βλέπουνε, και να μη σ' ακούνε, του είπε μια των ημερών μία
γραία γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχής.
Και η μοίρα του, ήτις τον είχε λικνίσει παιδιόθεν με το άσμα
της συμφοράς, έμελλε να τον πάρη και να τον κρύψη βαθειά, εις
τα σπλάγχνα της γης διά να μη τον βλέπουν, μήτε να τους βλέπη,
να μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούη. . . Όταν έγεινε
δεκαπέντε ετών, είχεν αναρριχηθή μια των ημερών εις υπερύψηλον
δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδή, από τας οποίας κατασκευάζουν τα
κατάρτια των πλοίων. Ο Κώτσος επλησίαζε να φθάση εις την
κορυφήν, όταν έν παιδίον, το οποίον πολλάκις τον είχεν
ενοχλήσει, διήλθε τρέχον αποκάτω, και εύρεν ευκαιρίαν να φωνάξη
προς τον αναρριχώμενον το σύνηθες υβριστικόν όνομα. . .
Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, ο Κώτσος έπιπτε κάτω εις την γην, από
ύψος είκοσι μέτρων. Είχε ξεπιασθή με την μίαν χείρα, και είχε
κυττάξει οργίλος προς τα κάτω. Φαίνεται ότι η ύβρις του
διελθόντος παιδίου τον είχεν ερεθίσει υπερμέτρως και τον είχε
κάμει να χάση την λαβήν. . Ο άτυχος Κώτσος έζησεν ολίγας ώρας
αναίσθητος, και είτα εξέπνευσεν. . .
Όταν πρώτην φοράν ήκουσεν, ή πρώτην φοράν έδωκε προσοχήν εις το
όνομα, το οποίον του έρριψεν έν παιδίον, εκεί όπου εμάλλωσαν,
παίζοντας μαζί της αμάδες, και συγχρόνως το παιδίον ετράπη εις
φυγήν, ο Κώτσος ήτο δέκα περίπου ετών. Μαντεύσας ότι η λέξις
είχε κακήν σημασίαν, εκυνήγησε το παιδίον, αλλά δεν ημπόρεσε να
το φθάση. Το ξένον παιδίον ανέβη εις τον Επάνω Μαχαλάν,
συνησπίσθη με άλλους δύο ομήλικας, και οι τρεις ήρχισαν,
ωφελούμενοι από το υψηλόν του τόπου, να πετροβολούν τον Κώτσον,
όστις ηναγκάσθη εις υποχώρησιν.
Πάραυτα έτρεξε προς την μητέρα του.
— Δεν μου λες, μάννα, τι θα πη «μούλος»;
Η Σοφούλα ωχρίασεν, είτα ετραύλισεν·
— Πού τον άκουσες. . . αυτόν το λόγο;
— Ο Γιάννης της Φαμελούς, τώρα που παίζαμε μαζί, κ'
εμαλλώσαμε, έφυγε τρέχοντας και μ' εφώναξε : «Μούλο! Μούλο!»
Αχ! δεν τον έφτασα, να του δείξω εγώ. . . . Πες μου, μάννα, τι
να πη;. . .
— Το στόμα τους να πιαστή!. . . να βγάλουν τη φάγουσα, ναι!
ήρχισε να καταράται ταπεινή τη φωνή, ελθούσα εις επικουρίαν της
αδελφής της η Κρατήρα.
— Θα μου πης, μάννα, και συ, θεια, τι θα πη; επέμεινε θορυβών
και κλαίων, κτυπών τους πόδας του εις το έδαφος.
Τότε η θεία του ανέλαβε να του εξηγήση, λησμονούσα ότι ήρχετο
εις αντίφασιν με τας προ μικρού κατάρας της.
— Νά, σε βλέπουνε, βρε συ, πού είσαι ξανθός. . . . κ' επειδή
τάχα, απ' την τρίχα σου τους φαίνεται να μοιάζης σαν μουλαράκι,
γι' αυτό σε φωνάζουν έτσι δα. . . .
Ο Κώτσος δεν επείσθη. Η Κρατήρα επρόσθεσεν·
— Όπως της Μπουλίνας το γυιο, που είνε κοκκινομάλλης, τονε
λένε Κοκκίνη. . . και το Γιώργη της Μελάχρως, που είνε μαύρος,
τόνε φωνάζουνε Αραπάκη. . . Κατάλαβες τώρα.
