Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, 'ς αυτόν τον

έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσεν η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας

της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στηλώση την καρδιά της.

Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ' έκλαψε πικρά κ'

εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι' αγρίεψαν κ' εθέριεψαν. . . και

στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της

Φλανδρώς, κ' έγεινε αγυρισιά του. . . Και το Φλανδρώ ήρθε και

ξαναήρθε σ' αυτόν τον έρμο γιαλό κ' εκύτταζε κι' αγνάντευε. . .

κ' επερίμενε, κ' εκαρτερούσε κι' απάντεχε. . . Πέρασαν μήνες,

πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία. . . και το

καράβι πουθενά δεν εφάνηκε. . . και το Φλανδρώ έκλαψε, και

καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν

είχε πλεια δάκρυ να χύση. . . και παρακάλεσε τους θεούς της που

ήταν είδωλα, πέτραις, να της κάμουν τη χάρι να γείνη κι' αυτή

είδωλο, βράχος, πέτρα. . . και το ζήτημά της έγεινε και την

έκαμαν βράχο, ξέρα. . . με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε

κ' εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια· και το

ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα, και νά ο βράχος εκεί, η πέτρα

που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα. . .

κ' η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα με το βογγητό της

θάλασσας . . . Νά η ξέρα εκεί. Αυτή 'νε η Φλανδρώ.

Ύστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά,

για να βαπτιστή η πλάσι, μια χριστιανή αρχόντισσα, η

Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια,

έταξε στην Παναγία, κ' έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό

κατευόδιο των παιδίων της. . . Ας δώσ' η Παναγία και σήμερα

νάνε καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και

στους γονιούς σας.

— Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γείνει

άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέττα μικρόν κατά μικρόν

εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα

των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους,

διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ' έβγαζαν καυκαλήθραις και

μυρόνια, κ' έκοφταν φτέραις κ' αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο

ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.

Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των

γυναικών επετούσαν μαζί της, κ' έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα

κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και

βαθειά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή

το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας

συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν' αναχωρήσωσιν αύριον : «Σύρε,

πουλί μου στο καλό και στην καλή την ώραν!»

ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣTO ΛΙΒΑΔΙ

Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσον νερόν εις την μικράν λίμνην

όσον διά να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο

Σανταβελής τα καραβάκια τους όταν εδραπέτευον κάθε δειλινόν από

το σχολείον, με τους «φύλακας» κρεμαστούς υπό μάλης, και

τρέχοντες ανεσήκωναν τας περισκελίδας των μακρόθεν, ούτε τόση

μούργα, όσον διά να γεμίζη κάθε πρωί και βράδυ την μικράν

φιάλην της η γρηά-Παναγιού η Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα από

βούρκον εις βούρκον, και ξεχωρίζουσα με τον πήχυν της και με το

τενεκεδένιο πενηνταράκι της το κατακάθισμα του λαδιού από το

νερόν και από την λάσπην. Ο Κύριος εισήκουσε τας δεήσεις των

πτωχών και τους στεναγμούς των πενήτων, και εσώρευσε τόσας

νεφέλας εις τον αιθέρα, και ήστραψε και εβρόντησε τόσον

τρομακτικά εις το στερέωμα, και έρριψε τόσον άφθονον νερόν εις

το παραθαλάσσιον χωρίον, ώστε να εξαλειφθή πάσα ακαθαρσία εις

την γειτονιάν και να γείνη έν η γη και ο ουρανός και η θάλασσα.

Ήτο ώρα δειλινού και από πρωίας ο αιθήρ ήτο θολωμένος και

σκότος επεκρέματο και συννεφιά μεγάλη. «Ορώρει δ' ουρανόθεν

νυξ». Τέλος οι καταρράκται του ουρανού ηνοίγησαν και έγεινε

βροχή, θάλασσα, καταποντισμός. Το κατώγειον της γρηά-

Ραγιάδαινας εγέμισε νερόν ως δύο πήχεις. Το ελαιοτριβείον του

Δαυκιώτη επατήθη μέχρις αναστήματος και πλέον από το νερό και η

κοπάναις εγέμισαν, αι ελαίαι παρεσύρθησαν από τον χαμηλόν

σοφάν, το άλογον εσταμάτησεν και ο Γιάννης ο Αρμαμένος, έμεινε

με το πτυάριον εις την χείρα. Η θεια-Μαριώ η Κατσικάκαινα

εβγήκεν έξω εις το χαγιάτι και συνέπλεκε τας χείρας εις

προσευχήν αγωνίας.

Ο σταύλος του γέρο-Κουμενή είχε πλημμυρήσει και το γαϊδούρι

έπλεεν εις το νερόν. Ο κύριός του άλλο μέσον δεν εύρε, παρά να

τραβήξη την τριχειάν από την κλαβανήν επάνω εις το πάτωμα, ώστε

το ζώον να πλέη το σώμα κάτω και την κεφαλήν ν' ανατείνη επάνω,

με κίνδυνον να πνιγή από το σχοινίον πριν γλυτώση από το νερόν.

