πλησιέστερον εις το θρανίον, με την ελπίδα ότι οι συμμαθηταί
του θα του υπεψιθύριζαν ολίγας λέξεις του κειμένου (το οποίον
συνήθεια ήτο ν' απομνημονεύωσι) όπισθεν, όπως και άλλοτε είχον
φωραθή πολλάκις πράττοντες. Το σύστημα όμως τούτο είχεν
εγκατελειφθή εν τη Β' τάξει ως παλαιόν και τετριμμένον. Αφού ο
διδάσκαλος δεν ήτο κουφός, διατί να κανοναρχώσι το μάθημα προς
τον εξεταζόμενον; Αφού ήτο μύωψ, διατί να μη το γράφωσιν επί
του μαυροπίνακος;
Ο μαθητής προέβη έν λοξόν βήμα προς την τράπεζαν και εφρόντισε
να τοποθετηθή ούτως ώστε να δύναται να λαμβάνη με το αριστερόν
του όμμα την επικουρίαν του μαυροπίνακος.
— Πλησιέστερον ακόμη, Γεωργούτσε, είπεν εν ανυπομονησία ο
διδάσκαλος.
Ο Γεωργούτσος προέβη ;eν βήμα ακόμη, και ηναγκάσθη να σταθή
ούτως ώστε να μη δύναται το βλέμμα του να φθάση προς το μέρος
του τοίχου χωρίς να διαβή υπό της σεμνής κορυφής του
διδασκάλου.
— Λέγε!
Ο μαθητής ήρχισε να υποτονθυρίζη: « . . . Παιδεία μεν και πόνου
πολλού . . . και δαπάνης ου σμικράς . . . και τύχης δείσθαι
λαμπράς. . . Τα δε ημέτερα μικρά τε είναι. . . και. . . την
επικουρίαν απαιτείν . . . απαιτείν. Ει δε τινα τέχνην των βανά
. . . των βαναύσ . . . των βαναύσων τούτων εκμάθοιμι . . . »
— Εξ αρχής λέγε! είπεν εντόνως ο διδάσκαλος. Είπομεν ότι το
κείμενον πρέπει να απαγγέλλητε καθαρά και ξάστερα . . . και όχι
&διαπταίοντες& και &βαρβαρίζοντες&, καθώς η ερμογλυφική τέχνη,
ως θα ίδωμεν παρακάτω.
Ο Γεωργούτσος, όστις με απηλπισμένα βλέμματα εζήτει την
βοήθειαν του μαυροπίνακος, και, επειδή ίστατο νυν κατέμπροσθεν
της διδασκαλικής τραπέζης, εδυσκολεύετο να την λάβη, ήρχισεν:
«Αρτι μεν επεπαύ . . . επεπαύμην . . . φοιτών . . . την ηλικίαν
. . ο δε πατήρ . . . ο δε πατήρ . .
Τόσον πλησίον του διδασκάλου ίστατο την φοράν ταύτην, ώστε
ούτος, με όλην την μυωπίαν του, δεν ηδύνατο να μη παρατηρήση
ότι το βλέμμα του μαθητού υψούτο δειλόν και τρομαλέον υπεράνω
των ιδίων αυτού οφρύων και της κόμης, ως να έβλεπεν υπέρτερόν
τι και αόρατον εις τους κοινούς οφθαλμούς, οπτασίαν τινά ή
εμφάνειαν. Ο ευσυνείδητος ανήρ συνέλαβεν υποψίαν, ηγέρθη,
έστρεψε τα νώτα προς την ομήγυριν, ηρεύνησεν επιμελώς επί του
τοίχου, είτα το βλέμμα του και η χειρ του η αριστερά προσέκοψαν
επί της μεγάλης τετραγώνου σανίδος. Επλησίασε την ρίνα, και
ανεκάλυψεν εκεί διά κιμωλίας γραμμάς: «Άρτι μεν επεπαύμην» και
τα εξής έως του «το γιγνόμενον».
Δι' ηλεκτρικού τιναγμού εστράφη με ταχύτητα σφενδόνης, ωχρός
και τρέμων εξ οργής·
— Ποίος από σας έγραψεν εκεί το κείμενον; ηρώτησε με κεραυνώδη
φωνήν.
Ουδείς απήντησεν.
Ο διδάσκαλος δεν επέμεινεν. Εγνώριζεν εκ πείρας ότι, όσας και
αν ενήργει ανακρίσεις, δυσκόλως θ' ανεκάλυπτε τον αυτουργόν.
