ελησμόνησε. Καθ' ήν στιγμήν ευρίσκετο εις τον παροξυσμόν της
μονήρους του απελπισίας, ήλθεν εις συνάντησίν και εισήλθεν εις το
δωμάτιόν του χωρίς να αναγγελθή.
Τον κατέλαβεν επί του ανακλιντήρος του, με την κεφαλήν μεταξύ των
χειρών του και τους αγκώνας επί της τραπέζης.
― Παρεβίασα το σύνθημα, είπεν.
Εισήλθε δε με βήματα γοργά, δυσχερώς αναπνέουσα εκ συγκινήσεως και
σπουδής.
― Γνωρίζω τα πάντα! Αγαπητέ φίλε!
Του έθλιψε την χείρα μεταξύ των δύο παλαμών της, και με τα ωραία
της ρεμβώδη της μάτια, τον εκύταξε κατάματα.
Ο Καρένιν ηγέρθη, απέσυρε την χείρα του με ύφος δυσφορίας και
προσέφερε κάθισμα εις την επισκέπτριάν του.
― Σας παρακαλώ, κόμησσα! Δεν δέχομαι κανένα, διότι υποφέρω.
Τα χείλη του έτρεμον.
― Φίλε μου, επανέλαβεν η κόμησσα Λυδία, διά φωνής πνιγμένης από
την συγκίνησιν, δεν πρέπει να εγκαταλείπεσθε εις το άλγος σας. Η
συμφορά σας είνε μεγάλη, αλλ' οφείλετε να εύρητε μίαν παρηγορίαν.
― Είμαι κατεστραμμένος, δεν υφίσταμαι πλέον, είμαι άνθρωπος
αφανισμένος. Η θέσις μου είνε τόσω μάλλον τρομερά καθ' όσον δεν
ευρίσκω παρ' ουδενί, ουδέ και εις εμέ αυτόν, σημείον να στηριχθώ.
― Θα το εύρητε, αναζητήσατέ το, όχι εις εμέ, αν και σας παρακαλώ
να πιστεύετε εις την φιλίαν μου, είπεν η κόμησσα στενάξασα.
Στήριγμά μας είνε η αγάπη, ην τρέφει προς ημάς, το φορτίον της
είνε ελαφρόν, προσέθηκε με το βλέμμα εκείνο της εκστάσεως, όπερ
εγνώριζε καλώς ο Καρένιν. Αυτός θα μας βοηθήση και θα μας
υποστηρίξη.
Τα λόγια αυτά εγλύκαναν τον πόνον του Καρένιν, αν και ήσαν μεστά
εκ της ροπής εκείνης προς τον μυστικισμόν, τον οποίον ουδόλως
επεδοκίμαζεν.
― Αισθάνομαι εμαυτόν ανίσχυρον, συντετριμμένον. Δεν είχα τίποτε
προΐδει και τώρα δεν εννοώ τίποτε.
― Κατανοώ, φίλε μου, είπεν η κόμησσα Λυδία, κατανοώ τα πάντα. Θα
εύρητε τον βοηθόν εν τη παρηγορία, όχι παρ' εμοί, αλλ' υψηλότερον
. . . Ήλθον επίτηδες διά να σας βοηθήσω, αν δύναμαι . . . Αν
τουλάχιστον σας απήλλατα όλων αυτών των ταπεινωτικών
μικροφροντίδων του σπιτιού . . . Εννοώ ότι πρόκειται περί
ζητημάτων εξαρτωμένων εκ της γυναικός και ότι χρειάζεται δι' αυτά
γυναικεία παρέμβασις, . . Θα μου το επιτρέψητε.
Ο Καρένιν της έθλιψε την χείρα άνευ τινός εκδηλώσεως ευγνωμοσύνης,
αλλά και χωρίς να είπη τίποτε.
― Θα μεριμνώμεν μαζί διά τον Σεριόγια. Δεν είμαι ισχυρά εις τα
πρακτικά ζητήματα, αλλά θα γίνω και θα καταστώ αναπληρωτής σας . .
. Μη μ' ευχαριστήτε, δε ενεργών εγώ . . . .
― Δεν δύναμαι να μη σας ευχαριστήσω καθόλου.
― Αλλά, φίλε μου, μη εγκαταλείπεσθε εις το αίσθημα περί του
οποίου μοι ωμιλήσατε. Θα ησθάνεσθε άραγε αίσχος δι' εκείνο που
αποτελεί την υψίστην χριστιανικήν αρετήν: «Ο ταπεινών εαυτόν
υψωθήσεται», αλλά και πάλιν δεν είνε ανάγκη να μ' ευχαριστήτε. Ε κ
ε ί ν ον πρέπει να ευχαριστήτε, Ε κ ε ί ν ο υ πρέπει να ζητείτε
την βοήθειαν. Ε κ ε ί ν ο ς μόνος δύναται να παρέχη την γαλήνην,
την παρηγορίαν, την σωτηρίαν και την αγάπην.