Πέραν εις τον κήπον του Σαραφιανού, η πλημμύρα είχε ρίξει κάτω

τους τοίχους, και το νερόν εξέσπασε μέσα εις τον κήπον,

παρασύρον καλύβας, σταύλους, φυτείας και δένδρα. Ο Σαραφιανός

με τον κηρωτόν επενδύτην, με τα υποδήματα μέχρι των μηρών,

επροσπάθει να εμβαλώση εκ των ενόντων το ρήγμα του τοίχου,

κουβαλών χονδρά ξύλα και κούτσουρα και σωρεύων ταύτα διά να

φράξη την ορμήν. Η γρηά-Χιόνω από το παράθυρον εφώναζε·

— Κάψε τα, γυιε μου, κάψε τα!

Ίσως εφαντάζετο ότι ο υιός της εσώρευε τα ξύλα διά να ανάψη

φωτιάν.

Κάτω εις το ποτόκι όλα ήσαν θάλασσα.

Τα κατώγεια των οικιών είχον πλημμυρήσει όλα. Το βαρελάδικο του

μάστρο-Στεφανή είχε γεμίσει νερό ως δύο μπόγια· ο βρόχινος

ποταμός είχε ρίψει κάτω, πρώτον το τσαρδάκι ή το μικρόν

παράπηγμα του Στεφανή, είτα παρέσυρε τα βαρέλια εις χορόν όλα,

όσα ήσαν αποκάτω εις το τσαρδάκι, είτα εισώρμησεν εις το

εργαστήριον του καλού χειρώνακτος και το έκαμε να πλέη. Αλλ' η

πλημμύρα ήτο εις όλα τα ισόγεια και όπου τα πατώματα ήσαν

χαμηλά εκινδύνευε να τα φτάση. Η γρηά-Ραγιάδαινα εφώναζεν απ'

αντικρύ να πάγουν να την γλυτώσουν.

Θα εχρειάζετο βάρκα, διά να της κάμουν την χάριν. Αλλά βάρκα

δεν υπήρχεν άλλη ειμή τα βαρέλια του μάστρο-Στεφανή, όπου

έπλεαν όλα εις την σειράν με γραφικήν νωθρότητα. Ο υιός του

βαρελά, ο μικρός, είχε καβαλικεύσει το έν τούτων, και εύρε

μεγάλην διασκέδασιν, αλλά δεν κατώρθωσε ν' ανακαλύψη το

πηδάλιον του αυτοσχεδίου πλοιαρίου. Έκλινε πότε με τον ένα πόδα

και πότε με τον άλλον κατά το ρεύμα και ήτο έτοιμος κάθε

στιγμήν να δώση βουτιάν.

Επάνω εις το υψηλότερον μέρος της συνοικίας, το ανατολικόν, δεν

ήτο φόβος να φθάση το νερόν εις τας οικίας. Εκεί ήσαν τα

Κοτρώνια, υψηλοί βράχοι, καμωμένοι επίτηδες διά να κτίζουν

φωλεάς τα νυχτοπούλια και διά να αναβαίνουν τα παιδιά να

παίζουν με τους χαρτίνους αετούς, διά να κάμουν τρέλλας και να

φωνάζουν. Η γρηά Σακαβάραινα είχεν εξέλθει εις τον εξώστην και

ετραβούσε τα μαλλιά της και εφώναζε·

— Τ' είν' αυτό, Θεέ μου, τ' είν' αυτό! Αμαρτωλοί είνε και θα

τους βουλιάξη;

Και η θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ενθυμουμένη τον άνδρα

της και τους υιούς της, όπου εταξείδευαν με το καράβι έκραζε·

— Παναγιά μου, στο πέλαγο! Πανάγια μου, στο πέλαγο!

Ο γέρων πατήρ, ο καλός οικογενειάρχης, μιας πτωχής οικίας δίπλα

εις το βαρελάδικο, είχεν οπλισθή προχείρως με σκαπάνην και με

κουβάν και είχε καταβή εις το ισόγειον. Επροσπάθει να αδειάση

το νερόν από το κατώγι, επαιδεύετο να φράξη έως δύο πιθαμάς το

κατώφλιον και επάσχιζε να δέση το πιθάριον του ελαίου εις ένα

κρίκον επί του τοίχου. Ήμην κ' εγώ εκεί — ιστάμην εις το

παράθυρον, έβλεπα κ' επροσπαθούσα να διώξω τον φόβον, να

διασκεδάσω. Το είχα πάρει πονηρά, και δεν επήγα εις το σχολείον

— άλλως πολύ αραιά επήγαινα. — Γυναίκες ανασκουμπωμέναι μέχρι

γονάτων, πατούσαι εις τα νερά, ο βαρελάς κοπιάζων να εξασφαλίση

το εργαστήριόν του, να μαζώξη τα βαρέλια του, να βάλη στην

άκρην τα κλαδιά και τα ξύλα από το χαλασμένον παράπηγμά του,

όλα απετέλουν παιδικόν θέαμα. Η φουρνάρισσα εφώναζεν απ'

αντικρύ να πάγουν να γλυτώσουν της κλάραις της, οπού τας είχε

παρασύρει το ρεύμα. Δύο ή τρεις γέροντες της γειτονιάς ήσαν

μέχρι βουβώνων εις το νερόν διά να γλιτώσουν ολίγαις

κουτσούραις και καυσόξυλα, όπου έπλεαν εις τον ποταμόν. Η γρηά-

Μερεγκλίνα, από το στενόν μέσα εφώναζε να της γλυτώσουν την

σκαφίδα της, όπου την είχε πάρει το ρεύμα και την έσπρωχνε κάτω

προς την θάλασσαν.