Αλλά κατά τους νόμους της αλληλεγγύης ο πταίστης ήτο όλη η
τάξις. Και έτι μάλλον πταίστης ήτον ο Γεωργούτσος, όστις είχε
φωραθή επωφελούμενος τον &τυφλοσούρτην&.
Ήρπασε την βέργαν και ήρχισε να κλίνη το γνωστόν βαρύτονον, το
πρότυπον και συμβολικόν ρήμα, επί της ράχεως του ατυχούς
μαθητού.
Ο Γεωργούτσος προσεπάθησε να φυλαχθή με τας χείρας όσον
ηδύνατο, και ηγωνίσθη να συλλάβη την βέργαν. Αλλ' ο διδάσκαλος
έτι μάλλον εθύμωνεν. Ο νέος εφώναζεν ότι δεν έπταιεν αυτός, ότι
και άλλοι είχον ωφεληθή ήδη από το ίδιον βοήθημα, «επειδή το
μάθημα ήταν &βαρύ& και δεν μπορούσαν να το μάθουν απ' όξου»,
και ότι αυτός δεν ήτο ο γράψας το κείμενον επί του πίνακος.
Ο διδάσκαλος δεν είχε προσέξει ότι και άλλαι γραμμαί, πλην του
&κειμένου&, εφαίνοντο γραμμέναι εκεί. Επανήλθεν εις τον πίνακα,
και προσκολλήσας την ρίνα επί της μαύρης σανίδος, ανεκάλυψε
τους κανόνας της Γραμματικής αναγεγραμμένους ύπερθεν του
λουκιανείου κειμένου.
Αφρίζων εξ οργής εστράφη προς το θρανίον, και καλέσας τον
μαθητήν, τον προεξετασθέντα εις την Γραμματικήν, τον διέταξε ν'
ανοίξη τας παλάμας, όπως λάβη «ολίγαις ξυλιαίς διά τον κόπον
του». Αλλ' ο μαθητίσκος διεμαρτυρήθη πειστικώς, λέγων ότι αυτός
είπε το μάθημα απ' έξω, χωρίς διόλου να κυττάζη, και, αν θέλη ο
διδάσκαλος, ειμπορεί να το ξαναειπή αφού εξαλειφθώσι τα
γράμματα από τον μαυροπίνακα. Προσέθεσε δε ότι ηγνόει τις ήτο ο
γράψας κανόνας και κείμενον εκεί, επί του πίνακος.
Ο διδάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής, και χωρίς να ελπίζη
ευνοϊκόν αποτέλεσμα, εφώναξε, λέγων ότι οι μαθηταί ώφειλον να
καταγγείλωσι τον αυτουργόν του δόλου, άλλως θα ήσαν όλοι
κακοήθεις, όλοι αχρείοι και ανάγωγοι. Και επειδή δεν επείθοντο,
ήρχισε να κλίνη το γνωστόν ρήμα καθ' όλους τους χρόνους και τας
εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των
ώμων και των ράχεων όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί του
δευτέρου και τρίτου θρανίου, οσάκις εδοκίμαζε να επεκτείνη το
κράτος της βέργας, η λιγεία ράβδος ολισθαίνουσα έτυπτε σανίδα ή
βιβλίον, αντί να τύψη σάρκα, διότι οι πονηροί μαθηταί των δύο
τούτων θρανίων, διολισθαίνοντες έκρυπτον την κεφαλήν και τους
ώμους υπό την επικλινή σανίδα, την αποτελούσαν δι' αυτούς
γραφείων και αναλόγιον, και ουχί σπανίως προσκεφάλαιον δι'
ύπνον, πνίγοντες εκεί ευθύμους ή θλιβερούς καγχασμούς, και δεν
ωμοίαζον με τους «επιμελείς» και ευπειθείς «μαθητίσκους» του
πρώτου θρανίου, οίτινες ίσταντο ακλινείς, όμοιοι με τον παρ'
Αριστοφάνη δούλον, και ετύπτοντο.
Ο διδάσκαλος είχε κλίνει ήδη όλον τον ενεστώτα του ιερού
ρήματος και μετέβαινεν εις τον παρατατικόν, ότε είς των μαθητών
του τρίτου θρανίου, ο μόνος όστις δεν είχε κύψει να κρυβή υπό
το αναλόγιον του θρανίου, αλλ' είχε μείνει σύννους και ακίνητος
επί ολίγα λεπτά της ώρας, ανέτεινε την χείρα κ' εφώνησε·
— Δάσκαλε!