Ο Καρένιν δεν ηγάπα το μυστικιστικόν νέον πνεύμα. Ήτο πιστός και
ενδιεφέρετο διά την θρησκείαν από πολιτικής ιδίως απόψεως, αλλ' η
δογματική, ήτις επέτρεπεν εαυτή σχολιασμούς και ήνοιγε την θύραν
εις συζητήσεις και αναλύσεις, του απήρεσκε και ευρίσκετο εις
αντίφασιν προς τας αρχάς της.
― Σας είμαι λίαν, ευγνώμων διά τας πράξεις και διά τους λόγους
σας, είπε προς την κόμησσαν, όταν εκείνη επεράτωσε την προσευχήν
της. Η κόμησσα έθλιψεν άπαξ έτι αμφοτέρας τας χείρας του φίλου
της· είτα δε, μετά βραχείαν σιγήν, εσπόγγισε τα μάτια της και
είπε:
― Και τόρα, επιλαμβάνομαι του έργου . . . . πηγαίνω πλησίον του
Σεριόγια . . . . Δεν θα σας ανησυχήσω παρά μόνον εις επειγούσας
περιστάσεις.
Η παρέμβασις της κομήσσης Λυδίας υπήρξε λίαν αποτελεσματική·
έφερεν εις τον Καρένιν στήριγμα ηθικόν διά των ενδείξεων της
αγάπης και της εκτιμήσεως δι' ων τον περιέβαλε, και ταυτοχρόνως
τον μετεμόρφωσεν, από πιστού αδιαφόρου και αδρανούς όπως ήτο, εις
διάθερμον οπαδόν της καινοφανούς εκείνης ερμηνείας του
Χριστιανισμού, ήτις διεδίδετο τότε εις την Πετρουπολιτικήν
κοινωνίαν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Από τινων ημερών, η κόμησσα Λυδία ευρίσκετο υπό το κράτος σφοδράς
συγκινήσεως: είχε μάθει ότι η Άννα και ο Βρόνσκυ είχον επιστρέψει
εις Πετρούπολιν. Έπρεπε λοιπόν να σωθή ο Καρένιν από πάσης
συναντήσεως με την σύζυγόν του, έπρεπε μάλιστα και να προστατευθή
από την οδυνηράν είδησιν ότι η τρομερά εκείνη γυνή ευρίσκετο εις
την ιδίαν με αυτόν πόλιν και ήτο εκτιθεμένος, συνεπώς, κατά πάσαν
στιγμήν, να την συναντήση.
Η κόμησσα Λυδία εφρόντισε, τη παρεμβάσει φίλων να λάβη πληροφορίας
περί των προθέσεων των β δ ε λ υ ρ ώ ν - ε κ ε ί ν ω ν - α ν θ ρ ώ π ω ν,
και εφρόντιζεν άμα, κατά το διάστημα τούτο, να καθοδηγή
πάσαν κίνησιν του φίλου της όπως αποτρέψη τυχαίαν συνάντησίν του
μετ' αυτών.
Μίαν πρωίαν της έφεραν σημείωμα του οποίου ανεγνώρισε μετά φρίκης
τον γραφικόν χαρακτήρα . . . Επέρασε δε πολύ ώρα έως ου κατορθώση
να καθήση διά να το αναγνώση· είχε καταληφθή από παροξυσμόν
άσθματος, εκ του οποίου υπέφερε. Κατηυνάσθη δε τέλος και ανέγνω
τας ακολούθους γραμμάς:
«&Κυρία,&
«Τα χριστιανικά αισθήματα, τα οποία πληρούσι την καρδίαν σας μου
παρέχουν την ασυγχώρητον τόλμην ν' αποταθώ προς υμάς. Είμαι
δυστυχής διότι απεχωρίσθην του υιού μου. Σας ικετεύω να μου
επιτρέψητε να τον επανίδω εφ' άπαξ προ της αναχωρήσεώς μου.
Συγχωρήσατέ με αν επαναφέρω εις την μνήμην σας . . .
«Απευθύνομαι προς υμάς και όχι προς τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς,
διότι δεν επιθυμώ η ανάμνησίς μου να επιφέρη άλγος εις τον
μεγαλόψυχον αυτόν άνθρωπον. Γνωρίζω ποίαν φιλίαν τρέφετε προς
αυτόν, θα μ' εννοήσετε σεις.
«Θα μου στείλετε τον Σεριόγια ή θα μου υποδείξετε την ώραν, καθ'
ήν δύναμαι να έλθω εις το σπίτι διά να τον ίδω, ή ίσως θα τον ίδω
εκτός της οικίας; Δεν αναμένω άρνησιν, διότι γνωρίζω την αγαθότητα
εκείνου, από τον οποίον εξαρτάται η άδεια. Δεν δύνασθε να
φαντασθήτε την έντασιν του πόθου ον έχω να επανίδω τον υιόν μου,
και δεν δύνασθε να φαντασθήτε επίσης την έκτασιν της ευγνωμοσύνης
ην θα αισθανθώ προς υμάς!
&Άννα».&
Κάθε γραμμή της επιστολής ταύτης εξώργιζε την κόμησσαν Λυδίαν . .