Τα παιδία από το σχολείον είχαν κάμει γενικήν έξοδον, καθώς

εκόπασεν η βροχή και το ρεύμα της πλημμύρας εφούσκωνεν ακόμη.

Εξήλθον δρομαίως με ατάκτους φωνάς και έτρεχαν, έτρεχαν εις την

μεγάλην λίμνην του νερού κάτω προς τον αιγιαλόν, διά να

προφθάσουν να χορτάσουν καράβισμα και παιγνίδι εις τα νερά μίαν

φοράν, να βραχούν, να παίξουν με το ρεύμα. Και τα δυο κοπάδια

πάπιες όπου έπεσαν εις τα νερά άμα εσταμάτησεν η βροχή, κ'

εβουτούσαν, ετράπησαν εις φυγήν έντρομα.

Πτωχή χήρα, η Μαριώ Λιβαδάκαινα, μαζί με την κόρην της την

Ματώ, ευρίσκοντο εις τον μεμονωμένον οικίσκον των, εις το

χαμηλότερον μέρος του Λιβαδιού, προς την εξοχήν, εις την άκρην

του χωρίου. Άμα ήρχισεν η καταιγίς και τα θεμέλια της οικίας

ταχέως κατεπλημμύρησαν. Αλλ' η Μαριώ δεν επρόσεχε κατ' αρχάς

εις τούτο. Είχε το μάτι υψηλά κατά το βουνόν. Ήτον αφηρημένη.

— Μάννα, θα πλημμάρουμε, εφώναξεν η κόρη της.

Η μήτηρ εξηκολούθει να κυττάζη υψηλά εις το βουνόν.

— Ας πα να πλημμάρουμε, εψιθύρισε.

— Μάννα, πλημμάραμε! επανέλαβε μετ' ολίγον η Ματώ.

Η χήρα έστρεψε το βλέμμα προς τα παρά πόδας. Όλη η στεφάνη του

εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρήσει και το ισόγειον της οικίας ήτο

γεμάτον νερόν. Το χαμηλόν πάτωμα εκινδύνευε να το φθάση.

Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.

— Πω, πω, πω! έκαμεν η μήτηρ συμπλέκουσα τας χείρας. Από την

στέγην της οικίας είχαν ανοίξει δέκα έως δώδεκα σταλαγμοί. Τα

φορέματα, η «τέμπλα» με τα στρώματα και τα σινδόνια, τα πενιχρά

έπιπλα, όλα ήσαν καταβρεγμένα.

Η κόρη τα μετέφερε και τα εσώρευεν όλα μαζί, πότε εις την μίαν

γωνίαν και πότε εις την άλλην αλλά και εκεί ήνοιγε σταλαγμός.

Τέλος τα εκουβάλησεν όλα εις την μέσην· αλλ' εκεί ήνοιξε μέγας

σταλαγμός εις τον «καβαλλάρην» της στέγης.

Την προηγουμένην εβδομάδα είχαν ξανασύρει την σκεπήν. Να το

είξευραν να μη βάλουν μάστορην!

Αλλά και τι τον ήθελαν τον μάστορην; μήπως ήτο ιδικόν τους το

σπίτι; Ο κυρ-Αργυρός ο Ξυγκοχέρης, ο πιστωτής των, τους

εφοβέριζε καθημερινώς να τους βγάλη από το σπίτι. Προ δύο

ημερών ακόμη είχει περάσει από εκεί και τους είπε ότι θα τους

πάρη το ποτάμι. . . Ας χαρή τώρα.

— Πω, πω! θα πνιγούμε, μάννα! ωλόλυξεν η κόρη συμπλέκουσα τας

χείρας, κυττάζουσα διά του παραθύρου κάτω και βλέπουσα όλον το

Λιβάδι θάλασσαν. Δεν εφαίνετο πουθενά πάτημα διά να πατήση τις.

Και η βροχή εξηκολούθει ακόμη.

— Θα πνιγούμε! εθρήνησεν η μήτηρ, τραβούσα τα μαλλιά της, και

ο αδελφός σου, ο αδελφός σου που λείπει απ' το πρωί στο χωράφι,

δεν θα πνιγή;

Σπαρακτική ήτο η φωνή της μητρός.