Ο μικρός ήρχισε να καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον από
την γλυκείαν φωνήν της θείας του, ή όσον επείθετο από την
έννοιαν των λόγων της.
— Όπως και τον Νίκο της Κοντούλας, που τόνε λένε Μελίσση,
γιατί είνε σα βόι, τάχα, ε; είπε.
— Ναι, μαθές, επεβεβαίωσεν η Κρατήρα.
— Και τον Μιχάλη του Κορωνιού, που τόνε λένε Ψαρή, όπως τη
γίδα;
— Ίσα, ίσα αυτό.
Ο Κώτσος ησύχασε προς καιρόν. Αλλ' είχε παρατηρήσει ότι το
όνομα εκείνο το ετόξευον κατ' αυτού με περισσοτέραν κακίαν,
παρ' όσην συνήθως εδείκνυον προς όσους εκάλουν «Ψαρή» ή,
«Μελίσση». Ολίγον καιρόν ύστερον, ήρχισε να εξετάζη κατ' ιδίαν
την θείαν του.
— Για, να σου πω, θεια; . . . . . Δε μου λες, γιατί ο πατέρας
άφησε τη μάννα μου, κ' επήρε άλλη γυναίκα;
— Δεν είνε δουλειά σου, να τα εξετάζης αυτά, απήντησε,
προσπαθούσα υπό το αυστηρόν του τόνου να κρύψη την αμηχανίαν
της η Κρατήρα.
— Δεν είνε δουλειά μου; επανέλαβεν έτοιμος να κλαύση ο Κώτσος.
Ναι, γιατί με φωνάζουν «Μούλο», επειδή τάχα δεν έχω πατέρα, κι'
όχι απ' το χρώμα των μαλλιών μου, που μου έλεγες. . .
Τότε η Κρατήρα εσκέφθη προς στιγμήν και ως φρόνιμος γεροντοκόρη
έκρινεν ότι δεν ωφελούσε να κρύψη την αλήθειαν από το ανεψιόν
της, επειδή εις την εποχήν αυτήν της ελλείψεως παντός χαλινού,
τα παιδία τα μανθάνουν πρωίμως όλα, και, αν αύτη εσιώπα, ο
μικρός θα εμάνθανε πολύ περισσότερα παρ' όσα έπρεπε να ξεύρη,
απ' τα άλλα παιδία του χωρίου από λόγια του δρόμου και από
ακούσματα της αγοράς. Και λοιπόν του είπεν·
— Άκουσε, Κώτσο μου. Η μητέρα σου, όταν σε είχε στην κοιλιά,
αρρώστησε, και της ήρθε αδυναμία και δεν μπόρεσε να σε γεννήση
στην ώρα της. . . Και απάνω στην αρρώστια της που σε είχε στην
κοιλιά, μέσ' τον ύπνο της φώναζε : «το παιδί! το παιδί!» κ'
ύστερα που σε γέννησε, και τώρα ακόμη όλο άρρωστη είνε, ολοένα
φωνάζει, στα ξυπνητά της και στον ύπνο της: «το παιδί! το παιδί
μου!» Νοιώθεις τι αδυναμία έχει σ' εσένα, κι αγροικάς με τι
πόνο και καϋμό σ' ανάθρεψε;. . . Και σαν της ήρθε η πρώτη
αρρώστια, πριν σε γεννήση, σ' εβάσταξε μέσ' την κοιλιά μια-δυο
μέραις παραπάνω. Τότε τα λαδικά, ας είνε καλά που τα ξετάζουν
όλα, μέτρησαν τους μήνες, και της μέραις, κ' είπαν τάχα πώς η
μάννα σου δεν σε είχε κάμει με τον άνδρα της, που έλειπε εννέα
μήνες με το καράβι, επειδής έμεινες μέσ' την κοιλιά, αυταίς της
δύο-τρεις μέραις παραπάνω. . . Τότε ο πατέρας σου, δεν θέλω να
πω κακό λόγο, που μου είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, και με
ανάγκασε να αποθηκέψω εγώ το βιο μου και να του δώσω τρεις
χιλιάδες μετρητά, επειδή επέμενε κ' ήθελε «το μέτρημα! το
μέτρημα!» κι' ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να στεφανωθή αν
δεν του μετρούσα τα λεπτά. . . ώστε, αφού έδωκα της μητέρας σου
τα μισά κτήματα, όλο το μερδικό μου εγώ, για να του εύρω το
μέτρημα να του δώσω. . . κοντολογής, ο πατέρας σου επίστεψε τα
λόγια του κόσμου, και είπε ότι δεν σε γνωρίζει για παιδί του.
