κυρά-Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη».
Κατόπιν από την πρώτην προξενειάν, μετά πολλά λόγια και
«μαναφούκια» και σκάνδαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλαίς
αβανιαίς και κατηγορίαις, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα
λόγια τον γαμβρόν και της συμπεθέραις και έψαλλαν πολλά ανάποδα
εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος
να ορισθή η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των
Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειαίς». Η κυρά-Γαλάτσαινα
εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ' όλα η γειτονιά τα είξευρε,
σχεδόν σίγουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους
μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είνε κατάσκοπος της άλλης
γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι
μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με
τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.
Την εσπέραν του Σαββάτου, άναψεν η κυρά-Γαλάτσαινα το μεγάλον
οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον
καιρόν που είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει
εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο-Λάζος, και η κυρά
Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας
ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε έκαμαν τρεις
σταυρούς, κ' εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.
Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός
πρέπει να είνε οι συγγενείς της νύμφης, οίοι θα υπάγουν ν'
ανταλλάξουν αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός
αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι, κατά τον
στίχον του αειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας
κρατών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρά-Γαλάτσαινα φέρουσα τον
δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπαις το όλον, από κυδώνιον και
μύγδαλα και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γέρο-Λάζος, κατόπιν η
Λαζίτσα η σύζυγος του, και τελευταία η Μπόζαινα.
Ήτο δεκάτη ώρα, και ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθή όλοι οι
γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα
ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η
Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι' όλης της ημέρας ότι έμελλε την
εσπέραν εκείνην να γείνη ο αρραβών της Μυρσούδας της κυρά-
Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού
ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γέρο-Λάζον με την συμβίαν
του, και τον Μπόζαν με την φαμελιάν του, ανερχομένους εις την
οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθή, δεν
επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε
τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν.
Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο
γαμβρός θα ετρακάβνιζε, καρφώνων με την μακράν μάχαιράν του, τα
κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την
γειτονιάν.
Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις
του χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας
αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα.
Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το
φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριζαν άμα τη
προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς
της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις
έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδαν
μέγαν λύχνον να φέγγη από μέσα, από το γυαλί ενός παραθύρου
έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα.
Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η
θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, διά να
είνε καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η
Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις
τας χείρας της τώρα, διά να έχη όλο γλύκαις και χαραίς το
ανδρόγυνον. Αύτη, η Λαζίτσα, πολύ νεωτέρα του ανδρός της,
συνέβαινε να έχη αμφοτέρους τους γονείς της ζώντας, και δι'
αυτό επροτιμήθη να κρατήση τα γλυκά, διά να έχη πολύν ζωήν το
ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γέρο-Λάζος, διά να γηράση το
ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθε η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», διά να
δείξη την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν
η πενθερά, διά να δείξη την υπακοήν και την υποταγήν της νύμφης
εις τον γαμβρόν.
Η κυρά Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι
ανάποδα», αλλ' εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω
εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία
βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήση να βγη εις το φανερόν και να
ενεργήση. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η
κυρά Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης
τραπέζης, και όλοι εκάθησαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ'
ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός,
υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις
σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις
την Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα,
εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις
μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον
και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις
την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς
δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της.
Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα έκαστον των άλλων
τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των,
τους εφίλευσεν ανά έν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν
δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν ή τουρκικήν. Τον καιρόν
εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και
λίραι·
Έλαβον όλοι γλυκόν και έπιον μαστίχαν ή ροσόλιον, ευχηθέντες τα
«καλορρίζικα» και τα «τίμια στέφανα». Είτα εστρώθησαν εις το
δείπνον, και οι άνδρες έφαγαν καλά, αι δε γυναίκες εγεύθησαν με
άκρα χείλη. Και είτα ετέθησαν εις ενέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι
οίνου. Και ο μπάρμπα-Λάζος και ο Μπόζας έπιναν γερά, κ'
επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρητήρια, κ' ετραγουδούσαν:
$Σαυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραΐση.
$κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση.
Εις τούτο εκ μέρους του γαμβρού απήντησαν διά του άλλου:
$Χίλια καλώς-ωρίσατε, φίλοι μ' αγαπημένοι,
$κι' από καιρού χαιρούμενοι και καλοκαρδισμένοι.
Ακμαία ήτον η ευθυμία, και υπήρχεν εκατέρωθεν καλή διάθεσις·
μόνον έν κακόν σημείον εφάνη, το οποίον έκαμεν όλους να
μελαγχολήσουν. Ο γέρο-Λάζος, όταν έπινε, συνήθιζε να ομιλή με
πολλάς χειρονομίας. Ένεκα του ελαττώματος τούτου ανέτρεψεν
απροσέκτως τον μέγαν λύχνον, επί της τραπέζης του δείπνου. Ο
λύχνος έσβεσεν, η δε συντροφιά θα έμενεν εις τα σκοτεινά, αν
δεν υπήρχε το κανδήλιον το καίον ενώπιον των αγίων εικόνων, ως
και δύο κηρία αναμμένα επί της εστίας.
Διά να μετριάση την κακήν εντύπωσιν, ο γέρο-Λάζος υπεσχέθη να
βαπτίση αυτός το πρώτον παιδίον, το οποίον θα εγεννάτο εκ του
συνοικεσίου, και αν είνε και γυιος. Αφού είχε χύσει το λάδι,
είπεν αυτός το έβλεπε καλόν σημείον, διότι λάδι θα έχυνε και
εις την βάπτισιν του παιδίου.
Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα της οικίας.
Ο μικρός υιός της Γαλάτσαινας, παιδίον εννέα ετών, ο Χρήστος,
είχε γελασθή με χίλια ψέμματα την εσπέραν υπό της μητρός του,
ότι ο αρραβών θ' ανεβάλλετο διά το άλλο Σάββατον. Είχεν
αποκοιμηθή, αφού έφαγε πολλά γλυκά και έλαβεν υπόσχεσιν ότι θα
φάγη περισσότερα την επαύριον. Είχε την απαίτησιν· να ήτο και
αυτός είς εκ των ανδρών, όσοι θα επήγαιναν να «δέσουν της
πανδριαίς» εις του γαμβρού το σπίτι. Η μήτηρ του, του το
υπεσχέθη κατ' αρχάς, ελπίζουσα ότι θα ήταν επτά τουλάχιστον οι
συγγενείς, όσοι θα πήγαιναν διά την υπόθεσιν. Αλλ' αφού οι
συγγενείς του γαμβρού, οίτινες εκανόνιζον τα τοιαύτα,
παρήγγειλαν ότι ο αριθμός ωρίσθη εις πέντε, η Γαλάτσαινα, μη
δυναμένη ν' αφήση απ' έξω άλλους ηλικιωμένους συγγενείς, ευρέθη
εις την ανάγκην ν' αποκλείση τον ανήλικον υιόν της.
Ο μικρός απεκοιμήθη αναμασσών τα τόσα γλυκά και τας υποσχέσεις,
ενωρίς, πριν έλθωσιν ακόμη εις την οικίαν τα δύο συγγενικά
ανδρόγυνα. Αλλά περί το μεσονύκτιον, αφού εχόρτασε τον ύπνον,
εξύπνησε και βλέπει την αδελφήν του, ημιπλαγιασμένην παρά την
εστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδώς το φθίνον πυρ και μελετώσαν την
ιδέαν του γάμου. Η Μυρσούδα δεν είχεν ύπνον, και οι λογισμοί
της και τα ξυπνητά όνειρά της, τα οποία επλησίαζαν να γείνουν
πράγματα, επετούσαν προς την οικίαν εκείνην του αρραβωνιαστικού
της, όπου ευρίσκοντο τώρα η μήτηρ της και οι θείοι και αι θείαι
της. Διότι είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή
άνθρωπος. Πρέπει να καμαρώνης και να δαγκώνης τα χείλη σου, να
μη γελάς. Από το σπίτι έξω δεν βγαίνεις, αλλά μόλις θα προβάλης
εις το παράθυρον διά να ποτίσης την γάστραν με τα λελούδια,
μόλις θα φανής εις τον εξώστην διά να γεμίσης το κανάτι νερόν
από την στάμναν, ευθύς ο κόσμος, δηλαδή η γειτόνισσαις, σου
φωνάζουν: «Με τς' γειαις, Μυρσούδα!» Τότε τι να πης; Να κάμης
τον κωφόν; Θα σου το φωνάξουν δυνατώτερα. Να πης «φχαριστώ;» θ'
ανοίξης το στόμα σου, και σαν το ανοίξης θα γελάσης χωρίς να
θέλης. Όσο και να καμαρώνης, θα χαμογελάσης, δεν μπορείς. Είνε
κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος.
