Εκτός δε τούτου, εσπούδαζεν εις βιβλία και εις ειδικά περιοδικά,

παν ό,τι απησχόλει τον Βρόνσκυ· συνέβαινε δε πολλάκις εις αυτόν

προς αυτήν ν' απευθύνεται προς διαλεύκανσιν ζητημάτων αγρονομικών,

αρχιτεκτονικών και ζητημάτων ακόμη αθλητισμού και ιπποκομίας.

Απεθαύμαζε δε τας γνώσεις της και την μνήμην της, αν και κατ'

αρχάς έθετεν εν αμφιβόλω όσα του έλεγε και επεζήτει την

επιβεβαίωσιν των λεγομένων της· αλλ' εκείνη εύρισκε την ακρίβειάν

των εις τα βιβλία και του επεδείκνυε τας σχετικάς περικοπάς.

Κατά Οκτώβριον, διεξήχθησαν εκλογαί του γενικού συμβουλίου της

επαρχίας όπου κατώκει, και ο Βρόνσκυ ηθέλησε να παραστή εις αυτάς.

Ήτο η μάλλον δυσάρεστος και οχληρά περίοδος της εν εξοχή διαμονής.

Ο Βρόνσκυ ανήγγειλεν εις την Άνναν την αναχώρησίν του με τόνον

ψυχρόν και αυστηρόν, τον οποίον ουδέποτε είχε μεταχειρισθή ομιλών

προς αυτήν. Την ητένισε δε προσεκτικώς, εκπλαγείς διά την απάθειάν

της. Εκείνη του εμειδίασεν. . .

― Ελπίζω ότι δεν θα στενοχωρηθής υπερβολικά; της είπε.

― Το ελπίζω! απήντησεν η Άννα. Έλαβα χθες ολόκληρον κιβώτιον

βιβλίων . . . Όχι, δεν θα στενοχωρηθώ.

Όταν ευρέθη μόνη, ανελογίσθη το βλέμμα εκείνο, όπερ εξέφρασε το

δικαίωμα του εραστού της επί της ελευθερίας, και εξ αυτού εξήγαγεν

έν μόνον συμπέρασμα: την συναίσθησιν του εξευτελισμού της.

«. . . Έχει το δικαίωμα να φύγη οπόταν του αρέσει και να υπάγη

όπου επιθυμεί. Έχει μάλιστα το δικαίωμα και να μ' εγκαταλείψη

ακόμη . . . Έχει όλα τα δικαιώματα αυτός. Εγώ δεν έχω κανένα. Το

γνωρίζει, αλλά δεν πρέπει να με κάμνη να το αισθάνωμαι . . .

Άλλοτε δεν εφέρετο τοιουτοτρόπως.»

Και, αν και ήτο πεπεισμένη ότι η απομάκρυνσις ήρχιζε, κατ' ουδέν

ηδύνατο να μεταβάλη τας μετ' αυτού σχέσεις της. . . Δεν ηδύνατο να

τον συγκρατήση παρά όπως και πρότερον, διά του έρωτος και των

θελγήτρων της.

Υπό τας συνθήκας ταύτας το κοριτσάκι της κατέπιπτε τότε ασθενές.

Το επεριποιήθη, αλλά χωρίς να ευρίσκη εις τούτο καμμίαν ψυχικήν

ευφροσύνην, τοσούτο δε μάλλον καθ' όσον η αδιαθεσία του μικρού δεν

παρουσίαζε καμμίαν σοβαρότητα. Δεν ηδύνατο δε να συνειθίση ν'

αγαπά την Αννίτσα παρά την προς τούτο επιθυμίαν της και δεν

κατώρθωνεν ουχ' ήττον να υποκρίνεται ότι την ηγάπα.

Όταν ευρέθη μόνη κατά το βράδυ της έκτης εκείνης ημέρας, κατελήφθη

από σφοδράν ανησυχίαν διά τον Βρόνσκυ· απεφάσισε δε να μεταβή

αυτοπροσώπως εις την πόλιν, αλλά κατόπιν μετέβαλε γνώμην και του

απέστειλεν επιστολήν.

Την επιούσαν ανέμενε κατά πάσαν στιγμήν την άφιξιν της αμάξης.

Πολλάκις ενόμισεν ότι διέκρινε τον κρότον των τροχών, αλλ' ήτο

αυταπάτη. Τέλος αντήχησεν η φωνή του ηνιόχου και κάποιος υπόκωφος

κρότος υπό το εξωτερικόν υπόστεγον. Ήκουσε την φωνήν του,

ελησμόνησε τα πάντα και εξώρμησε φαιδρά εις υπάντησίν του.

― Πώς πηγαίνει η μικρούλα; ηρώτησεν εκείνος ηπίως παρατηρών

αυτήν, καθώς κατήρχετο τρέχουσα την κλίμακα.

― Καλλίτερα.

― Και συ;

Εδράξατο του βραχίονός του δι' αμφοτέρων της των χειρών και τον

είλκυσε προς εαυτήν, χωρίς να αποσπάση τα μάτια της απ' αυτού.

― Είμαι πολύ ευχαριστημένος! είπεν εκείνος ρίψας επ' αυτής βλέμμα

ψυχρόν.

Της ήρεσκε τούτο· αλλά τόρα το βλέμμα του εξέφραζε σκληρότητα την

οποίαν εφοβείτο.

― Είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι η μικρούλα ανέρρωσε, και συ,

είσαι καλά; είπε σπογγίζων την γενειάδα προτού ασπασθή την χείρα

της Άννας.

«. . . . Μου είνε αδιάφορον», διελογίσθη η Άννα. «αφού τον έχω

πλησίον μου, ώστε να μη δύναται, να τολμά, να μη μ' αγαπά πλέον».

Η βραδειά την επέρασε φαιδρώς. Της ωμίλησε περί των εκλογών και η

Άννα διά των ερωτήσεών της, τον έκαμε να διηγηθή, ό,τι κυρίως τον

ηυχαρίστει, δηλαδή περί των ιδίων του επιτυχιών . . . . Εις

αντιστάθμισμα δε του παρέσχε και αύτη πληροφορίας λίαν ευχαρίστους

περί των ζητημάτων που τον ενδιέφερον ως προς το σπίτι του.

Βραδύτερον όμως, η Άννα, ήτις ησθάνετο ότι ανέκτα το επ' αυτού

κράτος της, ηθέλησε ν' αποδιώξη την οδυνηράν εντύπωσιν του

βλέμματος, το οποίον της είχε ρίψει ένεκα της επιστολής της.

― Ομολόγησον ότι δυσηρεστήθης λαβών την επιστολήν μου και ότι δεν

μ' επίστευσες; έτσι δεν είνε;

Μόλις είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας και αντελήφθη ότι, παρ' όλην

την αγάπην ην έτρεφε προς αυτήν την στιγμήν εκείνην, δεν της το

είχεν ακόμη συγχωρήσει.

― Μάλιστα, είπεν ούτος, η επιστολή ήτο παράδοξος: η Αννίτσα ήτο

άρρωστη και συ ήθελες ν' αναχωρήσης!

― Ήτο η απόλυτος αλήθεια.

― Δεν αμφιβάλλω.

― Ναι, αμφιβάλεις . . . Είσαι δυσαρεστημένος . . . το βλέπω . .

― Κάθε άλλο . . . Το μόνον που δεν μου αρέσκει είνε ότι δεν

θέλεις να δεχθής ότι υπάρχουν και καθήκοντα . . . και υποχρεώσεις,

τας οποίας δεν δυνάμεθα να παραβλέπωμεν. Ούτω, πρέπει να φύγω διά

Μόσχαν εξ αιτίας του σπιτιού . . .

― Αφού είν' έτσι, απήντησεν εκείνη υποκώφως, αφού είν' έτσι,

αποδεικνύει, τούτο ότι η ζωή αυτή σου είνε βάρος. Θα επανέλθης να

περάσης μαζί μου μια 'μέρα και θα ξαναφύγης, όπως το κάμνουν . . .

― Άννα είσαι σκληρά . . . Είμαι έτοιμος να σου χαρίσω όλην μου

την ζωήν . . ,

Αλλ' εκείνη δεν τον ήκουεν.

― Αν υπάγης εις την Μόσχαν, θα σε συνοδεύσω. . . Δεν θα μείνω εδώ

. . Ή θα χωρισθώμεν, ή θα ζήσωμεν μαζί . . .

― Αλλά γνωρίζεις ότι αυτό είνε η μοναδική μου επιθυμία.

Προς τούτο όμως . . .

― Χρειάζεται το διαζύγιον; Θα του γράψω . . . Βλέπω ότι δεν

δύναμαι να ζήσω διαφορετικά, αλλ' εις την Μόσχαν θα έλθω μαζί σου.

. .

― Θα έλεγε κανείς ότι νομίζεις πως με απειλείς.! Αλλ' ο

μεγαλείτερός μου πόθος είνε να μη σε αποχωρισθώ, απήντησεν εκείνος

μειδιών.

Τονίζων όμως συνάμα τα τρυφερά αυτά λόγια, είχε το βλέμμα παγερόν

και εχθρικόν ανθρώπου τον οποίον καταδιώκουν και τον καθιστώσι

σκληρόν.

Είδεν η Άννα το βλέμμα εκείνο και εμάντευσε την σημασίαν του.

«. . . Αφού είν' έτσι, μας απειλεί η δυστυχία», έλεγε το βλέμμα

εκείνο· ήτο στιγμιαία η εντύπωσις, αλλά δεν την ελησμόνησε ποτέ.

Η Άννα έγραψε προς τον Καρένιν ίνα του ζητήση το διαζύγιον, και,

φθίνοντος του Νοεμβρίου, απήλθε μετά του Βρόνσκυ εις Μόσχαν.

Ανέμενον καθ' εκάστην μίαν απάντησιν επί του ζητήματος τούτου,

και, την φοράν ταύτην, εγκατεστάθησαν ως πραγματικοί σύζυγοι.

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ

Ο Λεβίν και η Κίττυ είχον ήδη εγκατασταθή εις Μόσχαν προ τριών

μηνών. Το τέρμα, κατά το οποίον η Κίττυ έπρεπε να γεννήση, είχε

παρέλθει προ πολλού, και ανέμενε την απελευθέρωσίν της από ημέρας

εις ημέραν.

Ο Λεβίν δεν ήτο πλέον εν τη πόλει τοιούτος οίον η Κίττυ επεθύμει

να τον βλέπη και οποίος ήτο εις την εξοχήν.

