Ο απλοϊκός άνθρωπος έκυψεν εις το ους του γραμματικού, και του

είπε μυστηριωδώς·

— Πες και του λόγου σου του γιατρού, να τον καταφέρης να

πάμε;. . .

— Να πάτε;. . . πού;

— Στο σπίτι. . . έχω το παιδί άρρωστο.

— Δεν έχει τίποτε, είπεν ο γραμματικός· μη σε μέλει. . . θα

γένη καλά.

— Με καρτερεί η γυναίκα μοναχή της. . . για συλλογίσου, κυρ

γραμματικέ.

— Μπα! όξου καρδιά, μπάρμπα-Στέργιο! . . . μη φοβάσαι. . . δεν

παθαίνει τίποτε το παιδί.

Ο μπάρμπα-Στέργιος εταπείνωσε την κεφαλήν και την στιγμήν

εκείνην του επεφάνη απαισία η εικών του αγωνιώντος παιδίου,

βήχοντος, ασθματικού, με νεκρικήν ωχρότητα επί του μετώπου, και

της βαρυαλγούς μητρός συναπτούσης τας χείρας κ' επικαλουμένης

έλεος.

— Φέρε μας δύο μοσχάτα με τον μπάρμπα-Στέργιο, Θανάση,

διέταξεν ο γραμματικός.

Ο κάπηλος εκόμισε τα δύο μοσχάτα. Ο Μαγγανόπουλος έρριψε το

περισσότερον του ιδικού του εις το ποτήριον του συμπότου.

— Δεν πίνω, είπεν ο γέρων ασβεστάς· θα μου πέση πολύ·. . .

Είχα πιει κι' από το βράδυ.

— Πιε, και μη σε μέλη . . . μη συλλογίζεσαι. . . Δεν έχει

τίποτε το παιδί.

Ο μπάρμπα-Στέργιος έπιε το ευώδες ποτόν, και σιγά-σιγά οι ατμοί

ανέβαιναν.

— Είσαι καλός φίλος, είπεν εις τον γραμματικόν. Μου έδωσες

θάρρος . . . είχα πολύ φόβο για το παιδί μου.

— Βγάλε και μισό ταλλαράκι να σου χαλάσω, μπάρμπα-Στέργιο,

είπεν ο γραμματικός, ανακινών της δεκάραις επί της τραπέζης·

αυτά όλα που βλέπεις, τα είχα χαμένα όλα πρωτήτερα. . . ούτε τα

λεπτά μου δεν πιάνω.

Ο μπάρμπα-Στέργιος εξήγαγε την πανίνην σακκούλαν του, την

λιπώδη και αμαυράν, δεμένην με σπάγγον περί το στόμιον, την

ήνοιξεν, έβγαλεν έν τάλληρον και ο γραμματικός του το ήλλαξεν.

Είς εκ της συντροφιάς είχεν εξέλθει, και την στιγμήν εκείνην

επέστρεψε.

— Το χιόνι είνε παραπάν' απ' το γόνα . . . πώς θα πάμε στα

σπίτια μας, βρε παιδιά;

— Έπαυσε τουλάχιστον να ρίχνη; ηρώτησεν ο ιατρός.

— Ρίχνει ακόμα. Ω! διάβολε!

— Τ' ακούς; μπάρμπα-Στέργιο; είπεν ο γραμματικός. Ρίχνει

ακόμα. . . Κάθισε ως πού να σταματήση, και τότε πάτε με το

γιατρό.

— Τι να γείνη, κυρ γραμματικέ.

— Δεν παίζεις από καμμιά δεκαρούλα;

Ο μπάρμπα-Στέργιος ήρχισε να παίζη από μίαν δεκαρούλαν, από

δυο, και δος του και πάει τέρτσο τίρο και πάει και απαγάι και

παρόλι, και εις κάθε απαγάι ο γραμματικός τον εκέρνα από ένα

μοσχάτο, και εις κάθε πάρολι τον εκέρνα από ένα δεκάρικο, Και

εις μισήν ώραν έχασε το τάλληρον μέχρι λεπτού. Και έβγαλε τότε

δεύτερον τάλληρο, και εις έν τέταρτον της ώρας το έχασεν·

έβγαλε και το τρίτον τάλληρον, το τελευταίον που είχεν ακόμη·

και εις δέκα λεπτά της ώρας ο γραμματικός με τον πάγκον του το

εσφόγγισεν.

Ήτο δε τότε τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα.

Αίφνης εκρούσθη η θύρα του καπηλειού.

— Ανοίξτε! ανοίξτε!

— Ποίος παλαβός είνε τέτοια ώρα, με τέτοιο χιόνι; είπεν ο

υπάλληλος.

