― Έχω ακούσει να λέγουν, ότι υπάρχουν γυναίκες, αίτινες αγαπώσι

μερικούς άνδρας διά τα ελαττώματά των, αλλ' εγώ τον αποστρέφομαι

διά την αρετήν του. Δεν ημπορώ να ζήσω μαζί του. Θέλησε να μ'

εννοήσης, και να τον βλέπω απλώς μου κάμνει κακό και με εξοργίζει

. . . Δεν ειμπορώ, δεν ειμπορώ να ζήσω μαζί του!. . . Τι να κάμω!

. . . Ήμην δυστυχής και ενόμιζα ότι είνε αδύνατον να γείνω

δυστυχεστέρα, αλλά μου ήτο αδύνατον να φαντασθώ τας αρρήτους

βασάνους που υφίσταμαι τόρα. Εννόησέ το λοιπόν, εννόησέ το,

γνωρίζω ότι είνε αγαθός, εξαίσιος άνθρωπος και τον απεχθάνομαι! .

. . Τον αποστρέφομαι διά την μεγαλοψυχίαν του! Δεν μου μένει παρά

. . .

Ήθελε να είπη: «ν' αποθάνω»· αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν την αφήκε να

συμπληρώση την φράσιν της.

― Είσαι υπερβολική, αγαπητή μου, είσαι άρρωστη, παρωργισμένη· η

κατάστασις δεν είναι τόσον τρομερά, είπε μειδιών.

Ουδείς, εκτός του Ομπλόνσκυ, ενώπιον μιας τοιαύτης απελπισίας, θα

επέτρεπεν εαυτώ να μειδιά. Από κάθε άλλον το μειδίαμα θα εθεωρείτο

απρεπές, αλλ' εις το μειδίαμα του Ομπλόνσκυ ενυπήρχε τόση

καλλωσύνη και τρυφερότης σχεδόν γυναικεία, ώστε αντί να πειράζη,

το μειδίαμά του επράυνε και εγλύκαινε τον πόνον.

Οι βραδείς και καθησυχαστικοί του λόγοι ενείχον την μαλλακτικήν

ιδιότητα του αμυγδαλελαίου, και η Άννα συνησθάνθη το πραϋντικόν

των αποτέλεσμα.

― Όχι, αγαπητέ Στίβα, είπεν, είμαι χαμένη, χαμένη . . . Και, κάτι

χειρότερα· δεν επέθανα ακόμη, δεν θέλω να είπω ότι ετελείωσε το

παν, εξ εναντίας, αισθάνομαι ότι δεν έφθασα ακόμη εις το τέρμα.

Ομοιάζω με σχοινί τεντωμένο που οφείλει να κοπή . . . Το τέλος δεν

επήλθε ακόμη, και . . . όταν επέλθη, θα είνε τρομερόν!

― Συγγνώμην, πρέπει το σχοινί να χαλαρωθή σιγά-σιγά . . . Καμμία

κατάστασις δεν είνε αδιέξοδος.

― Το εσκέφθην. Μία μόνη διέξοδος υπάρχει . . .

Ο Ομπλόνσκυ κατενόησε πάλιν ότι η διέξοδος αύτη, εις τα όμματά

της, ήτο ο θάνατος, και την διέκοψεν εκ νέου.

― Δεν δύνασαι ν' αντιληφθής την θέσιν σου τόσον ευκρινώς, όσον

την αντιλαμβάνομαι εγώ. Επίτρεψόν μου λοιπόν να σου είπω

ειλικρινώς την γνώμην μου.

Και εμειδίασεν αύθις καταπραϋντικώς.

― Θα πάρω τα πράγματα από την αρχήν των: ενυμφεύθης ένα άνδρα

κατά είκοσιν έτη μεγαλείτερόν σου. Ενυμφεύθης χωρίς έρωτα και εν

τη αγνοία του έρωτος. Δέχομαι ότι τούτο ήτο σφάλμα . . .

― Σφάλμα τρομερόν, είπεν η Άννα.

― Αλλ' είνε γεγονός τετελεσμένον. Κατόπιν, σου συνέβη, θα το

είπω, το δυστύχημα να μη αγαπάς τον σύζυγόν σου και ν' αγαπήσης

άλλον. Είνε δυστύχημα, αλλ' είνε και αυτό γεγονός τετελεσμένον.

Και ο σύζυγος σου ανεγνώρισε το γεγονός αυτό και σε συνεχώρησε.

Μεθ' εκάστην φράσιν διεκόπτετο διά να της δώση καιρόν να ομιλήση,

αλλ' εκείνη ετήρει σιγήν.

― Έτσι είνε . . . Τόρα λοιπόν το ζήτημα τίθεται ως εξής:

ειμπορείς να εξακολουθήσης συζώσα με τον άνδρα σου; . . Το

επιθυμεί εκείνος!

― Δεν γνωρίζω τίποτε, τίποτε! . . .

― Αλλά, μου είπες προ ολίγου ότι δεν ειμπορείς να τον υποφέρης;

― Όχι, δεν το είπα, παίρνω 'πίσω τα λόγια αυτά, δεν γνωρίζω

τίποτε και δεν εννοώ τίποτε.