Μα εσύ, καθώς κι' όλα τα ορφανά, έχεις το Θεό πατέρα, και
πρέπει ν' αγαπάς την μητέρα σου, που δε σου έφταιξε τίποτε και
παιδεύεται με τόσον πόνο και καϋμό να σ' αναθρέψη. . . Και
νάσαι φρόνιμος και καλός, και καθένας που έσφαλε, απ' το Θεό θα
τωύρη. Και με άλλον να σε είχε κάμει η μάννα σου, πάλι, εσύ δε
φταις τίποτε, και δεν πρέπει να σε πειράζουν γι' αυτό, μα είνε
παιδιά, και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξεύρουν τι τους
γίνεται. . . Γείνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδής πως αυτό
δεν μπορεί να σε βλάψη. . . Ας σ' αξιώση ο θεός να προκόψης και
να γείνης χρήσιμος άνθρωπος, κ' οι ίδιοι που σε βρίζουν τώρα,
θάρχωνται μια μέρα να σου βάζουν μετάνοιες . . . και συ θα τους
κάνης το βαρύ. . . Μονάχα, Κώτσό μου, νάχης την ευχή του
Χριστού, κύτταξε να μην παραπονέσης την μάννα σου, που σ' αγαπά
τόσο. . . Ανίσως εσύ πεισμώνης σαν παιδί, εκείνης η καρδιά της
είνε ματωμένη γι' αυτά και γι' αυτά τα πράμματα.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του φθινοπώρου η Κρατήρα είχε μείνει
με τον ανεψιόν της εις τον ελαιώνα, και είχον κλεισθή εις το
μικρόν καλύβι διά να κοιμηθώσι. Πλησίον του κτήματος υπήρχε
μέγα δάσος, βαθύς δρυμών, από γιγαντιαία εξαίσια δένδρα.
Παρά την είσοδον του δάσους, εις τα νοτιοδυτικά σύνορα του
ελαιώνος, υπήρχον πολλά ερείπια, έν σπήλαιον ή υπόγειον
περιέργου σχήματος και κατασκευής, το οποίον εκαλείτο
δρακοσπηλιά. Ήρχιζεν από μίαν οπήν βράχου, όστις είχε
χρησιμεύσει ως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατηρειπωμένου κτιρίου,
και ανήρχετο προς τ' άνω, εντός υψηλού βράχου κωνοειδούς, όστις
απετέλει την κορυφήν της δειράδος. Έλεγαν ότι εντός του
σπηλαίου εκείνου ηκούετο ενίοτε παράδοξος ήχος και μεγάλη βοή.
Τα κατηρειπωμένα κτίρια ήσαν τρία ή τέσσαρα.
Η οπή εντός του βράχου ανήρχετο εις διάστημα πολλών οργυιών, ως
ελέγετο, εις το κοίλον του βράχου, και απέληγεν εις την κορυφήν
όπου είχε διέξοδον. Ελέγετο ότι εκεί μέσα ενεφώλευε τον παλαιόν
καιρόν ένας Δράκος, όστις έκρυπτεν εκεί θησαυρούς, τους οποίους
εφύλαττον και &έβοσκον& την νύκτα διάφοροι Αράπηδες σκλάβοι
του.
