Εγονυπέτησε πλησίον της κλίνης, εστήριξε το μέτωπον του επί του

αγκώνος της Άννας, όστις τον εφλόγιζε, και έκλαυσε μετά λυγμών σαν

παιδί.

Εκείνη έλαβε δι' αμφοτέρων της των χειρών την κεφαλήν του Καρένιν,

την είλκυσε προς εαυτήν και ύψωσε τα μάτια προς την οροφήν μεθ'

υπερηφανείας και χαράς.

― Ήλθεν, εγνώριζα εγώ ότι θα ήρχετο, τώρα χαίρετε, χαίρετε πάντες

. . . Αλλά, νά που ξαναήλθαν . . . γιατί δεν φεύγουν . . . Γιατρέ,

απαλλάξατέ με από όλα αυτά τα γουναρικά . . .

Ο ιατρός επανέθεσε τας χείρας της ασθενούς επί των προσκεφαλαίων

και την εσκέπασεν αύθις μέχρι του πώγωνος.

Η Άννα εξηπλώθη πειθηνίως, χωρίς να παύση ατενίζουσα εμπρός της,

με τα μάτια φλογισμένα:

― Μη λησμόνει ότι ουδενός άλλου είχον ανάγκην πλην της συγγνώμης

σου! . . . Αυτήν και μόνην επόθουν . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται

μέσα; . . .

Ητένισε προς την θύραν του καλλωπιστηρίου όπου ευρίσκετο ο

Βρόνσκυ.

― Έλα, έλα μέσα! . . . Δος του το χέρι σου.

Ο Βρόνσκυ επλησίασεν εις το άκρον της κλίνης και . . . έκρυψε

πάλιν την μορφήν μεταξύ των χειρών του.

― Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου, κύτταξέ τον κατά πρόσωπον, είνε . .

. άγιος! είπεν εκείνη . . . Αλλά, ξεσκέπασε λοιπόν το πρόσωπόν

σου, προσέθηκεν οργίλως . . . Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς ξεσκέπασέ του

συ το πρόσωπον, θέλω να τον ίδω . . .

Ο Καρένιν εδράξατο των χειρών του Βρόνσκυ και απεκάλυψε την μορφήν

αυτού, παραμορφωμένην από τον πόνον και από το αίσχος . . .

― Δος του το χέρι, συγχώρησέ τον . . .

Ο Καρένιν έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ χωρίς να δυνηθή να

συγκρατήση τα δάκρυα που επλημμύρουν τους οφθαλμούς του και

κατέρρεον εις κρουνούς . . .

― Ευχαριστώ, Ύψιστε, ευχαριστώ! Τώρα, είμαι έτοιμη . . . Είμαι

έτοιμη! . . . Θέλω μόνον να τεντώσω λιγάκι τα πόδια μου . . .

έτσι, έτσι δα, καλά . . . Αλλά, τι ακαλαίσθητα που έχουν ζωγραφηθή

αυτά τα άνθη, δεν μοιάζουν με βιολέττες προσέθηκεν υποδεικνύουσα

τας τοιχογραφίας. Θεέ μου, πότε θα τελειώσουν όλα . . . Δώσατέ μου

μορφίνην . . . Θεέ μου, Θεέ μου!

Και συνεσπάσθη βιαίως επί της κλίνης της.

Ο ιατρός της Άννας και οι λοιποί ιατροί, κληθέντες εις συμβούλιον,

απεφάνθησαν ότι επρόκειτο περί επιλοχίου πυρετού, νόσου δηλαδή από

της οποίας μόνον μία επί τοις εκατό σώζονται . . .

Η Άννα διήλθεν ολόκληρον την ημέραν εν παραληρισμώ και αναισθησία.

Περί το μεσονύκτιον απώλεσεν εντελώς τας αισθήσεις και ο σφυγμός

της σχεδόν έπαυσεν.

Από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ήδη το μοιραίον τέλος.

Ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του, αλλ' επανήλθε να λάβη

ειδήσεις περί της επιθανάτου την πρωίαν της επιούσης. Ο Καρένιν

τον συνήντησεν εις τον αντιθάλαμον και του είπε:

― Μείνατε, πιθανόν να σας ζητήση . . .

Και τον εισήγαγεν ο ίδιος εις το δωμάτιον της συζύγου του.

Κατά τας πρωινάς ώρας η ταραχή επανελήφθη, το παραλήρημα

επανήρχισε και κατέληξεν αύθις εις κατάστασιν κωματώδη.

Την τρίτην ημέραν συνέβησαν τα ίδια, οι δε ιατροί απεφάνθησαν ότι

επανεφαίνετο κάποια ελπίς.

Την ημέραν εκείνην ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της

Άννας όπου εκάθητο ήδη ο Βρόνσκυ, και αφού έκλεισε την θύραν,

εκαθέσθη απέναντί του.

Ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι την φοράν αυτήν η μεταξύ των εξήγησις ήτο

αναπότρεπτος.

― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε, δεν δύναμαι ούτε να ομιλήσω πλέον

ούτε να εννοήσω τίποτε . . . Φεισθήτε μου! . . . Πάσχετε, αλλά,

πιστεύσατέ το, πάσχω πολύ πλειότερον υμών . . .

Ηθέλησε να εγερθή, αλλ' ο Καρένιν εδράξατο της χειρός αυτού και

του είπε:

― Σας παρακαλώ να με ακούσετε, είνε ανάγκη. Οφείλω να σας εξηγήσω

τα αισθήματα, τα οποία με καθωδήγησαν και θα με καθοδηγήσωσιν

ακόμη, ίνα δυνηθήτε να μη παρερμηνεύσητε την συμπεριφοράν μου.

Γνωρίζετε ότι είχον αποφασίσει να ζητήσω διαζύγιον, και ότι

μάλιστα είχον προβή εις τας πρώτας σχετικάς ενεργείας. Δεν θα σας

αποκρύψω επίσης ότι πολύ εδίστασα, και σας ομολογώ ότι κατειχόμην

υπό της επιθυμίας να εκδικηθώ και κατ' εκείνης και καθ' υμών . . .

Όταν έλαβον το τηλεγράφημά της, ήλθον κατεχόμενος υπό των αυτών

αισθημάτων, . . . θα προχωρήσω έτι πέραν, ηυχήθην τον θάνατόν της.

Αλλά . . . .

Έμεινε προς στιγμήν απερροφημένος από τας σκέψεις του, και

διερωτώμενος αν έπρεπε ν' αποκαλύψη τα κατέχοντα αυτόν

συναισθήματα.

― Αλλά, . . .την είδον . . . και συνεχώρησα! Η ευτυχία που

χαρίζει η συγγνώμη μοι απεκάλυψε το καθήκον μου . . . . Συνεχώρησα

εξ ολοκλήρου. Θα προτείνω την αριστεράν μου παρειάν, θα χαρίσω τον

χιτώνα μου εις τον αρπάσαντα το επανωφόριόν μου . . . Έν και μόνον

ζητώ από τον Θεόν, . . . να μη μου αφαιρέση την ευτυχίαν της

συγγνώμης! . . .

Τα μάτια του ήσαν κατάμεστα δακρύων και ο Βρόνσκυ κατεπλάγη προ

της φωταυγούς και γαληνίου λάμψεως του βλέμματός του.

― Αυτή είνε η θέσις μου, επανέλαβεν ο Καρένιν, δύνασθε να με

καλύψετε διά βορβόρου, δύνασθε να με καταστήσητε χλεύην του

κόσμου, . . . δεν θα εγκαταλείψω την Άνναν και δεν θ' απευθύνω

προς σας ούτε λέξιν μομφής· το καθήκον μου μού παρουσιάζεται

ευκρινέστατα ήδη: οφείλω να μείνω μετά της συζύγου μου, και θα

μείνω. . . . Αν επιθυμήση να σας ίδη, θα σας το ανακοινώσω . . . .

αλλά, προς το παρόν, φρονώ ότι προτιμότερον είνε ν' αποσυρθήτε.

Ηγέρθη δε εν ώ λυγμοί απέπνιγον την φωνήν του.

Ηγέρθη και ο Βρόνσκυ και ητένισε τον Καρένιν με την κεφαλήν

χαμηλωμένην και κύπτων ενώπιόν του.

Δεν κατενόει τα αισθήματα, τα οποία εζωπύρουν τον Καρένιν, αλλά

συνησθάνετο ότι ήσαν αισθήματα υπέρτερα και ότι μάλιστα, δι'

αυτόν, ήσαν απρόσιτα και ασύμφωνα προς την ιδίαν του περί ζωής

αντίληψιν.

Ο Βρόνσκυ εξήλθεν εις το πρόστοον της οικίας Καρένιν και

εσταμάτησε, μη κατανοών, εν τη υψίστη συγχύσει του, εις ποίον

μέρος ευρίσκετο, ούτε και πού έπρεπε να μεταβή . . . . Ησθάνετο

εαυτόν ταπεινωθέντα, εξευτελισθέντα, ένοχον και εστερημένον των

μέσων όπως αποπλύνη την ταπείνωσιν, ην είχεν υποστή . . . .

Ησθάνθη εαυτόν ριφθέντα έξω του δρόμου, διά του οποίου είχε

βαδίσει έως τότε μετά τόσης υπερηφανείας και ανέσεως. Όλοι οι

κανόνες και όλαι της ζωής του αι συνήθειαι, αίτινες τω εφαίνοντο

ανεπίδεκτοι μεταβολής, καθίσταντο αιφνιδίως ψευδείς και

ανεφάρμοστοι . . .

Ο σύζυγος εκείνος ο απατηθείς, όστις έως τότε είχε παρουσιασθή προ

αυτού υπό μορφήν οικτράν, ως αγροίκον εμπόδιον εις την ευτυχίαν

του, είχεν ήδη ανυψωθή, παρ' αυτής της Άννας, εις ύψος, το οποίον

επέβαλλε τον σεβασμόν· προσέτι δε, ο σύζυγος εκείνος, φθάσας άπαξ

εις το ύψος εκείνο, δεν ήτο πλέον κακός, ούτε κίβδηλος, ούτε

γελοίος· ήτο ωραίος, αφελής, μέγας!. . .