Ηγάπα τον ήρεμον τόνον του, τον φιλόφρονα και ευπροσήγορον ον

μεταχειρίζετο εις τα κτήματά του. Εις την πόλιν, εφαίνετο διαρκώς

ανήσυχος, ως να εφοβείτο ότι ήθελον να τον προσβάλλουν και προ

πάντων να μη εκτιμώσι την σύζυγόν του. Ενίοτε εκείνη τον εμέμφετο

ότι δεν εγνώριζε να συμπεριφέρεται εις την πόλιν, αλλά πάραυτα

ανεγνώριζεν ότι δεν ηδύνατο να διοργανώση εκεί την ζωήν κατά την

ιδίαν της αρέσκειαν.

Πράγματι, εις τι θα ησχολείτο εν Μόσχα; Ούτε χαρτιά έπαιζεν, ούτε

εσύχναζεν εις τα κέντρα . . . Ν' αναστρέφεται μετά φαιδρών

συντρόφων όπως ο Ομπλόνσκυ; Η Κίττυ εγνώριζεν ήδη ότι το τοιούτον

εσήμαινε πίνειν και έπειτα μεταβαίνειν κάπου . . . Δεν ηδύνατο δε

ν' αναλογίζεται άνευ φρίκης τα μέρη, εις τα οποία, κατά τας

τοιαύτας ευκαιρίας, ετελείωναν της βραδειές των οι άνδρες.

Ο Λεβίν θα ηδύνατο να συχνάζη εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις. Αλλ'

η Κίττυ εγνώριζεν, ότι, προς τούτο, έπρεπε να ευρίσκη ευχαρίστησιν

εις το &φλερτ& μετά νεαρών γυναικών, και δεν ηδύνατο να του το

εύχεται αυτό.

Εν τούτοις, ο Λεβίν ηθέλησε κάποτε να δειπνήση εις την λέσχην της

οποίας ήτο μέλος κατά την νεότητά του, και όπου δεν είχε μεταβή

αφ' ης είχεν αποφοιτήσει του Πανεπιστημίου . . . Διηυθύνθη προς

την ήδη πλήρη κόσμου αίθουσαν του φαγητού, και δεν παρετήρησεν

ούτε μίαν μορφήν σκυθρωπήν ή σκεπτικήν. Εφαίνετο ότι πάντες είχον

αφήσει εις τον αντιθάλαμον όλας των τας φροντίδας και τας

στενοχωρίας και παρεσκευάζοντο ν' απολαύσωσιν ησύχως τας υλικάς

της ζωής ηδονάς.

― Απ' εδώ Λεβίν, είπε μία εγκάρδιος φωνή.

Ήτο ο Τουροψίν, είχεν ένα νεαρόν αξιωματικόν παραπλεύρως του και

πλησίον του, δύο καθίσματα ήσαν γυρισμένα.

Ο Λεβίν επλησίασεν αυτόν μετά χαράς· είχε πάντοτε ιδιαιτέρως

αγαπήση τον φαιδρόν εκείνον σύντροφον, ου η καρδία ήτο τόσον

αγαθή.

― Τα δύο αυτά καθίσματα είνε διά σας και τον Ομπλόνσκυ.

Αυτός πάντοτε αργεί . . . . Αλλά, νά 'τος!

Ο σύγγαμβρος του Λεβίν προυχώρησε γοργώς.

― Καλημέρα, είπε προς τον Λεβίν.

Αφού παρετέθη η ψαρόσουπα έφεραν σαμπάνια εις τον αξιωματικόν και

ούτος διέταξε να γεμισθούν τέσσαρα ποτήρια. Ο Λεβίν δεν απέκρουσε

την προσφοράν, και, διέταξεν εκ μέρους του μίαν ακόμη φιάλην.

Έφαγε δε και έπιεν ευχαρίστως και έλαβε μέρος εις την συνομιλίαν

μετά πολλής μεγαλειτέρας ευχαριστήσεως. Ο αξιωματικός και ο

Ομπλόνσκυ διηγούντο τα σκάνδαλα της Πετρουπόλεως, τα οποία καίτοι

ηλίθια και απρεπή, ήσαν τόσον κωμικά, ώστε ο Λεβίν εγέλα

θορυβωδώς.

Κατόπιν ωμίλησε περί ίππων, ιπποδρομιών και ιδίως περί του ίππου

του Βρόνσκυ, όστις είχε κερδίσει το πρώτον βραβείον . . Ο Λεβίν

δεν αντελήφθη ότι το δείπνον επλησίαζεν εις το τέρμα του.

― Να 'τος είπεν ο Ομπλόνσκυ εξαπλούμενος αποτόμως επί του

ερεισινώτου του καθίσματός του, και έτεινε την χείρα προς τον

Βρόνσκυ, όστις διηυθύνετο προς αυτούς.

Η μορφή του Βρόνσκυ ηκτινοβόλει και αυτή την ευθυμίαν ήτις

επεκράτει εν τη λέσχη. Εστήριξε δε γελαστός τον αγκώνα επί του

ώμου του Ομπλόνσκυ ομιλών προς αυτόν χαμηλοφώνως.

Ο Λεβίν ήκουσε την φράσιν ταύτην μόνον:

«. . . Όχι, δεν στενοχωρείται, αλλ' η αβεβαιότης της θέσεώς της .

