μετενόει ήδη διότι υπεχώρησε, και η Άννα αναμιμνησκομένη διά τίνων
λόγων είχεν επιτύχει την νίκην, κατενόησεν ότι το όπλον αυτό ήτο
επικίνδυνον και ότι δεν ηδύνατο να το μεταχειρισθή δις.
Συνησθάνετο ότι παραπλεύρως του συνδέοντος αυτούς έρωτος, ανέσυρεν
ήδη το πονηρόν πνεύμα της έριδος και ότι δεν ηδύνατο να το
αποδιώξη από της καρδίας του Βρόνσκυ και ακόμη ολιγώτερον από της
ιδικής της.
* * *
Αι εργασίαι του Ομπλόνσκυ επήγαιναν πολύ άσχημα και τα εισοδήματά
του δεν επήρκουν προς κάλυψιν των περιωρισμένων του δαπανών.
Απεφάσισε λοιπόν να επιζητήση εις την Διεύθυνσιν των Σιδηροδρόμων
καμμίαν αργομισθίαν που να του εξασφαλίζη καμμιά δεκαριά χιλιάδες
ρούβλια κατ' έτος και να του επιτρέπη συγχρόνως να διατηρήση το
αξίωμά του. Εις τούτο αποβλέπων ο Ομπλόνσκυ, απήλθεν εις
Πετρούπολιν ίνα ίδη τον Καρένιν, όστις θα ηδύνατο να του φανή
χρήσιμος εις την περίστασιν αυτήν. Εσκόπει δε ταυτοχρόνως να
δοκιμάση να του αποσπάση την συγκατάθεσίν του εις το διαζύγιον.
Καθήμενος εις το γραφείον του Καρένιν ο Ομπλόνσκυ ηκροάσθη
υπομονητικώς την έκθεσιν των σχεδίων αυτού επί της κακής
καταστάσεως των ρωσσικών οικονομικών, αναμένων να τελειώση, διά να
ομιλήση περί των ιδίων του υποθέσεων και των της αδελφής του . . .
Μόλις δε παρουσιάσθη η ευκαιρία, τον παρεκάλεσε να ομιλήση εις
τους ισχύοντας, ότι ευχαρίστως θα εδέχετο μίαν θέσιν, κενήν τότε,
εις τον ανώτερον έλεγχον των σιδηροδρόμων.
― Αναμφιβόλως, ειμπορώ να ομιλήσω διά σε, αλλά διατί την
επιθυμείς αυτήν την θέσιν;
― Διότι έχει γερήν αμοιβήν . . . Εννέα χιλιάδες ρούβλια . . . τα
οικονομικά μου, κάτι γνωρίζεις, δεν είνε ανθηρά. Θα μου παρείχες
μεγάλην εκδούλευσιν, αν ευηρεστείσο να ομιλήσης δι' εμέ . . .
Εκτός όμως τούτου, έχω να σου ομιλήσω και δι' άλλο ζήτημα . . .
μαντεύεις περί τίνος πρόκειται . . . πρόκειται περί της Άννας! . .
.
Μόλις ο Ομπλόνσκυ επρόφερε το όνομα τούτο, η μορφή του Καρένιν
ηλλοιώθη . . . αντί ερεθισμού, εξεδήλωσε δυσφορίαν και σκληρότητα.
― Μά, επί τέλους, τι θέλετε από εμέ; ηρώτησε.
― Μίαν λύσιν, μίαν οιανδήποτε λύσιν! Απευθύνομαι προς σε (ο
Ομπλόνσκυ ήθελε να προσθέση: «Ουχί ως προς ατιμασθέντα σύζυγον»,
αλλά μετεμελήθη), ουχί ως προς πολιτικόν άνδρα, αλλ' απλώς ως προς
άνθρωπον της καρδιάς, ως προς χριστιανόν . . . Πρέπει να την
λυπηθής . . .»
― Πού θέλεις να καταλήξης; ηρώτησεν ηρέμα ο Καρένιν.
― Ναι, αυτό είνε, πρέπει να την λυπηθής . . . Αν την έβλεπες εις
την κατάστασιν που την είδον εγώ, ― επέρασα ολόκληρον τον χειμώνα
πλησίον της, ― θα την ηυσπλαγχνίζεσο . . . Η θέσις της είνε
τρομερά, απολύτως τρομερά, αυτή είνε η λέξις.
― Νομίζω εν τούτοις, ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκτησε παν ό,τι
επόθει, είπεν ο Καρένιν διά φωνής ημιδιαπεραστικής.
― Α! αγαπητέ μου, σας παρακαλώ, ας αφήσωμεν τας αντεγκλήσεις!
Εκείνο που 'πέρασεν επέρασε . . . και γνωρίζεις καλώς τι επιθυμεί
. . . Ζητεί το διαζύγιον.
― Αλλ' ενόμιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκρουε το διαζύγιον, διότι
της εζήτουν να παραιτηθή από του υιού της . . . Εφρόνουν δε ότι το
ζήτημα αυτό είχε περατωθή . . .