Είδε λοιπόν ο μικρός την Μυρσούδαν να ρεμβάζη, και την θέσιν
την μητρός του την βλέπει κενήν. Τινάζει τότε το πάπλωμα,
πετιέται απάνω, και βάζει της φωναίς. Πού είνε η μάννα; επήγαν
να δέσουν της πανδρειαίς, κι' αυτόν τον εγέλασαν μες τα μάτια;
Η αδελφή του δεν ειξεύρει πώς να ειπή ψεύματα με πιθανότητα.
«Γουρούνα, βρωμούσα!» Την πιάνει από τα μαλλιά. Της τα τραβά
δυνατά. Την θανατώνει από τον πόνον. Κλαίει εκείνη και
δοκιμάζει να κρατήση τα χέρια του. Επί τέλους επικαλείπαι έν
ψεύμα εις βοήθειάν της.
— Η μητέρα επήγε στην εκκλησία. Θα γείνη πάλιν σήμερα, την
Κυριακή, νύκτα βαθειά η λειτουργία, καθώς προχθές τα
Χριστούγεννα.
Είνε τώρα τρεις απ' τα μεσάνυκτα. Δεν τον εξύπνησε διά να μη
τον κρυώση. Αλλά τώρα-τώρα θα φέξη, και θα πάγη κι' αυτός στην
εκκλησία.
Ο μικρός εκόντευσε να πιστεύση. Αλλά, κατά συγκυρίαν, βλέπει
εκεί, υποκάτω απ' τα εικονίσματα επί μικρού τραπεζίου, την
προσφοράν, που είχεν η μητέρα του από προχθές φυλαγμένην, διά
να την προσφέρη σήμερον εις την εκκλησίαν. Η προσφορά ήτο εκεί
τυλιγμένη εις λευκόν προσόψιον. Αν η μητέρα επήγαινε στην
εκκλησίαν, θα έπαιρνε την προσφοράν μαζί της.
— Την εξέχασ' η μητέρα την προσφορά, εδοκίμασε να ισχυρισθή η
Μυρσούδα.
— Ψέμματα λες. Γουρούνα, γουρούνα!
Κ' έκαμε πάλιν να την αρπάξη από τα μαλλιά.
Η Μυρσούδα έδεσε σφιγκτά το λευκόν τουλουπάνι της, και το
κατεβίβασεν έως τα οφρύδια, διά να προφυλάξη τα ωραία καστανά
μαλλιά της.
— Η προσφορά, επανέλαβεν η Μυρσούδα, συγκεντρούσα όλην την
γυναικείαν λογικήν εις τον νουν της, η προσφορά έγεινε διά την
ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς. Αφού απομείναμε αυτό το
Σάββατο, τώρα την προσφορά θα την φάμε μεις, κ' η μητέρα θα
ζυμώση άλλη το άλλο Σάββατο, για την πάη στην εκκλησία, για την
ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς.
— Ψέμματα, δε με γελάς! γουρούνα!
Είχεν εξασθενήσει η γνώμη του πολύ και ίσως θα επείθετο. Αλλά
τότε ενθυμήθη ότι αφ' εσπέρας υπήρχεν επάνω εις το ίδιον
τραπέζι μέγας δίσκος, και ο δίσκος αυτός έλειπε τώρα απ' εκεί.
