― Γνωρίζεις ότι ο Στίβα έχει την μονομανίαν του τηλεγραφείν . . .

Προς τι να τηλεγραφήση αφού τίποτε ακόμη δεν απεφασίσθη;

― Εν σχέσει προς το διαζύγιον;

― Ναι, αλλά μου γράφει: «Τίποτε ακόμη δεν επέτυχα». Μου υπόσχεται

δε να δώση ταχέως οριστικήν απάντησιν . . . Αλλά, διάβασε μόνη σου

καλλίτερα.

Η Άννα έλαβε το τηλεγράφημα εις τας τρεμούσας της χείρας και

ανέγνω τας λέξεις, τας οποίας είχε προφέρει ο Βρόνσκυ.

Εν τούτοις ο Στίβα προσέθετε και τα εξής: «Πολύ ολίγον ελπίζω,

αλλά θα κάμω δυνατά και αδύνατα».

― Σου είπα χθες ότι μου ήτο εντελώς αδιάφορον αν θα επιτευχθή ή

όχι το διαζύγιον. Δεν υπήρχε λοιπόν κανείς λόγος να μου αποκρύψης

το τηλεγράφημα.

«. . . Ομοίως ειμπορεί να μου κρύπτη, και μου κρύπτει την

αλληλογραφίαν του με τας γυναίκας», διελογίσθη.

Ο Βρόνσκυ, διά να στρέψη αλλαχού την συνομιλίαν, ήρχισε να ομιλή

περί του Γιαχβίν, όστις είχε καταγάγει υπέροχον επιτυχίαν εις το

χαρτοπαίγνιον.

― Όχι, είπεν, εκείνη, εξωργισμένη, διότι στρέφων τον λόγον ήθελε

να της δείξη ότι ηννόησε την δυσαρέσκειάν της . . . Διατί

σκέπτεται ότι αυτή η είδησις ειμπορεί να με ταράξη τόσον, ώστε να

είνε προτιμότερον να μη την μάθω; . . . Σου είπον ότι δεν θέλω

πλέον να σκέπτωμαι περί διαζυγίου και ότι επιθυμώ να μη

ενδιαφέρεσαι ούτε συ περί τούτου.

Εξ εναντίας, εμέ μ' ενδιαφέρει το διαζύγιον, διότι μου αρέσει να

καθαρίζωνται τα ζητήματα, απήντησεν εκείνος.

― Διατί ενδιαφέρεσαι τόσον διά το διαζύγιον; ηρώτησεν η Άννα.

― Το γνωρίζεις κάλλιον εμού . . . χάριν σου και των τέκνων που θα

αποκτήσωμεν.

― Δεν θα αποκτήσωμεν πλέον τέκνα.

― Πολύ λυπηρόν αυτό . . .

― Έχεις ανάγκην του διαζυγίου εξ αιτίας των παιδιών, επέμεινεν

εκείνη, εντελώς λησμονήσασα ότι της είχεν είπει: «χ ά ρ ι ν - σ ο υ

και των τέκνων».

Το ζήτημα αυτό των παιδιών τους εκράτει από πολλού εις διάστασιν

και παρώργιζε την Άνναν. Διελογίζετο ότι δεν εξετίμα πλέον την

καλλονήν της.

― Α! εγώ είπα χάριν σου, προ παντός χάριν σου, είπεν ο Βρόνσκυ

συσπών επωδύνως το μέτωπον. Διότι είμαι βέβαιος ότι μέγα μέρος της

νευρικότητός σου προέρχεται εκ της αβεβαιότητος την οποίαν

παρουσιάζει η κατάστασις.

«. . . Ναι, ναι, έπαυσε μάλιστα και να προσποιήται και διαβλέπω το

παγερόν μίσος, το οποίον τρέφει προς εμέ», διελογίσθη η Άννα . . .

Δεν ήκουε πλέον τους λόγους του, αλλ' ανεκάλυπτε μετά φρίκης εις

τα μάτια του Βρόνσκυ ότι είχεν ενώπιόν της ένα δικαστήν ψυχρόν και

σκληρόν.

Απατάσαι, του είπε, και δεν καταλαμβάνω μάλιστα πώς το γεγονός ότι

ευρίσκομαι απολύτως εις την διάθεσίν σου δύναται να είνε αφορμή

της νευρικότητός μου;

― Λυπούμαι διότι δεν δύνασαι να εννοήσης, ότι δεν είμαι τόσον

ελεύθερος, όσον φαντάζεσαι . . .

― Επί του ζητήματος τούτου, δύνασαι να είσαι απολύτως ήσυχος,

επανέλαβεν εκείνη. Το τι σκέπτεται η μητέρα σου και ο τρόπος με

τον οποίον ενεργεί διά να σε νυμφεύση μου είνε απολύτως αδιάφορα

πράγματα . . .

Η χειρ της Άννας έτρεμεν όταν απέθηκε το φλιτζάνι της.

― Αλλά δεν πρόκειται περί τούτου; είπεν ο Βρόνσκυ.

― Ναι, περί τούτου ακριβώς πρόκειται . . . Και, πίστευσόν με, μία

γυναίκα που δεν έχει καρδιά, είτε γραία είνε είτε νέα, είτε μητέρα

σου, είτε ξένη, δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, και δεν θέλω να την

ξέρω . . .