― Παρακαλώ, χωρίς θυμούς! είπεν ο Ομπλόνσκυ. Αν συ επιτρέπεις θ'
ανακεφαλαιώσω τα γεγονότα: όταν εχωρίσθη της επέδειξες
μεγαλοφροσύνην, δεν θα ηδύνατο κανείς άλλος να φερθή ως συ
μεγαλοψύχως: της έδιδες τότε τα πάντα, της παρείχες την ελευθερίαν
και αυτό το διαζύγιον. Εξετίμησε δε πληρέστατα την στάσιν σου . .
. Ναι, ναι . . . Τόσον την εξετίμησεν, ώστε, υπό τας πρώτας
εντυπώσεις, αισθανομένη εαυτήν ένοχον απέναντί σου, περί ουδενός
εσκέφθη . . . Απέκρουσε τα πάντα . . .
Αλλά της ζωής η πραγματικότης της απέδειξεν επί μακρόν, ότι η
κατάστασίς της ήτο αφόρητος.
― Η ζωή της Άννας Αρκαδιέβνας δεν έχει κανέν ενδιαφέρον δι' εμέ,
είπεν ο Καρένιν διακόπτων αυτόν και ανυψώντας οφρείς.
― Επίτρεψόν μου να μη το πιστεύω, προσέθηκε ηρέμα ο Ομπλόνσκυ . .
. Η κατάστασίς της είνε αφόρητος δι' αυτήν και χωρίς κανέν όφελος
δι' οιονδήποτε άλλον . . . Θα μου είπης ότι της αξίζει; . . Το
γνωρίζει κάλλιον παντός άλλου και δεν σου ζητεί αυτή ό,τι σου
προτείνω . . . Αυτή ομολογεί ότι δεν δύναται και δεν τολμά να σου
ζητήση τίποτε. Αλλ' εγώ, ημείς, όλοι της οι συγγενείς, όλοι ημείς
που την αγαπώμεν, σε παρακαλούμεν, σε ικετεύομεν. Διατί να
μαρτυρή; Ποίον ωφελούν αι βάσανοί της;
― Συγγνώμην, συγγνώμην, είπεν ο Καρένιν, νομίζω ότι με βάλετε εις
θέσιν κατηγορουμένου:
― Αλλ' όχι, ουδαμώς! . . κάθε άλλο! . . Σου λέγω μόνον ότι η
θέσις της Άννας είνε αφόρητος, και ότι συ, δύνασαι να την
βελτιώσης συ, χωρίς να σου στοιχίση απολύτως τίποτε . . . Θα τα
κανονίσω εγώ όλα χωρίς ν' ανησυχήσης . . . Άλλως τε μου το έχεις
υποσχεθή . . .
― Είχον δώσει την υπόσχεσιν ταύτην εν καιρώ, αλλ' ενόμισα έκτοτε
ότι το ζήτημα του υιού είχεν ανατρέψει την υπόθεσιν αυτήν . . .
Πλην δε τούτου, ήλπιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα θα είχεν αρκετήν
γενναιοφροσύνην . . .
Ο Καρένιν επρόφερε τας λέξεις ταύτας μετά μόχθου και με τα χείλη
φρίσσοντα.
― Αφίνει τα πάντα εις την μεγαλοφροσύνην σου . . . Σε παρακαλεί,
σε ικετεύει να την εξαγάγης από της φοβεράς θέσεως εις ην
ευρίσκεται . . . . Δεν σου ζητεί τον υιόν της . . . Ας ίδωμεν . .
. είσαι αγαθός . . . . ελθέ εις την ιδικήν της θέσιν . . . . Το
διαζύγιον δι' αυτήν αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου. . . . Αν δεν
της το είχες υποσχεθή, θα εξωκειούτο με την κατάστασίν της και θα
έμενεν εις την εξοχήν. Αλλά της το υπεσχέθης, και, αφού σου
έγραψε, μετέβη να εγκατασταθή εις Μόσχαν. Λοιπόν! εκεί, κάθε φοράν
που συναντά κανένα, είνε ως να δέχεται μια μαχαιριά κατάκαρδα . .
. Από εξαμήνου ήδη αναμένει να μάθη την απόφασίν σου . . . . Είνε
ως να κρατήται ένας εις θάνατον κατάδικος επί έξ μήνας, με το
σχοινί 'στό λαιμό, με την υπόσχεσιν ίσως θανάτου, ίσως χάριτος . .
. . Λυπήσου την . . . . Αναλαμβάνω εγώ να τα κανονίσω όλα . . . .
οι δισταγμοί σας . . . .
― Δεν πρόκειται περί τούτου! είπεν ο Καρένιν μετά δυσφορίας . . .
. Αλλ' ίσως υπεσχέθην ό,τι δεν είχον το δικαίωμα να υποσχεθώ . . .
.
― Ώστε αρνείσαι τόρα ό,τι υπεσχέθης;
― Ουδέποτε αρνούμαι το δυνατόν να γείνη, αλλά μου χρειάζεται
χρόνος να σκεφθώ.
Ο Ομπλόνσκυ ανεσκίρτησεν επί του καθίσματός του.
― Όχι, όχι, δεν δύναμαι να το πιστεύσω . . . . Είνε τόσον
δυστυχής! . . . Δεν ειμπορείς να της αρνηθής . . .
― Το επαναλάμβανω, εντός των ορίων του δυνατού . . . .
