Με ηγάπα, αναμφιβόλως, αλλ' η υπεροψία της επιτυχίας προείχεν. Η
κατάκτησίς του απετέλει δόξαν δι' αυτόν. Τόρα, όλα αυτά ανάγονται
εις το παρελθόν και δεν έχει πλέον διά τι να υπερηφανεύεται.
Επέτυχε παρ' εμού παν ό,τι ηδυνάμην να του προσφέρω και τόρα δεν
έχει πλέον ανάγκην εμού. Κατέστην φορτίον δι' αυτόν και προσπαθεί
απλώς και μόνον να ευρίσκεται εν τυπική τάξει απέναντι μου. Αφήκε
χθες να του διαφύγη η ενδόμυχος σκέψις του . . . Εύχεται να
επιτύχω το διαζύγιον, διά να δυνηθή να με νυμφευθή· έτσι θα
ετηρούντο τα προσχήματα . . . . Με αγαπά, αλλά πώς; Ο χυμός του
έρωτος εξητμίσθη, δεν ευρίσκει πλέον εν εμοί την αυτήν ηδονήν . .
. Αν τον εγκαταλείψω, θα είνε ευτυχής κατά βάθος . . .»
Δεν επρόκειτο πλέον περί απλής υποθέσεως τόρα· υπό το ακτινοβόλον
εκείνο φως, όπερ καθίστα τόσον καθαρά, εις τα όμματά της, τας
σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, και απεκάλυπτε σαφώς την έννοιαν
της ζωής, η υπόθεσις αύτη καθίστατο γεγονός τετελεσμένον.
«. . . Ο έρως μου αποβαίνει επί μάλλον και μάλλον περιπαθής και
εγωιστικός, ενώ ο ιδικός του ψυχραίνεται, αποσβέννυται,
αποσβέννυται . . . και ιδού διατί χωριζόμεθα. Δι' εμέ, μόνον
εκείνος υπάρχει και αξιώ να είνε ολόκληρος ιδικός μου. Αλλ'
εκείνος απομακρύνεται διαρκώς απ' εμού . . . Ας δεχθώμεν ότι
κέκτημαι παν ότι απαιτείται διά να ήμαι ευτυχής· ότι επιτυγχάνω το
διαζύγιον, μου αποδίδει ο Καρένιν τον Σεριόγια και νυμφεύομαι τον
Βρόνσκυ . . . Μήπως η Κίττυ θα παύση να με κυττάζη καθ' όν τρόπον
το έκαμε σήμερον; . . . Όχι! Μήπως ο Σεριόγια θα παύση
αναλογιζόμενος ότι υπάρχουν δύο σύζυγοι; Και ποίον νέον αίσθημα θα
δημιουργήσω μεταξύ Βρόνσκυ και εμού; Είναι δυνατόν να μη
εξακολουθήσωμεν βασανίζοντες αλλήλους;»
Την φοράν αυτήν απήντησεν άνευ του παραμικρού δισταγμού:
«. . . Όχι! Αποτελώ την δυστυχίαν του, εκείνος την ιδικήν μου, και
είνε αδύνατον να τον μεταβάλω, ούτε και να μεταβάλω εμαυτήν . . .»
Η άμαξα εσταμάτησε προ του μικρού σταθμού και είς ακόλουθος του
ηνιόχου επλησίασε.
― Πρέπει να βγάλω εισιτήριον δι' Ομπιραλόφκαν; ηρώτησεν.
Η Άννα κατέβαλε μέγαν αγώνα όπως εννοήση την ερώτησιν αυτήν. Είχεν
εξ ολοκλήρου λησμονήσει πού μετέβαινε και τι προυτίθετο να κάμη.
― Μάλιστα, είπε τέλος τείνουσα προς τον λακέ την τσάντα της.
Εισέδυσεν είτα εν μέσω του πλήθους διά να φθάση εις την αίθουσαν
της αναμονής, εκάθησεν επί του σχήματος αστέρος καναπέ και
παρετήρει μετ' αηδίας τους πηγαινοερχομένους· όλος ο κόσμος την
στιγμήν εκείνην της ήτο ανυπόφορος. Ανελογίζετο την στιγμήν καθ'
ήν θα έφθανεν εις τον σταθμόν και θα απέστελλε νέον σημείωμα εις
τον Βρόνσκυ, όστις, ασφαλώς κατά την ώραν εκείνην, θα έλεγε τα
παράπονά του εις την μητέρα του . . . Ανελογίσθη επίσης την
στιγμήν καθ' ήν θα εισήρχετο εις την οικίαν των και τους λόγους
που θα του έλεγε και εσκέφθη ότι η ζωή θα ηδύνατο να είνε ακόμη
ευτυχής και ότι τον ηγάπα και τον εμίσει μετά πόνου εμμόνου!