— Άνοιξε, παρακαλώ, κυρ-Θανάση!

— Ποιος είσαι;

— Είμ' εγώ, ο Γιώργης ο Σεφερτζής.

— Και τι θέλεις;

— Είν' εδώ ο μπάρμπα-Στέργιος ο ασβεστάς;

— Και τι τόνε θέλεις;

Όλοι εστράφησαν προς τον μπάρμπα-Στέργιον, όστις ζαλισμένος από

το μοσχάτον προσεμειδία ηλιθίως εις τους μύστακας του

γραμματικού κ' έλεγε·

— Δεν με μέλει! πάρ' τα όλα! Όξου φτώχεια . . . παράδες δεν

προσκυνώ εγώ . . . Εγώ εχτιμώ φιλίαν!. . . Είσαι όμως καλός

φίλος!

Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο Γιώργης ο Σεφερτζής.

Ακουμβημένη η Θοδωριά εις το προσκεφάλαιον, αισθανομένη επί της

παρειάς την θερμήν πνοήν του παιδίου, εμέτρα τας στιγμάς και

την ώραν, όση είχε παρέλθει από την αναχώρησιν του συζύγου της,

κ' έλεγε·

— Τώρα θα έρθη, έρχεται. . . όπου είνε θα φτάση, θαρθή κι' ο

γιατρός μαζί, να μου κάμη καλά το παιδί μου. . . Τι φταίνε οι

γιατροί; φταίνε οι γονιοί πού δεν αιστάνονται. . . αν τον

επροσκαλούσα, το γιατρό, με την ώρα μου, δε θα μου πέθαινε ο

Χαραλαμπάκης.

Έτεινε το ους ν' ακούση κρότον τινά αναγγέλλοντα την έλευσιν

του συζύγου και του ιατρού, αλλ' ουδείς κρότος ηκούετο. Ο θεός

εχιόνιζεν αθορύβως· έρριπτε νιφάδας να μεθύση την γην, διά να

φάγωσιν οι ζώντες τους καρπούς αυτής, και λευκόν σάβανον διά

τους νεκρούς, διά να είνε βαθύτερον υπό την γην τεθαμμένοι.

Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα, και ο μπάρμπα-Στέργιος δεν έδιδε

σημείον επιστροφής. Η Θοδωριά ηγέρθη, έρριψε ξυλάριά τινα εις

την εστίαν, συνεδαύλισε το πυρ, κ' επανελθούσα ανεκλίθη πάλιν

παρά την κοιτίδα του μικρού Ελευθέρη. Το παιδίον εστέναζεν,

εγόγγυζε θλιβερώς, είχε κοιμηθή εναγώνιον ύπνον, εξύπνησε,

πάλιν, έκλαιε κ' έβηχε μετά σπασμών.

— Σιώπα, καλέ μου, σιώπα μικρό μου, θα γείνης καλά αύριο. Πάει

ο πατέρας να σ' αγοράση καλούδια, να τάχης μεθαύριο τ' Άι-

Βασιλειού, να παίζης, να χαίρεσαι. Θα σ' κάμω κ' εγώ μια ώμορφη

κοκκώνα, αλειμμένη με το αυγό, που να είνε πλασένια· θα σ'

σφέρη κ' η νουνά σ' άλλη μια μεγάλη κοκκώνα, λαμπένια και

στραφτένια, με τα κεντίδια, με τα πουλάκια, με τ' αηδονάκια,

που να μην την έχη κανένα παιδί.

Το παιδίον δεν ησθάνετο ίσως, και αφ' εσπέρας έπαυσε να

ψελλίζη. Η Θοδωριά δεν έπαυσε να ερωτά : «Πού σε πονεί,

Λευθεράκη μ', πού σ' πονεί;» αλλ' ο μικρός εις απάντησιν

εγόγγυζε μόνον και ήσθμαινεν.

Εις την εστίαν είς δαυλός ήρχισεν έξαφνα μετά ροίβδου να

σπινθηρίζη και η Θοδωριά ενθυμηθείσα το δημώδες ήρχισε να

επαναλαμβάνη :

$«Αν είνε φίλος, να χαρή,

$αν είν' εχτρός, να σκάση·

$κι' αν είν' από το σπίτι μας,

$ογλήγορα να φτάση . . . »

Αλλ' ο σπινθηρισμός εξηκολούθησεν επί πολύ, και η επωδή δεν

εφαίνετο έχουσα την δύναμιν να τον σταματήση· ίσως διότι την

φοράν ταύτην ήτο και φίλος, ήτο κ' εχθρός, ήτο από το σπίτι,

και δεν ήτο από το σπίτι. . .