Διατείνεσθε ότι είσθε πνεύμα ελεύθερον, αλλ' εγώ είμαι
φιλόθρησκος, και δεν δύναμαι να παραβώ τους χριστιανικούς νόμους.
― Αλλ' η χριστιανική κοινωνία, όπως η ιδική μας, δέχεται το
διαζύγιον, είπεν ο Ομπλόνσκυ. Η εκκλησία μας δέχεται το διαζύγιον
. . .
― Ναι, αλλ' όχι υπ' αυτό το πνεύμα.
Ο Ομπλόνσκυ έμεινε προς στιγμήν σιωπηλός, μεθ' ό επανέλαβε.
― Δεν σε αναγνωρίζω πλέον! Δεν συνεχώρησες τα πάντα; . . . Δεν
ήσο, συγκινηθείς εκ του χριστιανικού ακριβούς αισθήματος, δεν ήσο
έτοιμος να θυσιάσης τα πάντα; Και πόσον σ' εθαυμάσαμεν! Συ ο ίδιος
το είπες, όταν σου πάρουν το 'πουκάμισο, δίδεις και το φόρεμά σου;
. . . Και τόρα . . . .
Ο Καρένιν ηγέρθη κάτωχρος, με την σιαγώνα τρέμουσαν και είπε διά
φωνής διαπεραστικής:
― Αρκεί, αρκεί, σας παρακαλώ . . . ας παύση αύτη η συζήτησις . .
. .
― Συγχώρησόν με λοιπόν αν σ' ελύπησα, είπεν ο Ομπλόνσκυ με
συγκεχυμένον μειδίαμα και τείνων την χείρα προς τον γαμβρόν του.
Εγώ εξετέλεσα απλώς την αποστολήν, δι' ης είχον επιφορτισθή.
Ο Καρένιν έλαβε την χείρα του, εσκέφθη και είπε:
― Πρέπει να ζυγίσω καλώς την υπόθεσιν αυτήν και να ζητήσω
σχετικάς οδηγίας . . . Μεθαύριον θα σας δώσω οριστικήν απάντησιν.
Ο Ομπλόνσκυ ητοιμάζετο ν' αποσυρθή, οπότε ο Κόρνεϊ ανήγγειλεν:
― Ο Σεριόγια Αλεξέεβιτς!
― Α! ο Σεριόγια! είπεν . . .
Ενεθυμήθη τότε ότι η Άννα τον είχε παρακαλέσει να ίδη τον υιόν
της.
«. . . Θα τον ίδης και θα προσπαθήσης να μάθης ποίον έχει κοντά
του και τι κάμνει; . . . Αχ! Στίβα, αν ήτο δυνατόν!»
Ο Ομπλόνσκυ ανεπόλησε την συγκινούσαν έκφρασιν με την οποίαν η
Άννα είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας, και κατενόει ότι δεν υπήρχε
δι' αυτήν τρόπος αποδοχής του διαζυγίου υπό τον όρον να χάση όλα
τα επί του υιού της δικαιώματα. Επανείδε λοιπόν μετ' ευχαριστήσεως
τον ανεψιόν του.
Ο Καρένιν υπενθύμισεν εις τον γυναίκαδελφόν του ότι ουδέποτε
ωμίλουν εις τον Σεριόγια περί της μητρός του και τον παρεκάλεσε να
μη κάμη ουδένα σχετικόν υπαινιγμόν.
― Το παιδί ησθένησε σοβαρώς κατόπιν μιας συναντήσεως μετά της
μητρός του, την οποίαν δεν είχομεν προΐδει, είπεν ο Καρένιν . . .
Προς στιγμήν εφοβήθημεν διά την ζωήν του . . . . Αλλ' αι
επιστημονικαί περιποιήσεις, και τα θαλάσσια λουτρά το επανέφερον
εις τας αισθήσεις του, και τόρα, κατά συμβουλήν του ιατρού, το
ενέγραψα εις το σχολείον . . . Η επίδρασις των συμμαθητών υπήρξεν
αρίστη δι' αυτόν . . . Είνε καλά και προοδεύει εις τα γράμματα.
Ο Σεριόγια, όστις είχε καταστή ωραίος μαθητής, εισήλθε φαιδρώς.
Εχαιρέτησε τον θειόν του ως ξένον, αλλά, μόλις τον ανεγνώρισεν,
εκοκκίνησε, και, ως να προσεβλήθη εκ της παρουσίας του, του
έστρεψε τα νώτα . . . Επλησίασε δε τον πατέρα του και του επέδειξε
τα γραπτά του.
― Καλά, πολύ καλά! είπεν ο Καρένιν, ειμπορείς να πηγαίνης.
― Αδυνάτισε και εμεγάλωσε, παρετήρησεν ο Ομπλόνσκυ. Δεν είνε
πλέον παιδί, είνε εκείνο που αγαπώ . . . Μ' ενθυμείσαι εμέ.
Ο Σεριόγια έρριψε βλέμμα επί του πατρός του.
― Σας ενθυμούμαι, θείε μου, απεκρίθη χαμηλώσας τους οφθαλμούς.
Ο Ομπλόνσκυ τον είλκυσε προς εαυτόν και τον επήρεν από το χέρι.
― Λοιπόν! πώς είσαι; είπε θέλων να ομιλήση μετά του νεανίσκου και
μη γνωρίζων τι να του είπη.