Εκ τούτου οδηγούμενος, εκύτταξεν επάνω εις το ράφι, και είδεν
ότι έλειπαν απ' εκεί αι πέντε ή εξ κούπαις του γλυκού, όπου
υπήρχαν το βράδυ.
Τότε ο μικρός έβαλεν αγρίαν κραυγήν, και ήρπασε τα δύο κλώνια ή
τα άκρα του κεφαλοδέσμου της αδελφής του, προσπαθών να την
ξεμανδηλώση.
— Ψεύτρα! γουρούνα! πήγαν να δέσουν της πανδρειαίς.
Ο μικρός εφόρεσε το ένδυμά του, κ' εζήτησε να φύγη. Ήθελε να
υπάγη και αυτός εις την οικίαν του γαμβρού. Εν τη παραφορά του
δεν εφοβείτο πλέον ούτε τους καλικαντζάρους, ούτε τα
φαντάσματα.
Η αδελφή του κλαίει, φοβείται να μείνη μοναχή της. Ο μικρός δεν
την ακούει, ανοίγει την θύραν, εξέρχεται. Εκείνη τρέχει κατόπιν
του. Εκείνος γυρίζει.
— Άναψέ μου το φανάρι, τώρα ευθύς, γιατί. . .
Και την εφοβέριζε με τον γρόνθον.
— Το φανάρι το επήρε η μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ', πού θα πας;
Τώρα, όπου είνε θαρθούνε πίσω.
Του έλεγε πολλά, αλλ' εκείνος επέμενεν. Ίσως επί τέλους ο φόβος
των καλικαντζάρων, θα τον έκαμνε να γυρίση πίσω, αφού έκαμνε
ολίγα βήματα εις τον δρόμον, αλλά την στιγμήν εκείνην ηκούσθη
φωνή, κάτω από τον εξώστην.
— Τι έχετε, θα πω; έλεγεν η φωνή.
— Θεια-Χρυσή, δεν ακούς; είπεν η Μυρσούδα. Θέλει να πάη στης
πανδρειαίς.
Η θεια Χρυσή ήτο πτωχή και έρημη χήρα, κατοικούσα εις μικρόν
θάλαμον, εις το εισόγειον της οικίας. Είξευρε τα περί του
αρραβώνος, και ηγάπα την κόρην και την μητέρα της. Ήτο δε
μακρυνή συγγενής του γαμβρού.
— Για να σου πω, παιδί μου Μυρσούδα, είπεν ήρθε κανένας απ' το
σπίτι του γαμβρού να σου πάρη να σ' χαρήκια;
— Όχι.
— Πώς ξέχασαν οι μουρλοί! Για να σου πω, έχω εγώ ένα μικρό
φαναράκι, τώρα το ανάφτω, και να πάμε μαζί με το Χρήστο, και να
'ρθώ πίσω να σ' πάρω τα σ' χαρήκια. Κλειδώσου μες το σπίτι και
μη φοβάσαι.
Έκρουσαν την θύραν της οικίας της Μπόναινας. Ο Χρήστος έγεινε
δεκτός, διότι αφού εδόθησαν πλέον οι αρραβώνες, ήτο πλέον
αδιάφορον αν ήρχοντο και άλλοι περιττοί ή άρτιοι.
Εφίλησαν την θεια-Χρυσή, ήτις τους συνεχάρη πρώτη, και
επανελθούσα μόλις μετ' ολίγα λεπτά, επήρε τα συχαρήκια της
Μυρσούδας, ήτις την «ασήμωσεν», ήτοι της έδωκεν αργυρούν
νόμισμα.
