πάλιν εις πολλά μέρη των ομιλιών
σου έλεγες ότι η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και η οσιότης και όλα
αυτά περιλαμβάνονται όλα ομού εις έν, δηλαδή την αρετήν· αυτά
λοιπόν τα ίδια εξήγησέ μου διά της ομιλίας με ακρίβειαν, τι από τα
δύο δηλαδή, η μεν αρετή είναι έν πράγμα, η δικαιοσύνη δε και η
σωφροσύνη και η οσιότης είναι μέρη της, ή αυτά τα οποία προ ολίγου
έλεγα είναι όλα διάφορα ονόματα ενός και του αυτού πράγματος· τούτο
είναι εκείνο το οποίον επιθυμώ ακόμη να μάθω.
Πρωταγόρας
Αλλά εις τούτο βεβαίως, είπεν, είναι εύκολον, Σωκράτη, ν' αποκριθή
κανείς, ότι, εν ώ η αρετή είναι έν πράγμα, αυτά διά τα οποία ερωτάς
είναι μέρη του.
Σωκράτης.
Τι από τα δύο είπον, καθώς τα μέλη του προσώπου είναι αυτά μέρη
πραγματικώς, καθώς δηλαδή το στόμα και η μύτη και τα ομμάτια και τα
αυτιά, ή καθώς είναι τα μόρια του χρυσού, τα οποία διόλου δεν
διαφέρουν τα μεν από τα δε, δηλαδή το έν από το άλλο και καθέν από
το όλον, παρά μόνον κατά το μέγεθος και την μικρότητα;
Πρωταγόρας
Ωσάν εκείνα, μου φαίνεται, Σωκράτη, δηλαδή καθώς τα μέρη του
προσώπου σχετικώς προς το όλον πρόσωπον.
Σωκράτης
Τι λοιπόν από τα δύο, είπον εγώ, λαμβάνουν λοιπόν οι άνθρωποι από
αυτά τα μέρη της αρετής άλλοι μεν έν, άλλοι δε άλλο, ή είναι
αναγκασμένοι, αν κανείς λάβη έν, να τα έχη όλα ομού;
Πρωταγόρας
Διόλου, είπεν, επειδή πολλοί είναι ανδρείοι, είναι όμως άδικοι, και
πολλοί είναι πάλιν δίκαιοι, δεν είναι όμως σοφοί.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν και αυτά μέρη της αρετής, είπον εγώ, η σοφία και η
ανδρεία;
Πρωταγόρας
Περισσότερον βέβαια από όλα, είπε· και το μεγαλύτερον βεβαίως από
τα μέρη είναι η σοφία.
Σωκράτης
Και καθέν βεβαίως από αυτά διαφέρει από το άλλο;
Πρωταγόρας
Ναι.
Σωκράτης
Και καθέν από αυτά έχει βεβαίως ιδικήν του ενέργειαν, καθώς τα μέρη
του προσώπου; Όπου το μάτι δεν είναι ότι είναι το αυτί, ούτε η
ενέργειά του είναι η ιδία· ούτε κανέν από τα άλλα είναι όμοιον με
το άλλο, ούτε κατά την ενέργείαν, ούτε εις άλλο τι· και λοιπόν κατά
τον ίδιον τρόπον και τα μέρη της αρετής, το έν μέρος δεν είναι
όμοιον με το άλλο, ούτε αυτό το ίδιον ούτε η ενέργειά του; Ή είναι
φανερόν ότι αυτά δεν ομοιάζουν μεταξύ των, αν ομοιάζουν με το
παράδειγμα το οποίον εφέραμεν;
Πρωταγόρας
Αλλ' έτσι είναι, είπε, Σωκράτη.
Σωκράτης
Και εγώ είπον· κανέν άλλο λοιπόν από τα μέρη της αρετής δεν είναι
όμοιον με την επιστήμην, ούτε με την δικαιοσύνην, ούτε με την
ανδρείαν, ούτε με την εγκράτειαν, ούτε με την αγιότητα.
Πρωταγόρας
Δεν είναι όμοιον, είπεν.
Σωκράτης
Έλα τώρα, είπον εγώ, να σκεφθώμεν μαζί ποία είναι η φύσις καθενός
από αυτά. Και ας αρχίσωμεν από το εξής· η δικαιοσύνη είναι κάτι τι
πραγματικόν, ή δεν είναι τίποτε πραγματικόν; διότι εγώ νομίζω ότι
είναι κάτι· συ δε τι φρονείς;
Πρωταγόρας
Και εγώ, είπε, νομίζω ότι είναι κάτι τι.