Ο Βρόνσκυ κατενόει ήδη σαφέστατα, ότι οι ρόλοι είχον αποτόμως

αντιστραφή . . . Αντελαμβάνετο πληρέστατα την υπεροχήν της

συμπεριφοράς του Καρένιν και τον ίδιόν του εξευτελισμόν, την

ευθύτητα εκείνου και την ιδίαν του παρανομίαν. Ησθάνθη ότι ο

σύζυγος ήτο γενναιόφρων εν τη δυστυχία του, εν ώ αυτός ήτο ποταπός

και ευτελής εν τω ψεύδει του.

Αλλ' η συναίσθησις αύτη της ποταπότητός του ενώπιον ανθρώπου ον

είχε περιφρονήσει αδίκως, απετέλει την ελαχίστην των βασάνων του .

. . Ήτο πολύ περισσότερον δυστυχής, διότι αντελαμβάνετο ότι ο προς

την Άνναν έρως του, όστις εφαίνετο ψυχραθής, τόρα ότε επρόκειτο να

την χάση διά παντός, είχε καταστή παρά ποτε φλογερός . . . Κατά το

διάστημα της ασθενείας της, την είχε γνωρίσει κατά βάθος πλέον και

κατενόησεν ότι δεν την είχεν ακόμη αγαπήσει τόσον, όσον ησθάνετο

ότι την ελάτρευε τόρα. Και ήδη, ότε την εγνώρισε τελείως, ότε την

ηγάπα όπως ώφειλε να την αγαπά, είχε ταπεινωθή ενώπιόν της και την

έχανε διά παντός. Και θα διετήρει απ' αυτόν ανάμνησιν ποταπότητος!

Και το φρικωδέστερον όλων ήτο η ανάμνησις της αξιοθρηνήτου και

γελοίας θέσεώς του, καθ' ήν στιγμήν ο Καρένιν του είχεν αποσύρει

τας χείρας από της ηλλοιωμένης εκ του αίσχους μορφής του . . .

Παρέμεινεν επί της προθυραίας κλίμακος ως αποπλανηθείς και δεν

εγνώριζε πλέον τι να πράξη.

― Επιθυμείτε να καλέσω αμάξι; ηρώτησεν ο θυρωρός.

― Ναι, έν αμάξι.

Επιστρέψας εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ χωρίς να χάση καιρόν να

εκδυθή, εξηπλώθη επί τινος διβανίου. Ησθάνετο βάρος εις τον

εγκέφαλον, αναμνήσεις και σκέψεις αλλόκοτοι διεδέχοντο αλλήλας προ

των οφθαλμών αυτού με έκτακτον γοργότητα και διαύγειαν: έβλεπε το

φάρμακον, το οποίον προσέφερεν εις την πάσχουσαν αφίνων να

εκχειλίζη το κουτάλι, τας λευκάς χείρας της μαίας και την

αλλόκοτον στάσιν του γονυπετούς προ της κλίνης Καρένιν.

«. . . Δύνασθε να με καλύψετε με βόρβορον»· οι λόγοι ούτοι

αντήχουν εις τα ώτα του, και έβλεπεν ενώπιόν του τον Καρένιν και

την φλογισμένην μορφήν της Άννας, και τα φλογοβόλα της μάτια,

παρατηρούσα μετ' έρωτος, όχι πλέον αυτόν, αλλά τον σύζυγόν της.

Ανεμνήσθη δ' ακόμη και την ιδικήν του μορφήν, οποία παρουσιάσθη

όταν ο Καρένιν του απέσυρε τας χείρας από του προσώπου.

Και είδεν ακόμη ευκρινέστερον την μορφήν της Άννας, οποίαν την

αντίκρυσε κατά το αλησμόνητον βράδυ, το προηγηθέν των ιπποδρομιών,

«. . . Τετέλεσται το παν, και εκείνη ποθεί τώρα ν' απαλείψη την

ανάμνησίν μου από της μνήμης της . . . Και εγώ δεν δύναμαι να ζήσω

άνευ αυτής! . . . Πώς δυνάμεθα ν' ανασυμφιλιωθώμεν, πώς ν'

ανασυμφιλιωθώμεν;» . . . Επρόφερε τας λέξεις ταύτας υψηλοφώνως και

ήρχισε να τας επαναλαμβάνη ασυναισθήτως, ίνα εμποδίση τας νέας

εικόνας, που παρουσιάζοντο εις τον εγκέφαλόν του, να τον

βασανίζουν.

Αλλά βραχεία τούτο υπήρξεν ανάπαυλα. Και ανεμνήσθη πάλιν τας

γλυκυτέρας στιγμάς του έρωτός των και την ταπείνωσιν άμα της

προτεραίας.

«. . . Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου», του έλεγεν η φωνή της Άννας,

και υπήκουεν αυτός και συνησθάνετο την επαίσχυντον εντύπωσιν εκ

της ιδίας του φυσιογνωμίας.

Παρέμεινε κατακεκλιμένος, προσπαθών ν' αποκοιμηθή, αλλά

συνησθάνετο ότι δεν θα το κατώρθωνεν. Επανελάμβανεν ημιφώνως, εις

την τύχην, μίαν σκέψιν ήτις διεμορφούτο εις το πνεύμα του,

επιποθών να επιβάλη τοιουτοτρόπως σιγήν εις τον εγκέφαλόν του, . .

Ηκροάτο εαυτού ομιλούντος προς εαυτόν, και ήκουσε λόγους, τους

οποίους συνήρθρωνεν ως παράφρων.

«. . . Δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης, δεν κατώρθωσες να επωφεληθής .

. . δεν κατώρθωσες να επωφεληθής, δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης!»

«. . . Μήπως πρόκειται να τρελλαθώ;» ηρώτησεν εαυτόν.

«. . . Δυνατόν και τούτο! Μη δεν υπάρχει λόγος να τρελλαθώ; . . .

Μήπως εις παρομοίας περιστάσεις δεν φυτεύουν μια σφαίρα εις το

κεφάλι τους;»

«Το παν τετέλεσται δι' εμέ», διελογίσθη. «Πρέπει λοιπόν να σκεφθώ

τι μου υπολείπεται να κάμω . . .»

Και η σκέψις του ανεπόλησεν αίφνης την ανάμνησιν της έξω του

έρωτός του προς την Άνναν ζωής του.

«. . . Η φιλοδοξία; Η Αυλή; Ο Κόσμος; Ο φίλος του Σερπουκχόβσκη;»

Δεν ηδυνήθη να σταματήση εις καμμίαν εκ των παρατηρήσεων τούτων.

Άλλοτε, τα πράγματα αυτά είχαν κάποιαν έννοιαν δι' αυτόν, αλλά

τόρα ήσαν όλα κενά εννοίας.

Ηγέρθη, αφήρεσε τον επενδύτην του, έλυσε την ζώνην του και ήρχισε

να βηματίζη ανά τον θάλαμόν του.

«. . . Εις τοιαύτας περιστάσεις γίνεται κανείς τρελλός!»

επανέλαβε, «και εις περιστάσεις τοιαύτας φυτεύει κανείς μια σφαίρα

εις τον κρόταφον . . . διά ν' αποφύγη το αίσχος!» προσέθηκε

βραδέως.

Επλησίασεν εις την θύραν και την έκλεισεν, είτα δε, βλέμμα ατενές,

με τους οδόντας συνεσφιγμένους, προυχώρησε προς την τράπεζαν,

επήρε το περίστροφόν του, το εξήτασεν, έστρεψε προς εαυτόν την

κάνην του, και εβυθίσθη εις διαλογισμούς.

Έμεινεν ούτω, επί δύο λεπτά, με την κεφαλήν χαμηλωμένην,

συγκεντρών τας σκέψεις του μετά καταφόρου εντατικότητος και με το

ρεβόλβερ διαρκώς εις το χέρι.

«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, ωσανεί ανεκάλυπτε το συμπέρασμα

μακράς σειράς συλλογισμών λογικών και διαυγών. Πράγματι όμως

συνεστρέφετο εντός του αυτού κύκλου των ιδεών και των νοερών

απασχολήσεων, αίτινες τον εβασάνιζον από μιας ήδη ώρας. Ήσαν αι

αυταί αναμνήσεις της διά παντός απωλεσθείσης ευτυχίας, το αυτό

συναίσθημα ότι το μέλλον δεν είχε πλέον καμμίαν ευτυχίαν δι'

αυτόν, η αυτή συναίσθησις του εξευτελισμού του,

«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, όταν η σκέψις του διεισέδυσεν, εντός

του αναλλοιώτου εκείνου κύκλου των συλλογισμών και των αναμνήσεων,

είτα δε, στηρίξας το ρεβόλβερ επί της αριστεράς πλευράς του

στήθους του, έθλιψε δυνατά το όπλον εις την χείρα του και επίεσε

την σκανδάλην.

Δεν ήκουσε την εκπυρσοκρότησιν, αλλά κάποιος ισχυρός τιναγμός

εντός του στήθους του, τον έκαμε να κλονισθή· εδοκίμασε να κρατηθή

από του χείλους της τραπέζης, απέρριψε το ρεβόλβερ, εταλαντεύθη

παρατηρών γύρω του με ύφος εκπλήξεως.

Δεν ανεγνώριζε πλέον το δωμάτιόν του . . .

Τα ταχέα και θορυβώδη βήματα του υπηρέτου του διασχίζοντος τον

αίθουσαν, τον επανήγαγον εις τας αισθήσεις του· κατέβαλεν αγώνα

πνεύματος και αντελήφθη ότι ευρίσκετο εξηπλούμενος κατά γης, και

ότι είχεν αποπειραθή ν' αυτοκτονήση, διότι έβλεπεν αίμα επί της

χειρός του.