Τριγύρω εις τα ερείπια έβγαιναν την νύκτα όχι ολίγα στοιχειά,
εξωτικά και κρούσματα. Από την θέσιν των ερειπίων ήρχιζεν έν
ρεύμα στενόν, σύσκιον, το οποίον κατήρχετο βαθύ, κάτω εις την
κοιλάδα, και εντός του ρεύματος, ολίγον παρακάτω από τα
ερείπια, υπήρχε μία κρήνη παλαιά, εις την ρίζαν γηραιού
δένδρου, μ' ένα τάπι δεμένον δι' αλύσεως εις κρίκον επί του
γηραιού κορμού· εκαλείτο κοινώς το Κρύο Πηγάδι, ήτο δε κρύον
όχι μόνον το νερόν, εκ του οποίου πολλοί δεν έπινον λέγοντες
ότι ήτο στοιχειωμένον, αλλ' ο υγρός αήρ, το περιβάλλον και το
σύσκιον και σκοτεινόν της μικράς κλεισωρείας. Πολλαί γραίαι,
από τας πρωτινάς, όσαι είχον γεννηθή περί τα αρχάς του αιώνος,
όταν ήσαν ηναγκασμέναι να διέλθωσιν από το στενόν τούτο,
συνήθιζαν να χαιρετούν την παλαιάν κρήνην διά συνθηματικής
ρήσεως·
— Χαίρε και συ, Κρύο Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου!
Μερικαί έλεγον : «καϋμένο Κρύο Πηγάδι», και άλλαι τινές έλεγον
ευφημότερον: «καλό Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου». Όλος ο τόπος
τριγύρω, τα ερείπια και το ρεύμα, έβριθεν από νεράιδες την
ημέραν, εμυρμηκία την νύκτα από στοιχειά και φαντάσματα.
Εις το «Κρύο Πηγάδι», πολλοί διηγούντο ότι είχον ιδεί να
κάθηται ένας Αράπης, με την τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα,
χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθή»,
διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο «Κρύο Πηγάδι». Η
Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων και μήτηρ δέκα παιδίων, είχε
πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.
Ο Κώτσος, το τέκνον της συμφοράς, είχε μάθει ν' αγαπά την
εξοχήν, σιμά εις την θείαν του, και την ηκολούθει συχνά εις τας
εκδρομάς της. Η μήτηρ του έμενε κατ' οίκον. Έπασχε σωματικώς
από την γένναν της και είχε τρωθή ηθικώς από τα βέλη της
δυσφημίας. Η αδελφή της ήτον σχεδόν αγροδίαιτος.
Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας
βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα.
Είχε γείνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του
έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον
εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους
δυσκόλως θα εσωφρόνιζε, και αν είχε την συνήθειαν να τους
«μαρτυράη στο δάσκαλο» (το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα
κακής προδοσίας μεταξύ των παιδίων). Άλλην άρα καταφυγήν δεν
είχεν, ειμή να κάμνη συχνά καυγάδες και να δέρνη τους
συμμαθητάς του — ενίοτε και να της τρώγη.
Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ' ην έδειρε δύο-τρεις εκ των
συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον.
Ο ίδιος δεν ηθέλησε — εντράπη ή εδίστασε να πη εις τον δάσκαλον
το επίθετον, το οποίον κατ' αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε
το βάρος της οργής έπεσεν επ' αυτόν.
Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η
οποία έτσουζεν, αλλ' «απεβλήθη προσκαίρως» από τα μαθήματα.
Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήση», η θεία του
προσεφέρθη να υπάγη αυτή «ν' αγκαλέση» στον δάσκαλον τα άλλα
παιδία, τα οποία του έλεγαν «έτσι κ' έτσι» και του εφώναζαν
«αυτό κι' αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν
την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν, και δεν επάτησε πλέον εις
το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.
Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς
να πταίη — ενώ άλλην φοράν πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ
έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ-Ιωακείμ, τον
«ορμήνεψε» και του είπεν, ότι 'ς αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις
παιδευόμεθα», και προσεπάθησε να του εξηγήση το απόφθεγγμα: «οι
αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς».
Έμαθε λοιπόν ν' αγαπά την ερημίαν, ν' αγαπά τα ερείπια, ως και
αυτά τα στοιχειά και τα φαντάσματα. Α! τα στοιχειά δεν του
ήθελαν κακόν ούτε τον είχαν αδικήσει.
Δεν του είχαν ρίψει ποτέ κατά πρόσωπον, ούτε εκ των νώτων, το
απαίσιον κοινωνικόν όνειδος.
Ο Κώτσος είχεν ένα πόθον βαθύν, μίαν ακράτητον περιέργειαν.