. . .»

Ηθέλησε δε ν' απομακρυνθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον συνεκράτησε:

― Λεβίν, Λεβίν, μείνε του είπε, και του έθλιψε δυνατά τον αγκώνα

ως να μη εννόει κατ' ουδένα λόγον να τον αφήση να φύγη.

― Είνε ο πειό ασφαλής μου φίλος, ίσως ο καλλίτερος! είπε προς τον

Βρόνσκυ. . . . Και συ επίσης μου είσαι λίαν αγαπητός . . . .

Επιθυμώ και γνωρίζω ότι οφείλετε να είσθαι φίλοι διότι είσθε

αμφότεροι θαυμάσιοι άνθρωποι.

― Μετά τούτο, δεν μας μένει παρά να εναγκαλισθώμεν είπεν ο

Βρόνσκυ με αφελές μειδίαμα, τείνας την χείρα προς τον Λεβίν.

Ούτος έλαβε την χείρα του κόμητος και την έθλιψεν ισχυρώς:

― Λογίζομαι λίαν ευτυχής, είπε.

― Και εγώ επίσης, απήντησεν ο Βρόνσκυ.

― Παρά την μεγάλην των όμως επιθυμίαν όπως συνομιλήσουν, ο Λεβίν

και ο Βρόνσκυ δεν ευρήκαν πλέον τίποτε να ειπούν.

― Ξεύρεις ότι δεν γνωρίζει την Άνναν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Και

επιθυμώ να τον οδηγήσω παρ' αυτή . . . εμπρός, Λεβίν, έλα.

― Θα λογισθή λίαν ευτυχής εκ της γνωριμίας σας, είπεν ο Βρόνσκυ .

. . .

― Θέλεις να έλθης να ιδής την Άνναν; Είνε εις το σπίτι της . . .

. Είνε καιρός τόρα που της υπεσχέθην να σε παρουσιάσω.

― Αν θέλεις, θα έλθω μαζύ σου είπεν ο Λεβίν.

― Εμπρός, είνε μεγάλη μου ευχαρίστησις.

― Πήγαινε να 'δής αν είν' έτοιμον το αμάξι μου, διέταξεν ο

Ομπλόνσκυ τον υπηρέτην.

― Το αμάξι του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ, κραύγασαν ο ελβετός με θυμώδη

φωνήν.

Η άμαξα επλησίασε και οι δύο φίλοι επεβιβάσθησαν.

Ο Λεβίν δεν έμεινεν επί πολύ υπό την εντύπωσιν της αναπαύσεως, της

ηδονής και της χαριτολόγου συνδιαλέξεως. Μόλις το κουπέ ευρέθη επί

της οδού και ήκουσε τας αγροίκους κραυγάς των αμαξηλατών, των

οποίων τα οχήματα συνεπλέκοντο, μόλις διέκρινεν υπό το αμφίβολον

φως τας επιγραφάς των διαφόρων κ α μ π α ρ έ, η αγαθή εντύπωσις

διεσκεδάσθη· και ήρχισε να σκέπτεται επί των πράξεών του και

διηρωτάτο αν έπραττε καλώς μεταβαίνων εις της Άννας.

«. . . Τι θα έλεγεν η Κίττυ;»

Αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν του επέτρεψε να παραδοθή εις τους

διαλογισμούς του, και, ως να εμάντευσε τους δισταγμούς του,

έσπευσε να τους διαλύση.

― Λογίζομαι λίαν ευτυχής σκεπτόμενος ότι θα κάμης την γνωριμίαν

της . . . Η Δόλλυ το επιθυμεί από πολλού. . . . Όλοι οι 'δικοί μας

είνε μαζί της . . . Αν και είνε αδελφή μου, δεν φοβούμαι να είπω

ότι πρόκειται περί εξαιρετικής γυναικός! . . . Θα το αναγνωρίσης

μόνος σου . . . Η θέσις της είνε λίαν κρίσιμος, τόρα κυρίως . . .

― Διατί τόρα κυρίως;

― Συνωμίλησα μετά του συζύγου της, περί του διαζυγίου . . . Δεν

ζητεί τίποτε καλλίτερον, αλλά, ανεφύησαν δυσχέρειαι εξ αιτίας του

υιού της. Και η υπόθεσις αύτη, ήτις έπρεπε να ετελείωνεν αμέσως,

μένει εκκρεμής από τριών ήδη μηνών. Μόλις το διαζύγιον κυρωθή, θα

νυμφευθή τον Βρόνσκυ. Πόσον η απηρχαιωμένη αυτή καθαγίασις, εις

την οποίαν ουδείς πιστεύει και ήτις παρεμποδίζει την ευτυχίαν

τόσων ανθρώπων, πόσον είνε βλακώδης! . . . Αλλ' επί τέλους, η

θέσις των θα εκκαθαρισθή καθισταμένη όπως η ιδική μου και η ιδική

σου.