Απέναντι, προς το μεσηβρινόν μέρος, πεντακόσια βήματα μακράν

εκατοικούσεν η Μαργαρώ η Μποστανού, εντός του λαχανοκήπου τον

οποίον εκαλλιέργει ο σύζυγός της. Ο οικίσκος των υψηλά, επί

λοφίσκου, αψηφούσε την πλημμύραν. Η γυνή είχεν ανοίξει το

παράθυρον και εφώναξε προς την Μαριώ τη Λιβαδάκαινα·

— Θα πνιγήτε, χριστιαναίς!

Η Μαριώ ήτον αφωσιωμένη όλη εις τον στοχασμόν του υιού της,

ήτον παραδομένη εις την ανησυχίαν της. Εκύτταζε το βουνόν με

όμμα απλανές, ως να έβλεπε οπτασίαν. Ο υιός της πού να είνε με

αυτόν τον κατακλυσμόν;

— Πνιγήκατε, χριστιαναίς, εφώναξε πάλιν η Μαργαρώ η Μποστανού.

Όλον το Λιβάδι πέλαγος. Και αν επροθυμείτο τις να υπάγη εις

βοήθειαν των αγωνιώντων, δεν θα ηδύνατο πλέον.

Ο σύζυγος της Μαργαρώς ήτο κάτω εις το ισόγειον και διώρθωνε τα

τσαπιά, και ετρόχιζε με οξύν τριγμόν μικρόν πριόνιον, το οποίον

του εχρησίμευε διά κλάδευμα των δένδρων. Το νερόν έπρεπε ν'

αναβή δύο μπόγια ακόμη διά να τους φθάση. Διά της μικράς

θυρίδος έβλεπε και αυτός την τεφράν, χωματόχρουν, κυματώδη

θάλασσαν, την κατακλύζουσαν όλα τα αλώνια και τους κάμπους.

— Καλέ, δεν ακούς τι γίνεται, δεν βλέπεις! εφώναξεν άνωθεν διά

της καταπακτής η σύζυγός του. Θα χαλάση ο θεός τον κόσμον.

Ο κηπουρός κάτωθεν απήντησεν εις την ερώτησιν δι' άσματος,

ψάλλων με την βραχνήν φωνήν του :

$Βρέχει ο ουρανός και βρέχουμαι,

$ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.

Η θέσις των δύο γυναικών, εις το μοναχικόν σπιτάκι του

Λιβαδιού, ήρχισε να γίνεται απελπιστική. Η κόρη έκφρων

ωλόλυζεν. Εκύτταζε βλοσυρά το παράθυρον, τον εξώστην, την

ξυλίνην σκάλαν, όλα απειλούμενα και σαλευόμενα από την

πλημμύραν. Η μήτηρ είχε παύσει αρτίως να τραβά τα μαλλιά της.

Έσχιζε τας παρειάς, εκόπτετο, κ' εμοιρολογούσε. Δεν έκλαιε το

σπίτι, δεν έκλαιε την κόρην της, ούτε τον εαυτόν της. Έκλαιε

τον υιόν της, όστις ήτο μακράν. Εκύτταζε κατά το βουνόν, αλλά

δεν τον διέκρινε πλέον. Ο πελώριος σίφων, στύλος φοβερός,

ενώνων τον ουρανόν με την γην, όπου διά πενθίμου ανταυγείας

εφώτιζεν εκ διαλειμμάτων τα πέριξ και έκαμε το βουνόν να

ξεχωρίζη, εσχίσθη ήδη, διερράγη και διελύθη, και το βουνόν,

μαύρος ατμός, έγεινεν έν με τον αιθέρα.

Εφαντάζετο ήδη πνιγμένον τον υιόν της, πτώμα ελεεινόν, φοβερόν

την θέαν, παρασυρόμενον από το ρεύμα, κτυπώντα την κεφαλήν από

βράχου εις βράχον, αγκιστρούμενον και σφηνούμενον εις τους

βάτους και τους θαμνώνας, από αιμασιάν εις αιμασιάν.

Ηυτοσχεδίαζεν ακουσίως τα μοιρολόγια:

$Πώς θα σε φέρουν, γυιόκα μου, πνιμμένον μέσ' το ρέμμα!

$Πώς θα σε ιδώ! . . .

Η Μαργαρώ η Μποστανού εφώναζε τον άνδρα της·

— Καλέ, έλα πάνω να ιδής! Να μπορούσε κανείς να της

γλυτώση!. . .

Ο άνθρωπος απήντησε με το βραχνόν τραγούδι του :

$Έρχουμαι, κυρά μ', δεν έρχουμαι,

$έξω στην πόρτα στέκουμαι,

$βρέχει ουρανός και βρέχουμαι.

Η βροχή είχε παύσει, και η πλημμύρα δεν είχε καταπέσει. Είχαν

κατέλθει όλα τα ανώνυμα ρεύματα του ποταμού, όλα των κοιλάδων

τα θολά ποτάμια, όλα τα χειμέρια κατακαθίσματα των υπωρειών.