― Εν τούτοις, επίτρεψόν μου. Βασανίζεσθε και οι δύο, και, πού

τούτο ειμπορεί να καταλήξη; . . Το διαζύγιον, εξ εναντίας, λύει

όλους τους δεσμούς.

Έδωκε την συμβουλήν ταύτην, ήτις απετέλει την δεσπόζουσαν ιδέαν

του, όχι άνευ δισταγμού, και την εκύτταξεν εμφαντικώς.

Η Άννα τον ητένισε με τα σκεπτικά της μάτια, που ηκτινοβόλουν, και

δεν είπε λέξιν.

* * *

Ο Ομπλόνσκυ εισήλθεν εις το δωμάτιον του Καρένιν με κάπως επίσημον

ύφος. Ο γαμβρός του όρθιος, με τας χείρας ηνωμένας επί της ράχεως,

εσκέπτετο ακριβώς επί των ζητημάτων, τα οποία ο Ομπλόνσκυ είχε

συζητήσει μετά της Άννας.

― Μήπως σ' ενοχλώ; ηρώτησε.

― Όχι δεν μ' ενοχλείς, απήντησεν ο Καρένιν αδιαφόρως, έχεις

τίποτε να μ' ερωτήσης;

― Ναι . . . Θα επιθύμουν . . . . Έχω ανάγκην . . . . Ναι, πρέπει

να σου ομιλήσω, είπεν ο Ομπλόνσκυ, κατάπληκτος διότι ησθάνθη

εαυτόν διστακτικόν.

Κατέβαλεν αγώνα και εδέσποσε της συγχύσεώς του.

― Ελπίζω ότι έχεις πεποίθησιν περί της αγάπης που τρέφω προς την

αδελφήν μου και περί της αφοσιώσεως και του σεβασμού μου προς σε,

είπεν ερυθριάσας.

Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος ενώπιόν του και δεν απεκρίθη, αλλ' η

μορφή του έσχε την έκφρασιν υπομονητικού μάρτυρος· ο Ομπλόνσκυ

συνεκινήθη.

― Επιθυμώ να σου ομιλήσω περί της αδελφής μου και περί της

αμοιβαίας σας θέσεως, είπεν ο Ομπλόνσκυ εξακολουθών να παλαίη κατά

της διστακτικότητός του.

Ο Καρένιν τον ητένισε με μειδίαμα πλήρες θλίψεως, είτα δ'

επλησίασεν εις την τράπεζαν, έλαβε μίαν επιστολήν, ην είχεν

αρχίσει να γράφη και την έτεινε προς τον γυναίκαδελφόν του.

― Δεν παύω σκεπτόμενος πάντοτε το αυτό· αφ' ού η παρουσία μου

εξοργίζει την Άνναν, ιδού τι έγραψα, σκεπτόμενος ότι θα

εξεφραζόμην καλλίτερα αφ' όσον θα ηδυνάμην να το πράξω προφορικώς.

Ο Ομπλόνσκυ έλαβε το χειρόγραφον, εκύταξε μετ' εκπλήξεως τα στυγνά

μάτια του Καρένιν που τον προσέβλεπον ατενώς και ανέγνω:

«Παρατηρώ ότι η παρουσία μου σας είνε επαχθής. Όσον οδυνηρόν και

αν μου είνε να το ομολογήσω οφείλω να πεισθώ περί τούτου. Ούτως

έχει το πράγμα και δεν δύναται να έχη διαφορετικά. Δεν σας

κατηγορώ, και, μάρτυς μου ο Θεός, ότι όταν σας είδα κατά το

διάστημα της ασθενείας σας, έλαβα την απόφασιν να λησμονήσω παν

ό,τι συνέβη και ν' αρχίσω νέαν ζωήν. Δεν μεταμελούμαι, δεν θα

μεταμεληθώ ποτέ δι' ό,τι έπραξα· μόνον το καλόν σας επόθησα, την

ανακούφισιν της ψυχής σας, αλλά βλέπω ότι δεν επέτυχον του σκοπού

μου. Ειπέτε μου, σεις η ιδία, τι δύναται να σας δώση την αληθή

ευτυχίαν και τι δύναται ν' αποδώση την γαλήνην εις την ψυχήν σας.

Επαφίεμαι εξ ολοκλήρου εις την θέλησίν σας και εις την ευθυκρισίαν

σας».

Ο Ομπλόνσκυ απέδωκε την επιστολήν εις τον γαμβρόν του και

εξηκολούθησε να τον παρατηρή με την αυτήν και πρότερον κατάπληξιν.

Η σιγή εκείνη εφάνη εις αμφοτέρους τόσον επαχθής, ώστε ο Ομπλόνσκυ

ησθάνθη ότι τα χείλη του έτρεμον.

― Αυτό είχα να της είπω, ετόνισεν ο Καρένιν υποστραφείς.

― Ναι, ναι . . . . απεκρίθη ο Ομπλόνσκυ.

Δεν ηδύνατο να ομιλήση, τα δάκρυα του απέπνιγον τον λάρυγγα.

― Ναι, ναι, σας εννοώ, είπε τέλος.

― Επιθυμώ να μάθω τι αυτή επιθυμεί, επανέλαβεν ο Καρένιν.