Ήθελε να δοκιμάση να εισέλθη εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου,
το οποίον, ενώ εφαίνετο να καταδύεται κάτω εις την γην,
ανήρχετο είτα εις την κορυφήν του βράχου. Ήτον εκείνη, η
Δρακοσπηλιά, και είχε μεγάλην δι' αυτόν έλξιν. Είχε δοκιμάσει
άπαξ ήδη, την ημέραν. Αλλ' η θεία του, ήτις τον επετήρει
αγρύπνως, έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της.
— Μην το κάμης αυτό, παιδάκι μου! στη Δρακοσπηλιά μέσα ήθελες
να μβης;. . . Θεός φυλάξη! μην είσαι απόκοτος!. . .
— Είνε κανείς Δράκος μέσα, θεια;
— Και δράκος να μην είνε, ποιος ξέρει; Μπορεί να βαρέσης
πουθενά. . . είνε σκοτάδι, και ποιος ξέρει τι γκρίφια έχει μέσα
. . . Μπορεί να κακοπάθης. . . ή να πάρης φρίξι και να
σκιαχτής. . . Λένε πως έχει μια κακή βοή αυτή η σπηλιά, άμα
χωθή άνθρωπος μέσα. . .
Ο Κώτσος εφάνη ότι ήκουσε την συμβουλήν της θείας του, κ'
επανήλθε μαζί της εις τον ελαιώνα. Αλλ' ο πόθος και η
περιέργειά του ηύξησεν.
Είχεν ακούσει από τα παιδία και τας γραίας ότι ο Δράκος, όστις
εκατοικούσε τον παλαιόν καιρόν εκεί μέσα, μπορούσε να κάμη έναν
άνθρωπον πλούσιον, στο κέφι του επάνω, άμα ήθελεν, εκτός αν
επροτίμα — το οποίον ήτο και συχνότερον — να τον βλάψη και να
τον μισερέψη διά πάντοτε, τον τολμηρόν επισκέπτην. Είχεν εκεί
ταμιευμένα ο Δράκος γρόσια πολλά, φλωριά αναρίθμητα, τα οποία
ένας Αράπης έβγαινε την νύκτα και τα εχόρευε, σιμά εις το
στόμιον του σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εις το φως της σελήνης.
Ωνειροπόλει να διαλάθη την προσοχήν του Αράπη, ν' αρπάση όσα
ειμπορέση φλωριά, εκεί που τα εχόρευε. Με αυτά τα φλωριά θα
εξεχρέωνε πρώτον τα κτήματα της θείας του, επειδή το χρέος την
έκαμνε να στενάζη. Είτα θα άφηνεν εις τας δύο γυναίκας αρκετά
διά να καλοζούν, και αυτός θα εσκάρωνεν «ένα μεγάλο καράβι
τριοκάταρτο», θα επήγαινε να ταξειδεύση, και θα έφερνεν από τα
ταξείδια «κόφες τάλλαρα», καθώς είχεν ακούσει να διηγούνται διά
τα πλοία όσα ανέβησαν εις την Μαύρην Θάλασσαν κατά τον πόλεμον
τον Κριμαϊκόν, ότι είχαν γεμίσει το αμπάρι από τάλλαρα, και τα
εμοίραζαν «με της κόφαις» εις τους συντρόφους, τον λοστρόμον
και τους ναύτας και αυτόν τον μούτσον. . . Μ' εκείνα τα τάλλαρα
θα έμβαινε καλά στα μάτια εκείνων των φθονερών παιδίων, των
σημερινών εχθρών του, και θα ήρχοντο να του βάζουν μετάνοιες
στρωταίς, καθώς έλεγεν η θεία του.
Την νύκτα εκείνην, καθ' ην είχε κατακλιθή, αφού επείσθη ότι η
θεία του εκοιμάτο βαθέως, κουρασμένη καθώς ήτον, εσηκώθη χωρίς
κρότον, ήνοιξε την θύραν με άκραν προφύλαξιν. Επήρε μαζί του
ένα κουτί σπίρτα, ένα χονδρόν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης,
έκλεισεν αθορύβως την θύραν έξωθεν, κ' έτρεξε προς το μέρος της
Δρακοσπηλιάς.
Η σελήνη είχεν αρτίως ανατείλει δρεπανοειδής. Ήτον σχεδόν
μεσάνυκτα· έφθασε μετ' ολίγον εις τα ερείπια.