«. . . Απέτυχα!» είπεν, αναζητών διά της χειρός το περίστροφόν

του.

Το όπλον ήτο παραπλεύρως αυτού, αλλά το ανεζήτει πολύ μακράν . . .

Μίαν μόλις ώραν βραδύτερον η νύμφη του Βρόνσκυ, η Βάσια, κατέφθασε

μετά τριών ιατρών, οίτινες εξήπλωσαν τον τραυματίαν επί της κλίνης

και επέδεσαν το τραύμα του.

* * *

Σπεύδων εις την επίκλησιν της συζύγου του, ο Καρένιν δεν είχεν

προΐδει ότι η μετάνοια της Άννας ηδύνατο να είνε ειλικρινής, ότι

θα την συνεχώρει και ότι θα επέζη . . . Ήτο σφάλμα, το οποίον δύο

μήνας μετά την εκ Μόσχας επιστροφήν του, εβάρυνεν επαχθώς επ'

αυτόν.

Είχε διαπράξει το σφάλμα τούτο, ουχί μόνον διότι δεν είχε προΐδει

την λύσιν ταύτην, αλλά και διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε

γνωρίσει καλώς την ιδίαν του καρδίαν.

Προ της επιθανατίου κλίνης της συζύγου του, κατά πρώτην φοράν εις

την ζωήν του είχεν εγκαταλειφθή εις το αίσθημα της τρυφεράς

συμπαθείας, ην εγέννα εν αυτώ η θέα των συμφορών των άλλων και το

οποίον άλλοτε εξελάμβανεν ως αδυναμίαν διά την οποίαν έπρεπε να

εντρέπεται.

Ο οίκτος, ον ησθάνθη διά την Άνναν, η μεταμέλεια ην εδοκίμασεν

αναμνησθείς ότι είχεν ευχηθή τον θάνατόν της, και ιδίως η εκ της

συγνώμης χαρά, επράυναν όλας του τας βασάνους και τω εγέννησαν

ποιόν τι συναίσθημα ενδομύχου γαλήνης, το οποίον του ήτο άγνωστον

έως τότε.

Κατενόησεν εξαίφνης ότι εκείνο που του ήτο πηγή πάσης βασάνου,

είχε μετατραπή εις πηγήν πνευματικής ευφροσύνης δι' αυτόν, και ότι

αι αμφιβολίαι αίτινες εφαίνοντο αδιάλυτοι όταν κατεδίκαζεν, όταν

κατηγόρει και εμίσει, είχον καταστή απλαί και διαυγείς όταν

εσυγχώρησε και ηγάπησε . . .

Εσυγχώρησε την σύζυγόν του και την ελυπήθη εξ αιτίας των βασάνων

της και της μετανοίας της.

Εσυγχώρησε τον Βρόνσκυ και τον ελυπήθη όταν κυρίως έμαθε το

απεγνωσμένον του διάβημα.

Ελυπείτο ήδη τον υιόν του πλειότερον ή πρότερον και εμέμφετο

εαυτού διότι τον είχε καθ' υπερβολήν παραμελήσει . . . Διά δε την

νεογέννητον κόρην του, ησθάνετο κάποιο ιδιάζον αίσθημα, ου μόνον

συμπαθείας και πόνου, αλλ' αληθούς στοργικής τρυφερότητος.

Καθ' όσον όμως ο χρόνος παρήρχετο, παρετήρει ότι, όσον φυσική και

αν του εφάνη η θέσις του, δεν θα του επετρέπετο να παραμείνη εν

αυτή.

Ησθάνετο ότι πάντες όσοι τον εγνώριζον, τον παρετήρουν μετά τινος

εκπλήξεως αορίστου, ότι δεν τον ενόουν και ότι ανέμενον παρ' αυτού

αποφασιστικήν ενέργειαν.

Ησθάνετο κυρίως ότι αι μετά της Άννας σχέσεις του ήσαν φυσικαί και

εστερούντο σταθερότητος.

Φθίνοντος του Φεβρουαρίου, η νεογέννητος παιδίσκη ησθένησεν. Ο

Καρένιν επέρασεν όλας τας πρωινάς ώρας πλησίον της μικράς, έδωκε

δε κατόπιν διαταγήν να κληθή ο ιατρός και μετέβη εις το

υπουργείον.

Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του, μετά τινας ώρας, εθώπευσε την

κεφαλήν του υιού του και ηρώτησε την παιδαγωγόν τι είχεν είπει ο

ιατρός δια την μπαίμπυ.

― Ο ιατρός είπεν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος· διέταξε

μπάνια, κύριε.

― Αλλά το παιδί υποφέρει; είπεν ο Καρένιν ακούσας φωνάς από του

εγγύς δωματίου.

Εσκέφθη επί στιγμήν, είτα δε εισήλθεν εις το συνεχόμενον δωμάτιον.