Σωκράτης
Τι λοιπόν; αν κανείς ερωτήση και εμέ και σε· Πρωταγόρα και Σωκράτη,
είπετέ μου λοιπόν, τούτο το πράγμα, το οποίον προ ολίγου ωνομάσατε,
δηλαδή η δικαιοσύνη, αυτό το ίδιον, είναι κανέν πράγμα δίκαιον ή
άδικον; Εγώ μεν ήθελον αποκριθή εις αυτόν ότι είναι πράγμα δίκαιον·
συ δε ποίαν ψήφον ήθελες ρίψει; Την ιδίαν όπου έρριψα και εγώ ή
άλλην;
Πρωταγόρας
Την ιδίαν, είπεν.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν η δικαιοσύνη πράγμα τοιούτον, οποίον το να είναι
κανείς δίκαιος, εγώ τουλάχιστον θα έλεγον αποκρινόμενος εις εκείνον
ο οποίος μ' ερωτά· δεν θα έλεγες και εσύ το ίδιον;
Πρωταγόρας
Ναι, είπεν.
Σωκράτης
Αν λοιπόν έπειτα από τούτο ήθελε μας ερωτήσει· δεν λέγετε ότι
υπάρχει και κάποια οσιότης; δεν θα ελέγομεν ναι, καθώς
εγώ νομίζω;
Πρωταγόρας
Ναι, είπεν αυτός.
Σωκράτης
Δεν λέγετε λοιπόν ότι και τούτο είναι κάτι πραγματικόν; θα ελέγομεν
ναι· ή όχι;
Πρωταγόρας
Συνεφώνησα και εις τούτο.
Σωκράτης
Τι από τα δύο λοιπόν, λέγετε ότι αυτό το ίδιον πράγμα είναι όμοιον
με το ανόσιον ή όμοιον με το όσιον; Εγώ βεβαίως, είπον, θα εθύμωνα
διά την ερώτησιν, θα έλεγον· έλα εις τον νουν σου, ευλογημένε· και
ποίον άλλο πράγμα θα ήτο όσιον εις τον κόσμον; εάν βεβαίως η ιδία η
οσιότης δεν θα ήτο όσιον· τι δε θα έλεγες συ; Δεν θ' απεκρίνεσο με
τον ίδιον τρόπον;
Πρωταγόρας
Βεβαιότατα, είπεν.
Σωκράτης
Αν λοιπόν έπειτα από αυτό ερωτών ημάς ήθελεν είπει· πώς λοιπόν
ελέγετε ολίγον προτήτερα; Μήπως δεν σας ήκουσα καλά; Καθώς
εκατάλαβα είπετε ότι η σχέσις, την οποίαν έχουν τα μέρη της αρετής
το έν με το άλλο είναι τοιαύτη, ώστε το έν από αυτά να μη είναι
όμοιον με το άλλο· εγώ βεβαίως θα έλεγον προς αυτόν ότι τα μεν άλλα
σωστά τα ήκουσες, αν δε νόμιζες ότι είπον τούτο εγώ, τότε δεν θα
ήκουσες καλά· διότι απ' εδώ ο Πρωταγόρας έδωκεν αυτάς τας
αποκρίσεις, εγώ δε τον ηρώτων· Αν λοιπόν ήθελε σου είπει· αλήθειαν
λέγει, Πρωταγόρα, αυτός εδώ; Συ παραδέχεσαι ότι από τα μέρη της
αρετής το έν είναι όμοιον με το άλλο; Αυτή η γνώμη ιδική σου είναι;
Τι ήθελες αποκριθή εις αυτόν;
Πρωταγόρας
Θα ήμην υποχρεωμένος, Σωκράτη, να ομολογήσω.
Σωκράτης
Αφ' ου λοιπόν ομολογήσωμεν αυτά, Πρωταγόρα, τι θ' αποκριθώμεν εις
αυτόν, αν μας ερωτήση έπειτα ως εξής· η αγιότης λοιπόν δεν είναι
όμοιον πράγμα όπως το δίκαιον, ούτε η δικαιοσύνη όμοιον με την
αγιότητα, αλλ' είναι όμοιον με την μη αγιότητα· η δε αγιότης είναι
ομοία με την μη δικαιοσύνην, επομένως με την αδικίαν, και η
δικαιοσύνη με την ανοσιότητα; Τι θ' αποκριθώμεν εις αυτόν; Διότι
εγώ μεν ο ίδιος, διά να υπερασπίσω βεβαίως τον εαυτόν μου, θα
έλεγον ότι και η δικαιοσύνη είναι πράγμα άγιον και η αγιότης πράγμα
δίκαιον· και σε δε διά να υπερασπίσω, αν μου επέτρεπες, αυτά τα
ίδια εκ μέρους σου ήθελον αποκριθή, ότι δηλαδή η δικαιοσύνη ή είναι
το ίδιον πράγμα με την αγιότητα ή πράγμα όσον ενδέχεται όμοιον και
περισσότερον από όλα και η δικαιοσύνη είναι ομοία με την αγιότητα
και η αγιότης ομοία με την δικαιοσύνην. Αλλά σκέψου, αν θα μ'
εμποδίσης να δώσω αυτήν την απόκρισιν ή θα το παραδεχθής και συ.