Εισήλθεν εντός των κατηρειπωμένων κτιρίων, έφθασεν εις το
στόμιον του υπογείου άντρου, άναψε το σπίρτον, είτα το κηρίον.
Έκαμε τον σταυρόν του και εισήλθεν εις την οπήν.
Το χάσμα εχώρει ανέτως άνθρωπον, ο δε Κώτσος ήτο μεγαλόσωμον
παιδίον. Ησθάνθη ψυχρόν, υγρόν αέρα εις το πρόσωπόν του. Επάτει
επί κόνεως ή άμμου. Εχαμήλωσεν, εκυρτώθη.
Προέβη ολίγα βήματα. Άλλο δεν έβλεπεν ή μαύρον τοίχον, σχεδόν
ομαλόν, ως λαξευτόν, και ήκουεν αόριστον βόμβον ερχόμενον
έσωθεν. Ήτον ως βόμβος μυιών ή ως πτερυγίσματα ελαφρά μικρών
πουλιών. Διέβλεπε προσέτι αμυδρά σχήματα, όμοια με αποστάγματα
από σύμπλεγμα αναμμένων κηρίων, ή με κρύσταλλα κρεμάμενα εν
καιρώ παγετού από τους σταλαγμούς των στεγών.
Αποτόμως ο δρόμος του εκόπη. Ο τοίχος, όστις μέχρι τούδε
εσχημάτιζε θόλον υπεράνω της κεφαλής του, εφάνη ως να κατήλθε
κ' εκρεμάσθη μέχρι του εδάφους, και του έφραξε την οδόν.
Τότε ο Κώτσος περιέφερε το κηρίον του εδώ κ' εκεί διά να ίδη αν
υπήρχε που δίοδος, αλλά ρεύμα αέρος έπεσεν αποτόμως επάνω εις
το κηρίον και το έσβυσε.
Συγχρόνως ο Κώτσος ήκουσεν ή του εφάνη ότι ήκουσε μίαν βοήν
υποχθόνιον, υπόκωφον φωνήν, ήτις ήρχετο αγρία από τα βάθη του
σπηλαίου.
Η φωνή του εφάνη ότι έλεγε·
— Μού . . . λο! Μού . . . λο!
Λοιπόν, ως και τα φαντάσματα είξευραν την δυστυχίαν του! Λοιπόν
και τα ξωτικά όλα εγνώριζαν το τρωτόν μέρος του! Και ο Δράκος
διά της φωνής του επεκύρωνε τας φωνάς των μοχθηρών παιδίων!
Ο Κώτσος ετράπη εις φυγήν. Καθώς εστράφη οπίσω, εις το σκότος,
προς το στόμιον του σπηλαίου, ζητών να εύρη ακτίνα της σελήνης
ευμενή, ήτις να του φέξη εις τον δρόμον του, εκτύπησε την
κεφαλήν σφοδρώς εις τον θόλον του βράχου. Του ήλθε στιγμιαία
ζάλη.
Α! έπρεπε να είχε κτυπήσει την κεφαλήν του πρωτήτερα, όταν
ήθελε να εισέλθη εις το σπήλαιον του Δράκου. . . Ή μάλλον,
ώφειλε να κτυπά το κεφάλι του από πολύ πριν. . . πριν γεννηθή
ακόμη. Και την στιγμήν εκείνην επαρουσιάσθη εις την φαντασίαν
του μειδιώσα και μορφάζουσα η όψις του περιπλανωμένου μοναχού,
του Ιωακείμ, όστις άλλοτε του είχε διηγηθή περί της αφελούς
περιεργείας των μαθητών του Χριστού, ερωτώντων περί του εκ
γενετής τυφλού, αν ο ίδιος ήμαρτεν ή οι γονείς του διά να
γεννηθή τυφλός.
Και αυτός ο Κώτσος ήτο κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού
— ήτο εκ γενετής κατάδικος.
Όταν συνήλθεν από την ζάλην, επέστρεψε ριγών και τρέμων πλησίον
της θείας του. Την εύρεν έξυπνον. Αύτη είχεν «αλαφιασθή» μέσα
στον ύπνον της, κ' εξυπνήσασα, δεν εύρε πλησίον της τον ανεψιόν
της.