― Άννα, σε παρακαλώ να μη ομιλείς ασεβώς περί της μητρός μου.

― Μία γυναίκα της οποίας η καρδία δεν εμάντευσεν εις τι έγκειται

η ευτυχία και η τιμή του υιού της, η γυναίκα αύτη δεν έχει καρδιά.

― Επαναλαμβάνω την απάντησίν μου, την οποίαν εγώ σέβομαι,

απήντησεν ο Βρόνσκυ.

Ύψωσε δε την φωνήν και ητένισεν αυστηρώς την Άνναν.

Εκείνη δεν απεκρίθη, προσήλωσε τα μάτια επί της μορφής του Βρόνσκυ

και επί των χειρών αυτού και ανεπόλησεν καθ' όλας τας λεπτομερείας

την συμφιλίωσίν των της προτεραίας και τας πλήρεις έρωτος θωπείας

του.

― Είνε αι θωπείαι, ας έχει δώσει εις άλλας γυναίκας και θα

εξακολουθήση να δίδη, που επιθυμεί να δίδη εις άλλας, εσκέφθη. Δεν

αγαπάς την μητέρα σου, προσέθηκεν, . . . , όλα αυτά είνε λόγια,

λόγια, λόγια!

Και τον ητένισεν επωδύνως.

― Αν' είν' έτσι, πρέπει . . . .

― Πρέπει να ληφθή μία απόφασις; Ε, λοιπόν! την έλαβον ήδη, είπεν

η Άννα.

Ηθέλησε δε να εξέλθη της αιθούσης, αλλά την αυτήν στιγμήν εισήλθεν

ο Γιαχβίν . . . . του έτεινε την χείρα και παρέμεινε.

― Πρέπει να φύγω την τετάρτην . . . . Και σεις, πότε φεύγετε;

Παρετήρει δε τον Βρόνσκυ με ημίκλειστα μάτια, μαντεύσας, ότι οι

ξένοι του είχον έλθει εις έριδα.

― Υποθέτω ότι θα φύγωμεν αύριον, απήντησεν ο Βρόνσκυ.

― Προ πολλού έχετε την τοιαύτην πρόθεσιν.

― Τόρα, απεφασίσθη πλέον υπέλαβεν η Άννα.

Και έρριψεν επί του Βρόνσκυ βλέμμα, το οποίον έλεγε καθαρά, ότι

δεν έπρεπε πλέον να ελπίζη εις συμφιλίωσιν.

Ο Βοϊτώφ, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρόνσκυ διά την αγοράν

ενός ίππου, εισήλθε και η Άννα εγκατέλιπε την αίθουσαν. Ο δε

Βρόνσκυ, προ τού αναχωρήση, εισήλθεν εις τον θάλαμον της, όπου

εκείνη ηθέλησεν εν αρχή να προσποιηθή ότι ήτο απησχολημένη, αλλ'

ησχύνθη διά τοιαύτην υπεκφυγήν και ητένισε τον Βρόνσκυ κατά

πρόσωπον με ύφος ψυχρόν.

― Τι επιθυμείτε; τον ηρώτησεν.

― Επώλησα τον επιβήτορα και ήλθα να πάρω το πιστοποιητικόν του,

απήντησε με τόνον εις τον οποίον εξυπηκούετο «Δεν έχω καιρόν

εξηγήσεων, αι οποίαι, άλλως τε, εις ουδέν θα συνετέλουν.

«. . . Δεν είμαι ένοχος προς αυτήν . . . αν θέλη να κάμη κακό εις

τον εαυτόν της, τόσον το χειρότερον δι' αυτήν».

Ενώ εξήρχετο, εν τούτοις, ενόμισεν ότι κάτι του έλεγε, και η

καρδιά του κατελήφθη από συμπάθειαν.

― Μου 'μίλησες, Άννα;

― Όχι απήντησεν εκείνη με τον αυτόν παγερόν και θετικόν τόνον.

― Α! «αν είν' έτσι τόσον το χειρότερον δι' αυτήν»· διελογίσθη και

πάλιν.

Διέκρινεν εντός του καθρέπτου την μορφήν της Άννας, ωχράν και με

τα χείλη τρέμοντα. Ηθέλησε δε να σταματήση και να της απευθύνη

μερικά τρυφερά λόγια, αλλ' οι πόδες του τον παρέσυρον ακουσίως

του, προτού εύρη τα καλά λόγια που ανεζήτει.

Επέρασαν ολόκληρον την ημέραν έξω της οικίας, και, όταν επέστρεψεν

αργά το βράδυ η θαλαμηπόλος της Άννας του είπεν ότι η κυρία είχε

κεφαλαλγίαν, και ότι παρεκάλει τον κύριον κόμητα να [μη] εισέλθη

εις τα δωμάτιά της.

* * *

Ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν η έρις των διήρκει ολόκληρον ημέραν. Ήτο

δε κάτι πλέον της έριδος· ολόκληρος η συμπεριφορά του Βρόνσκυ

απεδείκνυε αναμφισβητήτως ότι η Άννα του είχε καταστή αδιάφορος.