Πρωταγόρας
Δεν πολυπαραδέχομαι, είπε, Σωκράτη, ότι είναι τόσον καθαρόν το
πράγμα, ώστε να παραδεχθώ ότι η δικαιοσύνη είναι πράγμα άγιον και η
αγιότης είναι πράγμα δίκαιον· αλλά μου φαίνεται ότι μεταξύ των
υπάρχει κάποια διαφορά. Αλλά τούτο τι πειράζει; είπεν· αφ' ου το
θέλεις, ας παραδεχθώμεν ότι και η δικαιοσύνη είναι αγιότης και η
αγιότης είναι δικαιοσύνη.
Σωκράτης
Όχι, να σε χαρώ, είπον εγώ· διότι δεν έχω χρείαν να θέσωμεν υπό
εξέτασιν αυτό το «αν θέλης και αν εγκρίνης», αλλά να θέσωμεν υπό
εξέτασιν εμέ και σε, λέγω δε το εμέ και σε, διότι νομίζω ότι με
αυτόν τον τρόπον θα αποδειχθή καλύτερα η αλήθεια, αν αφαιρέση
κανείς από αυτήν την αλήθειαν το «εάν».
Πρωταγόρας
Αλλ' όμως πράγματι, είπεν ούτος, ομοιάζει κατά τι η δικαιοσύνη με
την αγιότητα, διότι και οποιονδήποτε πράγμα ομοιάζει με κάποιον
τρόπον με οποιονδήποτε άλλο. Το άσπρον τωόντι ομοιάζει κατά τι με
το μαύρον, και το σκληρόν με το μαλακόν και τα άλλα όσα φαίνονται
ότι είναι τελείως εναντία το έν με το άλλο· και εκείνα τα οποία
ελέγαμεν τότε ότι έχουν διαφορετικήν ενέργειαν και ότι το έν δεν
είναι όμοιον με το άλλο, δηλ. τα μέρη του προσώπου, εις κάποιον
τρόπον ομοιάζουν το έν με το άλλο· ώστε βέβαια με τούτον τον
τρόπον, αν θέλης, και αν ταύτα εξετάσης, δύνασαι ν' αποδείξης ότι
όλα τα πράγματα είναι όμοια το έν με το άλλο. Αλλά δεν είναι
δίκαιον να ονομάζης όμοια εκείνα που έχουν ασήμαντον ομοιότητα,
ούτε να ονομάζης ανόμοια εκείνα που έχουν κάποιαν ανομοιότητα, και
αν πολύ μικράν έχουν την ομοιότητα.
— Και εγώ, επειδή μου εφάνη παράξενον τούτο, είπον εις αυτόν·
Σωκράτης
Πραγματικώς φρονείς ότι η δικαιοσύνη και η αγιότης έχουν τοιαύτην
σχέσιν μεταξύ των, ώστε η μία με την άλλην να έχουν μόνον μίαν
μικράν ομοιότητα;
Πρωταγόρας
Ούτε τόσον πολύ μικράν, είπεν, ούτε όμως πάλιν τόσον μεγάλην όσην,
νομίζω, φαντάζεσαι συ ότι έχουν.
Σωκράτης
Αλλ' όμως, είπον εγώ, επειδή μου φαίνεσαι ότι δυσαρεστείσαι με αυτό
το ζήτημα, ας το αφήσωμεν· αυτό δε το άλλο να εξετάσωμεν από εκείνα
τα οποία έλεγες. Υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον ονομάζεις
κακοκεφαλιάν;
Πρωταγόρας
Ναι, είπεν.
Σωκράτης
Όλον το εναντίον εις τούτο το πράγμα δεν είναι η σοφία (δηλαδή η
ορθή σκέψις);
Πρωταγόρας
Μου φαίνεται, είπε.
Σωκράτης
Τι δε από τα δύο, όταν πράττουν οι άνθρωποι σωστά και ωφέλιμα,
τότε, επειδή πράττουν κατ' αυτόν τον τρόπον, σου φαίνεται ότι
σκέπτονται ορθά, ή αν έκαμναν το εναντίον;
Πρωταγόρας
Μου φαίνεται, ότι, αν κάμνουν έτσι, σκέπτονται σωστά, είπε.