Εξαφνίσθη, ετρόμαξεν. Εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. Υπώπτευσεν
ότι ο Κώτσος θα είχεν υπάγει, ο απόκοτος, προς το μέρος της
Δρακοσπηλιάς. Ήρχισε να τον κράζη ονομαστί·
— Κώτσο! . . . πού είσαι!
Ενώ εδίσταζε και ητοιμάζετο, μισονδυτή και ξυπόλητη, όπως ήτον,
να τρέξη προς τα εκεί, είδε τον Κώτσον να έρχεται. Ήτον χλωμός
από το φως της σελήνης, και χλωμός από την συγκίνησίν του.
— Τι έχεις;. . . Πού πήγες;
Ο νέος ταχέως συνήλθε.
— Τίποτα . . . τίποτα, θεια, ησύχασε.
— Δεν σου είπα εγώ να μην πας στη Δρακοσπηλιά; Λέγε. . . τι
έτρεξε;
— Άκουσα μια φωνή.
— Φωνή;. . . θάκουσες τη βοή που λένε πως βγαίνει τη νύχτα. Κ'
εφοβήθηκες πολύ; . . . Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου. . . Έλα
να κοιμηθής, και να φυλάεσαι άλλη φορά, να μην είσαι απόκοτος.
— Η φωνή που άκουσα. . .
— Η φωνή; . . ε; τι;
— Έλεγε . . . ένα λόγο. . .
— Τι;
— Έλεγε «Μού . . . λο!»
Η Κρατήρα ησθάνθη πόνον, και συγχρόνως εγέλασεν. Ήρχισε να
εξηγή εις τον ανεψιόν της·
— Άμα αποκοτήση κανείς, και πάη μέσ' τη Σπηλιά του Δράκου,
νύχτα, μεσάνυχτα, αυτά θ' ακούση. . . Λένε πώς η βοή εκείνη της
Σπηλιάς έχει ένα ιδίωμα, να ξαναλέη στον άνθρωπο ό,τι καϋμό
έχει στη ζωή του. . . Κείνο, που του πονεί του καθενός, το
λέει, τάχα με ανθρωπίνη φωνή. Τάκουσα που το έλεγαν οι παλαιοί,
μα τώρα 'ς αυτά τα χρόνια δεν θα πήγε κανένας να μπη μέσ' στην
Σπηλιά. Εσένα σου φάνηκε πως άκουσες: «Μούλο!». Αν επήγαινα εγώ
μέσ' τη Δρακοσπηλιά, θα μου φαίνετο πως ακούω: «το χρέος! το
χρέος!», κείνον τον καϋμό που έχω. Αν επήγαινε η μάννα σου, θα
έκαναν τ' αυτιά της πως ακούει: «το παιδί! το παιδί!» κι' αν
επήγαινεν ο προκομμένος ο πατέρας σου, θ' άκουε μια φωνή: «το
μέτρημα! το μέτρημα!» Αυτό είνε η φωνή του Δράκου.
Ολίγον καιρόν ύστερον μετά τον τραγικόν θάνατον του παιδίου, αι
δύο αδελφαί, πικραμένοι και μαυροφορούσαι — η μήτηρ ωχρά και
μόλις δυναμένη να βαδίζη, εκ της αδυναμίας, μέλλουσα ν' αποθάνη
ολίγας εβδομάδας ύστερον, η θεία ισχνή, ήλιοκαής και
εγκαρτερούσα, — εξήλθον λίαν πρωί εις την εξοχήν. Εκεί
συνήντησαν τον πλάνητα μοναχόν, τον Ιωακείμ.
Ούτος τας εχαιρέτησε μετά συμπαθείας, σείων την κεφαλήν, και
ήρχισε να λέγη προς την ορφανήν του τέκνου μητέρα·
— Ε! κουράγιο, Σοφούλα! Τι να γένη, καϋμένη· εκεί, στον άλλον
κόσμο, θα βρης πολλούς, πολλούς άλλους, και τον Κωσταντάκη σου
μαζί. . . Τι να λες, εσύ, ταλαίπωρη· Βέβαια θα είπες, πως ήτον
κακή ώρα! Α! η πλέον κακή ώρα είνε η ώρα της αμαρτίας, Σοφούλα!