Η ημέρα του Αγίου Βασιλείου εορτάσθη καλώς εις τας οικίας της
μιας και της άλλης συμπεθέρας. Η Μυρσούδα δεν επρόφθανε να
φτιάνη φουσκάκια (ή λοκμάδες) από πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Η
κυρά-Γαλάτσαινα δεν επρόφθανε να φιλεύη όλον τον κόσμον
φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκό και μεγάλαις σταφίδες από
ραζακί σταφύλι. Μερικοί από τους επισκέπτας ήρχοντο δις και
τρις, λέγοντες ότι η πρώτη φορά ήτο διά τον αρραβώνα, η δευτέρα
διά την εορτήν του γαμβρού και η τρίτη διά τα «μβατίκια».
Τα «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρώς. Έρρανον τον γαμβρόν με
κοφέτα και με ορύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, και ο γέρο-
Λάζος, όστις επρόσεχε πλέον εις τας χειρονομίας του, έκαμε
τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να
φωνάζη·
— Ας φέξη!
Τ' ΑΓΝΑΝΤΕΜΜΑ
Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους
χρόνους ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της
Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παππάς δεν ήρχετο να
λειτουργήση. Ο βορρηάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το
απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει
εναντίον του βράχου. Κι' ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας
ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένον βαθειά στην γην, και το
ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει
την κορυφήν του.
Όλον τον χρόνον παππάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να
δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος
του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου
Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και
κυματίζοντα βαθειά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της
άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν
λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί,
βουνίσιοι, αλειτούργητοι, ήρχοντο με της φαμίλιες των της
ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ' αχτένιστα και
άνιφτα, που δεν είξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά ν'
αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της
λειτουργίας ο γηραιός παππάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους
εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα,
κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν ανάμεσα εις
αγρίους θαλασσοπλήκτονς βράχους, διά να φωτίση κι' αγιάση τ'
αφώτιστα κύματα.
Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες
ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν'
ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την
Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους
συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα
κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιαίς ψηλοκεντημέναις, με τους χυτούς
βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα
αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς, διά να της φέρουν
προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από
την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχωνται, πάντα να φέρνουν». Βοϊδάκια
λογικά που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνιμα όπως τα
δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα.
Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο
διά να καθήσουν και αγναντέψουν.
Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, η οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ'
αι Απόκρεω, συνήθως περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών,
αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί
μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις της σκούναις των, και
εμίσευαν· επήγαιναν να ταξειδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια
και γολέτταις «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί
μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του
μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η
άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν.
Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την
μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και η
σκούνα έφερνε βόλταις εις τον λιμένα εάν ήτο ενάντιος, ή και
ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις
την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς
εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε της πανετάδες εις τα
καπηλειά. Κ' η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις
το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον
μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήταν στα πανιά, εγίνετο
άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά,
ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν είξευρε πού ήσαν. Και μέσα
εις το πλοίον όπου έφερνε βόλταις-βόλταις, κ' εστρέφετο ως
δεμένον περί κέντρον αόρατον — το κέντρον ήτο μέσα εις τας
καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών — άλλος δεν ήτο ειμή ο
πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ' ένας επιβάτης, ξένος κ' έρημος, εις
τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα
φύγωμε» κ' είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε
να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ' έτσι απεφάσιζε να
μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο
απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπώνια
αρκετά, τρομπώνια από το πλοίον, τρομπώνια έξω από την πόλιν
έκοφταν, εψαλλίδιζαν της βόλταις ταχύτερα, συντομώτερα ως να
εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν
ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης,
και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος,
καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον,
ανέβαιναν, ανήρχοντο, επάνω στην ρεμματιάν, το ρέμμα-ρέμμα, τον
ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους
τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή
πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με
τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την
κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον
από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον
της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον
παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το
μαζεμμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπον με μεγάλαις φωτιαίς τα κανδήλια της Παναγίας της
Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του αγίου
Νικολάου, έβαλλε της φωναίς· έκανε το κακό. . . εμάλλωνε με
όλαις της γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκαν της,
τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά
παραγγελίαν του κυρ-Αγγελή του επιτρόπου. . . διά να μαλλώση
της ευλαβητικαίς (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είνε για το
συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και
χύνουν λάδια πολλά και λαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα
στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που
ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και τα τέμπλον, και
της ποδιαίς και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ' η γυναίκες δεν
την άκουαν. Τι χρειάζουνται τόσαις φωτιαίς, σαν πυροφάνια,
εφώναζεν η γρηά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της
τον παππα-Γεράσιμον, ότι η φωτιαίς των κανδηλιών πρέπει να είνε
μικραίς, τόσαις δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την
ήκουεν.