. Ήνοιξε δε αμέσως την χαρτοθήκην της και έγραψε προς τον Καρένιν,
ον ήλπιζε να ίδη εις την Αυλήν, μετά μίαν ώραν.
«Έχω ανάγκην να σας ομιλήσω περί υποθέσεως σοβαράς και οδυνηράς.
Θα συνεννοηθώμεν διά το κατάλληλον μέρος. Το καταλληλότερον θα ήτο
εις το σπίτι μου, όπου θα σας προσφέρω το τσάι σας. Είνε απολύτως
αναγκαίον να σας ίδω».
Και, ίνα τον προδιαθέση κατά τι, προσέθηκε:
«Δωρείται Ε κ ε ί ν ο ς τον σταυρόν, αλλά δωρείται ομού και τας
δυνάμεις».
Η παρουσίασις εις την Αυλήν είχε περατωθή και οι προσκεκλημένοι,
προτού χωρισθώσιν, ανεκοίνουν προς αλλήλους τας τελευταίας
ειδήσεις της ημέρας και συνεζήτουν επί των προσφατωτέρων
διακρίσεων και των μεταβολών εις τας ανωτέρας θέσεις.
Εις μίαν γωνίαν ένας κατάλευκος γέρων συνωμίλει μετά τινος
δεσποινίδος της τιμής, υψηλής, ωραίας, ήτις τον ηρώτα περί των
νέων διορισμών.
― Τι λέτε περί του Καρένιν; ηρώτησε κάποιος πρίγκηψ πλησιάσας τον
όμιλον των συζητητών.
― Λέγω ότι έλαβε το παράσημον του Αλεξάνδρου Νηούσκυ.
― Εγώ ενόμιζα ότι το είχε προ πολλού.
― Όχι . . . Κυτάξετέ τον εκεί, στη γωνία, συνομιλεί μεθ' ενός των
ισχυροτέρων μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας· φέρει την
αυλικήν του στολήν με την νέαν ταινίαν χιαστί . . . Είνε ευτυχής
και ακτινοβόλος.
― Όχι, έχει γηράσει, παρετήρησε νεαρός ευπατρίδης της Αυλής.
― Τον εγήρασαν η ένοιες. Περνά τη ζωή του συντάσσων σχέδια. Θα
ιδήτε ότι δεν θα αφήση τον συνομιλητήν του προτού εκθέση το
τελευταίον του σχέδιον, παράγραφον προς παράγραφον.
― Νομίζω ότι η κόμησσα Λυδία αντικαθιστά τώρα την γυναίκα του.
― Α! δεν επιτρέπω να κακολογήται η κόμησσα Λυδία.
― Είνε κακό να αγαπά τον Καρένιν;
― Είνε αληθές ότι η Καρενίνα ευρίσκεται εδώ;
― Όχι στην Αυλή, αλλά στην Πετρούπολιν βρίσκεται. Την συνήντησα
χθες με τον Βρόνσκυ εις την Μορσκάια.
― Είνε άνθρωπος που δεν έχει . . . αλλ' ο αυλικός ευπατρίδης δεν
συνεπλήρωσε την σκέψιν του, εσιώπησε και παρεμέρισε διά να περάση
κάποιος πρίγκηψ της αυτοκρατορικής Αυλής, τον οποίον εχαιρέτησεν
υποκλινέστατα.
Ο Καρένιν, καθ' ήν περίπου στιγμήν τον εγκατελίμπανεν η σύζυγός
του, είχε πληγή υπό της μεγαλητέρας συμφοράς την οποίαν ειμπορεί
να πάθη ένας δημόσιος υπάλληλος. Η προοδευτική του καρριέρα είχεν
αποφραχθή αποτόμως.
Όλος ο κόσμος το είχε διαγνώσει, μόνον αυτός δεν υπώπτευε τίποτε.
Κατείχεν ακόμη θέσιν σημαντικωτάτην, εξηκολούθει να είνε μέλος
διαφόρων κομητάτων και αποστολών, αλλ' θεωρείτο πλέον ως άνθρωπος
που τα προσέφερεν όλα και από τον οποίον δεν περιμένει κανείς
τίποτε πλέον. Κάθε τι που επρότεινεν εθεωρείτο ως πράγμα γνωστόν
ήδη και του οποίου δεν υπήρχεν ανάγκη. Αυτός εξ εναντίας, τεθείς
έξω της κυβερνητικής δράσεως, έβλεπε καλλίτερον παρά ποτε τα
σφάλματα των συναδέλφων του, και εθεώρει καθήκον του να υποδεικνύη
τα μέσα της διορθώσεώς των. Και, επί μάλλον και μάλλον ενηβρύνετο
διά τα σχέδιά του.
«Ο μήποτε νυμφευθείς φροντίζει διά τα έργα του Κυρίου και διά να
αρέσκη εις τον Κύριον».