Το μικρόν σπιτάκι στο Λιβάδι έτριζεν, έτριζε, κατέρρεεν. Η βοή

του καταποντισμού ανήρχετο εις τον αιθέρα, και εις την βοήν

αυτήν δεν εχάνετο ο στεναγμός τον πενήτων διά τους αγγέλους του

Θεού.

Το σπιτάκι της πτωχής χήρας είχε καθίσει από το έν μέρος, και

έχει λάβει στάσιν χωλού κλίνοντος προς τον ένα ώμον, πτωχού

γέροντος στηριζομένου επί της ράβδου του. Δεν υπήρχεν ορατόν

στήριγμα δι' αυτό. Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατή από

το έν μέρος, διά να μη καταρρεύση όλον.

Όταν εκόπασεν η βροχή, χωρικοί κατέβαινον τρέχοντες με τα

υποζύγιά των. Επανήρχοντο από τους αγρούς μισοπνιγμένοι,

βρεγμένοι ως το κόκκαλον. Διήρχοντο εις απόστασιν εκατοντάδων

βημάτων. Η Μαριώ ίστατο εις το παράθυρον, παρακαλούσα εκθύμως

την Παναγίαν, και ερωτώσα μεγαλοφώνως τους διαβαίνοντας μακράν·

— Μην είδατε τον Μανώλη, τον γυιο μου;

Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο καθείς έσπευδε διά να ίδη τι έγεινε

το σπίτι του, η φαμηλιά του, και δεν ήκουε τι τον ηρώτα η χήρα

του Λιβαδιού.

Αλλ' αύτη δεν απέκαμνε να ερωτά, ενόσω διέβλεπεν εις το σκότος.

Η Δεκεμβριανή ημέρα είχε δύσει, η πλημμύρα κατέπιπτε και το

σκότος απειλητικόν επεκρέματο εις τα φωσφορίζοντα νερά.

— Μην είδατε πουθενά τον γυιο μου, τον Μανώλη;

— Δεν τον είδαμε. . . της εφάνη ότι ήκουσεν άπαξ, και η

απάντησις ήτο σπαραγμός δι' αυτήν. Ω, Παναγία μου!

— Μάννα, αφού γλυτώσαμε ως τώρα, πάμε να κατεβούμε, κ' ας

πλέψουμε στο ποτάμι. Το σπίτι θα πέση, μπορεί να γλυτώσουμε!

— Πάμε να ιδούμε τι γείνηκε ο Μανώλης.

Η κόρη εμπρός, η μήτηρ οπίσω, εδοκίμασαν να καταβώσι την

σαλευομένην και σειομένην σκάλαν.

Είχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια και πλατάγισμα ηκούσθη μέσα εις

το νερόν. Εφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλούν το σχήμα,

τεράστιον, κενταυρικόν, κατά το ήμισυ πλέον, κατά το ήμισυ

πατόν, πηδόν και παραδέρνον, μέσα εις το ρεύμα.

— Μάννα, είστε καλά; Γλυτώσατε;

Ήτο η φωνή του Μανώλη.

— Ω, γυιε μου! Ω, παιδί μου! Είσαι καλά; ήρθες;

Ήτον ο Μανώλης, καβάλλα εις το άλογόν του. Επήδησε κάτω, έως

την μέσην εις το νερόν, και ηγκαλίσθη την μητέρα του.

Την εσπέραν εκείνην η πτωχή οικογένεια επήγε και διενυκτέρευσεν

εις της Μαργαρώς της Μποστανούς. Ο κηπουρός εσυμβούλευσε τον

Μανώλην·

— Να κάμης νόμο-τρόπο, λέω 'γώ, ν' αγοράσης ένα σπιτότοπο

απάνω στα Κοτρώνια, ή στα Γελαδάδικα, ή στον Απάνω Μαχαλά, να

χτίσετε κανένα σπιτάκι, να μη σας πατή το νερό.

Η χήρα έλαβε τον λόγον·

— Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας,

του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιαις

δραχμαίς, όλο το διάφορο κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι. . . κ' ας

του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιαίς δεν του

πληρώσαμε. . . Θα μας έχη πάρει άλλα τόσα, κι' ακόμη δος του,

το διάφορο-κεφάλι του,. . . κ' εφοβέριζε να μας βγάλη από το

σπίτι, να μας το πουλήση στη δημοπρασία. . . και μας είπε της

προάλλαις, θα πέση, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώση. . . Νά

που έπεσε τώρα, ας το χαρή. . . Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα

κλήτορα ή κανένα ταχτικό να μας βγάλη απ' το σπίτι, μεγάλη χάρι

θα μας έκανε. . . όλοι μας, δυο πήχαις τόπο θα χρειαστούμε για

να μας θάψουν. . . Ας χορτάσουν πλεια οι αναχόρταγοι.

Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, έπιε μίαν εις υγείαν της χήρας

και των τέκνων της, και έψαλλεν ευθύμως το βραχνόν άσμα του:

$Έλα βαρειά, σιγά και ταπεινά

$μην πάρουν τ' άρματα φωτιά

$και κάψουνε τη γειτονιά

$Έρχουμαι, καλέ μ', δεν έρχουμαι,

$όξω στην πόρτα στέκουμαι,

$ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.