Η μικρά ήτο κατακεκλιμένη, με το κεφάλι προς τα οπίσω, εις τας

αγκάλας της τροφού, και ηρνείτο να πίη.

― Δεν είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Καρένιν.

― Πολλή ταραχή έχει, απήντησεν ημιφώνως η τροφός.

Επί μίαν στιγμήν ητένισε σιωπηλώς το βρέφος με έκφρασιν πόνου,

αλλ' αίφνης κάποιο μειδίαμα διέστειλε το δέρμα του μετώπου του και

εξήλθε του δωματίου ακροποδητί.

Εις την αίθουσαν του φαγητού εκωδώνισε καλέσας τον υπηρέτην και

διέταξεν αύθις να κληθή ο ιατρός.

Ήθελε να μη αναμιχθή η Άννα εις την περίθαλψιν του θελκτικού

εκείνου μικρού, και προυτίμα να μη εισέλθη και αυτός εις τον

κοιτώνα της υπό την πνευματικήν κατάστασιν που ευρίσκετο, τόσω δε

μάλλον καθ' όσον εφοβείτο να ευρεθή αντιμέτωπος της πριγκηπίσσης

Μπέτσυ, της οποίας είχεν ίδει το όχημα προ της θύρας του.

Αλλ' η Άννα θα εύρισκεν ίσως παράδοξον το πως δεν μετέβαινεν όπως

συνήθως, να την χαιρετήση. Κατέβαλε τότε αγώνα επιβολής αφ' εαυτού

και διηυθύνθη προς τον κοιτώνα της συζύγου του.

Αλλ' εν ώ επλησίαζεν είς την θύραν, ήκουσε, χωρίς να το θέλη

κάποιαν συνομιλίαν.

― Θα εννοούσα την άρνησίν σας και την ιδικήν του αν δεν ανεχώρει

. . . . Αλλ' ο σύζυγός σας πρέπει λοιπόν να υπερέχη όλων αυτών;

έλεγεν η Μπέτσυ.

― Δεν το θέλω δι' εμέ, όχι διά τον σύζυγόν μου. Μη μου ομιλείτε

πλέον περί αυτού, απήντησεν η Άννα διά φωνής συγκεκινημένης.

― Αναμφιβόλως, αλλ' εν τούτοις είνε αδύνατον να μη επιθυμήτε ν'

αποχαιρετήσετε ένα άνθρωπον, που παρ' ολίγον να σκοτωθή διά σας; .

. .

― Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον προτιμώ να μη τον επανίδω.

Ο Καρένιν εσταμάτησε με το ύφος τρομαγμένον και ένοχον.

Εσκέφθη ν' αποσυρθή απαρατήρητος, αλλά το τοιούτον θα ήτο ανάξιον

αυτού. Έβηξε δυνατά και επλησίασεν εις την θύραν.

Αι φωναί εσιώπησαν. Εισήλθεν.

Η Άννα φέρουσα φαιόν κοιτωνίτην και τα μαύρα της μαλλιά κομμένα

κοντά και καταπίπτοντα εις θυσάνους πυκνούς περί την στρογγύλην

της κεφαλήν, εκάθητο επί τινος αναπαυτήρος.

Μόλις παρετήρησε τον σύζυγόν της, η ζωηρότης της μορφής της

εξέλιπεν, όπως πάντοτε· εχαμήλωσε την κεφαλήν και ητένισε την

Μπέτσυ ανησύχως.

Η πριγκήπισσα Τβερσκάια, με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, υπεδέχθη

τον Καρένιν διά σκωπτικού μειδιάματος.

― Α! είπε με τόνον εκπλήξεως σχεδόν. Λογίζομαι λίαν ευτυχής που

σας βλέπω. Δεν φαίνεσθε πουθενά. Δεν σας είδα από της εποχής που

ησθένησεν η Άννα . . . . Αλλά γνωρίζω τα πάντα, είσθε θαυμάσιος

σύζυγος!

Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ύφος χαρακτηριστικόν και

κολακευτικόν, ως να απένεμεν εις τον Καρένιν παράσημον

μεγαλοψυχίας διά την προς την σύζυγόν συμπεριφοράν του.

Ο Καρένιν εχαιρέτησε ψυχρώς, ησπάσθη την χείρα της συζύγου του και

ηρώτησε περί της υγείας της.

― Νομίζω ότι πηγαίνω καλλίτερα, απήντησεν η Άννα, αποφεύγουσα το

βλέμμα του συζύγου της.

― Έχετε χρώμα πυρετού, είπεν εκείνος, τονίσας την τελευταίαν του

λέξιν.

― Την έκαμα να ομιλήση επί πολύ! είπεν η Μπέτσυ . . . . Είνε

εγωισμός εκ μέρους μου, και . . . . το σκάζω . . . .

Ηγέρθη, αλλ' η Άννα, γενομένη κατακόκκινη, την εκράτησεν από το

χέρι.

― Όχι, μείνατε, σας παρακαλώ, έχω να σας ομιλήσω . . . .