Ο Καρένιν, όστις περί πολλού είχε τώρα, όπως εις κάθε τι
συμμορφούται προς το Ευαγγέλιον, ανεπόλει ευχαρίστως την ρήσιν
ταύτην. Ενόμιζεν ότι αφ' ότου τον εγκατέλειψεν η σύζυγός του,
υπηρέτει καλλίτερα τον Κύριον διά των προτάσεών του. Η δε
ανυπομονησία, ην εξεδήλου το μέλος του Συμβουλίου μεθ' ού
συνωμίλει, δεν ετάραττε τον Καρένιν, και δεν έπαυσεν ομιλών παρά
μόνον όταν ο συνομιλητής του επωφελήθη της διελεύσεως ενός μέλους
της αυτοκρατορικής οικογενείας διά να το σκάση . . .
Μείνας μόνος, ο Καρένιν έκυψε την κεφαλήν διά να συγκεντρώση τας
ιδέας του, παρετήρησε δε έπειτα γύρω του και διηυθύνθη προς την
θύραν όπου διέκρινε την κόμησσαν Λυδίαν.
― Θερμά συγχαρητήρια, τω είπεν αύτη αποθαυμάζουσα το νέον
παράσημον του Καρένιν.
Κατέστειλε μειδίαμα ευφροσύνης, ύψωσε τους ώμους και έκλεισε τα
μάτια, ως να ήθελε να υποδηλώση ότι η ταινία εκείνη δεν είχε την
δύναμιν να του χαρίση την ευτυχίαν. Αλλ' η κόμησσα εγνώριζεν
άριστα ότι απετέλει μίαν από τας χαράς του, αν και κατ' ουδένα
λόγον θα το παρεδέχετο.
― Σας περιμένω σήμερον εις το σπίτι μου, είπεν η κόμησσα Λυδία·
έχω να σας ομιλήσω επί θέματος, το οποίον θα σας είνε οδυνηρόν . .
. Τα πάντα θα εθυσίαζα διά να σας απαλλάξω από μερικάς αναμνήσεις,
αλλά δυστυχώς, δεν ομιλούν όλοι ομοίως . . . Έλαβα επιστολήν εκ
μέρους της . . . Ευρίσκεται εν Πετρουπόλει!
Ο Καρένιν ερρίγησεν, αλλ' αμέσως η μορφή του ανέκτησε την αυστηράν
απάθειαν, ήτις εξέφραζε την συναίσθησιν της αδυναμίας του προ της
καταστροφής εκείνης.
― Το επερίμενα, είπεν.
Η κόμησσα Λυδία τον ητένισε μετά θαυμασμού, και δάκρυα σημπαθείας
προ του μεγαλείου της ψυχής του Καρένιν ύγραναν τους οφθαλμούς
της.
* * *
Όταν ο Καρένιν εισήλθεν εις το σαλονάκι της κομήσσης Λυδίας
Ιβανόβνας, αύτη τον ανέμενε ροφώσα το τσάι της.
Η Κόμησσα του παρέδωκε το σημείωμα της Άννας. Ο Καρένιν το
ανέγνωσε και έμεινεν επί πολύ σιωπηλός.
― Δεν φρονώ ότι έχω το δικαίωμα να της απαγορεύσω αυτήν την
συνέντευξιν, είπε δυστακτικώς υψώσας τους οφθαλμούς προς την
οροφήν.
― Φίλε μου, σεις δεν βλέπετε κακόν πουθενά.
― Εξ εναντίας, βλέπω ότι είνε πανταχού . . . αλλά θα ήτο δίκαιον;
. . .
Η μορφή του εξεδήλου αναποφασιστικότητα, ως ν' ανεζήτει έν τι
μέσον, κάποιο στήριγμα, κάποιον οδηγόν εις ζήτημα το οποίον
υπερέβαινε τας νοητικάς του δυνάμεις.
― Όχι, διέκοψεν η κόμησσα . . . Όλα έχουν τα όριά τους. Εννοώ την
ανηθικότητα, προσέθηκε ― ουχί απολύτως ειλικρινώς, διότι ουδέποτε
είχε κατορθώσει να κατανοήση πλήρως τι το οδηγούν τας γυναίκας εις
την ανηθικότητα. ― Αλλά δεν εννοώ την σκληρότητα . . . . και
μάλιστα κατά τίνος; Καθ' υμών . . . πώς; Τολμά αυτή να έλθη να
κατοικήση εις την πόλιν όπου διαμένετε σεις; Ασφαλώς, κάτι κανείς
διδάσκετε διαρκώς, και την φοράν ταύτην διδάσκομαι να εννοώ το
μεγαλείον σας και την ποταπότητα αυτής της γυναικός.
Ο Καρένιν εφαίνετο ευχαριστημένος από τον ρόλον του.
― Αλλά ποίος θα βάλη τον πρώτον λίθον . . . Εγώ εσυγχώρησα τα
πάντα, διά τούτο δ' ακριβώς δεν ειμπορώ να την στερήσω εκείνου,
που δι' αυτήν αποτελεί μίαν φυσικήν ανάγκην, της προς το παιδί της
αγάπης.
― Αλλά, πρόκειται αληθώς περί μητρικής στοργής φίλε μου; Είνε
ειλικρινής; Σεις συνεχωρήσατε, συγχωρείτε σεις, αλλ' έχομεν το
δικαίωμα να ρυπάνωμεν την ψυχήν αυτού του αγγέλου; Την θεωρεί
νεκράν. Ικετεύει τον Θεόν να της συγχωρήση τας αμαρτίας της . . .