* * *
Ο κώδων αντήχησε και οι ταξειδιώται επέβησαν του τραίνου . . . Η
Άννα ανήλθε το υψηλόν υπόβαθρον και εκάθησε μόνη. Εγκατελείφθη δ'
εκ νέου εις τους διαλογισμούς της.
«. . . Ναι, πού είχα σταματήσει; . . . Α! Δεν ηδυνάμην να εύρω
κατάστασιν εν τη οποία η ζωή να μη είνε βάσανος. Επλάσθημεν πάντες
διά να πάσχωμεν, το γνωρίζομεν και εφευρίσκομεν φάρμακα διά ν'
αυταπατώμεθα. Όταν δε αντικρίσωμεν την αλήθειαν, τι μας
υπολείπεται να κάμωμεν; . . Ναι, το βασανίζον με είνε η αλήθεια
και το λογικόν μου εδόθη διά ν' απαλλαγώ αυτής. Πρέπει λοιπόν να
ενεργήσω. . . Πράγματι, διατί να μη σβέσω το φως, αφού παν ό,τι
βλέπω με τρομάζει; Αλλά, πώς; . . .»
Το τραίνον εισήρχετο εις τον σταθμόν . . . Η Άννα κατήλθε μετά των
λοιπών επιβατών.
Εσταμάτησεν επί του λιθοστρώτου προσπαθούσα ν' αναμνησθή διατί
ευρίσκετο εκεί και τι επρόκειτο να κάμη . . . Παν ό,τι της
εφαίνετο εύκολον μίαν στιγμήν προτήτερα, την ώραν αυτήν, εν μέσω
του θορυβώδους εκείνου πλήθους των ανθρώπων εκείνων ους απηχθάνετο
και οίτινες την ετάραττον διά της περιεργείας των, της εφάνη
εξαίφνης απραγματοποίητον.
Εσταμάτησε τέλος κάποιον υπάλληλον και τον ηρώτησε μήπως υπήρχεν
εις τον σταθμόν κανένας κομιστής σημειώματος εκ μέρους του κόμητος
Βρόνσκυ.
― Του κόμητος Βρόνσκυ; . . . Αλλά, πολλά πρόσωπα ήλθον από την
οικίαν του εις τον σταθμόν διά να υποδεχθώσι την πριγκήπισσαν
Σορόκιν και την κόρην της.
Την στιγμήν εκείνην ο ηνίοχος Μιχαήλ, ον είχεν αποστείλει το πρωί,
γεμάτος χαράν και ευχαρίστησιν διότι είχεν απαλλαγή της αποστολής
του, την επλησίασε και της παρέδωκε την επιστολήν.
Η Άννα την απεσφράγισε και η καρδία της συνεσφίχθη προτού λάβη
γνώσιν του περιεχομένου της . . . Ο Βρόνσκυ, διά γραφής
ακαλαισθήτου, απήντα:
«Λυπούμαι πολύ διότι το σημείωμά σου δεν μ' ευρήκεν εγκαίρως. Θα
επιστρέψω εις τας δέκα».
«. . . Δεν επερίμενα τίποτε τίποτε· επί πλέον!» διελογίσθη η Άννα
με δυσσοίωνον μειδίαμα.
― Πολύ καλά, δύνασαι να επιστρέψης εις το σπίτι, είπε προς τον
ηνίοχον.
Μόλις ηδύνατο να ομιλή· αι αναπάλσεις της καρδίας της τής
διέκοπτον την αναπνοήν.
«. . . Όχι δεν θα σου επιτρέψω να με βασανίζης», διελογίσθη
διευθυνομένη προς την αποβάθραν εκ του μέρους της γραμμής . . . .
. . «Θεέ μου! Θεέ μου! πού να κρυφθώ, πού να εξαφανισθώ; . .» Και
προχώρει επί μάλλον και μάλλον. Εσταμάτησε δε μόνον όταν έφθασεν
εις μίαν εσχατιάν του λιθοστρώτου.
Τραίνον τι κατάφορτον από εμπορεύματα εισήρχετο εις τον σταθμόν .
. . Η Άννα ενόμισεν ότι ευρίσκετο εντός τραίνου εν κινήσει.
Εξαίφνης ανεμνήσθη τον καταπλακωθέντα μουζίκον την ημέραν καθ' ήν
είχεν ίδει τον Βρόνσκυ διά πρώτην φοράν, και κατενόησε τι της
υπελείπετο να πράξη . . . Κατήλθε με βήμα ελαφρόν και ταχύ τας
βαθμίδας, αι οποίαι έφερον προς την γραμμήν και εσταμάτησε
εγγίτατα της αμαξοστοιχίας, η οποία παρήλαυνεν ενώπιον της . . .