Η Άννα έθετεν εις το στόμα του, τα πειό σκληρά λόγια τα οποία θα

ηδύνατο να προφέρη ο χυδαιότερος των ανθρώπων, και δεν του τα

συνεχώρει, ως να τα είχε πράγματι διατυπώσει . . .

Την προτεραίαν ακόμη, δεν της είχεν ορκισθή ότι θα την ηγάπα

πάντοτε; . . . «Δεν απελπίζομαι πολλάκις για το τίποτε;»

διελογίζετο μίαν στιγμήν βραδύτερον.

Ούτω και όταν το βράδυ διέταξε την θαλαμηπόλον της να είπη ότι

είχε κεφαλαλγίαν, ιδιαιτέρως είχε σκεφθή: «. . . Αν, παρά την

απαγόρευσιν της θαλαμηπόλου, εισέλθη εδώ, τούτο θα είνε απόδειξις

ότι με αγαπά ακόμη· αν δεν έλθη, όλα λοιπόν ετελείωσαν και γνωρίζω

τι υπολείπεται να κάμω».

Ήκουσε τον τροχασμόν της αμάξης, ήτις επανέφερε τον Βρόνσκυ, τον

κωδωνισμόν του, τα βήματά του και τους λόγους που αντήλλαξε με την

θαλαμηπόλον.

«. . . Επίστευσεν ως σοβαράν την πληροφορίαν», διελογίσθη η Άννα,

«και δεν ανησύχησε να μάθη πώς είμαι· εισήλθεν εις τα δωμάτιά του,

τετέλεσται λοιπόν . . .» Και η Άννα κατενόησε τότε σαφώς ότι μόνον

ο θάνατός της ηδύνατο ν' αναζωπυρήση τον έρωτα του Βρόνσκυ, να τον

τιμωρήση και να της εξασφαλίση την νίκην εν τη πάλη, την οποίαν το

πονηρόν πνεύμα το εισχωρήσαν εις την καρδίαν της, διεξήγεν

εναντίον της.

Της ήτο αδιάφορον αν θα έφευγεν ή θα έμενεν, αν θα επετύγχανεν ή

όχι το διαζύγιον, . . Τίποτε από όλα αυτά δεν ήτο αναγκαίον . . .

. Ενός και μόνου είχεν αύτη ανάγκην: να τον τιμωρήση!

Εν ώ δ' εμέτρει τας σταγόνας του οπίους της, εσκέφθη ότι θα της

ήρκει να καταπίη ολόκληρον το φιαλίδιον διά ν' αποθάνη και ο

θάνατος της εφάνη πράγμα τόσον απλούν και εύκολον, ώστε ανελογίσθη

και πάλιν μετ' ηδυπαθείας την στιγμήν καθ' ήν ο Βρόνσκυ θα

μετενόει βασανιζόμενος υπό του συνειδότος, και θα ελάτρευε την

μνήμην αυτής όταν πλέον θα ήτο πολύ αργά: Είχεν εξαπλωθή επί τινος

κλίνης της, με τα μάτια ανοικτά, παρατηρούσα υπό της φίλης μιας

ψυχορραγούσης λαμπάδας το πλαίσιον της οροφής και την σκιάν ην

έρριπτεν υπεράνω του παραβάν, και ανελογίζετο ζωντανά το τι θα

ησθάνετο ο Βρόνσκυ· όταν αύτη δεν θα υπήρχε πλέον και θα υφίστατο

μόνη η ανάμνησίς της.

― Πώς κατώρθωσα να της είπω τα σκληρά αυτά λόγια! θα εσκέπτετο.

Πώς κατώρθωσα να εξέλθω του δωματίου χωρίς μίαν λέξιν παρηγορίας;

. . . Και τόρα, είνε νεκρά, μας αφήκε διά παντός, είν' εκεί . . .

Εξαίφνης η σκιά του παραβάν εταλαντεύθη και εκάλυψεν ολόκληρον το

πλαίσιον και την οροφήν, άλλαι δε σκιαί προήλθον ενώπιόν της,

διεστάλησαν ταλαντευόμεναι και τέλος συνανεμίχθησαν και

εβασίλευσεν απόλυτον το σκότος.

«. . . Ο θάνατος είνε!» εσκέφθη η Άννα· και κατελήφθη υπό τοιούτου

τρόμου, ώστε, επί πολύ, δεν ηδύνατο να εννοήση πού ευρίσκετο· μετά

μεγάλου δε κόπου κατώρθωσε να εύρη τα πυρεία, τα οποία ανεζήτει

διά των τρεμουσών της χειρών, διά ν' ανάψη άλλην λαμπάδα.

― Όχι, προτιμώ να τα υποφέρω όλα, παρά ν' αποθάνω . . . Τον αγαπώ

και μ' αγαπά επίσης, αι παρεξηγήσεις μας θα διαλυθώσι, διελογίσθη

αισθανθείσα ότι επί των παρειών της έρρεον δάκρυα προκληθέντα εκ

της χαράς ότι ησθάνετο εαυτήν ζώσαν.