Και, αποτόμως, είπε προς τον σύζυγόν της:

― Προς υμάς έχω να ομιλήσω, δεν θέλω και δεν δύναμαι να έχω

μυστικά διά σας . . . Η Μπέτσυ ήλθε να μου είπη ότι ο κόμης

Βρόνσκυ επεθύμει να έλθη να σας ίδη, ίνα μας αποχαιρετήση προ της

αναχωρήσεώς του εις Τασκένδην.

Ομιλούσα, δε ητένιζε τον σύζυγόν της και έσπευδε να διατυπώση παν

ό,τι ήθελε να είπη, αν και πολύ της εστοίχιζε τούτο.

― Εγώ απήντησα ότι δεν δύναμαι να τον δεχθώ.

― Αγαπητή Άννα, είπατε ότι τούτο εξαρτάται από τον σύζυγόν σας,

επεδιώρθωσεν η Μπέτσυ.

― Αλλ' όχι, δεν επιθυμώ εγώ να τον δεχθώ, διότι το τοιούτο θα μ'

έφερεν εις . . .

Δεν συνεπλήρωσε την φράσιν της και ητένισε τον Καρένιν

ερωτηματικώς, αλλ' εκείνος είχεν αποστρέψει την κεφαλήν.

― Εν μια λέξει, δεν θέλω εγώ, επανέλαβεν.

Ο Καρένιν την επλησίασε με την πρόθεσιν να λάβη την χείρα της.

Η πρώτη κίνησις της Άννας υπήρξε να υπεκφύγη την θλίψιν της χειρός

του Καρένιν, αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτή και έσφιγξε τα δάκτυλά

του.

― Σας ευχαριστώ διά την εμπιστοσύνην που μου εκδηλούτε, είπεν

εκείνος, συγκεχυμένος και στενοχωρημένος διότι ησθάνετο, ότι

εκείνο που θα ηδύνατο ευκόλως να λύση μόνος του, πρόσωπον προς

πρόσωπον μεθ' εαυτού, ήτο πολύ βαρύ ν' αποφασισθή επί παρουσία της

πριγκηπίσσης Τβερσκάια.

Η Μπέτσυ ήτο δι' αυτόν η ενσάρκωσις της αγροίκου εκείνης δυνάμεως,

ήτις ώφειλε να καθοδηγή την ζωήν του εις τα μάτια του κόσμου και

τον ημπόδιζε να παραδοθή εις το ίδιόν του αίσθημα της αγάπης και

της συγγνώμης. Εσιώπησε λοιπόν και ητένισε την πριγκήπισσαν.

― Λοιπόν! χαίρε, ωραία μου, είπεν η Μπέτσυ εγερθείσα. Ησπάσθη δε

την Άνναν και εξήλθεν.

Ο Καρένιν την κατευώδωσε.

― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, γνωρίζω την μεγάλην σας καρδίαν, τω είπε,

σταματήσασα εις το μικρό σαλόνι και θλίψασα δυνατά την χείρα του.

Εγώ είμαι ξένη, αλλά αγαπώ την Άνναν και σέβομαι υμάς, λαμβάνω δε

την τόλμην να σας δώσω μίαν συμβουλήν . . . Δεχθήτε τον κόμητα

Βρόνσκυ, είνε η προσωποποίησις της τιμής . . . άλλως τε αναχωρεί

διά Τασκένδην.

― Σας ευχαριστώ, πριγκήπισσα, διά την καλήν σας συμβουλήν και διά

την συμπάθειάν σας, αλλά μόνη η Άννα θ' αποφασίση ποίον θέλει να

δεχθή.

Ο Καρένιν απεχαιρέτησε την Μπέτσυ εις το σαλόνι και επέστρεψε

πλησίον της συζύγου του.

Είχεν εξαπλωθή, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων των ηγέρθη ζωηρώς

εκάθησεν εις ην στάσιν και πρότερον και τον ητένισε μετά τρόμου.

Εκείνος αντελήφθη ότι είχε κλαύσει.

― Σου είμαι λίαν ευγνώμων διά την εμπιστοσύνην που μου

εκδηλώνεις, είπεν ο Καρένιν . . . Σου είμαι δ' επίσης ευγνώμων και

διά την απόφασίν ην έλαβες. Και εγώ φρονώ ότι, αφού ο Κόμης

Βρόνσκυ αναχωρεί, είνε περιττόν να έλθη εις επίσκεψίν μας. Εν

τούτοις . . .

Η Άννα τον διέκοψε μετά τινος ερεθισμού, τον οποίον δεν ηδύνατο ν'

αποκρύψη.

― Είπον ήδη ότι δεν θα τον δεχθώ, προς τι να το επαναλάβω . . .

«Είνε περιττόν να έλθη εδώ», διελογίσθη, «περιττόν να έλθη ν'

αποχαιρετήση την γυναίκα που αγαπά, διά την οποίαν ηθέλησε ν'

αυτοκτονήση, χάριν της οποίας κατέστρεψε το μέλλον του, την

γυναίκα που δεν δύναται να ζήση άνευ αυτού. . . Ναι, είνε

περιττόν.»

― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί του ζητήματος τούτου, προσέθηκεν

ηρεμώτερον.

― Σε αφήκα ελευθέραν ν' αποφασίσης συ η ιδία επί του θέματος

τούτου και λογίζομαι λίαν ευτυχής βλέπων . . . Ο βραδύς του τρόπος

του ομιλείν και λέγειν πράγματα, τα οποία εγνώριζεν εκ των

προτέρων την ηρέθιζε, και συνεπλήρωσε την φράσιν του.

― Ότι η επιθυμία του συμπίπτει με την ιδικήν σας;

― Ναι, απήντησεν εκείνος επιβεβαιωτικώς. , . Η δε πριγκήπισσα

Τβερσκάια ατόπως αναμιγνύεται εις ζητήματα οικογενειακά τόσον

περίπλοκα. Και κυρίως αυτή, ήτις . . .

― Δεν πιστεύω τίποτε αφ' όσα λέγονται περί αυτής, είπεν η Άννα

ζωηρώς . . . Εγώ γνωρίζω ότι με αγαπά ειλικρινώς.

Ο Καρένιν εστέναξε και εσιώπησε.

― Παρήγγειλα να έλθη ο ιατρός, είπεν.

― Είμαι καλά, δεν έχω ανάγκην ιατρού.

― Διά την μικράν εννοώ, δεν παύει να φωνάζη . . .

Η Άννα εκωδώνισε και διέταξε να της φέρουν το βρέφος.

Ο Καρένιν εξήλθε του δωματίου.

«. . . Όχι», διελογίσθη, «τα πράγματα δεν επιτρέπεται να

εξακολουθήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον».

Ουδέποτε έως τότε είχε εννοήσει τόσον καταφανώς όσον κατά την

ημέραν εκείνην, ότι θα του ήτο αδύνατον να διατηρήση την

κατάστασιν εκείνην εις τα μάτια του κόσμου και να νικήση το μίσος

της συζύγου του. Ουδέποτε έως τότε είχεν αντιληφθή εκδηλουμένην

ευκρινέστερον την μυστηριώδη εκείνην κτηνώδη δύναμιν, η οποία,

αντιθέτως προς τας ηθικάς του διαθέσεις, καθωδήγει την ζωήν αυτού,

τον εξηνάγκαζε να ενεργή συμφώνως προς τους ιδίους νόμους και δεν

του επέτρεπε να διατηρή μετά της Άννας τας σχέσεις, ας επεθύμει.

Αλλά τι η σύζυγός του και ο κόσμος εζήτουν απ' αυτόν; Δεν ηδύνατο

να το εννοήση.

Αντιθέτως δε, κατενόει ότι κάποιον αίσθημα οργής, όπερ ετάραττε

την ησυχίαν του και εξουδετέρωνεν όλην την αξίαν της γενναιόφρονος

διαγωγής του, εκυριάρχει ήδη της ψυχής αυτού.

* * *

Καθ' ήν στιγμήν η Μπέτσυ εξήρχετο του σαλονίου, ο Ομπλόνσκυ την

εσταμάτησεν εις την θύραν.

― Α! πριγκήπισσα, σεις είσθε! Τι θελκτική συνάντησις! Επέρασα από

το σπίτι σας.

― Συνάντησις πολύ βραχεία, διότι φεύγω, είπεν η Μπέτσυ, μειδιώσα

ενώ εφόρει τα γάντια της.

― Μη βάζετε τα γάντια, πριγκήπισσα, προτού ασπασθώ το χεράκι σας.

Ευλογώ την επάνοδον της παλαιάς μόδας μόνον δι' αυτό της το

ευεργέτημα.

Ησπάσθη τα δάκτυλα της πριγκηπίσσης, την συνόδευσε μέχρι του

αντιθαλάμου, την απεχαιρέτησε και εισήλθεν εις το διαμέρισμα της

αδελφής του.

Την ευρήκε κλαίουσαν. Παρά την σπινθηροβολούσαν εκ φαιδρότητος

ευδιαθεσίαν του, ο Ομπλόνσκυ προσέλαβεν αμέσως τον τόνον εκείνον

της συμπαθείας, όστις ήρμοζεν εις την πνευματικήν κατάστασιν της

Άννας. Την ηρώτησε περί της υγείας της και περί του τρόπου καθ' όν

είχε διέλθει τας πρωινάς της ώρας.

― Άσχημα, πολύ άσχημα, . . . το πρωί όπως τη νύχτα σήμερα όπως

χθες και αύριον όπως σήμερον . . .

― Νομίζω ότι αφίεσαι να βλέπης τα πράγματα υπερβολικά μαύρα.

Ανάγκη να αλλάξης σκέψεις, ν' ατενίσης την ζωήν κατά μέτωπον . . .

Είνε οδυνηρόν, αλλά . . .

Άννα Καρένιν · 第 11 / 19 段