Εκαλείτο Ιωάννης Αλογάκης και ήτο είς των αμελεστέρων, ως
εικός. Ευρίσκετο από τριών ετών εις την Β' τάξιν εναντίον του
κανονισμού. Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως
απώτατα του διδασκάλου.
— Ποίος ωμίλησεν, ηρώτησεν ο διδάσκαλος.
— Δάσκαλε, επανέλαβεν, ο Γιάννης Αλογάκης, εγώ τα έγραψα εις
τον μαυροπίνακα.
Είχε μάθει από δέκα ετών, εν τε τω Δημοτικώ και τω Ελληνικώ,
τόσα γράμματα, όσα ήρκουν διά ν' αντιγράφη εκ των βιβλίων διά
κιμωλίας τον τυφλοσύρτην επί του μαυροπίνακος.
Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.
— Μη με δέρνης γιατί μου πονούν τα κόκκαλά μου, είπεν αφελώς.
Μ' έδειρες πολύ της προάλλαις. Γονάτισέ με, καλλίτερα.
Ο διδάσκαλος του κατέφερε μόνον δύο εις την ράχιν, και είπεν
— Ας είνε, γονάτισε.
Ο Αλογάκης έλαβε την κιμωλίαν, εχάραξεν επί του δαπέδου μικρόν
ελλειψοειδές σχήμα, διά να είνε όριον του τόπου της τιμωρίας
του, κ' εγονυπέτησεν εντός τούτου κρατών και το βιβλίον
ανοικτόν εις τας χείρας.
Ο Γιάννης είχε γονατίσει σύρριζα εις τον τοίχον, βλέπων προς
την διδασκαλικήν έδραν, ακριβώς υπό τον μαυροπίνακα. Βιάζων τον
εαυτόν του να κυττάζη εις το βιβλίον και σφίγγων τους οδόντας
εφυλάττετο να μην κάμη σχήματα και μορφασμούς, προκαλούντας των
συμμαθητών τον γέλωτα, διότι είξευρεν ότι η ράχις του
γονυπετούς είνε η μάλιστα υποκειμένη εις το κράτος της
διδασκαλικής ράβδου.
Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως
εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε, τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο
Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους
οδόντας και απέφευγε να συναντήση το βλέμμα τινός των μαθητών,
φοβούμενος να μη ανταποκριθή ακουσίως εις τους γέλωτας των
ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας
επίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις
τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ'
όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το
βλέμμα του Κώστα του Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος, αλλά και
όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψη τις το πιθηκοειδές μούτρον
του, διά να καγχάση ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να
πνίξη και να συγκρατήση τον γέλωτα, αλλ' είς εκ του β' θρανίου
απήντησε διά μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος
τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν, ηγέρθη και ήλθεν
απειλητικός προς τα θρανία.
— Ποίος γελά; ηρώτησε πάλλων την βέργαν.
— Κανείς, διδάσκαλε, απήντησεν ο Κώστας ο Αϊβαλής.
Ο διδάσκαλος κατέφερε μίαν εις τον αριστερόν ώμον του Αϊβαλή,
όστις περιεστάλη, εδάγκασε τα χείλη, κ' εξηκολούθησε να γελά
σιγανώτερα.
— Ποίος εγέλασε; επανέλαβεν ο διδάσκαλος.
Ουδείς απήντησεν. Όσοι των νεωτέρων μαθητών ήσαν «μαρτυριάρικα»
και «προδοτικά» από του Δημοτικού Σχολείου, στιγματιζόμενοι διά
των επιθέτων, και στενοχωρημένοι διά τρόπων περιφρονήσεως υπό
των μεγαλειτέρων την ηλικίαν συμμαθητών των, διωρθώνοντο άμα
έφθανον εις το Ελληνικόν. Έπειτα και αν ήτο τις &μαρτυριάρης&,
εφοβείτο να εξασκήση την τοιαύτην ροπήν του εν πλήθοντι θαλάμω,
εν αντιπαραστάσει διδασκάλου και μαθητών.