Αχ! τα οψώνια της αμαρτίας. . . Γι' αυτό είπε και ο όσιος
Θεόδωρος ο Στουδίτης : «η δεξιά Σου, Χριστέ μου,. . . σκευωρίας
πάσης περιφυλαξάτω με!».
Είτα, όταν η Σοφούλα απέστρεψε κλαίουσα την κεφαλήν, ο πλάνος
μοναχός είπεν εις την πρεσβυτέραν αδελφήν της·
— Αχ! Κρατήρα, και να ήτον αθώα. . . θα επήγαινε μαζί με τους
Μάρτυρας. . . Όπως κι' αν είνε, πιστεύω να βρη έλεος.
Κ' επειδή εκείνη τον εκύτταξεν εν αμηχανία, ο ρασοφόρος
επανέλαβε ταπεινή τη φωνή, διά να μην τον ακούση η Σοφούλα·
— Απ' της δυο κακές ώρες, την μίαν που ένα πλάσμα έπεσε σε
πειρασμό, κ' έφερ' ένα άλλο πλάσμα στον κόσμο, και την άλλην,
που αυτό το δεύτερο πλάσμα έπεσε απ' το δένδρο κ' εσκοτώθη.
— χωρίς την πρώτη, η δεύτερη ποτέ δεν θα ήρχετο — η χειροτέρα
ώρα είνε η πρώτη, Κρατήρα!
ΤΑ ΣΥΧΑΡΗΚΙΑ
Τρεις χαραίς είχε την ημέραν εκείνην η κυρά-Γαλάτσαινα του
Κασσανδριανού, χήρα του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου,
αποθανόντος προ τινων ετών πτωχού μετά πολλάς επιχειρήσεις. Η
πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την κόρην της,
την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η
δευτέρα ήτο ότι σήμερον πρωτοχρονιάν εώρταζε την εορτήν του
ονόματός του ο ίδιος ο γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να
τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας τα «μβατίκια» του
γαμβρού εις την οικίαν της.
Η ιδέα της κυρά-Γαλάτσαινας ήτο να είχον τελεσθή τα μβατίκια
αφ' εσπέρας, την νύκτα του παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του
νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν'
αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2
Ιανουαρίου. Οι λογαριασμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού
δεν συμφωνούν καθ' όλα τα μέρη πάντοτε με τους λογαριασμούς της
μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρά-Γαλάτσαινας έλεγεν
ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας της παραμονής, μεθ' ό
ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθερος να επισκέπτηται δις
και τρις της ημέρας την αρραβωνιαστικήν του εις την οικίαν της
(ειμπορούσε, μάλιστα, αν ήτο αδιάκριτος, και να το στρώση
«κόττα πήττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα
εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον
υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν
πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την
οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρά-Γαλάτσαινα
υποχρεωμένη να κουβαλήση ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την
οικίαν της συμπεθέρας της, αλλά μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά
και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του
γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την
οικίαν της, διά την εορτήν του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν
να έχη άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την
οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.
Αλλ' ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτο πρέπον
να φύγη από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάση την ημέραν της
εορτής του, πριν στεφανωθή ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης.
Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάση εις την οικίαν της
νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αύτη προίκα, με γεια της και με
χαρά της. Αλλ' εφέτος διά τελευταίαν φοράν, ας μείνη ακόμη
πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε.
Τα χαμαλιά «τα κρυφά> τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι —
όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο
γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και
στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και
ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του,
μικράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και
καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα
καταβροχθίζη, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόντας, αλωνίζων
με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς
να τα μασσά με τους τραπεζίτας του.
Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι' αυτό, αλλ'
αυτός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός;
Δική του δεν ήτο η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και
τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα
τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά;
Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα
οποία του έστελνεν η πενθερά του, διά να μην τον ιδή κακό μάτι,
μην τύχη και τον αβασκάνη κανείς. Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα
ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός, να τα φάγουν όλα οι
συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτο καιρός διά τα άλλα δώρα τα
επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ εάν η
συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάη καπότο», οικονομούσα με τρόπον
να εγίνοντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας διά να δικαιολογηθή ότι δεν
θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των
στενωτέρων συγενών του γαμβρού της, του Βασίλη.
Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα
οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του
αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον
και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης,
καθ' ήν είχε κατορθωθή τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν
πανδρειαίς».