Φοβούμαι ότι η ιδία δεν αντιλαμβάνεται σαφώς την θέσιν της . . . .

Δεν δύναται να είνε αυτή δικαστής. Είνε συντετριμμένη, αυτή είνε η

λέξις, από την μεγαλοψυχίαν σου. Όταν αναγνώση την επιστολήν σου,

δεν θα δυνηθή να εύρη τίποτε ν' απαντήση, θα κύψη μόνον την

κεφαλήν ακόμη χαμηλότερα.

― Αλλά, πώς λοιπόν δύναμαι να μάθω τας επιθυμίας της;

― Ας μου επιτρέπης να σου δώσω την γνώμην μου, φρονώ ότι συ

οφείλεις να εξεύρης τα μέσα δι' ων θα τεθή τέρμα εις αυτήν την

κατάστασιν . . .

― Ώστε, φρονείς ότι πρέπει να τεθή τέρμα; διέκοψεν ο Καρένιν.

Αλλά, πώς να το κάμω; προσέθηκεν υψώσας τας χείρας του μέχρι των

οφθαλμών του . . . Δεν βλέπω την δυνατήν διέξοδον . . .

Ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη και είπε ζωηρώς:

― Δεν υπάρχει κατάστασις άνευ διεξόδου· πρό τινος χρόνου,

επεθύμεις την ρήξιν! . . . Αν σήμερον φθάσης εις το συμπέρασμα ότι

δεν δύνασθε να καταστήτε αμοιβαίως ευτυχείς. . . Φίλε μου, είνε,

απόλυτος ανάγκη, εις ην κατάστασιν ευρίσκεσθε, να καθιερώσητε νέας

αμοιβαίας σχέσεις, αι δε σχέσεις αύται δεν δύνανται να καθιερωθώσι

παρά μόνον αν αποδοθή η ελευθερία εις αμφοτέρους σας.

― Διά του διαζυγίου! ανεφώνησεν ο Καρένιν μετ' αποτροπιασμού.

― Μάλιστα, διά του διαζυγίου, διά του διαζυγίου, επανέλαβεν ο

Ομπλόνσκυ. Αυτή είνε η λογικωτέρα λύσις διά τους συζύγους, των

οποίων αι σχέσεις καθίστανται τόσον τεταμέναι. Τι γίνεται όταν οι

σύζυγοι αποκαλύψουν ότι η συμβίωσίς των δεν τοις είνε πλέον

δυνατή; . . .

Ο Καρένιν εστέναξεν οδυνηρώς και έκλεισε τους οφθαλμούς

― Έν μόνον είνε συζητήσιμον: ο έτερος των συζύγων επιθυμεί να

έλθη εκ νέου εις γάμον; Αν όχι, το πράγμα λύεται αφ' εαυτού.

Την φοράν ταύτην ο Ομπλόνσκυ ηνόησεν εαυτόν απηλλαγμένον παντός

αισθήματος στενοχωρίας ή δισταγμού.

Η μορφή του Καρένιν συνεσπάσθη εκ συγκινήσεως, εψιθύρισε δε κατά

μέρος λέξεις ανάρθρους και δεν απεκρίθη.

Χιλιάκις είχεν αναλογισθή τα πράγματα εκείνα, τα οποία εφαίνοντο

τόσον απλά εις τον Ομπλόνσκυ, και τα εύρισκεν απαράδεκτα. Δεν

εδέχετο πλέον το διαζύγιον, διότι το αίσθημα της ιδίας του

αξιοπρεπείας και ο προς την θρησκείαν σεβασμός δεν τω επέτρεπον ν'

αναλάβη την κατηγορίαν μιας υποθετικής μοιχείας, ακόμη δε

ολιγώτερον να δεχθή να μαρανθή η σύζυγός του, την οποίαν είχε

συγχωρήσει και ην ηγάπα . . . Έπειτα, τι θ' απεγίνετο ο υιός του

εν περιπτώσει διαζυγίου; Να τον αφήση μετά της μητρός του δεν ήτο

δυνατόν. Η διεζευγμένη μήτηρ θ' απέκτα αθέμιτον οικογένειαν εν τη

οποία η θέσις του νομίμου υιού θα ήτο ψευδής και η ανατροφή του

ατελής. Να τον κρατήση; Το τοιούτο θα ήτο εκ μέρους του πράξις

εκδικήσεως, την οποίαν δεν ήθελε να διαπράξη . . . Ο Καρένιν τέλος

απέκρουε το διαζύγιον κυρίως διότι εγνώριζεν ότι τούτο θ' απετέλει

την καταστροφήν της Άννας. Το ν' αποδώση εις την γυναίκα του την

ελευθερίαν της, ήτο, κατά τας ιδέας του Καρένιν, ως να αφίετο ν'

αποσπασθή απ' αυτού του ιδίου ο τελευταίος προς την ζωήν δεσμός,

τα παιδιά του, τα οποία ηγάπα και ως να εστέρει ταυτοχρόνως την

Άνναν του εσχάτου στηρίγματός της επί της οδού του αγαθού!