― Τι εμποδίζει το διαζύγιον;

Α! είνε μακρά και ανιαρά ιστορία! Πρόσεξον καλά. Φαντάζεσαι σαφώς

οποία πρέπει να είνε η θέσις της Άννας από τριών ήδη μηνών καθ'

ους αναμένει το διαζύγιον: Ευρίσκεται εν Μόσχα, όπου όλοι την

γνωρίζουν, και όμως δεν πηγαίνει πουθενά και δεν βλέπει άλλην

φίλην πλην της Δόλλυ, διότι δεν επιθυμεί να την επισκέπτονται κατά

συγκατάβασιν. Και εκείνη ακόμη η γρηά χήνα η πριγκήπισσα Βαρβάρα

ανεχώρησε, διότι ευρίσκει ενοχοποιητικόν το να κατοική μετ' αυτών

υπό τας συνθήκας ταύτας. . . Μία άλλη γυναίκα εις την θέσιν της

δεν θα εύρισκεν εν εαυτή παρηγορίας και θάρρος. Ε; λοιπόν! Θα ίδης

πόσον αξιοπρεπώς έχει διοργανώσει την ζωήν της. . .

― Αριστερά, 'ςτό στενό, αντικρύ της εκκλησίας, εφώναζεν ο

Ομπλόνσκυ προβαλών την κεφαλήν από της θυρίδος.

Η άμαξα εισήλθεν εις το προαύλιον και ο Ομπλόνσκυ εκινδύνευσε

δυνατά εις την αυλόθυραν, προ της οποίας εστάθμευον έλκυθρά τινα.

Χωρίς δε να είπη τίποτε εις τον υπηρέτην, όστις του ήνοιξε την

θύραν, εισήλθεν εις το πρόστοον ακολουθούμενος υπό του Λεβίν, ότις

εξηκολούθει να διαλογίζεται αν καλώς ή κακώς έπραξε να τον

ακολουθήση . , . Ανήλθεν εν τούτοις την κλίμακα όπισθεν του

Ομπλόνσκυ.

Η Άννα έσπευσεν εις υπάντησίν του. Προυχώρει δε χωρίς ν' αποκρύπτη

την χαράν ην ησθάνετο βλέπουσα αυτόν.

Ο Λεβίν ανεγνώρισεν εις όλην την στάσιν και το παράστημα της Άννας

τους ανυποκρίτους και φυσικούς τρόπους της γυναικός του μεγάλου

κόσμου, τον οποίον εγνώριζε και ηγάπα· εκείνη του έτεινε την

μικράν της πρόθυμον χείρα.

― Λογίζομαι, τη αληθεία, λίαν ευτυχής, λίαν ευτυχής που σας

βλέπω! είπεν.

Τα απλά αυτά λόγια εις το στόμα της Άννας περιεβλήθησαν διά τον

Λεβίν όλως ιδιάζουσαν σημασίαν.

― Σας γνωρίζω από πολλού και σας εκτιμώ, προσέθηκεν εν πρώτοις

διότι είσθε φίλος του Στίβα, έπειτα δε λόγω της συζύγου σας. . .

Την εγνώρισα ελάχιστα, αλλά μ' αφήκε την εντύπωσιν ενός θαυμαστού

άνθους, αληθινού λουλουδιού! Ως μανθάνω, πρόκειται κατ' αυτάς να

γείνη μήτηρ;

Η Άννα ωμίλει βραδέως, ελεύθερα και διευθύνουσα αμοιβαδόν τα

βλέμματά της από του Λεβίν εις τον αδελφόν της.

Ο Λεβίν ησθάνθη ότι είχε κάμει καλήν εντύπωσιν, και αμέσως

ανεπτύχθησαν μεταξύ των σχέσεις ευχάριστοι, εύκολοι, ως να

εγνωρίζοντο από παιδικής ηλικίας.

Η συνομιλία, κατά το τσάι, επανελήφθη ως και πρότερον ενδιαφέρουσα

και ανυπόκριτος· ου μόνον δεν ησθάνετο καθόλον την ανάγκην της

εκζητήσεως θέματος προς συζήτησιν, αλλ' ευχαρίστως έσπευσαν ίνα

ακούσουν τι έλεγον οι άλλοι. Η προσοχή και αι παρατηρήσεις της

Άννας επί των συζητήσεων έκαμον εις τον Λεβίν την εντύπωσιν ότι

έδιδον ιδιαιτέραν σημασίαν εις τας συνομιλίας. Ήκουεν ή ελάμβανεν

τον λόγον, αλλά διαρκώς προσείχεν εις αυτήν, εις ότι συνέβαινεν

εντός της ψυχής της, προσπαθών να μαντεύση τα ενδόμυχα αισθήματά

της.

Και αυτός, όστις άλλοτε την έκρινεν αυστηρώς την εδικαίωνε τόρα,

την ελυπείτο και εφοβείτο ότι ο Βρόνσκυ δεν την είχε εννοήσει εξ

ολοκλήρου . . . Όταν ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη προς αναχώρησιν, εφάνη εις

τον Λεβίν ότι μόλις είχον φθάσει. Ηγέρθη μετά λύπης.

― Ω ρεβουάρ, του είπεν εκείνη βυθίσασα εις τους οφθαλμούς του το

γοητευτικόν της βλέμμα.

Αφήκε δε την χείρα της εντός της χειρός του Λεβίν.

― Ειπέτε εις την σύζυγόν σας ότι την αγαπώ όπως άλλοτε,

προσέθηκεν. Ειπέτε της επίσης, ότι, αν δεν δύναται να με συγχωρήση

διά την σημερινήν μου θέσιν, της εύχομαι να μη με συγχωρήση ποτέ.