Το παιδίον εκοκκίνισε χωρίς ν' αποκριθή και απέσυρεν ηρέμα το χέρι
του. Μόλις δε ο Ομπλόνσκυ το αφήκεν ελεύθερον, ητένισεν
ερωτηματικώς τον πατέρα του, είτα δε, ωσάν πουλί ανακτήσαν την
ελευθερίαν του, ώρμησεν έξω του δωματίου.
Έν έτος είχε παρέλθει αφ' ότου ο Σεριόγια είχεν ίδει την μητέρα
του διά τελευταίαν φοράν. Έκτοτε δεν είχε πλέον ακούσει να γείνη
λόγος περί αυτής. Τα όνειρα και αι αναμνήσεις, αίτινες μετά την
συνάντησίν των, τον είχον κάμει ν' ασθενήση δεν τον ηνόχλουν πλέον
και ταπεδίωκεν οσάκις συνεσωρεύοντο εντός της κεφαλής του,
ευρίσκων αυτά καλά διά μικρά κοριτσάκια, αλλ' όχι δι' ένα μαθητήν.
Εγνώριζεν ότι ο πατήρ του και η μήτηρ του είχον έλθει εις ρήξιν
και έζων χωριστά. Και ήρχιζε να εξοικειούται προς την σκέψιν ότι
ώφειλε να ζήση μετά του πατρός του.
Όταν αντίκρυσε τον θείον του, όστις ωμοίαζε προς την μητέρα του, ο
Σεριόγια ησθάνθη οδυνηράν συγκίνησιν, διότι τούτο του υπενθύμιζεν
αναμνήσεις διά τας οποίας ησχύνετο. Εμάντευσε κατόπιν εκ της
εκφράσεως του πατρός του και του θείου του, ότι θα είχον ομιλήσει
περί της μητρός του. Όταν δε ο Ομπλόνσκυ εξήλθεν όπισθέν του και
τον εκάλεσεν εις την κλίμακα, ο Σεριόγια μη ευρισκόμενος πλέον
παρουσία του πατρός του, του ωμίλησε προθύμως.
― Εφεύρομεν εις την τάξιν μας ένα σιδηρόδρομον, διηγήθη. Ιδού πώς
γίνεται: δύο παιδιά κάθηνται εις το θρανίο, αυτοί είνε οι
ταξειδιώται, ένα άλλο στέκει όρθιον επί του θρανίου και έπειτα,
όλα τα άλλα παιδιά, το τραβούν. . . Δεν είνε εύκολον πράγμα να
είνε κανείς οδηγός.
― Είνε το παιδί που στέκει όρθιον; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ μειδιών.
― Ναι, βέβαια! . . . Χρειάζεται πολύ θάρρος και μεγάλη
επιδεξιότης, ιδίως όταν το τραίνο σταματά αποτόμως ή όταν κανείς
αναποδογυρίζεται . . .
Ο Ομπλόνσκυ παρετήρει μετά λύπης τα ζωηρά εκείνα ωραία μάτια, ―
μάτια της Άννας, ― τα οποία δεν ήσαν πλέον μάτια τελείας παιδικής
αθωότητος, καίτοι δεν είχεν υποσχεθή εις τον γαμβρόν του να μη
αναφέρη τι περί της αδελφής του, δεν ηδυνήθη να κρατηθή.
― Και, τη θυμάσαι τη μαμά σου; ηρώτησεν.
― Όχι! . . . Δεν τη θυμούμαι! . . .
Ο Σεριόγια επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν σπουδή, εγένετο
καταπόρφυρος και εχαμήλωσε τα μάτια. Ο θειος του δεν ηδυνήθη να
του αποσπάση ούτε λέξιν επί πλέον.
Μετά ημίσειαν ώραν, ο παιδαγωγός του τον ευρήκεν εις την ιδίαν
θέσιν, και επί πολύ, δεν ηδυνήθη να αντιληφθή αν το παιδί ήτο
εξοργισμένον ή αν έκλαιεν.
― Α! είμαι βέβαιος ότι θα έπεσες και θα εκτύπησες; εφώνησεν ο
παιδαγωγός. Πρέπει να ειδοποιήσω τον διευθυντήν,
― Αν εκτυπούσα, κανείς δεν θα το εμάθαινεν, ειμπορείτε να είσθε
βέβαιος περί τούτου.
― Τι έχεις λοιπόν;
― Α! αφήσατέ με.
Είτα δε, στρέψας τα νώτα προς τον παιδαγωγόν του και ομιλών, ως ν'
απηυθύνετο προς ολόκληρον τον κόσμον, ο Σεριόγια ανεφώνησε:
― Τι τον ενδιαφέρει αυτόν αν θυμούμαι ή δεν θυμούμαι; Γιατί να
θυμούμαι; Α! . . . ας μ' αφήσουν ήσυχον!
* * *
Όπως δύο σύζυγοι δυνηθώσι να λάβουν μίαν σημαντικήν απόφασιν προς
το συμφέρον της οικογενείας απαιτήται να υπάρχη μεταξύ των ή
πλήρης ομόνοια ή κεκηρυγμένη εχθρότης. Οσάκις αι μεταξύ ανδρός και
γυναικός σχέσεις παραμένουν ακαθόριστοι, ουδενός δύνανται να
επιληφθώσι και ουδέν ν' αποφασίσουν.