Εγνώριζεν ότι άπαξ διαζευγνυμένη, θα ηκολούθει τον Βρόνσκυ και θα

προσεχώρει εις σύνδεσμον αθέμιτον και εγκληματικόν, καθ' όσον,

συμφώνως προς τους εκκλησιαστικούς κανόνας, μία γυνή δεν δύναται

να νυμφευθή έτερον άνδρα εφ' όσον ο σύζυγος της ζη.

«. . . Θα τον ακολουθήση», εσκέπτετο ο Καρένιν, «και, μετά έν ή

δύο έτη θα την εγκατάλειψη, ή θα προσχωρήση εις νέον δεσμόν και το

σφάλμα θα επαναπέση εις βάρος μου, διότι θα έχω συγκατατεθή εις

διαζύγιον ανήθικον».

Δεν εδέχετο λοιπόν ο Καρένιν ουδέν εξ όσων έλεγεν ο Ομπλόνσκυ,

αλλά τον ηκροάτο, διότι ησθάνετο ότι διά του στόματος αυτού

εξεφράζετο η ισχυρά εκείνη κτηνώδης δύναμις, ήτις, παρά την

θέλησίν του, εδέσποζε της ζωής του και εις την οποίαν θα ήτο

υπόχρεως να υποκύψη.

― Το ζήτημα έγκειται τόρα εις τούτο: Υπό τίνας όρους θα εδέχεσο

το διαζύγιον; Ε κ ε ί ν η δεν επιθυμεί τίποτε, δεν τολμά να ζητήση

τίποτε, επαφίεται δ' εξ ολοκλήρου εις την γενναιοψυχίαν σου.

«Ύψιστε, Ύψιστε, διατί;» εσκέφθη ο Καρένιν αναλογισθείς όλας τας

λεπτομερείας του διαζυγίου όταν ο σύζυγος αποδέχεται εις βάρος του

την ευθύνην. Και, εξ αισχύνης, εκάλυψε την μορφήν διά των χειρών

του με το αυτό κίνημα, όπερ είχε κάμει ο Βρόνσκυ παρά την κλίνην

της παραληρούσης Άννας.

― Ναι, ναι, εκραύγασε διά της οξείας φωνής του, αναλαμβάνω εγώ το

αίσχος, της δίδω μάλιστα και τον υιόν μου, αλλά δεν θα ήτο

συμφερώτερον να τ' αποφύγωμεν όλα αυτά; . . . Άλλως τε κάμε όπως

επιθυμείς.

Ο Ομπλόνσκυ συνεκινήθη.

― Πίστευσόν με, είπε, μετά στιγμήν σιωπής, θα εκτιμήση πληρέστατα

το μεγαλείον της ψυχής σου!

Τα δάκρυα ημπόδιζον τον Καρένιν να ομιλήση.

― Είνε πεπρωμένον, και πρέπει να υποταχθώμεν εις αυτό, είπεν ο

Ομπλόνσκυ. Αποδέχομαι την δυστυχίαν αυτήν ως γεγονός τετελεσμένον

και βιάζω εμαυτόν να προσέλθω εις βοήθειαν αμφοτέρων σας.

Όταν εξήλθε του δωματίου του γαμβρού του, ο Ομπλόνσκυ ήτο

συγκεκινημένος, τούθ' όπερ όμως δεν τον ημπόδισε να συγχαρή εαυτόν

διότι τόσον τελείως είχεν επιτύχει η αποστολή του. Ήτο βέβαιος ότι

ο Καρένιν δεν θα ήλλασσε γνώμην.

* * *

Το τραύμα του Βρόνσκυ είχε θέσει εις κίνδυνον την ζωήν του, αν και

η σφαίρα δεν είχε θίξει την καρδίαν. Επί πολλάς ημέρας παρέμεινε

μεταξύ ζωής και θανάτου.

Όταν διά πρώτην φοράν ηδυνήθη να ομιλήση, εις το δωμάτιόν του

ευρίσκετο μόνη η νύμφη του Βάρια.

― Βάρια, της είπε διά τόνου αυστηρού, ετραυματίσθην εξ

απροσεξίας. Σε παρακαλώ, να μη κάμης υπαινιγμόν περί του γεγονότος

τούτου, ειπέ εις όλους ότι πρόκειται περί τυχαίου επεισοδίου. Δεν

παραληρώ πλέον, σου το ζητώ σοβαρώς: κανείς να μη είπη ότι ηθέλησα

να συντομεύσω τας ημέρας μου!

― Ουδείς το λέγει, απήντησεν εκείνη· ελπίζω μόνον ότι δεν θα

ξανατραυματισθής εξ απροσεξίας.

― Το ελπίζω, αν και προτιμότερον θα ήτο, . .

Νευρικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του. Παρά τους λόγους του δε,

οίτινες κατετρόμαξαν την Βάρια, μόλις η φλεγμονή παρήλθε και

ήρχισε ν' ανακτά τας δυνάμεις του, συνησθάνθη ότι είχεν απαλλαγή

κατά τι από το άλγος του. Του εφάνη ότι απειλήσας την ιδίαν του

ζωήν είχεν εκπλύνει το αίσχος και την ταπείνωσιν, ην είχεν

αισθανθή. Τόρα ηδύνατο να σκέπτεται ηρέμως περί του Καρένιν.