Ο διδάσκαλος εν τούτοις ίστατο σύνεγγυς, άνωθεν της κεφαλής του
Πατρόκλου Καμπίδου, νεαρωτάτου μαθητού, όστις, καταχρώμενος το
οφθαλμικόν ελάττωμα του διδασκάλου, ένευε με φαιδρούς
μορφασμούς προς τον Γιάννην Αλογάκην. Ούτος, ως είδε τον
διδάσκαλον στρέψαντα προς αυτόν τα νώτα, εστοχάσθη ότι καλόν
ήτο να επωφεληθή την ευνοϊκήν στιγμήν, και σηκωθείς όρθιος
έτριβε τα γόνατά του. Ο διδάσκαλος όσον και αν ήτο μύωψ είδε τα
νεύματα και τους μίμους του ενώπιόν του καθημένου μαθητού,
ενόησεν ότι απηυθύνοντο προς τον τιμωρούμενον κ' εστράφη
αποτόμως. Ο Γιάννης εξαφνισθείς έσπευσε να γονατίση εκ νέου,
αλλ' ο διδάσκαλος επρόφθασε και τον είδεν, είτε ως σκιάν, είτε
ως δένδρον, όρθιον ακόμη και είτα μεταβαίνοντα εις την
γονυκλινή στάσιν.
Ο διδάσκαλος ενόμισεν ότι εύρε την λύσιν του αινίγματος, την
κλείδα του μυστηρίου. Επίστευσεν ότι ο αίτιος των γελώτων ήτο ο
Αλογάκης, και υπέθεσεν ότι ο πτωχός μαθητής, εξ αρχής, και πριν
αυτός ανασηκωθή από της έδρας, είχεν εγκαταλείψει βέβαια
αυθαιρέτως και ασεβώς την στάσιν του τιμωρουμένου, και εντεύθεν
προήρχοντο οι γέλωτες των μαθητών.
Ωργίσθη τότε φοβερά, και υψώσας την λεπτήν ράβδον έδειρεν
ασπλάγνως τον πτωχόν κατάδικον.
— Τι χτυπάς; δάσκαλε; τι χτυπάς; εγόγγυσεν αρχίσας να κλαίη,
όχι τόσον από τον πόνον των ραβδισμών, όσον από άλλον ενδόμυχον
πόνον αισχύνης και ταπεινώσεως και συναισθήσεως του αδίκου ο
πτωχός νέος. Δε μου φταις του λόγου σου, δε μου φταίει άλλος
κανείς. . . Φταίνε οι γονιοί μου, που δε θέλουν να με
μπαρκάρουν . . . και μ' αφήνουν κοτζάμ γαϊδούρι, να μάθω με το
στανειό γράμματα. . .
Ο διδάσκαλος εχαμήλωσε την βέργαν του.
— Μόνος σου ηύρες τ' όνομά σου, είπε μετά χαιρεκακίας . . .
Από &ιππάριον& επροβιβάσθης κ' έγινες &όναρος&.
Ο οίκτος επάλαιεν εις τα ενδόμυχά του με την οργήν. Εν τούτοις,
ως τελευταίαν τιμωρίαν υπεχρέωσε τον γονατισμένον να στρέψη το
πρόσωπον προς τον τοίχον, διά να μη βλέπη τους συμμαθητάς του
και τους κάμνη διά μορφασμών να γελώσιν.
Ακολούθως, στραφείς προς τον όμιλον των μαθητών μετ'
αυστηρότητος απήγγειλε απροσδόκητον απόφασιν·
— Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώραν την κακοήθειαν τούτου
ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και
τον μαυροπίνακα) και δεν εκάματε το χρέος σας να καταγγείλητε
τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Τούτο αποδεικνύει την
αυθάδειαν και την αναισθησίαν σας. Όλοι θα τιμωρηθήτε!
Και μετ' επισήμου τόνου προσέθηκε·
— Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!
Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του κ' εξηκολούθησε την
τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας, την οποίαν είχεν
αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκύτταξε το ωρολόγιόν του και
είδεν ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου
και ήρχισε να εξηγή το παρακάτω.
Σημείον ότι το πρωινόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας.
Αλλ' όσον ποθεινή ήτον άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο
σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθή εις νηστείαν.
Είνε αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί
των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι
έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος έξωθεν την θύραν
και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαι εκ της αργοπορίας του
περιμενομένου, ή δι' άλλων σημάτων και διά γειτονισσών του
σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και
τυρού εις λευκόν και χρωματιστόν προσόψιον και διά των
παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψόροφον δώμα, ματαιούσαι
το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής
μεθόδου.
Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε
καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία
ημέρα εορτής και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπητταν
μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ' ολίγου ζωμού κρέατος,
επί πολλάς ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν'
αποζημιωθώσι.
Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανά τα τρία μαθητικά βάθρα,
συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του
διδασκάλου, όστις μετ' ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το
κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των σελίδων,
ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτέρυγας, και άφατον
εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, ενώ ιστορείτο ακριβώς
μετά των περιπαθεστέρων της σατύρας τόνων η σκυτάλη και τα
ευεργετικά αυτής αποτελέσματα.
Είς των μαθητών, ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά-σιγά
πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχη φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον
παρατηρήση.
Μετ' ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους
συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα, η Μόρφω η
Καρούμπαινα εμάλλωνε με την γειτόνισσάν της την Διομίναν· ότι
την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον
σύζυγον της δευτέρας, τον μπάρμπα-Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως
και σπεύσαντα να λάβη μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε
μ' ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και
ολίγον έλειψε να τον κτυπήση· ότι άμα τον έφθασεν, του έδωσε δύο
γροθιαίς κ' επιάσθη μ' αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι
να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι διά των χειρών ν'
απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κ' επαφής προς το
επανωκόρμι των, ως Ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο
περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον κ'
εκπληκτικόν. . .
Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλής, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν
έχασε καιρόν, αλλ' εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα,
και πατών επ' άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις
τον πρόδρομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο
Γεωργούτσος.
Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις εντάμωσιν των δύο.
Τέταρτος μετ' αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του
δευτέρου και τρίτου θρανίου.
Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσει τα βιβλία και τετράδιά του επί
του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδή μόνον τον καυγάν
και να γυρίση εγκαίρως, πριν τελειώση ο διδάσκαλος την
ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της
εξηγήσεως. Αλλ' ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν
φροντίσει να βάλωσι τα τετράδιά των και τα βιβλία εις τους
κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι, αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει
βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κ' ελεύθερος
ήτο να διπλασιάση δι' άλλην ημέραν, οπού να μην είνε αποκρηά,
την ποινήν της νηστείας.
Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ' έξ, και δεν
έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο
Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι «ευπειθείς» και
«επιμελείς» μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου.
Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη,
ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς
την συνήθη ερώτησιν·
— Το εννοήσατε;
Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τεσσάρας σκιάς επί του
πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν
έρημα.
— Τι έγεινε; πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της
έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη.
Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην,
όστις θεωρήσας άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την
ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γόνατα.
— Τι με κυττάζεις δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης· τι σου φταίω εγώ;
Μ' εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που 'φύγανε. . .
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
Μίαν βραδειάν, η Κρατήρα η Διόμαιννα, γεροντοκόρη πλέον ή
σαράντα χρόνων, έμεινε να διανυκτερεύση εις το καλύβι το
πενιχρόν, το οποίον είχε μέσα εις τον ελαιώνα της, όπου
ειργάζετο όλην την ημέραν εις την συλλογήν του ελαιοκάρπου, και
το βράδυ έκλεινε προσωρινώς τους σάκκους τους πλήρεις ελαιών
μέσα εις το καλύβι αυτό, έως την άλλην ημέραν, οπότε θα
μετεκομίζετο δι' ημιόνων εις το ελαιοτριβείον του Δήμου του
Μανιάτη, κάτω εις τον συνοικισμόν τον αγροτικόν της Κεχριάς·
την νύκτα όμως καθ' ήν ο ελαιόκαρπος ήτο εις το καλύβι,
εκοιμάτο κι' αυτή εκεί, διά να τον φυλάττη κατά πάσης
ενδεχομένης αποπείρας κλοπής, αν και τοιαύτα κρούσματα ήσαν
σπάνια εις τον τόπον.