Και η Μαργαρώ η γυναίκα του είπεν

— Εγλύτωσεν ο κοσμάκης και τη φορά αυτή, δόξα νάχη ο Θεός!

TO NHΣΙ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΤΣΑΣ

Είχε γηράσει πολύ η γραία Φωλιώ του Ματαρώνα, χήρα του Γιάννη

Καρπέτη. Και όμως ήτον ακόμη στα καλά της, οπωσούν ακμαία, και

όλαι σχεδόν αι ομιλίαι της φρόνιμαι. Αυτή μου διηγήθη προ

δεκαετίας — τώρα είνε αποθαμένη προ πέντε ετών — αυτό το οποίον

ενεθυμήθην, τέλος, να γράψω σήμερον, κατά Ιανουάριον του 1902.

«Έτσι πλειο, παιδάκι μου, όταν εστεφανώθη η μάννα μου με τον

πατέρα μου, ήτον χήρα από άλλον άνδρα, κ' εκείνος από άλλην

γυναίκα απόχηρος. Ο αφέντης μου — έτσι τον εκράζαμε τότε τον

πατέρα — από την πρώτη γυναίκα είχε δυο παιδιά μικρά, ένα γυιον

μεγαλείτερον, τον Κωνσταντή, που τον εσκότωσαν άδικα οι Τούρκοι

στην Πόλι, κ' είπαν πως άγιασε. Σαν όνειρο το θυμούμαι. Όταν

ήμουν εγώ ως πέντε χρόνιων κορίτσι, πανδρεύθη ο Κωνσταντής, κ'

έκαμ' ένα παιδί, κ' επήγε στην Πόλι με το καράβι, και πλέον δεν

ξαναγύρισε.

Η μητέρα μου πάλι, από τον πρώτον άνδρα, είχε μίαν κόρη, την

Ουρανίτσα, που ήμουν εγώ ως οκτώ χρόνων όταν αρραβωνιάσθη. Αυτό

το θυμούμαι καλλίτερα.

Ήτον ως δεκαέξ χρόνων η Ουρανίτσα μας και την αρραβώνιασαν με

τον Σπύρον της Μπερνίτσας. Αυτό έγεινε πέντε ή έξ χρόνια

μπροστά απ' την Επανάστασι. Και σαν εδώσανε της πανδρειές, κι'

άλλαξαν τα σημάδια, την άλλη μέρα εκάμαμε τα μβασίδια και τον

&εμβάσαμε& τον γαμβρό στο σπίτι μας, για νάρχετ' ελεύθερα, όπως

είνε συνήθεια. Και 'ς ολίγες εβδομάδες ο Σπύρος, ο γαμβρός,

ετοιμάσθη να κάνη ταξείδι, με την βομβάρδα τ' αδερφού του, γι'

απάνω, για τα Μπογάζια της Πόλης, κι' αποκεί για τη Μαύρη

Θάλασσα. Εταξείδευαν συχνά για κείνα τα μέρη, πότε με λάδια,

πότε με κρασιά. Και σαν ετοιμάσθη να μισέψη ύ Σπύρος, μια

βραδειά, γυρίζει και λέγει της μητέρας μου·

— Να σου πω, μάννα, εσύ έχεις, μη προς βάρος, μέσ' το σπίτι,

τριών λογιών παιδιά. Όσο και να την αγαπά την Ουρανίτσα ο

μητρυιός της, δεν θα την έχη σαν τα παιδιά του, τα γκαρδιακά.

Είνε το σπίτι σας σαν μια φωληά, από λογιών των λογιών πουλιά,

όπου κάθε πουλί έχει και τη λαλιά του. Δεν αφίνεις την

Ουρανίτσα, να την πάρ' η μητέρα μου στο σπίτι καλλίτερα, να την

έχη συντροφιά, που είνε μονάχη της, όσο θα λείπω εγώ, ως που

νάρθω, καλό κατευόδιο, να στεφανωθώ;

Η μάννα μου, σαν τάκουσε, κούνησε της πλάτες.

— Ξέρω κ' εγώ, πλειο, είπε μόνον. Να ιδούμε τι θα πη κι' ο

πεθερός σου.

— Ο πεθερός μου, είπεν ο Σπύρος, τι θα πη; . . . . φθάνει να

θέλης του λόγου σου.

Ο πεθερός ήτον ο αφέντης μου, ο μητρυιός της Ουρανίτσας.

Εκείνος δεν είπεν όχι, επειδή πέφταμε πολλά παιδιά μέσ' στο

σπίτι, κ' η μάννα μου γεννούσε ακόμα.

— Ας πάη καλλίτερα με τη συμπεθέρα τη Μπερνίτσα, είπεν.

— Ας πάη πλειο, είπε κ' η μάννα μου.