Ανεγνώριζε δε το μεγαλείον της ψυχής αυτού χωρίς να αισθάνεται

πλέον εαυτόν τεταπεινωμένον, . . Κατόπιν επανέλαβε την παλαιάν του

ζωήν· τω κατέστη ηθικώς δυνατόν ν' αφεθή να οδηγήται από τους

παλαιούς κανόνας της συμπεριφοράς του, και ν' ατενίζη τους

ανθρώπους κατά πρόσωπον, χωρίς να ερυθριά. Αλλ' είχε και την

πικράν απόγνωσίν ότι είχε χάσει διά παντός την Άνναν. Δεν ηδύνατο

ν' αποσπάση της καρδιάς του το αίσθημα τούτο, αν και δεν έπαυσε

παλαίων κατ' αυτού . . .

Είχε σταθερώς αποφασίσει, αφ' ότου το σφάλμα του είχεν εξαγορασθή

ενώπιόν του συζύγου, να παραιτηθή της Άννας και να μη παρεντεθή

ουδέποτε πλέον μεταξύ αυτής, της μετανοίας της και του συζύγου

της, του ήτο όμως αδύνατον να παρηγορηθή διά την απώλειαν του

έρωτός του. Δεν ηδύνατο ν' αποσβέση εκ της μνήμης του τας στιγμάς

της ευτυχίας ην είχεν απολαύσει μαζί της. Τότε ελάχιστα είχεν

εκτιμήσει ταύτα, τόρα όμως τον εβασάνιζον διά γοητείας επιμόνου.

Ο στρατηγός Σερπουχόβσκη εσκέφθη να του προμηθεύση κάποιαν

ανωτέραν θέσιν εις την Τασκένδην, και ο Βρόνσκυ, άνευ δισταγμού

απεδέχθη την τοποθέτησιν. Αλλά, καθ' όσον επλησίαζεν η στιγμή της

αναχωρήσεώς του, ησθάνετο πολύ βαρύτερον την θυσίαν ην έκαμνε δι'

εκείνο, το οποίον έκρινεν ως καθήκον του.

Όταν το τραύμα του εθεραπεύθη εντελώς ήρχισε να προετοιμάζεται

προς αναχώρησιν.

― Να την επανίδω άπαξ ακόμη, και κατόπιν να ενταφιασθώ και ν'

αποθάνω, εσκέπτετο.

Αποχαιρετών την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, της ενεπιστεύθη τον ενδόμυχον

αυτού πόθον. Αύτη δε του εχρησίμευσεν ως μεσάζουσα και του έφερε

την αρνητικήν απάντησιν της Άννας.

― Τόσον το καλλίτερον! εσκέφθη ο Βρόσκυ, ήτο μία αδυναμία εκ

μέρους μου, και η συνέντευξις αυτή θα μου αφήρει τας τελευταίας

μου δυνάμεις.

Το πρωί της επιούσης, η Μπέτσυ μετέβη να τον ίδη και τον

επληροφόρησεν ότι ο Ομπλόνσκυ την είχε διαβεβαιώσει θετικώς ότι ο

Καρένιν συγκατετίθετο εις το διαζύγιον, και ότι, κατά συνέπειαν,

ηδύνατο να ίδη την Άνναν.

Χωρίς να σκεφθή ούτε να κατευοδώση καν την επισκέπτριάν του,

λησμονήσας όλας του τας αποφάσεις, χωρίς ούτε και ν' αναλογισθή αν

ο Καρένιν ευρίσκετο εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ διηυθύνθη κατ'

ευθείαν εις της Άννας. Ανήλθε την κλίμακα εν σπουδή, χωρίς να

προσέξη εις κανένα, και διά βήματος γοργού, ερρίφθη επ' αυτής και

εκάλυψε διά φιλημάτων την μορφήν της, τας χείρας και τον τράχηλον.

Η Άννα είχε προπαρασκευασθή διά την συνέντευξιν εκείνην· είχε

σκεφθή τι θα του έλεγεν, αλλά δεν ευρήκε τόρα τα λόγια που είχε

παρασκευάση. Ο έρως του Βρόνσκυ την ενίκησεν. Όταν δε ηθέλησε να

τον πραϋνη και να πραϋνθή και αυτή, ήτο πλέον πολύ αργά. Το

αίσθημα του Βρόνσκυ εκυριάρχει αυτής. Τα χείλη της έτρεμον και επί

πολύ δεν ηδυνήθη ν' αρθώση λέξιν.

― Ναι, με κατέκτησες, είμαι 'δική σου, του είπε.

― Δεν ήτο δυνατόν να τελειώση διαφορετικά το πράγμα, είπεν ο

Βρόνσκυ. Εφ' όσον ζώμεν, έτσι θα είνε, το εννοώ τόρα.

― Είν' αλήθεια, είπεν εκείνη.

Η Άννα ωχρία επί μάλλον και μάλλον, εν ώ κατεφίλει την κεφαλήν

του.

― Εν τούτοις, μεθ' όσα συνέβησαν, υπάρχει κάτι το απαίσιον εις

ό,τι πράττομεν, προσέθηκεν.

― Όλα θα παρέλθουν και θα είμεθα τόσον ευτυχείς!

― Ναι, αλλ' αισθάνομαι εμαυτήν πολύ αδύνατον.