Μέγας αριθμός οικογενειών, επί μακρά έτη, φυτοζωώσιν διάγουσαι
βίον καταστάντα αφόρητον εις αμφοτέρους τους συζύγους, μόνον και
μόνον διότι δεν υπάρχει μεταξύ των ούτε πλήρης ενότης ούτε
δυσαρμονία απόλυτος.
Η ζωή εν Μόσχα, με την θερμότητα, με τον θερινόν κονιορτόν,
απήρεσκε απολύτως είς τε τον Βρόνσκυ και εις την Άνναν^ δεν
εγκατέλειπον εντούτοις την πόλιν και δεν επέστρεφον εις την
εξοχήν, όπως από πολλού είχεν αποφασίσει, διότι αρμονία πλήρης δεν
εβασίλευε πλέον μεταξύ των. Η δε δυσαρέσκεια, ήτις τους εχώριζεν
ουδεμίαν είχεν εξωτερικήν αιτίαν, αλλά πάσα απόπειρα εξηγήσεως,
αντί να διαλύση την καθίστα βαρυτέραν.
Ήτο κάποια οργή ενδόμυχος, βαθεία προκαλουμένη παρά τη Άννα από
την πεποίθησιν ότι ο Βρόνσκυ την ηγάπα ολιγώτερον, και παρά τούτω
από το γεγονός ότι είχε περιέλθει εξ αιτίας της εις θέσιν
δύσκολον, την οποίαν έτι μάλλον περιέπλεκεν αύτη.
Ουδέτερος εκ των δύο ωμολόγει την αφορμήν της δυσαρεσκείας του,
αλλ' έκαστος επέρριπτε το σφάλμα εις τον έτερον, και επωφελείτο
παντός προσχήματος όπως τον αποδείξη ένοχον.
Δι' αυτήν, ο Βρόνσκυ ολόκληρος με όλας του τας συνηθείας, τας
σκέψεις, τας επιθυμίας του, με όλην την φυσικήν και πνευματικήν
του ζωήν, υφίστατο αποκλειστικώς διά την γυναίκα του, και κατά την
γνώμην της, ολόκληρος η αγάπη του έπρεπε να συγκεντρούται
μοναδικώς εις αυτήν. Ο προς αυτήν έρως του είχε μειωθή, είχε
συνεπώς χαρίσει μέρος της τρυφερότητός του εις άλλους ή εις ετέραν
γυναίκα, και εζηλοτύπει. Εστήριζε δε τας υποψίας της όχι εις το
ότι εγνώριζε την γυναίκα η οποία της αφήρπαζε τον έρωτά της, αλλ'
εκ του ότι συνησθάνετο ότι ο έρως αυτός είχεν ελαττωθή. Της
ζηλοτυπίας της μη εχούσης βάσιν απτήν, την επεζήτει, και επί τη
μάλλον ασημάντω ενδείξει την μετετόπιζεν από τούτο εις εκείνο. Οτέ
μεν υπώπτευε τον Βρόνσκυ ότι επανήρχετο εις σχέσεις προς τας
αγροίκους εκείνας γυναίκας μεθ' ών τον είχον φέρει εις επαφήν αι
παλαιαί του νεανικαί γνωριμίαι· οτέ δε εφαντάζετο ότι επεζήτει
οριστικήν ρήξιν μαζί της διά να νυμφευθή. Αυτός ο ίδιος δεν της
είχε διηγηθή απροσέκτως ότι η μητέρα του τόσον ολίγον τον εννόει,
ώστε τον είχε καθικετεύσει να νυμφευθή την πριγκήπισσαν Σορόκιν;
Ταυτοχρόνως δε, επειδή ήτο ζηλότυπος, η Άννα κατηγόρει τον Βρόνσκυ
δι' όλα τα άτοπα της ιδίας της θέσεως εν τη κοινωνία. Η οδυνηρά
αναμονή εν τη οποία είχε παρέλθει η εν Μόσχα ζωή της, μεταξύ γης
και ουρανού, η βραδύτης και η αναποφασιστικότης του Καρένιν, η
μόνωσις εις την οποίαν [ευρίσκετο], όλα αυτά ήσαν σφάλματα του
Βρόνσκυ. Αν την ηγάπα, θα αντελαμβάνετο παν ό,τι οδυνηρόν ενείχεν
η κατάστασίς της και θα την εξήγεν εξ αυτής. Τον κατηγόρει επίσης
και διότι την εκράτει εν Μόσχα, διότι δεν ηδύνατο να ζήση σε μια
τρύπα, εις την εξοχήν, όπως επόθει εκείνη. Αυτός είχεν ανάγκην
κοινωνικής ζωής και την ενέβαλε τοιουτοτρόπως εις αληθή αδιέξοδον,
της οποίας ηρνείτο να κατανοήση ολόκληρον την φρικαλεότητα.
Αυτός ακόμη ήτο η αιτία του διά παντός χωρισμού αυτής από του υιού
της.