και είνε προτιμότερον να μείνουν εκεί τα πράγματα. Τι θα σκεφθή
τώρα;
― Δεν το είχον σκεφθή αυτό, είπεν ο Καρένιν . . . Έχετε ίσως
δίκαιον!
Η κόμησσα έκρυψε την μορφήν εντός των χειρών της και εσιώπησεν.
― Αν θέλετε την συμβουλήν μου, είπε τέλος αποκαλύπτουσα την
μορφήν της, δεν σας συμβουλεύω να επιτρέψητε την συνάντησιν αυτήν.
Νομίζετε ότι δεν διακρίνω ότι όλαι σας αι πληγαί αιμάσουν και
πάλιν; Ας δεχθώμεν ότι, όπως πάντοτε, θυσιάζεσθε και πάλιν. Αλλά
προς τι να βασανίσωμεν το παιδί; Αν υπολείπεται εις αυτήν την
γυναίκα ελάχιστον λείψανον ανθρωπίνης συναισθήσεως, και αυτή η
ιδία δεν πρέπει να εύχεται μίαν τοιαύτην συνάντησιν . . . Όχι, αφ'
ού εσκέφθην ωρίμως, δεν σας το συμβουλεύω αυτό . . . Και, αν μου
επιτρέπετε, θα της απαντήσω υπ' αυτό το πνεύμα.
Ο Καρένιν συγκατετέθη, και η κόμησσα έγραψε την ακόλουθον
επιστολήν.
&«Κυρία,&
«Το ν' ανακληθήτε εις την μνήμην του υιού σας θα ήτο ως να
υπεβάλοντο εις αυτόν ερωτήματα, εις τα οποία η απάντησις είνε
αδύνατος χωρίς να εμπνευσθή εις την ψυχήν του παιδίου πνεύμα
καταδίκης ενός όντος, το οποίον πρέπει να του είνε ιερόν. Διά
τούτο σας παρακαλώ να δεχθήτε την άρνησιν του συζύγου σας υπό το
χριστιανικόν πνεύμα, το οποίον την ενέπνευσεν. Ικετεύω τον
Παντοδύναμον να σας ευσπλαχνισθή.
&Κόμησσα Λυδία».&
Η επιστολή αύτη επέφερε το ανομολόγητον αποτέλεσμα, όπερ η κόμησσα
Λυδία επεδίωκεν εν αγνοία της: επλήγωσε θανασίμως την Άνναν. . . .
Ο Καρένιν αφ' ετέρου, επιστρέψας εις την οικίαν του, ευρέθη
ανίκανος να επιδοθή εις τας συνήθεις του ασχολίας· δεν ηδύνατο ν'
ανακτήση την γαλήνην εκείνην του πιστού και του σωθέντος ανθρώπου,
την οποίαν κατείχε πρότερον . . . . Η ανάμνησις της ενόχου συζύγου
του, προς την οποίαν είχε συμπεριφερθή ως άγιος όπως δικαίως τον
είχε χαρακτηρίση η κόμησσα Λυδία, δεν θα ήτο ικανή να τον ταράξη·
αλλά δεν ήτο ήσυχος· δεν ηδύνατο ν' αναγνώση δεν ηδύνατο ν'
αποδιώξη την οδυνηράν ανάμνησιν των μετά της Άννας σχέσεων του και
των διαπραχθέντων σφαλμάτων.
Αλλ' οι συλλογισμοί ούτοι δεν διήρκεσαν επί πολύ. Επανεύρε δε την
γαλήνην και το ψυχικόν εκείνο μεγαλείον, όπερ του επέτρεπε να
λησμονή τα πράγματα που δεν ηρέσκετο να ενθυμήται.
― Λοιπόν! είπεν ο Σεριόγια εις τον θυρωρόν παραδίδων αυτώ το
επανωφοράκι του με την γούναν. Ήλθε σήμερα ο υπάλληλος με το
δεμένο μάγουλο; Τον εδέχθη ο μπαμπάς;
― Ο κύριος τον εδέχθη· μόλις έφυγεν ο αρχιγραμματεύς, τον
ανήγγειλα, είπε γελαστά ο θυρωρός.
― Και, έκαμε τίποτα γι' αυτόν ο μπαμπάς;
Ο θυρωρός ένευσε καταφατικώς.
Ο υπάλληλος με το δεμένο μάγουλο, όστις είχε πολλάκις ήδη
προσέλθει να υποβάλη κάποιαν παράκλησιν εις τον Καρένιν, είχεν
ελκύσει το ενδιαφέρον και του Σεριόγια και του θυρωρού. Το παιδάκι
τον είχε συναντήσει κάποτε εις τον αντιθάλαμον, όταν ικέτευε τον
θυρωρόν να τον αναγγείλη και έλεγεν ότι δεν του έμενε πλέον τίποτε
άλλο παρά ν' αποθάνη της πείνης, αυτός και τα παιδιά του. . . Από
της ημέρας εκείνης ο Σεριόγια τον επήρεν υπό την προστασίαν του
και ενδιεφέρετο περί της τύχης του.