Και, ως εν ομίχλη, ανεπόλησε την προηγηθείσαν ημέραν:

«. . . Εμαλλώσαμε . . . δεν είνε η πρώτη φορά», εσκέφθη. «Αύριον

φεύγουμε, πρέπει να τον ίδω και να ετοιμασθώ διά το ταξείδι».

Η Άννα διηυθύνθη προς τον θάλαμον του Βρόνσκυ. Όταν διήλθε την

αίθουσαν, ήκουσε τον κρότον αμάξης ήτις εσταμάτα προ του πυλώνος.

Εκύτταξεν από το παράθυρον και διέκρινε κάποιον υπηρέτην να κτυπά

τον κώδωνα, καθ' όν χρόνον μία νεαρά κόρη προέβαλλε την κεφαλήν

από της αμάξης και έδιδε διαταγάς . . . Ολίγαι παρήλθον στιγμαί

και η Άννα ήκουσε τα βήματα του Βρόνσκυ εις το δωμάτιόν του.

Κατήλθε δε ούτος ταχέως την κλίμακα.

Η Άννα επανήλθεν εις το παράθυρον και είδε τον Βρόνσκυ να πλησιάζη

την άμαξαν ασκεπής. Η νεαρά κόρη του παρέδωκε μικρόν δέμα, ο

Βρόνσκυ της είπε μερικάς λέξεις μειδιών, και μόλις η άμαξα

απήλθεν, ανήλθε τρέχων εις το διαμέρισμά του.

Η αχλύς, ήτις περιέβαλλε την ψυχήν της Άννας, διελύθη αποτόμως. Τα

χθεσινά της αισθήματα επλημμύρησαν σφοδρότερον την καρδίαν της.

Δεν κατενόει πλέον πώς κατώρθωσε να ταπεινωθή μέχρι του σημείου

ώστε να μείνη εις την οικίαν και μίαν έστω επί πλέον ημέραν . . .

Εισήλθε δε εις το δωμάτιον του κόμητος ίνα του δηλώση την απόφασίν

της.

Η κυρία Σορόκιν και η κόρη της μου έφεραν τα έγγραφα και τα

χρήματα εκ μέρους της μαμάς, είπεν εκείνος. Δεν είχα κατορθώσει να

τα παραλάβω χθες. Και συ; πώς πηγαίνει η κεφαλαλγία σου; Λίγο

καλλίτερα, δεν είν' έτσι;

Ομίλει ηρέμα και σταθερώς, ώστε να μη φανή ότι είχεν αντιληφθή το

σοβαρόν και επίσημον ύφος της Άννας, ήτις παρέμενεν εις το μέσον

του δωματίου και τον εκύτταζεν ατενώς χωρίς να λέγη τίποτε.

Έρριψε βλέμμα επ' αυτής και εξηκολούθησε ν' αναγινώσκη την

επιστολήν, ην εκράτει ανά χείρας.

Η Άννα του έστρεφε τα νώτα και εξήλθε βραδέως του δωματίου.

Υπήρχεν ακόμη καιρός να την ανακαλέση, αλλ' είχεν ήδη φθάσει εις

το κατώφλιον και εκείνος δεν είχεν αρθρώσει λέξιν . . . Ηκούετο

μόνος ο θρους του χάρτου της επιστολής, του οποίου συνέστρεφε τας

σελίδας. Αλλ' όταν εκείνη έφθασεν εις την ουδόν της θύρας, είπεν:

― Αλήθεια, φεύγομεν αύριον, δεν είν' έτσι;

― Φεύγετε χωρίς εμέ, είπεν εκείνη υποστραφείσα.

― Τι λες Άννα, δεν είνε δυνατόν αυτό . . .

― Φεύγετε μόνος, χωρίς εμέ! επανέλαβεν εκείνη.

― Αλλ' αυτό καταντά ανυπόφορον!

― Θα . . . θα μετανοήσητε! . . .

Και η Άννα εξήλθε του δωματίου.

Καταπλαγείς εκ τον τόνου της απογνώσεως μεθ' ού προεφέρθησαν οι

λόγοι ούτοι, εφρικίασε και ηθέλησε να δράμη κατόπιν της, αλλ' είτα

μετέγνω, εκάθησεν αύθις, συνέσφιγξε βιαίως τας σιαγόνας και

εσκυθρώπασε πάλιν.

Η απειλή εκείνη της εχθροπαθείας τον προσέβαλλε.

«. . . Έκαμα παν ό,τι ηδυνάμην δεν μου μένει, παρά να παύσω πλέον

δίδων προσοχήν».

Ενεδύθη διά να εξέλθη όπως μεταβή παρά τη μητρί του, εις την

οποίαν έπρεπε να φέρη προς υπογραφήν μερικά έγγραφα.

Η Άννα τον ήκουε βηματίζοντα εντός του δωματίου του και εντός της

αιθούσης του φαγητού . . . Προ του σαλονιού εσταμάτησεν, αλλά δεν

εισήλθεν εις το διαμέρισμά της. Έδωκε μόνον διαταγάς εις τους

υπηρέτας. Κατόπιν η Άννα ήκουσε την άμαξαν πλησιάζουσαν εις το

πρόστοον· η θύρα ηνοίχθη και ο Βρόνσκυ εξήλθε.