Η Ουρανίτσα, κι' αυτή, σαν να της άρεσε να πάη να καθίση με την

πεθερά της. Η συμπεθέρα, η Μπερνίτσα, χήρα, άλλο παιδί δεν

είχε, παρά μίαν κόρη πανδρεμμένη, με δύο παιδιά, και τον γυιο

της τον Σπύρο. Όποτε έλειπε ο Σπύρος, έμενε μονάχη της στο

σπίτι. Ώστε εφάνη πρόθυμη να δεχθή τη νύφη της για συντροφιά.

Η Ουρανίτσα ετοίμασε όλα τα ρούχα της, και την άλλη μέρα

εκουβαλήθη στο σπίτι της πεθεράς. Ο Σπύρος ήτο έτοιμος να

μβαρκάρη. Το ταχύ εμβαρκάρισε να φύγη, μα επειδή οι καιροί που

φυσούσαν ήταν βορειάδες, επόδισε, και ήλθε πίσω, κ' εκάθισε

ακόμη πέντ' έξ ημέρας, επειδή έκαμε μία όψιμη χιονιά, κ' οι

βορειάδες εθύμωσαν, και δεν μπορούσε η βομβάρδα ν' αρμενίση

καταπάν' τον αέρα. Ύστερα, σαν εμαλάκωσαν οι καιροί, κ' επήραν

νοτιές, εμβαρκάρισε κ' έφυγε.

Πέρασαν δυο-τρεις μήνες, κ' η Ουρανίτσα η αδελφή μου εζούσεν

πολύ αγαπημένα με την πεθερά της. Κ' η συμπεθέρα με την μάννα

μου είχαν αγάπες, κι' όλοι ήσαν χαρούμενοι. Κ' επερίμεναν,

ημέρα με την ημέρα, να έρθη κανένα καΐκι από πάνω, να τους φέρη

γράμμα απ' τον Σπύρο. Κ' ελογάριαζαν ως το φθινόπωρο, που

έρχονται τα καράβια και δένουν στην πατρίδα για να ξεχειμάσουν,

νάρθη κι' ο Σπύρος με το καλό, και τότε να γένη κι' ο γάμος.

Πέρασε η Λαμπρή, ήλθε κι' ο Μάης με τα λούλουδα, ήλθε κι' ο

θεριστής με τα χρυσά στάχυα, ήλθε κι' ο Αλωνάρης με της

θημωνιές. Και σαν εμβήκ' ο Άουστος, έξαφνα ένα πρωί η συμπεθέρα

η Μπερνίτσα βλέπει τη νύφη της και της εφάνη σαν ύποπτη και

φοβισμένη. . . Ευθύς άρχισε να την εξετάζη·

— Τι έχεις, κορίτσι;

Η Ουρανίτσα άρχισε τα κλάμματα. Έσκυψε το κεφάλι ως τον κόρφο

της πεθεράς της, το εχαμήλωσε παρακάτω ως την μέση της, της

εφίλησε τα γόνατα, και ηθέλησε να ξομολογηθή. Μα η φωνή της

έτρεμε. Δεν μπορούσε να βγάλη λόγο.

— Θα μου πης;

Της Ουρανίτσας ήτον κομμένη η φωνή της. Ως τόσο, να επάνω κάτω

τι μπόρεσε να πη. . .

— Σαν έφυγε. . . κ' επόδισε. . . κ' ήρθε πίσω. . . έλειπες του

λόγου σου. . . ήσουν στην ανδραδέλφη μου. . . ένα δειλινό. . .

Ήθελε να πη ότι ο αρραβωνιαστικός της την ηύρε μοναχήν, τον

καιρόν που είχε μβαρκάρει την πρώτη φορά, κ' επόδισε και την

κατεχράσθη.

Η Μπερνίτσα δεν ηθέλησε να το πιστέψη·

— Και μου το κρύβεις τόσον καιρό;. . .

— Κ' εγώ δεν είξερα. . . τώρα το έννοιωσα, είπε με κλάμματα η

Ουρανίτσα.

— Ψέμματα λες! είπεν αγρία η Μπερνίτσα. Είσαι σε τέτοια θέσι

που δε ειμπορεί να είνε απ' τον καιρό που λείπει ο γυιος

μου. . . Με κανέναν άλλονε!. . .

Ο λόγος αυτός της πεθεράς ήτον μαχαίρι δίκοπο, ήτον

αστροπελέκι, ήτον θάνατος. Η Ουρανίτσα άρχισε να τρέμη όλη,

κιτρίνησε, έπλεε στον ιδρώτα, πιάσθηκεν ο ανασασμός της.

— Εγώ! μπόρεσε μόνο να πη. . . θα πιω φαρμάκι!

— Να, εκειδά, πάνω στο αράφι, τώχω, είπε σκληρά η πεθερά της.

Πάρε το και πιε το!!. . .

Αυτόν τον λόγον είπε, και της γύρισε της πλάτες.