― Λοιπόν! εφαίνετο ευχαριστημένος όταν εβγήκεν από το γραφείον
του μπαμπά; ηρώτησεν.
― Ω! επηδούσεν από τη χαρά του 'σαν τρελλός . . .
Η επιούσα ήτο η επέτειος των γεννεθλίων του Σεριόγια, και
ενδιεφέρθη να μάθη αν είχε σταλή τίποτε δι' αυτόν.
― Ε, αφέντη, είπεν ο θυρωρός εμφαντικώς, υπάρχει κάποιο πακέτο εκ
μέρους της κομήσσης.
― Μεγάλο 'σάν αυτό, 'σάν εκείνο;
― Λιγάκι μικρότερο, αλλά κάτι ώμορφον.
― Κανένα βιβλίο;
― Δεν 'ξεύρω, αλλά, αφέντη μου, πηγαίνετε, σας φωνάζει ο
παιδαγωγός σας . . .
Μετά το μάθημα του καθηγητού ήρχετο το μάθημα του πατρός του . . .
Αναμένων αυτόν ο Σεριόγια εκάθησεν εις το τραπέζι, έπαιξε με το
σουγιά του και έμεινε συλλογισμένος.
Μία των ευνοουμένων ασχολιών του Σεριόγια ήτο ν' αναζητή την
μητέρα του κατά τους περιπάτους του. Δεν επίστευε τον θάνατον
γενικώς και προ πάντων δεν επίστευεν εις τον θάνατον της Άννας, αν
και η κόμησα Λυδία του τον είχε αναγγείλει και ο πατήρ του είχεν
επιβεβαιώσει την είδησιν ταύτην. Κατά τους περιπάτους του μάλιστα,
εις κάθε χαριτωμένην γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και καλοδεμένο σώμα,
ενόμιζεν ότι ανεγνώριζε την μαμά του. Η ψυχή του επληρούτο
τρυφερότητος, η πνοή του καθίστατο ασθματική και δάκρυα ανήρχοντο
εις τους οφθαλμούς του . . . Την ανέμενε, πεποιθώς ότι θα τον
επλησίαζε και θα αφήρει τον πέπλον της. . . Θα ξεσκεπάση τότε την
μορφήν του, θα του μειδιάση, θα τον φιλήση, και εκείνος θ'
αναπνεύση το άρωμά της, θα αισθανθή την γλυκείαν και μαλακήν
επαφήν της χειρός της, και θα κλαύση εκ χαράς όπως τα βράδυα όταν
εκυλίετο εις τα πόδια της και εκείνη τον εγαργάλιζεν, εν ώ αυτός
εγέλα και εψευτοδάγκανε το λευκό της χέρι, το καταστόλιστο από
δακτυλίδια.
Μίαν ημέραν έμαθε τυχαίως, παρά τινος υπηρετρίας, ότι η μήτηρ του
δεν είχεν αποθάνει. Ο πατήρ του και η κόμησσα του εξήγησαν ότι
είχεν αποθάνει δι' αυτόν, διότι ήτο κακή μητέρα . . . Αλλ'
επίστευσε πολύ ολιγώτερον εις την εξήγησιν ταύτην, διότι την
ηγάπα, και την ανεζήτει και την ανέμενε πάντοτε.
Το πρωί της ημέρας εκείνης, εις τον θερινόν κήπον, είχε
παρατηρήσει κάποιαν κυρίαν φέρουσαν πέπλον χρώματος πασχαλιάς. Την
είχε παρακολουθήσει διά των οφθαλμών καθ' όσον προυχώρει προς
αυτόν, και, με την καρδιά λειποψυχούσαν εξ ελπίδος, διελογίζετο
ότι τον επλησίαζεν. Αλλ' η κυρία αντί να τον πλησιάση εστράφη προς
τα δεξιά και εξηφανίσθη.
Ησθάνετο κατά την ημέραν εκείνην, βαθύτερον ή άλλοτε, ότι αληθές
κύμα τρυφεράς στοργής προς την μητέρα του εξεχείλιζεν εκ της
καρδίας του. Και εβυθίσθη εις τας ονειροπολήσεις του, με τα μάτια
πνιγόμενα μέσα εις την δίνην της αοριστίας και χαράσσων συνάμα
εγκοπάς επί της τραπέζης με το μαχαιράκι του.
― Σεριόγια, ο κύριος πατέρας σας!
Ο Σεριόγια ανεπήδησεν από το κάθισμά του, έδραμεν εις υπάντησιν
του Καρένιν, του εφίλησε το χέρι και τον εκύτταξεν ατενώς,
αναζητών επί της μορφής του ενδείξεις της χαράς, ην τω εγέννα η
παρασημοφορία του.
― Ήτο ευχάριστος ο περίπατός σου; ηρώτησεν ο Καρένιν καθήσας επί
τινος φωτέιγ.
Έσυρε προς εαυτόν την βίβλον και την ήνοιξε.