Διά να με συγχωρήση πρέπει να υποφέρη όπως υποφέρω, και ο Θεός ας

την σώση από του τοιούτου!

― Θα της το είπω, θα της το είπω, χωρίς άλλο! είπεν ο Λεβίν

ερυθριάσας.

«. . . Τι γυναίκα εξαιρετική, γόησσα και αξία οίκτου!» εσκέφθη ο

Λεβίν όταν εξήλθε μετά του Ομπλόνσκυ εις τον παγερόν αέρα.

― Λοιπόν! τι σου έλεγα, είπεν ο αδελφός της Άννας βλέπων ότι ο

Λεβίν είχε κατακτηθή.

― Όχι μόνον είνε πνευματώδης, είπεν ο Λεβίν, αλλ' είνε και όλη

καρδιά! Την λυπούμαι εξ όλης μου της ψυχής!

― Τόρα ελπίζω ότι όλα θα εξομαλυνθώσιν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . .

Άλλοτε να μη κρίνης τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζης. Χαίρε .

. . δεν θα πάρουμε τον ίδιο δρόμο.

Ο Λεβίν επέστρεψεν εις την οικίαν του, υποδουλωμένος υπό της Άννας

και επί μάλλον και μάλλον διεισδύων εις την κατάστασίν της.

Ευρήκε την Κίττυ λυπημένην και στενοχωρημένην· είχε καλέσει τας

δύο αδελφάς της να συμφάγουν, το δείπνον είχε διέλθει εν

φαιδρότητι, αλλά κατόπιν ανέμειναν την επιστροφήν του Λεβίν, και

επειδή ούτος δεν επέστρεφεν, αι δύο κυρίαι είχον αποχωρήσει.

― Και συ, πού επέρασες τη βραδειά σου; τον ηρώτησε παρατηρούσα

αυτόν εις τα μάτια, των οποίων αντελήφθη την ασυνήθη λάμψιν.

Αλλά, διά να της εξηγηθή ειλικρινώς, απέκρυψε την ανησυχίαν της

και τον ήκουσεν ομιλούντα μειδιώσα επιδοκιμαστικώς.

― Είμαι λίαν ευχαριστημένος που παρουσιάσθη η ευκαιρία να

συναντήσω τον Βρόνσκυ· είμεθα τόρα εις αρίστας σχέσεις . . .

Εις το εξής, θα προσπαθήσω να μη τον συναντώ, αλλ' αι σχέσεις μας

θα μείνουν φυσικώταται.

― Και κατόπιν, πού επήγες;

― Ο Στίβα με παρεκάλεσε να τον συνοδεύσω εις της αδελφής του

Άννας.

Εκοκκίνησε, δεν έπραξε καλώς να μεταβή εις της Άννας, δεν

αμφέβαλλε ποσώς περί τούτου!

Όταν επρόφερε το όνομα της Άννας, τα μάτια της Κίττυ ετεντώθησαν,

αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτής, κατέπνιξε την συγκίνησίν της και

είπεν αφελώς:

― Α!

― Δεν θα μου θυμώσης διότι επήγα; . . . Ο Στίβα με παρεκάλει να

το κάμω, όπως και η Δόλλυ.

― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ, αλλά διείδεν εις τους οφθαλμούς της ότι

δεν ήτο ειλικρινής η δήλωσίς της και ότι κάποια θύελλα

ενεκυμονείτο.

― Είνε θελκτικωτάτη, και λίαν, ομολύπητος . . . Είνε εξαίρετος

γυνή.

Διηγήθη δε τα κατά την βραδειά του και την παραγγελίαν της Άννας

προς αυτήν.

― Αναντιρρήτως είνε πολύ αξιολύπητος, επεβεβαίωσεν η Κίττυ, και

έστρεψε τον λόγον επί άλλου θέματος.

Ο Λεβίν καθησυχάσθη από τον ήρεμον εκείνον τόνον και επέρασεν εις

τον θάλαμόν του ίνα εκδυθή.

Όταν επέστρεψεν, ευρήκε την σύζυγόν του επί του αυτού φωτέγι, και

μόλις την επλησίασεν, η Κίττυ τον ητένισε και ήρχισε να κλαίη.

― Τι έχεις; τι έχεις; την ηρώτησε καίτοι τελείως εγνώριζε τι το

βασανίζον αυτήν.

― Είσαι ερωτευμένος με την αθλίαν αυτήν γυναίκα . . . Σ' εμάγευσε

. . . Το παρετήρησα εις τα μάτια σου . . . Ναι, ναι! Και ποίαν

συνέπειαν θα έχουν όλα αυτά; . . . Επήγες εις την λέσχην· έπιες,

έπιες . . . κατόπιν έπαιξες και έπειτα μετέβης εις αυτής της

γυναικός . . . Θα φύγωμεν απ' εδώ. . . Εγώ φεύγω αύριον.

Επί πολύ ο Λεβίν δεν κατώρθωσε να την καταπραϋνη. Το επέτυχε δε

τέλος όταν μόνον της ωμολόγησεν ότι ο προς την Άνναν οίκτος του

και η σαμπάνια είχον συγχύσει εν αυτώ την αντίληψιν του αγαθού και

του πονηρού· ότι πράγματι είχεν αφεθή να επιρρεασθή από την Άνναν

και, ότι του λοιπού, θα την απέφευγε. Της ωμολόγησε προσέτι μετά

πάσης ειλικρινείας ότι η ζωή εκείνη της Μόσχας, όπου δεν έκαμνε

τίποτε άλλο παρά να πίνη, να τρώγη και να φλυαρή, τον είχε τελείως

παραστρατήσει.