Και τα χείλη της υπέστησαν νέον τρόμον.

― Θα πάμε 'ςτήν Ιταλία και εκεί θ' ανακτήσης την υγείαν σου,

είπεν ο Βρόνσκυ.

Τον ητένισε κατάματα.

― Είνε δυνατόν να ζήσωμεν ως σύζυγοι, μόνοι μας, απαρτίζοντες

ημείς ολόκληρον την οικογένειάν μας;

― Μ' εκπλήσσει μόνον το πώς δεν υπήρξε διαρκώς τοιαύτη η ζωή μας,

είπεν ο Βρόνσκυ.

― Ο Στίβα λέγει ότι συγκατατίθεται εις όλα, αλλ' εγώ δεν δύναμαι

να δεχθώ την μεγαλοψυχίαν του. Δεν επιθυμώ το διαζύγιον. Δεν μ'

ενδιαφέρει τίποτε τόρα. Μόνον, δεν γνωρίζω τι απεφάσισεν ως προς

τον Σεριόγια.

Ο Βρόνσκυ δεν κατώρθωσε να εννοήση πώς ειμπορούσε την στιγμήν

εκείνην να συλλογίζεται τον υιόν της και το διαζύγιον! Δεν ήσαν

αδιάφορα πράγματα αυτά;

― Μη ομιλείς περί αυτών, μη τα σκέπτεσαι καν, είπε, συστρέφων την

χείρα της Άννας εντός της ιδικής του και προσπαθών να εφελκύση εις

εαυτόν την προσοχήν της.

Αλλ' εκείνη δεν τον παρετήρει πλέον:

― Αχ! διατί να μη αποθάνω; Θα ήτο προτιμότερον αυτό, απεκρίθη.

Δάκρυα σιγαλά κατέρρευσαν επί των παρειών της, αλλ' επίεζεν εαυτήν

να μειδιά διά να μη λυπήση τον Βρόνσκυ.

Προ μικρού, ο Βρόνσκυ είχε θεωρήσει επωνείδιστον, αδύνατον σχεδόν,

ν' αποκρούση την τιμητικήν και επικίνδυνον άμα θέσιν, ήτις του

είχε προσφερθή εν Τασκένδη, αλλά τόρα, χωρίς στιγμήν δισταγμού,

απέκρουσε την τιμήν αυτήν. Είτα δε, διακρίνας κάποιαν

αποδοκιμασίαν, εγκατέλειψεν εντελώς το στράτευμα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ένα μήνα βραδύτερον, ο Καρένιν ευρέθη μόνος μετά του υιού του εις

τα δωμάτιά του.

Η Άννα και ο Βρόνσκυ ανεχώρησαν δι' Ιταλίαν χωρίς να δεχθώσι το

διαζύγιον, όπερ εκείνη απέκρουσεν αποφασιστικώς.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ

Ο Βρόνσκυ και η Άννα εταξείδευον ανά την Ευρώπην από τριών ήδη

μηνών. Είχον διαμείνει εις Βενετίαν, εις Ρώμην, εις Νεάπολιν και

είχον φθάσει προ ολίγου εις μικράν τινα ιταλικήν πόλιν, όπου

εσκέπτοντο να μείνουν επί τινα καιρόν.

Κατά την περίοδον ταύτην της ταχείας της αναρρώσεως και της προ

μικρού ανακτηθείσης ελευθερίας της η Άννα ησθάνετο εαυτήν τελείως

ευτυχή και πλήρη από την χαράν της ζωής. Η ανάμνησις της συμφοράς

του συζύγου της δεν εδηλητηρίαζε διόλου την ευτυχίαν της· ήτο πολύ

τρομερά η ανάμνησις αύτη και την απεμάκρυνεν αφ' εαυτής· αφ'

ετέρου δε, η συμφορά του συζύγου της τής είχε προμηθεύσει ευτυχίαν

υψίστην, ώστε να μη δύναται να μετανοήση δι' ό,τι είχε πράξει.

Η ανάμνησις όλων όσα της είχον συμβή μετά την ασθένειάν της, της

συμφιλιώσεως με τον σύζυγόν της, της ρήξεως αυτής, της ειδήσεως

του απονενοημένου διαβήματος του Βρόνσκυ, της εμφανίσεώς του εις

την οικίαν της, των προετοιμασιών του διαζυγίου, της αναχωρήσεως

από της συζυγικής στέγης, των αποχαιρετισμών του υιού της, όλα

αυτά της εφαίνοντο ως όνειρον παραληρήματος, από του οποίου είχεν

αφυπνισθή εις το εξωτερικόν, μόνη μετά του Βρόνσκυ.

Οσάκις τη επήρχετο η ανάμνησις αύτη του παρελθόντος, καθησυχάζετο

αναλογιζομένη ένα ορθολογισμόν, τον οποίον είχε κάμει ευθύς από

των πρώτων ημερών της ρήξεώς της.