Καίτοι ο Καρένιν πολλάκις είχε δηλώσει εις τον υιόν του ότι κάθε
χριστιανός οφείλει να γνωρίζη από στήθους την ιεράν ιστορίαν,
αυτός ο ίδιος ελάμβανε πολλάκις ανάγκην να ενισχύη την μνήμην του
συμβουλευόμενος το κείμενον, και ο Σεριόγια δεν έλειψε να
παρατηρήση τούτο.
― Ω! ναι, μπαμπά, διεσκέδασα καλά, απήντησεν ο Σεριόγια.
Το μάθημα συνίστατο εις την αποστήθισιν μερικών εδαφίων του
Ευαγγελίου και εις επανάληψιν της αρχής της Βίβλου.
Ήτο εννέα μόλις ετών, αλλ' είχεν ήδη συνείδησιν της ψυχής του και
του ήτο αγαπητή· την εθεώρει ως το βλέφαρον το προφυλάττον την
κόρην του οφθαλμού και δεν άφινε να εισδύσουν εις αυτήν παρά μόνοι
οι εφωδιασμένοι με το κλειδί της αγάπης, οι δε διδάσκαλοι του
παρεπονούντο δι' όσα δεν ήθελε να μάθη, ενώ η ψυχή του ήτο πλήρης
εκ του πόθου να τα γνωρίση όλα. Επίσης εμάνθανε πολλά από τον
Ελβετόν, από τη γιαγιά, από τη Ναδένκα, από τον παιδαγωγόν του,
τους οποίους ηγάπα, ποτε όμως από τους διδασκάλους του. Η
ανάπτυξις, ην ο πατήρ του και οι καθηγηταί του ανέμενον εκ της
μορφώσεώς του εξεδηλούτο υπό μορφήν όλως διάφορον εκείνης την
οποίαν επιζήτουν αυτοί.
Όταν κατεκλίθη, αμέσως ο Σεριόγια ανελογίσθη την μητέρα του και
συνέθεσε προσευχήν διά να ζητήση από τον Θεόν να την στείλη
πλησίον του την επιούσαν, χάριν των γενεθλίων του.
― Ξεύρετε, Βασίλη Λόνκιτς, είπε προς τον παιδαγωγόν του τι
εζήτησα από τον Θεόν με την προσευχήν που έκαμα;
― Να μαθαίνης καλλίτερα τα μαθήματά σου.
― Όχι!
― Να σου φέρουν καινούργια παιγνίδια.
― Όχι! Δεν θα το βρήτε. Κάτι τι καλό, αλλά είνε μυστικό. Αν η
προσευχή μου εισακουσθή, θα σας το πω. Δεν μαντεύετε;
― Όχι, δεν μαντεύω, πε το μου αν θέλης . . . Αλλά πρέπει να
κοιμηθής, θα σβύσω τη λαμπάδα.
― Εγώ, και χωρίς φως βλέπω ακόμη καλλίτερα εκείνο που επιθυμώ να
βλέπω, για τούτο επροσευχήθην . . . Α! παρ' ολίγον να σας φανερώσω
το μυστικό μου!
Και εγέλασε φαιδρώς.
Όταν η λαμπάς εσβέσθη, ο Σεριόγια ήκουσε και ησθάνθη την παρουσίαν
της μητρός του. Εστάθη ενώπιόν του και τον περιέβαλε με βλέμμα
τρυφερότητος. Αλλά μετ' ολίγον οι ανεμόμυλοι, τα μαχαιράκια,
εσυγχίσθησαν με την λατρευτήν εκείνην εικόνα, και απεκοιμήθη . . .
* * *
Ο Βρόνσκυ και η Άννα κατέλυσαν εις έν από τα πρώτα ξενοδοχεία της
Πετρουπόλεως.
Ο Βρόνσκυ κατέλαβε δωμάτιον ιδιαίτερον εις το ισόγεον, η δε Άννα
εις το πρώτον πάτωμα, μετά του βρέφους, της τροφού και της
καμαριέρας της, εγκατεστάθη εντός πολυτελούς διαμερίσματος εκ
τεσσάρων δωματίων.
Την ημέραν της αφίξεώς του ο Βρόνσκυ μετέβη εις του αδελφού του.
Εκεί ευρήκε την νύμφην του και την μητέρα του, ήτις μόλις είχεν
αφιχθή εκ Μόσχας. Αι δύο γυναίκες τον ηρώτησαν περί του ταξειδίου
του, αλλά δεν ωμίλησαν περί των μετά της Άννας σχέσεών του.
Την επιούσαν ο αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του, και όταν τον
ηρώτησε περί της Άννας, ο Αλέξιος του είπεν, ότι την ένωσίν του
μετά της κυρίας Καρένιν εθεώρει ως πραγματικόν γάμον. Προσέθηκε δε
ότι ήλπιζε να επιτύχη το διαζύγιον, οπότε θα την ενυμφεύετο, αλλά
και προτού η ένωσίς των προσδεχθή τον καθαγιασμόν αυτόν, εθεώρει
την Άνναν ως σύζυγόν του νόμιμον και παρεκάλει τον αδελφόν του να
κάμη και την μητέρα των να το εννοήση.