«. . . Έφυγεν, εχάθησαν όλα!» διελογίσθη η Άννα πλησιάσασα εις το

παράθυρον, και, ως απάντησις οιονεί εις την επιφώνησιν ταύτην, αι

εντυπώσεις ας είχε διαισθανθή εν τω σκότει, όταν η λαμπάς της

εσβέσθη, και ο τρομερός εφιάλτης όστις την είχε βασανίσει

εσυγχύσθησαν αύθις και η καρδία της επληρώθη τρόμου.

«. . . Όχι! δεν είνε δυνατόν!» ανεφώνησεν.

Εισήλθε δε εις το δωμάτιόν της και εκωδώνισε σφοδρώς.

― Ερωτήσατε πού είνε ο κόμης, είπεν.

Ο υπηρέτης απεκρίθη, ότι ο κύριος κόμης είχε μεταβή εις τους

σταύλους και είχε διατάξει ν' αναγγείλουν εις την κυρίαν, ότι η

άμαξα θα επέστρεφε μετ' ολίγον, όπως η κυρία δυνηθή να κάμη τον

περίπατόν της.

― Καλά. Περιμείνατε μίαν στιγμήν. Έχω να γράψω κάτι, το οποίον θα

στείλετε διά του Μιχαήλ το ταχύτερον.

Εκάθησε προ της τραπέζης της και έγραψεν:

«. . . Είχα άδικον. Επάνελθε, θα εξηγηθώμεν. Παρακαλώ, έλα γρήγορα

. . . Φοβούμαι!»

Εσφράγισε την επιστολήν και την παρέδωκεν εις τον υπηρέτην. Μεθ' ό

ηγέρθη και εξήλθε του δωματίου.

«. . .Είνε δυνατόν να τελειώσουν όλα;» διελογίσθη. «Ω! όχι, θα

επανέλθη, και, οιαιδήποτε και αν είνε αι εξηγήσεις, που θα μου

δώση, θα τας αποδεχθώ. Τι ζωηρός που ήτο συνομιλών με την νεαράν

εκείνην κόρην! . . . Θα πιστεύσω ό,τι και αν μου 'πή διότι, αν δεν

το πιστεύσω, έν μόνον μου μένει να κάμω, και . . . δεν θέλω να το

κάμω!»

Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν της. Δώδεκα λεπτά είχον παρέλθει αφ' ής

είχεν αποστείλει την επιστολήν της.

«. . . Αλλά, πώς το έκαμε να φύγη βλέπων με εις αυτήν την

κατάστασιν; Πώς ειμπορεί να ζη ήσυχος χωρίς να ειρηνεύση μαζί

μου;» εσκέφθη.

Επλησίασεν εις το παράθυρον και έρριψε βλέμμα εις την οδόν.

Πιθανόν να επέστρεφεν ήδη ο Βρόνσκυ . . . Αλλ' ίσως είχε κακώς

υπολογίσει· και προσεπάθησε ν' αναπολήση τας περιστάσεις υπό τας

οποίας την είχεν αφήσει, και εμέτρησε κάθε παρερχομένην στιγμήν.

Ενώ δε επλησίαζεν εις το εκκρεμές ίνα βεβαιωθή διά την ακρίβειαν

του ωρολογίου της, μία άμαξα εσταμάτησε προ της θύρας.

Ήτο η ανοικτή άμαξα του Βρόνσκυ. Αλλ' η Άννα δεν ήκουσε κανένα ν'

αναβαίνη. Κατήλθε τότε εν πάρη σπουδή ίνα ερωτήση τον υπηρέτην του

σταύλου διά την επιστολήν.

― Δεν ευρήκε τον κύριον κόμητα εις τους σταύλους απήντησεν ούτος.

Η Άννα έμεινεν επί στιγμήν περιπεπλεγμένη, είτα δ' εσκέφθη: «Ώστε,

δεν ανέγνωσε το μπιλλιέτο μου».

― Πήγαινε να δώσης γρήγορα την επιστολήν εις το σπίτι της

κομήσσης Βρόνσκυ· εκεί θα εύρης τον κόμητα, και έλα γρήγορα με την

απάντησιν.

«. . . Και εγώ, τι θα κάμω κατά το διάστημα τούτο;» διελογίσθη . .

. «Ναι, θα υπάγω εις της Δόλλυ, καλή σκέψις αυτή! . . Αν μείνω

μόνη θα τρελλαθώ! . . Έπειτα ειμπορώ να στείλω και τηλεγράφημα. .

. .»

Και απέστειλεν αμέσως το ακόλουθον τηλεγράφημα:

«Έχω να σας ομιλήσω επανέλθετε ταχέως».

Ενδυθείσα δε, διέταξε να την οδηγήσουν παρά τη πριγκηπίσση

Ομπλόνσκυ.

Εντός της αμάξης, ήτις την ελίκνιζεν ηρέμα και την παρέσυρε μαλακά

εν ησύχω τροχασμώ, η Άννα διείδε την θέσιν της υπό πρήσμα όλως

διάφορον εκείνου υπό το οποίον την αντίκρυζεν εις το δωμάτιόν της,

και η σκέψις του θανάτου δεν της εφαίνετο πλέον τόσον τρομογόνος

αλλ' ούτε και αναπότρεπτος. Μετενόει μάλιστα διά την ταπείνωσιν,

εις ην είχε καθυποβάλει εαυτήν.