― Εδημιούργησα μοιραίως την δυστυχίαν του ανθρώπου αυτού, αλλά

δεν επιθυμώ να επωφεληθώ της συμφοράς του ταύτης· πάσχω επίσης και

θα πάσχω πάντοτε· χάνω ό,τι πολυτιμότερον είχα, την καλήν μου

φήμην και τον υιόν μου. Ενήργησα κακώς, διά τούτο δεν ζητώ πλέον

την ευτυχίαν, δεν θα δεχθώ το διαζύγιον και θα υποστώ το αίσχος

της καταστάσεως ταύτης και τον πόνον του αποχωρισμού μου από τον

υιόν μου.

Αλλ' όσον και αν επηύχετο η Άννα το μαρτύριον, το αληθές είνε ότι

δεν έπασχεν. Ουδεμίαν υφίστατο ταπείνωσιν. Χάρις εις το τακτ, όπερ

κατείχον αμφότεροι εις μέγαν βαθμόν, κατώρθωνον, αποφεύγοντες τας

Ρωσσίδας κυρίας, να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το εξωτερικόν εις

θέσιν δυσχερή. Πανταχού συνήντων ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο

κατανοούντες την κατάστασίν των καλλίτερα και απ' αυτούς τους

ιδίους.

Και δεν υπέφερεν επίσης εν αρχή εκ του αποχωρισμού του υιού της,

αν και πολύ τον ηγάπησεν. Η κορασίς, το π α ι δ ί - τ η ς, ήτο

τόσον χαριτωμένη και είχε τόσον κατακτήσει την καρδίαν της Άννας

αφ' ότου ήτο μόνη μετ' αυτής, ώστε η νεαρά γυνή σπανίως

εσυλλογίζετο τον υιόν της.

Ο πόθος της ζωής, ενισχυθείς υπό της επανακτήσεως της υγείας, ήτο

τόσον ισχυρός και αι συνθήκαι της νέας της υπάρξεως τόσον

ευχάριστοι και πρωτότυποι, ώστε η Άννα ησθάνετο εαυτήν απολύτως

ευτυχή.

Όσον καλλίτερον εγνώριζε τον Βρόνσκυ, τόσον πλειότερον τον ηγάπα.

Τον ηγάπα διά τε το άτομόν του και διά τον προς αυτήν έρωτά του·

ήτο πάντοτε ευτυχής αισθανομένη ότι ήτο ολόκληρος ιδικός της και η

παρουσία του της ήτο πάντοτε ευχάριστος. Όλαι αι ιδιότητες του

χαρακτήρος του, εις τον οποίον ενεβάθυνεν επί μάλλον και μάλλον,

την εγοήτευον ανεκφράστως.

Ο θαυμασμός, τον οποίον ησθάνετο προς αυτόν την ετρόμαζε πολλάκις·

προσεπάθει ν' ανακαλύψη εν αυτώ έν τι ελλάτωμα και δεν το

κατώρθωνε . . . Δεν ετόλμα δε να του υποδείξη ότι συνησθάνετο

πόσον ήτο κατωτέρα του . . . . Αλλά δεν ηδύνατο να μη του εκδηλώνη

ευγνωμοσύνην διά τον έρωτά του. Αυτός, όστις, κατά την κρίσιν της,

είχε τόσα πλούσια προσόντα διά την υπηρεσίαν του Κράτους, και θα

ηδύνατο να παίξη σημαίνοντα ρόλον, είχε θυσιάσει προς χάριν της

την φιλοδοξίαν του και δεν εξεδήλωνέ ποτε την ελαχίστην απόχρωσιν

μεταμελείας. Πλέον ή άλλοτε ποτε την ηγάπα τόρα και την εξετίμα

συγχρόνως. Και ουδ' επί στιγμήν έπαυεν αγρυπνών όπως τίποτε να μη

την κάμη να αισθανθή το ψευδές της καταστάσεώς της.

Αυτός ο τόσον δυνατός και τόσον γενναίος, δεν είχε πλέον θέλησιν

πλησίον της και μόνη του σκέψις ήτο να προλαμβάνη τας επιθυμίας

της. Δεν ηδύνατο να κατανοήση επακριβώς την λεπτότητα εκείνην, αν

και το υπερβολικόν του ενδιαφέρον, αν και η ατμόσφαιρα εκείνη των

περιποιήσεων δι' ων την περιέβαλλε, της έφερον πολλάκις δυσφορίαν

. . . . Ο Βρόνσκυ εν τούτοις, δεν ήτο απολύτως ευτυχής, αν και

εκείνο, το οποίον είχεν από πολλού τόσον διαπύρως ποθήσει, είχε

συντελεσθή.

Αντελήφθη εντός ολίγου ότι μόλις ένα κόκκον άμμου είχεν απολαύσει

από το όρος εκείνο της ευτυχίας, το οποίον ανέμενε. Κατενόησε την

αιωνίαν πλάνην, ην διαπράττουν οι άνθρωποι, φανταζόμενοι ότι η

ευτυχία κατακτάται διά της πραγματοποιήσεως των πόθων των.

Κατά τας πρώτας ημέρας της ενώσεώς των, όταν παρητήθη της

στρατιωτικής στολής, διησθάνθη όλην την γοητείαν της ελευθερίας εν

γένει, διότι δεν την είχε γνωρίσει προτήτερα και την απόλαυσιν του

ελευθέρου έρωτος· ήτο ευτυχής, αλλ' η ευτυχία αύτη δεν διήρκεσεν

επί πολύ.