Αι σπάνιαι στιγμαί της τρυφερότητος, αίτινες παρουσιάζοντο κατά
μακρά διαστήματα, δεν επήρκουν όπως την καθησυχάσουν. Διέβλεπε
τώρα εις τας εκδηλώσεις του έρωτός του ποιάν τινα σταθερότητα και
ηρεμίαν που δεν υπήρχον άλλοτε και αι οποίαι την εξώργιζον.
Κατά τας δέκα ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του. Η Άννα
έδραμεν εις υπάντησίν του και τω είπε με έκφρασιν αγάπης και
μεταμελείας:
― Διεσκέδασες καλά;
― Όπως συνήθως, απήντησεν εκείνος . . . Τι βλέπω; προσέθηκεν
επιδείξας τας ετοίμους αποσκευάς. Λοιπόν; . . . Τι σημαίνουν αυτά;
. . . Οριστικώς; . . .
― Μάλιστα, πρέπει να φύγω, είπεν η Άννα. Εξήλθα και επέστρεψα με
τρελλήν επιθυμίαν να επανέλθωμεν εις την εξοχήν. Τίποτε πλέον δεν
σε κρατεί εδώ, δεν είν' έτσι;
― Και εγώ να φύγωμεν θέλω όσον το δυνατόν ταχύτερον . . Περίμενέ
με μίαν στιγμήν, επιστρέφω αμέσως . . . Ας παρατεθή το τσάι.
Επέρασεν εις τον κοιτώνα του. Όταν δ' επανήλθε, τω διηγήθη εκείνη
πώς είχε περάσει την ημέραν της και του ενεπιστεύθη τα του
μέλλοντος σχέδιά της.
― Ξεύρεις, είπεν, έσχον μίαν έμπνευσιν. Διατί να μένωμεν εδώ
αναμένοντες το διαζύγιον; Δεν είνε το αυτό αν ευρισκώμεθα εις την
εξοχήν; Δεν ειμπορώ πλέον να περιμένω. Δεν δύναμαι πλέον να ελπίζω
. . . δεν υποφέρω πλέον ν' ακούω την λέξιν διαζύγιον. Απεφάσισα
όπως μη έχη του λοιπού ουδεμίαν τούτο επιρροήν επί της ζωής μου.
Είσαι και της γνώμης μου;
― Ω! βέβαια απήντησεν εκείνος.
Και ητένισεν ανησύχως την συγκεκινημένην μορφήν της Άννας.
Επηκολούθησε στιγμή σιγής.
― Τι έκαμες εκεί κάτω; Ποίους είδες; ηρώτησεν η Άννα . . .
Ο Βρόνσκυ κατωνόμασε διάφορα πρόσωπα.
― Το δείπνον ήτο ευχάριστον . . . Λοιπόν, πότε υπολογίζεις να
φύγωμεν;
Η Άννα έσεισε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν δυσάρεστον
σκέψιν.
― Όσον το ταχύτερον. Αύριον δεν θα είμεθα έτοιμοι . . .
Μεθαύριον.
― Καλώς . . . . Εν τούτοις, όχι . . , . Μεθαύριον είνε Κυριακή
και πρέπει να 'πάω 'στής μαμάς.
Εταράχθη, διότι, μόλις επρόφερε το όνομα της μητρός του, αντελήφθη
καχίποπτον το βλέμμα της Άννας! . . Η δε ταραχή αύτη συνέτεινεν
όπως κυρώση τους φόβους αυτής.
― Θα ειμπορούσες να 'πας αύριον 'στής μητέρας σου, είπεν.
― Αύριον, τα χρήματα και τα έγγραφα που περιμένομεν δεν είν'
έτοιμα, παρετήρησεν εκείνος.
― Αν έχη ούτω, τότε δεν αναχωρούμεν καθόλου. . .
― Αλλά διατί καθόλου;
― Ή θα φύγω την Δευτέραν ή δεν θα φύγω ποτέ.
― Αυτό είναι ακατανόητον! υπέλαβεν εκείνος έκπληκτος.
― Ακατανόητον διά σε, διότι όσα με αφορώσι δεν σ' ενδιαφέρουν.
Δεν θέλεις να εννοήσης ποίαν ζωήν διάγω. Εδώ, έν μόνον υπήρχε που
μ' ενδιέφερεν, η Αννίτσα! Είπες ότι αυτό ήτο υποκρισία . . . . .
Δεν είπες χθες ότι δεν αγαπώ την κόρην μου;
Προς στιγμήν, συνήλθεν εις εαυτήν και κατενόησε μετά τρόμου ότι
ειργάζετο κατά των ιδίων της προθέσεων· αλλά, καίτοι τελείως
συναισθανομένη ότι κατειργάζετο την ιδίαν της καταστροφήν, δεν
ηδύνατο πλέον να κυριαρχήση εαυτής ούτε ν' αποφύγη να του αποδείξη
πόσον ήτο άδικος ως προς αυτήν . . . Δεν ηδύνατο να υποταχθή!
― Ουδέποτε επρόφερα τα λόγια που μου αποδίδεις, εγώ είπα μόνον
ότι δεν συμμερίζομαι τους αποτόμους σου ενθουσιασμούς.
― Διατί δεν λέγεις την αλήθειαν, συ ο τόσον αρεσκόμενος και
υπεριφανεύεσαι διά την ειλικρίνειάν σου;
― Δεν υπερηφανεύθην ποτέ και ποτέ δεν εψεύσθην . . . Λυπούμαι
διότι δεν σέβεσαι . . .