Εις το μικρόν τούτο υπόστεγον εύρισκεν αναψυχήν, και εκοιμάτο
την νύκτα, καθώς ήτον κουρασμένη διαρκώς από τας εξοχικάς
εκδρομάς και τας εργασίας τας οποίας δεν έπαυε να εκτελή ανά
τους διαφόρους αγρούς της· είχε κτήματα άξια λόγου η
γεροντοκόρη, αν και πολύ βεβαρημένα με χρέος, χαρά δε και
παρηγορία της, ελπίς και απαντοχή της, ότι θα κατώρθωνεν επί
τέλους, από χρόνον εις χρόνον να εξοφλήση αυτό το χρέος — το
οποίον εκολλούσε ως ψώρα και επληθύνετο ως η κάμπη εις τα φυτά
— ήτο να τρέχη από αμπέλι εις χωράφι, και από χωράφι εις
ελαιώνα. Δεν έπαυε να εκτελή μόνη, κατά περιόδους και ώρας,
όλας τας αγροτικάς εργασίας, όπως συνηθίζουν αι γυναίκες· το
θειάφισμα, το αργολόγημα, τον τρύγον και προ πάντων την
συλλογήν των ελαιών, διαρκούσαν επί τινας μήνας του φθινοπώρου
και του χειμώνος.
Την εσπέραν εκείνην δεν ήτο μόνη· συνωδεύετο από τον Κώτσον τον
ανεψιόν της, τέκνον της αδελφής της, δεκατριών ετών. Δεν ήτον
απλώς το παιδίον αυτό τέκνον της ωδίνος της αδελφής της, ήτο
τέκνον της οδύνης δι' αυτάς τας δύο. Η Κρατήρα είχε μείνει
ορφανή μετά της νεωτέρας αδελφής της· ηλικώθη πολύ, και κατά
τας αρχάς πιθανώς δεν ηθέλησεν, αργότερα ίσως δεν ειμπόρεσε να
υπανδρευθή. Αλλ' η ιδία ως καλή μήτηρ υπάνδρευσε κ' προίκισε
την αδελφήν της.
Της έδωκε το ήμισυ των κτημάτων, κ' επειδή ο γαμβρός απήτει και
μετρητά, υπεθήκευσε το άλλο ήμισυ εις εγχωρίους τοκιστάς, διά
να δανεισθή τρισχιλίας δραχμάς να του δώση. Είτα μετά τον
γάμον, ο σύζυγος, ναυτικός, αφού έμεινεν επί τινας μήνας και
διεχείμασεν εις τον τόπον, κατά Φεβρουάριον εμβαρκάρισε μετά
ιδιοκτήτου πλοίου και ανεχώρησεν.
Η Σοφούλα έμεινεν έγκυος. Είτα, μετά εννέα μήνας, ο σύζυγος,
μετά βραχείαν επίσκεψιν κατά το θέρος εξηκολούθει να ταξειδεύη
ακόμη. Αλλ' η Σοφούλα έκλεισε τον ένατον μήνα από της πρώτης
απομακρύνσεως του συζύγου της, κ' εγέννησε το παιδίον αυτό, τον
Κώτσον, όχι ακριβώς τον ένατον μήνα, αλλά μετά εννέα μήνας και
τρεις ημέρας, από της αναχωρήσεως του συζύγου.
Τότε τα γραΐδια της γειτονιάς και όλου του χωρίου εμέτρησαν
καλώς τους μήνας, τας εβδομάδας, τας ημέρας, ως και τας ώρας.
«Τόσες απ' το Φλεβάρη, και τριανταμία ο Μάρτης, γίνονται. . .
και τριάντα ο Απρίλης. . . » και καθεξής. Αφού επρόσθεσαν όλους
τους μήνας, μέχρι του Οκτωβρίου, ελογάριασαν ότι έμενον
δεκαεπτά ημέραι ακόμη του Νοεμβρίου, διά να γείνουν σωστοί
εννέα μήνες. Αλλ' η Σοφούλα εκάθισε στα σκαμνιά, όχι την
δεκάτην εβδόμην, αλλά την εικοστήν του μηνός, εγέννησεν άρα όχι
την διακοσιοστήν εβδομηκοστήν ημέραν, αλλά την 273ην, από της
αναχωρήσεως του συζύγου.
Εντεύθεν σκάνδαλον και δυσφημία. Είτα επάνοδος του συζύγου και
διαζύγιον. Είπαν ότι η Σοφούλα είχε φέρει στον κόσμον το
παιδίον αυτό με τον μικρόν θείον της, ένα συγγενή όστις
επηγγέλλετο εν μέρει τον προστάτην διά τας δύο ορφανάς. Ήτον
άρα όχι μόνον μοιχαλίς, αλλά και αιμομίκτρια.
— Πώς καταντήσαμε!. . . Σόμαρα-Γόμαρα! είπε σείων την κεφαλήν
είς απλοϊκός γέρων.