Δεν εβράδυνε να αισθασθή, ότι εντός της ψυχής του εβλάστανεν ο

πόθος κάτι να επιθυμήση δηλαδή η ανία! Ακουσίως του τότε επεδίδετο

εις την ικανοποίησιν των μάλλον προσκαίρων ιδιοτροπιών του, τας

οποίας εξελάμβανεν ως επιθυμίας και σκοπόν της ζωής.

Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο πλέον ν' αποβλέψη εις τας απολαύσεις της

αγάμου ζωής, ήτις απερρόφα άλλοτε τον χρόνον του εν Ρωσσία, διότι

άπαξ μόνον βραδύνας εις κάποιο δείπνον μετά παλαιών του φίλων,

παρετήρησε ότι η Άννα είχεν αισθανθή εκ τούτου βαθείαν θλίψιν,

δυσανάλογον προς την αιτίαν . . . Λόγω δε της αβεβαίας θέσεώς των,

δεν ηδύνατο να διατηρή σχέσεις ούτε μετά της εκλεκτής εντοπίου

κοινωνίας, ούτε μετά των παρεπιδήμων Ρώσσων.

Ως προς δε τα περίεργα της χώρας, τα είχεν ήδη όλα ιδεί, και εν τη

ιδιότητί του ως Ρώσσου και ανθρώπου πνευματώδους, δεν απέδιδεν εις

αυτά την σημασίαν, ην τοις προσέδιδον οι Άγγλοι.

Διά τούτο, όπως ζώον πεινασμένον ρίπτεται κατά παντός αντικειμένου

που συναντά, ελπίζον ότι θα εύρη εν αυτώ βοσκήν, ο Βρόνσκυ

ερρίπτετο εις την πολιτικήν, εις τα νέα βιβλία και εις τας εικόνας

. . . . Νεαρός έτι είχεν εκδηλώσει κλίσιν προς την ζωγραφικήν.

Είχε το ταλάν να εννοή την τέχνην και να μιμήται με γούστο και με

ακρίβειαν· επίστευσεν εαυτόν προικισμένον με τα προσόντα αληθούς

καλλιτέχνου, και, μετά τινα δισταγμόν περί του ποίον είδος

ζωγραφικής θα εξέλεγε, θρησκευτικήν, ιστορικήν ή ρεαλιστικήν,

επεδόθη εις το έργον.

Αντελαμβάνετο όλα τα είδη και ηδύνατο να εμπνέεται από το καθέν,

αλλά δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι δύναταί τις να εμπνέεται απ'

ευθείας από εκείνο που εγκλείει εντός του, χωρίς να γνωρίζη τους

ζωγραφικούς κλάδους, και χωρίς να ασχολήται να μάθη αν εκείνο που

θα συνθέση ανήκει εις τούτο ή εκείνο το είδος. Επειδή δε ηγνόει

την ανάγκην αυτήν του εκφράζειν τας ιδίας του εμπνεύσεις, και

ειργάζετο υπό την επήρειαν αντικειμένων ενσαρκωθέντων ήδη υπό της

τέχνης, ειργάζετο ταχέως και ευχερώς και επετύγχανεν ακόπως να

απομιμήται αδιάφορον ποίον είδος.

Επροτίμησε την Γαλλικήν σχολήν, την τόσον χαριτωμένην και

εντυπωτικήν. Έκαμε δε την εικόνα της Άννας με εντοπίαν περιβολήν,

και η εικών εκείνη εφάνη και εις αυτόν και εις πάντας όσοι την

είδον, εις υπερβολήν επιτυχής . . .

Αλλ' η κλίσις του Βρόνσκυ προς την ζωγραφικήν δεν διήρκεσεν επί

πολύ, και έσχεν αρκούσαν διορατικότητα, ώστε να μη περατώση την

προσωπογραφίαν της Άννας.

Εννόησε συγκεχυμένως ότι αι ελλείψεις του έργου του, αίτινες

παρήρχοντο απαρατήρητοι εν αρχή, θα καθίσταντο κατάφωροι εφ' όσον

θα προυχώρει εις την τελειοποίησίν του.

Με την σταθερότητα του χαρακτήρος, ήτις του ήτο φυσική έπαυσε να

ζωγραφίζη, χωρίς να δώση εξηγήσεις και χωρίς να ζητήση να

δικαιολογηθή. Η Άννα εξεπλάγη από την απόφασιν εκείνην, και άπαξ

στερηθέντες της ασχολίας εκείνης, η ζωή της εφάνη υπερβολικά

μονότονος εις την Ιταλικήν εκείνην πόλιν, και απεφάσισαν να

επιστρέψωσιν εις Ρωσσίαν.

Θα διήρχοντο πρώτον από την Πετρούπολιν, όπου ο Βρόνσκυ θα

επραγματοποίει τέλος την διανομήν των γαιών του μετά του αδελφού

του, και η Άννα θα έβλεπε τον υιόν της, κατόπιν δε θα μετέβαινον

να περάσουν το καλοκαίρι εις την μεγάλην πατρογονικήν ιδιοκτησίαν

του Βρόνσκυ.

* * *

Άννα Καρένιν · 第 12 / 19 段