* * *

Όταν η Άννα κατευώδωσε τους επισκέπτας της, ήρχισε να βηματίζη ανά

τον κοιτώνα της. Κατά τους τελευταίους εκείνους χρόνους είχε

καθιερώση την τακτικήν να εξάπτη όλους τους νεαρούς άνδρας ους

έβλεπε το αίσθημα του έρωτος· μετεχειρίσθη δε την αυτήν τακτικήν

και ως προς τον Λεβίν, καίτοι δε είχε κατανοήσει ότι είχεν

επιτύχει του σκοπού της εφ' όσον ήτο τούτο κατορθωτόν επ' ανδρός

νυμφευμένου και εντίμου, και εν διαστήματι μιας μόνης εσπέρας,

μόλις ούτος ανεχώρησεν έπαυσε να τον συλλογίζεται.

Εν τούτοις της ήρεσκε πολύ. Παρά την χαρακτηριστικήν διαφοράν

μεταξύ των δύο εκείνων ανδρικών τύπων, η Άννα ως γυναίκα,

διέβλεπεν εις αμφοτέρους κάτι το ελκυστικόν που είχον από κοινού

και εν συνδυασμώ και διά το οποίον η Κίττυ είχεν αγαπήσει τον

Βρόνσκυ και ηγάπα τον Λεβίν.

Μία μόνη σκέψις την εβασάνιζεν υφ' όλας της τας μορφάς:

― Αφού έχω τοιαύτην δύναμιν επιδράσεως επί άλλων, επί του συζύγου

τούτου, του αγαπώντος και αφωσιωμένου εις τα καθήκοντά του, διατί

εκείνος μένει ψυχρός ως προς με; . . . Όχι, όχι ψυχρός, με αγαπά,

το γνωρίζω . . . αλλά νέος μας χωρίζει φραγμός . . . Διατί περνά

ολόκληρη τη βραδειά του έξω από το σπίτι του; Μου ανεκοίνωσε διά

του Στίβα, ότι δεν ειμπορεί ν' αφήση τον Γιαχβίν και ότι πρέπει να

τον επιβλέπη εις το παιγνίδι. . . Ο Γιαχβίν είνε παιδί; Δέχομαι

την εξήγησιν ταύτην, δεν ψεύδεται ποτέ . . . Αλλά, κάτωθεν αυτής

της αληθείας, υπάρχει κάτι άλλο. Λογίζεται ευτυχής διότι έχει την

ευκαιρίαν ταύτην όπως μου αποδεικνύη ότι έχει και άλλα καθήκοντα!

Το γνωρίζω, και κρίνω ότι έχει δίκαιον. Αλλά προς τίνα σκοπόν

θέλει να μου το αποδεικνύη; Θέλει να μου αποδείξη ότι ο προς εμέ

έρως του δεν πρέπει να στενοχωρή την ελευθερίαν του. Αλλ' εγώ δεν

έχω ανάγκην τοιαύτης αποδείξεως, έρωτος έχω ανάγκην εγώ. Ώφειλε να

εννοή τι υποφέρω διαμένουσα εν Μόσχα . . . . Εγώ δεν ζω πλέον,

αναμένω την λύσιν, η οποία διαρκώς μου διεκφεύγει. Ο Στίβα μου

λέγει ότι δεν δύναται να μεταβή παρά τω Καρένιν, και εγώ δεν

ημπορώ να του ξαναγράψω . . . . Δεν ειμπορώ να κάμω τίποτε, ν'

αρχίσω τίποτε, να μεταβάλω τίποτε . . . Επιβάλλομαι εις εμαυτήν,

αναμένω, δημιουργώ ψυχαγωγικούς αντιπερισπασμούς, διαβάζω, αλλ'

όλα ταύτα είνε φαντασιώδη . . . και αυτή ακόμη η μορφίνη. . . Ο

Βρόνσκυ έπρεπε να με λυπήται . . .

Ησθάνετο δε ότι η συμπάθεια ην έτρεφε προς εαυτήν της απέσπα τα

δάκρυα . . .

Ήκουσε ζωηρόν κωδωνισμόν και ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ. Εσπόγγισε

γρήγορα τα δάκρυά της, εκάθησε παρά την λυχνίαν, ήνοιξεν έν

βιβλίον και υπεκρίθη ηρεμίαν πνεύματος.

Έπρεπε να τον αφήση να εννοήση ότι ήτο δυσηρεστημένη εκ του ότι

δεν είχεν επιστρέψει όπως της είχεν υποσχεθή, αλλά συνάμα να μη

του δείξη την λύπην της, ούτε το ότι συνεπόνει εαυτήν.

Ο Βρόνσκυ επλησίασε φαιδρός και ζωηρός.

― Δεν εστενοχωρήθης, δεν είν' έτσι; . . . Α! τι πάθος αυτό το

παιγνίδι!

― Όχι, δεν εστενοχωρήθην· είνε πολύς καιρός τόρα που έχασα την

ικανότητα να στενοχωρούμαι . . . Μ' επεσκέφθη ο Στίβα μαζί με τον

Λεβίν.