«. . . . Πώς εκλιπαρώ την συγνώμην του; . . υπετάγην, ανεγνώρισα

ότι ευρίσκομαι εν τω αδίκω . . . . Διατί; Δεν δύναμαι άρα γε να

ζήσω και χωρίς αυτόν;»

Μελετώσα δ' άμα το τι θα έλεγεν εις την Δόλλυ, ανήλθε την κλίμακα.

― Μήπως έχει επισκέψεις η κυρία; ηρώτησε τον εμφανισθέντα

υπηρέτην.

― Η κυρία Λεβίν είν' εδώ, απήντησεν εκείνος.

«. . . . Η Κίττυ! . . . η Κίττυ εκείνη, την οποίαν ο Βρόνσκυ

ηγάπησεν, η ιδία εκείνη Κίττυ, την οποίαν ενθυμείται ακόμη μετ'

αγάπης! . . . Και λυπείται διότι δεν την ενυμφεύθη . . . .

Λυπείται διότι συνεδέθη μετ' εμού, και με αναμιμνήσκεται μετά

μίσους».

Καθ' ήν στιγμήν εισήλθεν η Άννα, αι δύο αδελφαί συνεσκέπτοντο περί

του καλλιτέρου συστήματος το οποίον έπρεπεν ν' ακολουθήσουν διά

τον πρό τινων εβδομάδων γεννηθέντα μπαίμπυ της Κίττυ. Η

πριγκήπισσα προσήλθε μόνη εις υποδοχήν της επισκεπτρίας της, ήτις

κατά την στιγμήν εκείνην, διετάρασε την συνομιλίαν των.

― Μπα! πώς, . . . δεν επήγες ακόμη εις την εξοχήν; Εγώ εσκεπτόμην

να έλθω να σε ίδω· έλαβα σήμερον επιστολήν από τον Στίβα.

― Και ημείς ελάβομεν τηλεγράφημά του, είπεν η Άννα προσπαθούσα να

ίδη την Κίττυ εις το γειτονικόν δωμάτιον.

― Ο Στίβα γράφει, ότι δεν δύναται να εννοήση τι επιθυμεί ο

Καρένιν, αλλ' ότι δεν θα φύγη από την Πετρούπολιν προτού επιτύχη

οριστικήν απάντησιν.

― Δύναμαι ν' αναγνώσω την επιστολήν; . . . Αλλ' έχεις καμμίαν

επίσκεψιν; . . .

― Ναι, την Κίττυ, απήντησεν η Δόλλυ συγκεχυμένη, είνε με τα

παιδιά, . . . υπέφερε πολύ.

― Ναι, το ήκουσα . . . ειμπορώ ν' αναγνώσω την επιστολήν του

Στίβα;

― Να σου την φέρω . . . Δεν αρνείται, εξ εναντίας ο Στίβα έχει

ελπίδας είπεν η Δόλλυ υποστραφείσα επί του κατωφλίου της θύρας.

― Εγώ, ούτε περιμένω τίποτε, ούτε επιθυμώ τίποτε, είπεν η Άννα.

― «. . . Μήπως η Κίττυ θεωρεί προσβλητικήν την συνάντησίν μου;»

διελογίσθη όταν ευρέθη μόνη . . . «Έχει ίσως δίκαιον! . . . Αλλά

δεν είνε πρέπον εις αυτήν, εις αυτήν, την οποίαν ηγάπησε, να μου

το υποδείξη . . . Γνωρίζω ότι καμμία έντιμη γυναίκα δεν ειμπορεί

να με δεχθή υπό τας συνθήκας που ζω. Γνωρίζω ότι τα εθυσίασα όλα

εις αυτόν . . . Και ιδού η ανταπόδοσις . . . Ω! πόσον τον

αποστρέφομαι . . . Και, τι ήλθα να κάμω εδώ; Πάσχω ακόμη

περισσότερον! . . . Και, τι θα είπω, τόρα εις την Δόλλυ; Να

παράσχω εις την Κίττυ την ευχαρίστησιν να ομολογήσω ότι είμαι

δυστυχής;. . . Να υποστώ την προστασίαν της; . . . Όχι, η Δόλλυ

δεν θα μ' εννοήση, δεν θα τους είπω τίποτε. Θα επεθύμουν μόνον να

ίδω την Κίττυ και να της αποδείξω ότι περιφρονώ τα πάντα και τους

πάντας, ότι όλα τόρα μου είνε εντελώς αδιάφορα . . .»

― Η Δόλλυ επανήλθε φέρουσα την επιστολήν. Η Άννα έλαβε γνώσιν

αυτής και της την επέστρεψε.

― Τα εγνώριζα όλα αυτά, προσέθηκεν, άλλως τε δεν έχουν ενδιαφέρον

δι' εμέ.

― Αλλά, διατί; Εξ εναντίας, εγώ είμαι πλήρης ελπίδων, είπεν η

Δόλλυ παρατηρούσα την Άνναν μετά περιεργείας . . . Δεν την είχεν

ίδει ποτέ έως τότε εις κατάστασιν τοιαύτης υπερεξάψεως.