Συνεκρατείτο και κατέστελλε την πλημμυρούσαν αυτόν οργήν.
― Ο σεβασμός εφευρέθη διά τα καλύπτωνται δι' αυτού αι θέσεις τας
οποίας κενώνει ο έρως . . . Και αν δεν μ' αγαπάς πλέον, θα ήτο
εντιμότερον να μου το είπης.
― Όχι, μά την αλήθεια, αυτό καταντά ανυπόφορον! εφώναξεν ο
Βρόνσκυ.
Ηγέρθη δε από του καθίσματός του, εστάθη όρθιος ενώπιόν της και
εξεφράσθη βραδέως, με το ύφος ανθρώπου πολλά έχοντος να είπη, αλλά
συγκρατουμένου:
― Διατί θέτεις υπό δοκιμασίαν την υπομονήν μου; . . . Έχει και
αυτή τα όριά της . . . .
― Τι θέλετε να 'πήτε με αυτά τα λόγια; εφώναξεν η Άννα.
Παρετήρει δε περιδεής την έκφρασιν του μίσους, ήτις ηκτινοβολείτο
από της μορφής του Βρόνσκυ και ιδίως από τους σκληρούς και
οργίλους οφθαλμούς του.
― Θέλω να είπω . . . . αλλά δεν συνεπλήρωσε την φράσιν του, και,
μετά μίαν στιγμήν επανέλαβεν:
― Οφείλω να σας ερωτήσω τι επιθυμείται παρ' εμού;
― Τι ειμπορώ να επιθυμώ; Δεν δύναμαι να μη εύχομαι όπως μη μ'
εγκαταλείψετε, όπως προτίθεσθε. Αλλά δεν είν' αυτό που εύχομαι,
αυτό είνε δευτερεύον . . . Θέλω τον έρωτά σας, και δεν τον έχω,
τετέλεσται λοιπόν το παν.
Διηυθύνθη προς την θύραν.
― Περίμενε! Περίμενε! είπεν εκείνος, χωρίς να παύση συσπών
δυσοιώνως τας οφρείς, αλλά κρατήσας αυτήν από του βραχίονος . . .
Περί τίνος πρόκειται; Εγώ είπα, ότι πρέπει ν' αναβάλωμεν την
αναχώρησίν μας επί τριήμερον, και μου απήντησες ότι ψεύδομαι και
δεν είμαι έντιμος άνθρωπος.
― Μάλιστα, και επαναλαμβάνω, ότι άνθρωπος που μου ρίπτει κατά
πρόσωπον παν ό,τι εθυσίασε προς χάριν μου . . . υπενθύμιζε λόγους
διαφυγόντες του Βρόνσκυ κατά τινα παλαιοτέραν ίριδα.
Λοιπόν! λέγω ότι ένας τοιούτος άνθρωπος δεν είναι απλώς βάναυσος,
αλλά κάτι χειρότερον, είνε άνθρωπος χωρίς καρδιά!
― Ω! πάει πολύ! . . . η υπομονή έχει όρια! κραύγασαν εκείνος.
Και αφήκεν αποτόμως τον βραχίονά της.
«. . . Με απεχθάνεται, είναι φανερόν!» διελογίσθη η Άννα.
Χωρίς δε να προφέρη λέξιν, χωρίς να υποστραφή εξήλθε του δωματίου
με βήμα ασταθές.
«. . . Αγαπά άλλην! ακόμη φανερώτερον τούτο», εσκέφθη . . .
«Απαιτώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει πλέον έρως, όλα λοιπόν
ετελείωσαν! . . . Ναι, πρέπει να δοθή πέρας! Αλλά πώς;»
Εκάθησεν επί τινος φωτέγι, ενώπιον ενός καθρέπτου. Κύμα
διαλογισμών επλημμύρησε τον εγκέφαλόν της: πού θα υπάγη τόρα; Παρά
τη θεία της που την ανέθρεψε; . . . Παρά τη Δόλλυ; . . . Εις το
εξωτερικόν; Και τι θα κάμνη εκεί, μόνη, εντός του δωματίου της; .
. . Πρόκειται περί ρήξεως οριστικής, ή η συμφιλίωσις είνε ακόμη
δυνατή; Και τι θα είπη ο κόσμος εις την Πετρούπολιν και τι θα
σκεφθή ο Καρένιν διά το σκάνδαλον αυτό;
Ανελογίσθη και πάλιν τον Καρένιν, την μετά τον τοκετόν ασθένειάν
της και την τότε καταλαβούσαν αυτήν επιθυμίαν ν' αποθάνη.
«. . . Γιατί να μην 'πεθάνω;» Ανεμνήσθη τα λόγια αυτά και όλα τα
τότε πλημμυρήσαντα αυτήν συναισθήματα . . . «Γιατί να μην
'πεθάνω!» Και, αποτόμως, κατενόησε τι ενέκλειεν εις τα βάθη της
ψυχής της.
Ναι, αυτή μόνη η σκέψις ηδύνατο να καταλήξη εις μίαν διέξοδον.