Αυτό ήτον «ένα κ' ένα», παιδάκι μου, εξηκολούθησεν η γραία

Φωλιώ, αφού είχε διακόψει επ' ολίγα λεπτά την αφήγησιν. Το πρωί

επώθηκε αυτός ο λόγος, και το απόγευμα, κοντά το δειλινό, η

Ουρανίτσα η αδερφή μου, βρέθηκε ξαπλωμένη κοντά στην πόρτα του

σπιτιού απάνω στο κατώφλιο, με τα ποδάρια κατά μέσα στο σπίτι,

και το κεφάλι κατά έξω στην αυλή, χλωμή, νεκρή, αποθαμμένη.

Έβαλε η Μπερνίτσα της φωνές, έτρεξαν η γειτόνισσες. Σε λίγο

έφθασε και η μάννα μου ξεμανδήλωτη, τραβώντας τα μαλλιά της.

Έτρεξα κ' εγώ, πιάνομεν απ' τη φουστάνα της μητέρας μου, οχτώ

χρονών κορίτσι, κλαίοντας, χωρίς ν' αγροικώ και να νοιώθω το

γιατί.

Την εσαβάνωσαν, την έκλαψαν σιγά, χωρίς μοιρολόγια. Η Μπερνίτσα

«έπιασε τη χάσα». Δεν της εβάστα η καρδιά — δεν κοτούσε να πη

την αλήθεια της μητέρας μου.

Ύστερα, έπρεπε να την θάψουν πριν βασιλέψη ο ήλιος. Εκείνον τον

καιρό δεν είχαμε δημάρχους, είχαμε δημογερόντους του χωριού,

πρωτόγερους. Κι' ο πρωτόγερος του χωριού, ο κυρ-Αναγνώστης,

ένας άνθρωπος όλο με συννεφιασμένο μέτωπο και ζαρωμένα φρύδια,

δεν ήθελε να δώσουν άδεια να θάψουν την φαρμακωμένη στον άγιον

τον τόπο, στα Μνημούρια, εκεί που έθαφταν τους Χριστιανούς. Κι'

ο παππάς της εκκλησίας, σύφωνος, δεν ήθελε να της διαβάση, της

φτωχής, ούτε τρισάγιο. Καθώς μου είπε ύστερα ο πνεμματικός,

είχαν δίκηο, για να μη δίνεται κακό παράδειγμα. Έπειτα η αδερφή

μου, ήτον η πρώτη ψυχή, ύστερα από αμνημόνευτα χρόνια, που

σκοτώθηκε μοναχή της. Άλλοτε δεν είχε ξαναγείνει αυτό στον τόπο

μας.

Μερικοί άλλοι έλεγαν ότι δεν έπρεπε να ταφή επάνω στον τόπο, μη

τυχόν βρυκολακιάση κ' ερθή πίσω — επειδή ο βρυκόλακας μόνον

αρμυρά νερά δεν μπορεί να περάση. Βλέπεις εκείνα τα νησάκια,

που είν' ένα καμάρι, ένα στολίδι εμπρός στα λιμάνι μας; Κύτταξ'

εκείνο το νησί που το λένε Μαραγκό! Έτσι το έλεγαν απ' αρχής,

έτσι άρχισαν πάλι να το λένε και τώρα. Μα έναν καιρό, το είχαν

ονομάσει απ' τ' όνομα της αδερφής μου!

Ο γείτονάς μας ο Γιαλουγγής, με τη βάρκα του και με τον

σύντροφό του μαζί, τον Φραγκούλη της Μπάλιαινας, επήραν το

λείψανο επάνω εις ένα πλατύ μαδέρι, και το κουβάλησαν, το

βράχο, τον κατήφορο ως τη βάρκα. Η μάννα μου έτρεχε κατόπιν, κ'

εγώ μαζί της. Κόσμος πολύς από περιέργεια, ακολούθησαν, ως κάτω

στο γιαλό. Μερικοί έλεγαν κι' άσχημα λόγια·

— Σκύλα! . . . ψοφίμι! . . .

Την εμβαρκάρησαν στη φελούκα, κ' έπιασαν τα κουπιά οι δύο τους,

επήγε μαζί κ' ένας άνθρωπος μ' ένα σελλάχι, με μια κουμπούρα

στη μέση, και μ' ένα χονδρό ραβδί στο χέρι. Άνθρωπος με μεγάλα

μουστάκια και με μακρυά μαλλιά, και μια μαύρη σκούφια. Ήτον ο

καβάσης της δημογεροντίας. Τον είχε στείλει ο πρωτόγερος για

συνοδεία. Επήραν μαζί τους δύο τσάπες κ' ένα φτυάρι. Άλλον δεν

άφησαν να πατήση στη βάρκα. Τη μάννα μου την έδιωξαν μακρυά.

Εγύρισε πίσω με τα κλάμματα. Η άλλες η μαννάδες, όταν γυρίζουν

απ' το ξύδι, από την εκφορά του νεκρού, παύουν τα μοιρολόγια. Η

μάννα μου τότες τ' άρχισε . . .

Έκλεε, αμέρωτα, απαρηγόρητα, και μ' έκαμε κ' εμέ να κλαίω.

Ανάμεσα την ερωτούσα·

— Πού την πάνε, μάννα, την Ουρανίτσα μας;

Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα · 第 6 / 7 段