— Λαός Σοδόμων και λαός Γομόρρας, διώρθωσεν ο κυρ-Αναγνώστης
της Ευγενίτσας, ο ψάλτης του ναού της Παναγίας.
— Θα μας χαλάσ' ο Θεός, παιδάκι μ'! συνεπέρανε μία γραία. . .
Η Κρατήρα δεν επίστευσε ποτέ εις την ενοχήν της αδελφής της,
ούτε ηθέλησε να την εξετάση, επειδή επροτίμα ν' αγνοή και να
πιστεύη εις την αθωότητα. Μόνον παρεκάλεσε τον πνευματικόν να
την «ορμηνέψη», και είπεν εις τον πάτερ Ιωακείμ, ένα
περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ιδιόρρυθμον, να «της πη καλά
λόγια». Αύτη έτεινε να πιστεύση, ότι αι τρεις ημέραι παραπάνω
ήσαν μία παραδρομή της φύσεως, έν λάθος εις το μέτρημα των
ημερών, επειδή οι νόμοι τους οποίους έβαλεν ο Πανάγαθος Θεός,
δεν της εφαίνοντο να είνε τόσον στενοί και γλίσχροι, όσον τα
κατάστιχα των τοκογλύφων και οι λογαριασμοί των γραϊδίων της
γειτονιάς· ελέχθη ότι γυναικολόγος ιατρός, εκ της πρωτευούσης,
ακούσας την διήγησιν, απεφάνθη ότι συμβαίνει, καίτοι πολύ
σπανίως, να μένη το έμβρυον ημέρας τινάς περισσότερον εις την
κοιλίαν της μητρός, ένεκα ιδιαιτέρας τινός νάρκης ή
κακοπαθείας.
Ο συνήγορος της γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τα
εξής: Πρέπει λοιπόν ως κριτήριον της συζυγικής πίστεως, εκ
μέρους της γυναικός, να ληφθώσιν αι ιδιαίτεραι περιστάσεις και
συμπτώσεις, τα μειονεκτήματα τα απορρέοντα εκ του επαγγέλματος
του συζύγου, και όχι ο χαρακτήρ και η ενδόμυχος πεποίθησις και
το καλώς νοούμενον συμφέρον; Εάν ούτως έχη, αι γυναίκες των
χωρικών, γεωργών και ποιμένων, πρέπει να θεωρώνται ως πισταί,
μόνον διότι δεν αποδημούσιν οι σύζυγοί των, και διότι δεν είνε
δυνατόν να γείνη εις το δημόσιον υπολογισμός τοιούτος μηνών και
ημερών, οποίος καταχρηστικώς και αδεία της συγκυρίας γίνεται
διά τας γυναίκας των θαλασσινών;
Προσέτι ο νομομαθής ούτος είπε και τα εξής : Αυτή η Ιερά Γραφή
μας λέγει: «Εν ταις ημέραις εκείναις συνέλαβεν Ελισσάβετ»,
εννοούσα μίαν των ημερών εκείνων, ή περί τας ημέρας εκείνας,
αλλά δεν μας λέγει ότι η μήτηρ του Προδρόμου συνέλαβε την δείνα
ημέραν ακριβώς.
Εις την βιβλικήν ταύτην μαρτυρίαν, την οποίαν επεκαλέσθη ο
ειρημένος δικηγόρος, ο αντίδικος αντείπεν ότι το καθαυτό
κείμενον του Ευαγγελίου δεν λέγει: «εν ταις ημέραις εκείναις»,
αλλ' εν συνεχεία λόγου: «μετά δε τας ημέρας ταύτας συνέλαβεν
Ελισσάβετ». Όσον αφορά το πρώτον, το συλλογιστικόν επιχείρημα
του πληρεξουσίου της εναγομένης, ο συνήγορος του ενάγοντος
παρετήρησεν ότι η δικαιοσύνη των ανθρώπων εξ ανάγκης είνε
ατελής, και το γνωρίζομεν όλοι, αλλά δεν είνε τούτο λόγος,
διότι, σύνοιδεν εαυτήν ατελή, να παραιτηθή και να παύση
υπάρχουσα. Διότι η δικαιοσύνη θα εξεθρονίζετο πράγματι, και θα
ετίθετο εις απαγόρευσιν, εάν ησπάζετο τον συλλογισμόν του
αντιδίκου. Όταν καταδικάζεται είς αποδεδειγμένος κλέπτης ή
φονεύς ή μοιχός, όλοι γνωρίζομεν ότι υπήρξαν και υπάρχουσι και
δυνατόν να υπάρχωσί τινες, πολλοί ή ολίγοι, κλέπται, φονείς ή
μοιχοί, λανθάνοντες και διαφεύγοντες τον πέλεκυν της ανθρωπίνης
δικαιοσύνης. Αλλά δεν είνε τούτο λόγος, όπως μη τιμωρώνται και
οι φωραθέντες ως ένοχοι των εγκλημάτων αυτών. «Εν ώ εύρω σε,
εκεί και κρινώ σε». Η δικαιοσύνη αμυνομένη υπέρ της
ανθρωπότητος, τιμωρεί σήμερον όσους αν συλλάβη δράστας των
εγκλημάτων αυτών, και επιφυλάττεται δι' εκείνους, όσοι προς
καιρόν ίσως διαφεύγουν τας χείρας της, αν τους συλλάβη αύριον.