«. . . Ναι, ν' αποθάνω! Ο θάνατος εξιλεώνει τα πάντα: Το αίσχος
του Καρένιν και του Σεριόγια και το ίδιόν μου αίσχος . . . Όταν θα
είμαι νεκρά, θα μεταμεληθή, θα με λυπηθή, θα με αγαπήση, θα
υποφέρη δι' εμέ».
Βήματα, τα προσεγγίζοντα βήματά του την απέσπασαν των διαλογισμών
της.
Ο Βρόνσκυ την επλησίασεν, έλαβε την χείρα της και της είπεν:
― Άννα, θα φύγωμεν μεθαύριον, αν θέλης, συγκατατίθεμαι εις όλα.
Εκείνη δεν απεκρίθη.
― Λοιπόν; ηρώτησεν εκείνος.
― Γνωρίζεις την απάντησίν μου.
Δεν ηδυνήθη δε να συγκρατηθή επί πλέον και εξερράγη εις λυγμούς.
― Άφες με, εγκατάλειψόν με, έλεγεν εν μέσω των δακρύων της . . .
Θα φύγω αύριον, θα κάμω κάτι παραπάνω . . . διότι τι είμαι εγώ;
Μια χαμένη γυναίκα . . . μια πέτρα προσκολληθείσα εις τον λαιμόν
σου . . . Δεν θέλω να σε βασανίζω, δεν το θέλω, θα σε απαλλάξω απ'
εμού, δεν με αγαπάς, αγαπάς άλλην . . .
Ο Βρόνσκυ την ικέτευε να πραϋνθή, και την εβεβαίωσεν ότι δεν είχε
κανένα λόγον να είνε ζηλότυπος· ότι ουδέποτε είχε παύσει, ότι
ουδέποτε θα έπαυε να την αγαπά και ότι την ηγάπα πλειότερον ή
άλλοτε . . . Κατεφίλει τας χείρας της και της επανελάμβανεν:
― Άννα, Άννα, διατί όλα αυτά τα μαρτύρια;
Ήτο πλήρης τρυφερότητος και η Άννα αντελήφθη την παρεμβολήν
δακρύων εις την φωνήν του και ησθάνθη την δρόσον αυτών επί της
χειρός της. Στιγμιαίως δε η ζηλοτυπία της εξηνεμίσθη και κατελήφθη
αύτη η ιδία υπό απείρου τρυφερότητος, τον ενηγκαλίζετο τώρα, και
εκάλυπτε με φιλήματα την κεφαλήν του, τον τράχηλόν του, τας χείρας
του!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Άννα ηνόησεν ότι η συμφιλίωσις ήτο πλήρης και, ευθύς από της
πρωίας, ήρχισε τας προετοιμασίας της διά την αναχώρησιν.
Της ήτο ήδη απολύτως αδιάφορον αν θ' ανεχώρει ταχύτερον ή
βραδύτερον. Ίστατο εντός του θαλάμου της, ενώπιον ανοικτού
κιβωτίου εκλέγουσα τα διάφορα είδη των αποσκευών οπόταν ο Βρόνσκυ
εισήλθε προ της συνήθους του ώρας.
― Πηγαίνω 'στής μαμάς και θα είμαι έτοιμος αύριον για το ταξείδι
μας είπεν.
Ο υπαινιγμός ούτος περί της επισκέψεώς του παρά τι μητρί του την
επήραξε παρά τας αγαθάς της προδιαθέσεις.
― Όχι, εγώ δεν θα είμαι έτοιμη, παρετήρησε.
Ταυτοχρόνως δε δεν ηδυνήθη να μη διαλογισθή κατ' ιδίαν: «. . .
Κατώρθωσε λοιπόν να τα τακτοποίηση όλα διά να κάμνη όπως ήθελα».
― Κάμε όπως θέλεις, του είπεν. Αύριον λοιπόν, είνε βέβαιον;
προσέθηκε φαιδρώς.
Αλλ' αίφνης η μορφή της εσκυθρώπασεν.
Ο υπηρέτης του Βρόνσκυ είχεν εισέλθει διά να ζητήσει από τον
κύριόν του μίαν υπογραφήν παραλαβής τηλεγραφήματός τινος εκ
Πετρουπόλεως, όπερ του είχεν επιδοθή . . . Δεν υπήρχε τίποτε το
ιδιάζον εις το τηλεγράφημα εκείνο. Εντούτοις, ως να ήθελε κάτι ν'
αποκρύψη, ο Βρόνσκυ απεκρίθη ότι το διπλότυπον των αποδείξεων ήτο
εις το δωμάτιόν του, είτα δε, ως διά να στρέψη αλλαχού την
προσοχήν, της είπεν εν σπουδή:
― Θα περατώσω χωρίς άλλο όλας μου τας υποθέσεις αύριον.
― Από ποίον είνε το τηλεγράφημα; ηρώτησεν εκείνη χωρίς να τον
ακούση.
― Από τον Στίβα απήντησεν ο Βρόνσκυ μετά δυσφορίας.
― Διατί δεν μου το έδειξες; Ειμπορεί να υπάρχουν μυστικά μεταξύ
Στίβα και εμού;
Ο Βρόνσκυ ανεκάλεσε τον υπηρέτην και του είπε να φέρη το
τηλεγράφημα.