Οι ορμαθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι. . . .
διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα
εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα,
ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους. . . διότι
πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα. . . με τα
προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα
κανδήλια της Παναγίας, αφού είχαν κάνει μετάνοιες πολλαίς
στρωταίς, κ' είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ' είχαν
χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρηά-Μαλαμίτσας,
εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι' αγνάντευαν κατά τα
πέλαγος.
Τα βοσκόπουλα εκείνα τ' άγρια κι' αχτένιστα κι' απλοϊκά, που
της έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ' έλεγαν:
— Κύττα της! στα μάτια έκαμαν.
Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνηού· είχε σηκωθή
στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το
ρέμμα και απεμακρύνθη κ' εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή
των μικρών παιδίων του ας είνε ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια
του καραβιού σας. . . στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα,
καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι' ο πλοίαρχός του, πάνε
να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό πουλί μου,
στο καλό!
Ιδού και η γολέττα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου. . . Η
ψυχή μου, η πνοή μου να είνε πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα
του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν
προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πανιά σου. Σύρε, πουλί μου, στο
καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
Νά κ' η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο
σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός
δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε
πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο, κι' άργησε.
Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν
εμπρός κι' οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου!
Παναγιά, μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!
— Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά-Συρραχίνα,
παλαιά καπετάνισσα με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο
χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, που μπόρεσε κι'
ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν,
το καράβι του γυιου της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρι έχει,
και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της
Μεγαλόχαρης.
— Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι· ας έχη δόξα το όνομά
της.
— Το εξωκκλήσι αυτό άγιασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα·
πρωτήτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
— Γιατί;
— Βλέπετε κείνον τον βράχο, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το
γιαλό;. . . που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια .
. . που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είνε το Φλανδρώ.
— Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι
έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θεια-Φλωρού.
— Το βλέπετε κ' είνε ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα· μια
φορά κ' έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
— Άνθρωπος;
— Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρηά-Συρραχίνα ήρχισε να
διηγήται.
— Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μία κόρη αρχοντοπούλα,
που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι
— καθώς μούπε ο πνεμματικός απάνω στον Άι-Χαράλαμπον όσον τον
θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα
χρονών, και μ' επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη
Τετράδη. . . τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν είξερα, τα
ξεράματά μου. . . το τι μώλεε ο πνεμματικός δεν αγροικούσα,
φωτιά που μ' έ!. . . Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια
τα θυμούμουν, κ' ύστερ' από χρόνια. . . το κορίτσι πρέπει νάνε
φρόνιμο και ντροπαλό, νάνε υπάκοο, να μην κυττάζη τους νειους,
ν' αγαπά τον κύρη του και την μανούλα του· και σαν μεγαλώση,
και δώση ο Θεός και παντρευτή με την ευχή των γονιών της, άλλον
να μην αγαπά από τον άνδρα της.
Μώφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων. . . Οι παληοί
Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα. . . Κείνον τον καιρό ήτον
μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ.
Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν,
Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ'
αγαθά του κόσμου, και έγεινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρόν εκείνον
ήτον ένας καραβοκύρης, ώμορφο παλληκάρι, κι' αγάπησε το Φλανδρώ
και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε
αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το
καράβι, έγεινε κι' ο γάμος· και σαν έγεινε ο γάμος, έρριξε το
καράβι στο γιαλό, κ' εμπαρκάρησε και πήγε να ταξειδεύη.