. .
Δευτερολογών ο πληρεξούσιος της εναγομένης παρετήρησε μετά
τινος λεπτού σαρκασμού, ότι, συμφώνως με τα πορίσματα της
διαλεκτικής του αντιδίκου, θα ήτο ως να έδιδεν η Θέμις συνταγήν
και νουθεσίαν εις τας θελούσας να αμαρτήσωσι, και ως να έλεγεν
εις αυτάς: «Κυττάξατε καλά, εάν επιθυμητέ να λάβητε εραστήν, να
πράττητε τούτο επιδημούντος του συζύγου, και όχι εν καιρώ
απουσίας τούτου». Αλλ' ο συνήγορος του ενάγοντος υπέλαβεν, ότι
περιττή θα ήτο τοιαύτη συνταγή, διότι η έννοια αυτής είνε
αυτόδηλος, και αι θυγατέρες της Εύας δεν θα είχον ανάγκην
τοιαύτης διδασκαλίας (Γέλωτες του ακροατηρίου).
Τέλος, μετά πολλά, εδόθη το διαζύγιον. . . Η Σοφούλα είχεν
εκτεθή επί τόσον χρόνον εις την αγωνίαν και την καταλαλιάν του
κόσμου την ανηλεή, και είτα έμεινε, με έν παιδίον μόνον,
πλησίον της αδελφής της, άνανδρος όπως πρότερον, μήτηρ άνευ
συζύγου και χήρα άνευ μεσολαβήσεως θανάτου. . . Ευτυχώς δι'
αυτήν, αφού ανέθρεψε το τέκνον της, προσεβλήθη εκ νόσου, και
βραδέως-βραδέως ετήκετο, εωσότου μετά δεκαπέντε έτη απέθανε
νέα ακόμη και ωραία — αλλά και δεν άφησε κατόπιν της εις το
πέλαγος του βίου εκτεθειμένον εις τα βέλη του κόσμου τον Κώτσον
της.
Το τέκνον εκείνο της οδύνης, καθόσον ηλικιούτο, εγίνετο
ρωμαλέος και μεγαλόσωμος, άφοβος και τολμηρός. Πριν γείνη
έφηβος, εφαίνετο ως τέλειος νεανίας, είχεν αναδειχθή φοβερός
αναρριχητής εις δένδρα . . . Ανέβαινεν εις βράχους, εις
κρημνούς, εις κορυφάς, παντού όπου δυσκόλως θα τον έφθανεν η
φήμη, το όνειδος, ο φθόνος των άλλων παιδίων, τα οποία εις την
ελαχίστην οργήν, εκ μικράς αφορμής ή και χωρίς αφορμήν,
εσφενδόνιζον κατ' αυτού, συνήθως εκ των νώτων, το δύσφημον
όνομα της νοθείας, σπανίως κατά πρόσωπον, επειδή ο Κώτσος ήτον
χειροδύναμος, κι' αν έπιανε κανέν παιδίον, εις την βράσιν του
θυμού του, θα του έσπαζε τα κόκκαλα με τους γρόνθους του.
Έτρεχεν εδώ, εκεί, ως αγριοκάτσικον, παιδίον υψηλόν και
ρωμαλέον, ανερριχάτο εις βράχους και δένδρα, παντού όπου
ενόμιζεν ότι δεν θα τον έφθανεν η ηχώ της απαισίας λέξεως· και
η ηχώ ανήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εις τα ύψη εκείνα, και παντού τον
κατεδίωκε. . .