― Ναι, μου είπαν ότι θα σ' επεσκέπτοντο. Λοιπόν! Σου ήρεσεν ο

Λεβίν;

Εκάθησε παραπλεύρως της.

― Πολύ . . . Μόλις εξήλθεν . . . και ο Γιαχβίν;

― Εκέρδισε δεκαεπτά χιλιάδες ρούβλια . . . τον υπεχρέωσα να

αποσυρθή μαζί μου, και ηγέρθη πράγματι προς τούτο, αλλά κατόπιν

επέστρεψεν εις την τράπεζαν του παιγνιδιού και τόρα χάνει . . .

― Γιατί λοιπόν έμεινες συ; είπεν εκείνη υψώσασα την φωνήν. Είπες

εις τον Στίβα ότι έμεινες διά να σώσης τον Γιαχβιν και συ τον

εγκατέλειψες!

Η έκφρασις της μορφής της κατέστη ωχρά και εχθρική . . Η μορφή του

Βρόνσκυ αντηνάκλασεν αμέσως την αυτήν αποφασιστικότητα να παλαίση

απαθώς.

― Εν πρώτοις ουδένα επεφόρτισα να σου μεταβιβάση τούτο ή εκείνο,

άλλως τε δεν λέγω ποτέ ό,τι δεν είνε αληθές . . . Είχα διάθεσιν να

μείνω και έμεινα.

Εσιώπησε προς στιγμήν, είτα δ' έκυψε προς αυτήν και της έτεινε την

χείρα, ελπίζων ότι θα έθετεν εν αυτή την ιδικήν της.

― Άννα, Άννα, είπε, διατί;

Η επίκλησις αύτη προς την τρυφερότητα ήρεσεν εις την νεαράν

γυναίκα, αλλά παράδοξος παρόρμησις προς το κακόν την ημπόδισε να

συμμερισθή το κούνημα εκείνο, ωσανεί οι όροι της ειρήνης δεν της

επέτρεπον να υποταχθή.

― Κάμνεις ότι σου αρέσκει. Αλλά προς τι να μου το λέγης. Σου

αμφισβητεί κανείς τα δικαιώματά σου; Επιμένεις τέλος, να έχης και

καλόν δίκαιον! . . .

Εξήπτετο δ' επί μάλλον και μάλλον καθ' όσον ωμίλει.

Ο Βρόνσκυ απέσυρε την χείρα του, και η μορφή του προσέλαβεν

έκφρασιν πολύ περισσότερον επιβλητικήν.

― Διά σε, είνε τόσο ισχυρογνωμοσύνη! Μάλιστα, ισχυρογνωμοσύνη . .

. Διά σε το ζήτημα έγκειται εις το να λέγης συ την τελευταίαν

λέξιν. Αλλ' αν είξευρες περί τίνος πρόκειται δι' εμέ . . .

Δυσκόλως δε συνεκράτησε τα δάκρυά της.

― Αν εγνώριζες τι αισθάνομαι όταν σε βλέπω να φέρεσαι εχθρικώς,

ναι εχθρικώς προς εμέ. . . Αν εγνώριζες πόσον, κατά τας στιγμάς

αυτάς, πόσον πλησίον μας είναι η συμφορά, πόσον φοβούμαι εμαυτήν .

. . .

Προ της απελπισίας εκείνης, ο Βρόνσκυ ετρόμαξεν . . . Έκλινε προς

αυτήν, έλαβε την χείρα της και την ησπάσθη.

― Ας ίδωμεν . . . προς τι να χάνωμεν τον καιρόν μας; Μήπως

επιζητώ εγώ ψυχαγωγίας έξω; Μήπως δεν αποφεύγω τας μετά γυναικών

σχέσεις;

― Αυτό δα μας έλειπεν ακόμη!

― Ειπέ μου, τι πρέπει να κάμνω διά να είσαι ήσυχος; Είμαι έτοιμος

εις όλα χάριν της ευτυχίας σου. Δεν βλέπεις ότι τα πάντα θα έκαμνα

ίνα σε αποσπάσω της θλίψεως που σε βασανίζει την στιγμήν αυτήν;. .

.

― Δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, είπεν εκείνη. Αληθινά δεν

εννοώ και εγώ εμαυτήν, ίσως διότι μένω μόνη . . . Τα νεύρα . . .

Ας παύση αυτή η ομιλία! . . . Διηγήσου μου πώς διεξήχθησαν αι

ιπποδρομίαι; Δεν μου είπες τίποτε δι' αυτάς.

Προσεπάθει να κρύψη τον θρίαμβόν της, διότι η νίκη ήτο και πάλιν

εξ ολοκλήρου ιδική της.

Ο Βρόνσκυ εζήτησε να φάγη και ήρχισεν αφηγούμενος όλας τας

λεπτομερείας των ιπποδρομιών, διέκρινε όμως εκείνη εντός του

βλέμματός του, το οποίον καθίστατο επί μάλλον και μάλλον παγερόν,

ότι δεν θα της συνεχώρει την νίκην της και ότι η πεισμονή κατά της

οποίας μάτην επάλαιε τον κατελάμβανεν αύθις εξ ολοκλήρου.

Άννα Καρένιν · 第 16 / 19 段