― Πότε αναχωρείς; την ηρώτησεν.

Η Άννα ητένισε το κενόν χωρίς ν' αποκριθή. Αλλ' αίφνης εκοκκίνισε,

και, παρατηρήσασα προς την θύραν του δωματίου των παιδιών, είπε:

― Μήπως η Κίττυ με αποφεύγει;

― Τι ιδέα είν' αυτή! Βυζαίνει το μπαίμπυ της αυτή την στιγμή . .

. Είναι πολύ ευχαριστημένη . . . Τόρα θα έλθη . . . απήντησεν

αδεξίως η Δόλλυ, η οποία δεν εγνώριζε να ψεύδεται . . . Νά την!

Πράγματι, η Κίττυ δεν είχε καμμίαν επιθυμίαν να συναντηθή με την

Άνναν, αλλ' η Δόλλυ της είχε παραστήσει, ότι ήτο αναγκαίον τούτο.

Επεβλήθη λοιπόν εις εαυτήν και προυχώρησε προς την Άνναν με

τεταμένην την χείρα.

― Λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπε διά φωνής τρεμούσης.

Ήτο τεταραγμένη από την πάλην, ήτις διεξήγετο εντός της, μεταξύ

της απεχθείας της προς την κακήν εκείνην γυναίκα και της

επιθυμίας, ην είχε να της επιδείξη ανεξικακίαν . . . Αλλά μόλις

αντίκρυσε την ωραίαν και συμπαθητικήν μορφήν της Άννας, πάσα

εχθρότης διεσκεδάσθη.

― Δεν θα εξεπλησσόμην αν επροτιμάτε να μη συναντηθήτε διόλου μαζί

μου, είπεν η Άννα. Έχω εξοικιωθή με όλα. Ήσθε ασθενής; Ναι,

διακρίνω ότι υπεφέρατε αρκετά. . . .

Η Κίττυ αντελήφθη ότι η Άννα την παρετήρει με ύφος δυσμενές.

Διηρμήνευσε δε την στάσιν αυτήν ως εκ της κατωτέρας θέσεως, εις ην

ευρίσκετο ήδη η νεαρά γυνή, ήτις, άλλοτε, την προστάτευεν . . .

Ομίλησαν περί της ασθενείας της Κίττυ, περί του βρέφους, περί του

Στίβα, αλλ' η Άννα έμεινε προς όλα αδιάφορος.

― Ήλθα διά να σε αποχαιρετήσω, είπεν εγερθείσα.

― Πότε αναχωρείτε;

Και πάλιν η Άννα δεν απεκρίθη εις την ερώτησιν ταύτην, αλλ'

απηυθύνθη μειδιώσα προς την Κίττυ:

― Ναι λογίζομαι αληθώς ευτυχής που σας είδα . . . Ήκουσα εγκώμια

διά σας από όλους, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου σας . . .

Μ' επεσκέφθη και μου ήρεσε πολύ, προσέθηκε με κακεντρεχή πρόθεσιν

. . . Πού ευρίσκεται τόρα;

― Επέστρεψεν εις τας γαίας του, απήντησεν η Κίττυ μειδιώσα.

― Μεταβιβάσατέ του τας προσρήσεις μου, μη το λησμονήσετε . . .

― Δεν θα το λησμονήσω, απεκρίθη αφελώς η Κίττυ, ατενίζουσα δε την

Άνναν κατάματα με έκφρασιν συμπαθείας.

― Χαίρε, Δόλλυ.

Την ενηγκαλίσθη, έθλιψε την χείρα της Κίττυ και εξήλθεν εν σπουδή

της αιθούσης.

― Πάντοτε η ιδία, πάντοτε ομοίως ελκυστική, είπεν η Κίττυ, είνε

εκτάκτως ωραία . . . Και, κάτι υπάρχει εντός της, που σε κάμνει να

την συμπονής.

― Σήμερον, έχει έκφρασιν απολύτως ιδιότυπον, είπεν η Δόλλυ . . .

Όταν την κατευόδωσα εις τον αντιθάλαμον, μου εφάνη ότι ήτο έτοιμη

να κλαύση . . .

Η Άννα επέβη της αμάξης υπό πνευματικήν κατάστασιν οδυνηροτέραν

εκείνης, υφ' ην ευρέθη αναχωρούσα εκ της οικίας της και επανήλθεν

εις τον οίκον της.

«. . . Διατί με παρετήρουν ως κάτι που εμποιεί φρίκην, ως κάτι

αλλόκοτον, που δεν δύναται κανείς να εννοήση; . . . Έκαμα καλά που

δεν είπα τίποτε εις την Δόλλυ . . . Πόσον θα ηυχαριστείτο από την

δυστυχίαν μου! . . . Θα το έκρυπτε βέβαια αλλά θα ηυχαριστείτο

πολύ μανθάνουσα ότι ετιμωρήθην διά τας απολαύσεις, τας οποίας μου

εζήλευεν. Η δε Κίττυ θα έμενε πολύ περισσότερον ευχαριστημένη . .