Παρετήρει τα κάτωθεν των αμαξών, τα περικόχλια, τας αλύσεις και
τους μεγάλους εκ χυτοσιδήρου τροχούς του πρώτου βαγονίου, το
οποίον διωλίσθαινεν ενώπιόν της, προσπαθούσα να υπολογίση διά του
βλέμματος το μεταξύ των τροχών του πρώτου και του δευτέρου
διάκενου και να καθορίση την στιγμήν καθ' ήν το κενόν τούτο θα
ευρίσκετο ακριβώς απέναντί της.
«. . .Εκεί κάτω», διελογίσθη η Άννα, παρατηρούσα την μεμιγμένην
μετ' ελαίου άμμον ήτις εκάλυπτε τας τραβέρσας, «εκεί κάτω δεξιά
εις το μέσον, εις το χώρισμα των τροχών, . . . και θα τον τιμωρήσω
και θ' απελευθερωθώ όλων και εμαυτής . . .»
Έκαμε το σημείον του σταυρού.
Το οικείον της αυτό κίνημα ανεκάλεσεν εις την ψυχήν της παντός
είδους αναμνήσεις της νεότητός της και της παιδικής της ηλικίας,
και η ζωή, διά μίαν στιγμήν, παρουσιάσθη ενώπιόν της με όλην την
ακτινοβολίαν των απολαύσεων του παρελθόντος . . .
Παρετήρει τους τροχούς της πλησιαζούσης αμάξης, και, καθ' ήν
ακριβώς στιγμήν το κενόν διάστημα, το οποίον επωφθαλμία,
παρουσιάσθη εμπρός της, η Άννα ώρμησεν υπό το βαγόνι με τας χείρας
προτεταμένας, και, με κίνημα εύστροφον, ως να ήθελε ν' ανεγερθή,
κατέπεσεν εις τα γόνατα.
Την ιδίαν στιγμήν, η πράξις την οποίαν εξετέλει την επλήρωσε εκ
φρίκης.
― Πού είμαι; Τι έκαμα; . . . Διατί; . . .
Ηθέλησε ν' ανεγερθή, ν' αποσυρθή εκείθεν, αλλά κάτι το πελώριον,
κάτι το αμείλικτον, έπληξε την κεφαλήν αυτής και την παρέσυρεν από
των ώμων . . . Συνησθάνθη ότι δεν υπήρχεν πλέον τρόπος ν'
αντιπαλαίση και ανεφώνησε:
― «Κύριε, συγχώρησόν με!»
Και το φως, υπό το οποίον η Άννα είχεν αναγνώσει την βίβλον την
γεμάτην από βασάνους, από ψεύδη, από θλίψιν και δυστυχίαν,
ανέλαμψε δι' εκλάμψεως μεγαλητέρας ή άλλοτε, εφώτισε δι' αυτήν παν
ό,τι πρότερον ευρίσκετο εντός του σκότους, είτα δε
εσπινθηροβόλησεν, ωχρίασε και απεσβέσθη διά παντός.
ΤΕΛΟΣ
ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΑΘΗΝΑΙ Σοφοκλέους 10
ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
Λ. ΤΟΛΣΤΟΗ ― Άννα Καρένιν Δρ. 6.―
» Η Ανάστασις » 4.50
» Το Τέλος της εποχής μας » 2.―
» Η Σύγχρονος Δουλεία » 2.50
» Αι νέαι Ιδέαι » 3.―
Α. DΕΒΑΥ ― Υγιεινή και Φυσιολογία του
γάμου » 4.―
» Υγιεινή των Ηδονών και
Τέρψεων » 3.―
ΜΑΧ. ΝΟRDAU. ― Ο Εκφυλισμός » 4.―
GASTON RICHARD ― Ο Σοσιαλισμός και
αι κοινωνικαί επιστήμαι » 5.―
ΓΚΑΙΤΕ Ο Βέρθερος » 3.50
Φ. ΕΓΚΕΛΣ Ουτοπιστικός και επιστημονικός
Σοσιαλισμός » 3.―
ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΟΠΑΣΑΝ Το Αόρατο Στοιχειό » 6.―
Θ. ΔΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥ ― Η Σπιτονοικοκυρά » 2.50
ΡΩΣΣΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ― Των διασημοτέρων
της Ρωσσίας συγγραφέων » 4.―
Γ. ΟΝΕ. ― Ο Αρχισιδηρουργός » 4.50
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ ― Τα τέκνα του πλοιάρχου Γραν » 12.―
ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΡΙΣΜΟΥΡΓ.― Η Κατηραμένη
Κόρη » 10.―
ΟΚΤΑΒΙΟΥ ΓΕΦΙΕ. ― Το Μυθιστόρημα
ενός Απόρου Νέου » 3.―
ΤΑΚΗ ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ― Το Μυστικό που » 6.―
σκοτώνει (περιπαθέστατον Αθηναϊκόν
Μυθιστόρημα θαυμασίας εμπνεύσεως
Τιμάται Δραχ. 6.