― Αν ο κόσμος δεν μ' επικροτή, αυτό μου είνε απολύτως αδιάφορον,
και αν οι συγγενείς μου επιθυμούν να διατηρήσουν αγαθάς σχέσεις
μαζί μου οφείλουν να δεχθώσι την σύζυγόν μου.
Ο πρεσβύτερος αδελφός του, όστις είχεν αείποτε σεβασθή τας
αντιλήψεις ταύτας, δεν εγνώριζεν επακριβώς αν είχεν άδικον ή
δίκαιον, εφ' όσον ο κόσμος δεν είχεν αποφανθή οριστικώς επί του
ζητήματος. Προσωπικώς αυτός, δεν ησθάνετο έχθραν κατά της Άννας,
και ανήλθε μετά του αδελφού του όπως την επισκεφθή.
Παρά την κοσμικήν του πείραν, ο Βρόνσκυ υπέκειτο εις βαρείαν
αυταπάτην αποστέργων να ίδη τι η θέσις του ενείχε το ασύνηθες.
Έπρεπε να κατανοήση ότι ο κόσμος ήτο δι' αυτόν κλειστός, αλλ'
εσκέπτετο ότι ούτως εγίνετο άλλοτε, ότι μετά της προόδου, ― ήτο,
την στιγμήν αυτήν, οπαδός πάσης προόδου, ― αι ιδέαι της κοινωνίας
είχον μεταρρυθμισθή.
― Αναμφιβόλως εσκέπτετο, ο κόσμος της Αυλής δεν θα την δεχθή·
αλλ' εν τω κύκλω των ιδιαιτέρων μου σχέσεων, πρέπει να γείνη
δεκτή.
Η πριγκήπισσα Μπέτσυ υπήρξεν η πρώτη κυρία του εκλεκτού κόσμου
παρά τη οποία παρουσιάσθη ο Βρόνσκυ.
― Επί τέλους! του είπεν εν χαρά μόλις εισήλθεν εις το σαλόνι, και
η Άννα; Πόσον ευχαριστούμαι που σας βλέπω επανελθόντας! Εις ποίο
ξενοδοχείον κατελύσατε; Φαντάζομαι πόσον η Πετρούπολίς μας θα σας
φαίνεται τιποτένια μετά το μαγευτικόν σας ταξείδι! Σας φαντάζομαι
με την σελήνην του μέλιτος εν Ρώμη! . . . Και εις ποίον σημείον
ευρίσκεται το διαζύγιον;
Ενεργείς;
Ο Βρόνσκυ αντελήφθη ότι ο ενθουσιασμός της πριγκηπίσσης κατέπεσε
μόλις έμαθεν ότι το διαζύγιον δεν είχε δοθή.
― Ξεύρω πως θα με κακολογήσουν, είπεν, αλλ' εγώ θα επισκεφθώ την
Άνναν, ναι, θα την επισκεφθώ. Δεν θα μείνετε επί πολύ εις την
Πετρούπολιν;
Πράγματι δε, την ιδίαν ημέραν, επεσκέφθη την Άνναν, αλλ' η
συμπεριφορά της ήτο όλως διαφορετική από άλλοτε . . . . Εφαίνετο
ως ν' απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις το θάρρος που έλαβε δια να κάμη
αυτήν την επίσκεψιν και ότι επεθύμει όπως η Άννα αναγνωρίση την
πίστιν και την φιλίαν της. Κατόπιν δε της τοιαύτης συμπεριφοράς
της Μπέτσυ, ο Βρόνσκυ κατενόησε ποία τον ανέμενε υποδοχή παρά τη
λοιπή κοινωνία. Και έκαμε μίαν ακόμη απόπειραν παρά τη ιδία του
οικογένεια. Κατενόησε δε τότε πληρέστατα ότι πάσα άλλη δοκιμή ήτο
ανωφελής και ότι ώφειλε να περάση μερικάς ημέρας εν Πετρουπόλει,
ως εις πόλιν ξένην και ν' αποφύγη πάσαν επαφήν προς τας παλαιάς
του γνωριμίας, όπως μη θιγή η φιλοτιμία του.
Αλλ' η εν Πετρουπόλει διαμονή του αυτή, υπήρξε πολύ μάλλον οδυνηρά
εις τον Βρόνσκυ και διότι του απεκάλυψε παρά τη Άννα μίαν νέαν
ψυχικήν κατάστασιν, άγνωστον μέχρι τότε εις αυτόν: οτέ μεν αύτη τω
παρείχεν απείρους ενδείξεις τρυφερότητος, οτέ δε εδείκνυτο ψυχρά,
ευερέθιστος και ακατανόητος. Έπασχε και κάτι του έκρυπτε, και δεν
εφαίνετο μάλιστα αντιλαμβανομένη τας ταπεινώσεις, αι οποίαι
εδηλητηρίαζον την ζωήν του Βρόνσκυ και αίτινες θα έπρεπε να
θίγωσιν αυτήν πολύ περισσότερον λόγω της λεπτοτέρας της γυναικείας
ευαισθησίας.