. Διακρίνω διά μέσου της ψυχής της. Γνωρίζω ότι τον ενεθουσίασε

τον σύζυγόν της, και . . . ζηλεύει . . . Με απεχθάνεται . . . Εις

τα μάτια της είμαι γυναίκα ανήθικος, . . . αλλ' αν ήμην, θα

ηδυνάμην να κατακτήσω τον έρωτα του συζύγου της . . . . Ήρκει να

το ήθελα . . . Ναι, το ηθέλησα . . . Η Κίττυ μη δυνηθείσα ν'

αποκτήση τον Βρόνσκυ, ενυμφεύθη τον Λεβίν . . . Με ζηλεύει και με

μισεί . . . οι άνθρωποι όλοι μισούνται . . . απεχθάνομαι την Κίττυ

και η Κίττυ με απεχθάνεται . . . Προς τι όλοι αυτοί οι ναοί, αυταί

αι κωδωνοκρουσίαι, όλα είνε ψεύδη; Χρησιμοποιούνται προς

συγκάλυψιν του μίσους που βασιλεύει μεταξύ των ανθρώπων . . .»

Αι σκέψεις αύται την απερρόφησαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν

ανελογίζετο πλέον την ιδίαν της θέσιν και κατεπλάγη όταν ευρέθη

ενώπιον της οικίας της. Όταν είδε τον θυρωρόν τρέχοντα προς αυτήν,

τότε μόνον ενεθυμήθη ότι είχεν αποστείλει επιστολήν και

τηλεγράφημα προς τον Βρόνσκυ.

― Έχετε απάντησιν;

Ο θυρωρός της παρέδωκεν έν τηλεγράφημα. Η Άννα το ανέγνω.

«Δεν δύναμαι να επιστρέψω προ της δεκάτης

&Βρόνσκυ&

― Και ο υπηρέτης που μετεβίβασε το μπιλλιέτο μου, δεν επέστρεψεν;

Όχι ακόμη, κυρία!

«. . . Αφού είνε έτσι, γνωρίζω τι μου μένει να κάμω», εσκέφθη η

Άννα.

Ησθάνθη μοχθούσαν εντός της ψυχής της οργήν αόριστον και

ογκουμένην την ανάγκην της εκδικήσεως.

Έδραμεν εις τα δωμάτιά της.

«. . . . Θα υπάγω να τον εύρω . . . προτού τον εγκαταλείψω διά

παντός, και θα του είπω όλην την αλήθειαν . . . Δεν απεστράφην

ποτέ κανένα, όσον αποστρέφομαι αυτόν!»

Η Άννα δεν είχεν αντιληφθή ότι το τηλεγράφημα του Βρόνσκυ ήτο

απάντησις εις το παρ' αυτής αποσταλέν τηλεγράφημα και ότι δεν

είχεν ακόμη λάβει την επιστολήν της. Τον εφαντάζετο δε καθήμενον

πλησίον της μητρός του και της δεσποινίδος Σορόκιν, συνομιλούντα

ησύχως και διασκεδάζοντα ιδιαιτέρως με τας βασάνους της.

«. . . Ναι, πρέπει να φύγω αμέσως! . . . Ναι, θα υπάγω εις τον

σταθμόν του σιδηροδρόμου, και, αν δεν τον εύρω, θα μεταβώ εις το

μητρικό του σπίτι και θα του αφαιρέσω το προσωπείον! . .

Συνεβουλεύθη τον πίνακα των δρομολογίων και είδεν ότι υπήρχε

τραίνον εις τας οκτώ και δύο λεπτά της εσπέρας.

«. . . Θα φθάσω εγκαίρως».

Διέταξε να ζεύξουν άλλους ίππους και ετοποθέτησε διάφορα

αντικείμενα εντός του μαρσίππου της, διότι εγνώριζεν ότι δεν θα

επανήρχετο πλέον εις την οικίαν εκείνην . . . Μεταξύ των διαφόρων

σχεδίων, τα οποία εβασάνιζον τον εγκέφαλόν της, εσκέπτετο ότι,

αναλόγως του ό,τι θα συνέβαινεν εις τον σταθμόν ή εις την οικίαν

της κομήσσης Βρόνσκυ, θ' ανεχώρει διά τον πρώτον κεντρικόν σταθμόν

και θα έμενεν εκεί.

Μόλις η άμαξα εκυλίσθη και πάλιν μεγαλοπρεπώς επί του λιθοστρώτου,

εντυπώσεις συγκεχυμέναι επλημμύρησαν τον εγκέφαλόν της νεαράς

γυναικός, όπως και πρότερον. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα

αντιμετώπισε τας μετά του Βρόνσκυ σχέσεις της με βλέμμα τόσον

διαυγές και διαπεραστικόν.

«. . . Τι εζήτησεν εν εμοί; Πολύ ολιγώτερον τον έρωτα παρά την

ικανοποίησιν της ματαιότητός του».

Ενεθυμήθη τότε τους λόγους, ους εψέλλιζεν εις το ους της ο Βρόνσκυ

κατά τους πρώτους χρόνους του συνδέσμου των και την έκφρασιν του

λαγωνικού, ην προσελάμβανεν η μορφή του.

Άννα Καρένιν · 第 18 / 19 段