Τέλος ο σπινθηρισμός έπαυσεν, αλλ' ο μπάρμα-Στέργιος δεν

επανήλθεν. Η Θοδωριά δεν είχε κλείσει όμμα από της εσπέρας. Ω!

πόσον μακραί ήσαν αι ώραι. Η πτωχή γυνή ακουσίως έκλεισε

οφθαλμούς, και απενεκρώθη επί τινας στιγμάς, φθάσασα μέχρι της

καταστάσεως εκείνης, καθ' ήν η ψυχή εισέρχεται εις τα προπύλαια

του φανταστικού παλατίου των ονείρων, χωρίς ο ύπνος να έχη

καταλάβει εξολοκλήρου το σώμα. Αλλά μετά έν λεπτόν την εξύπνησε

άλλος τις ροίβδος, ουχί ανόμοιος με τον αρτίως παύσαντα, ο

κρότος της θρυαλλίδος του κανδηλίου αγωνιζομένης με την

τελευταίαν ρανίδα τον ελαίου να σωθή από της επαφής του ύδατος,

ως ο άνθρωπος ο πνιγόμενος και προσκολλώμενος εις σανίδα, ως η

ψυχή η βασανιζομένη και εις μεγάλην αγωνίαν πλέουσα πριν

χωρισθή από του σώματος. Πόσον μυστηριώδης, πόσον θλιβερός ο

ροίβδος εκείνος! οποίαν φρικίασιν εξήγειρεν, οποίον φόβον

προεκάλει! Εφαίνετο το κανδήλι εκείνο ως έμψυχον, ως μαντικόν,

ως προφητικόν. Τι να ενθυμείτο άραγε, τι να έβλεπεν, τι να

προέλεγεν; ως να εβαρύνθη να είνε συνάμα ιερόν και βέβηλον, να

φωτίζη την απάθειαν και ηρεμίαν των Βυζαντινών αγίων, και τα

πάθη και τας κινήσεις της ψυχής και τα αμαρτήματα των ανθρώπων,

εφαίνετο ότι ήθελε να σβύση. . . Το κανδήλι ήθελε να σβύση,

αλλ' η θρυαλλίς ανθίστατο και ήσπαιρνε. . .

Η Θοδωριά ηγέρθη, ύψωσε την κεφαλήν, κ' έμεινεν επί τινας

στιγμάς ακούουσα τον ροίβδον της θρυαλλίδος. Το πρόσωπον, ο

πώγων και ο λαιμός της έλαβον την εκφραστικήν εκείνην θέσιν,

την οποίαν εις τας εικόνας των μεγάλων τεχνιτών της δύσεως

θαυμάζομεν. Ήτο υψηλή, μελαγχροινή, συμπαθής, νόστιμη, σχεδόν

ωραία. Πολλαί τρίχες της μαύρης κόμης της ήσαν ήδη περί τους

κροτάφους, καίτοι τριακονταπεντούτις ήτο, λευκόφαιοι, ως να τας

είχεν αποτεφρώσει ο φούρνος, ή να τας είχεν ασπρίσει ο

ασβέστης. Πτωχή ασβέστου! Δυστυχής φουρνάρισσα!

Η Θοδωριά έλαβεν από τινος ερμαρίου το λαδικόν, κατεβίβασε το

κανδήλιον, και ο κρότος της προστριβής του σχοινίου επί της

μικράς τροχαλαίας την έκαμε ν' ανατριχιάση. Έρριψεν έλαιον εις

το κανδήλιον, το ανεβίβασε πάλιν, έκαμε τρεις σταυρούς εμπρός

εις τα εικονίσματα των αγίων, και επεκαλέσθη την βοήθειαν της

Παναγίας.

— Ως τόσο ο άνδρας μου πολύ άργησε, είπεν είτα· τι να έγεινε,

Θεέ μου!

Της εφάνη ότι, αν ήνοιγε το παράθυρον ν' αγναντέψη, θα τον

έβλεπεν ερχόμενον και τον ιατρόν ομού. Ήλθεν εις το παράθυρον,

το ήνοιξε, κ' εξαφνίσθη ιδούσα όλην την οδόν λευκάζουσαν εις το

σκότος, και τας στέγας όλας λευκάς.

— Χιόνισε! Χριστέ μου! πότε χιόνισε;

Συνήψε τότε τας χείρας, και ησθάνθη διπλασιαζόμενον το βάρος

της δυστυχίας της. Έως τώρα είχε τον φόβον διά το δυστυχές

παιδίον, τώρα ήρχισε ν' ανησυχή και διά τον άνδρα της. Τι να

έγεινε; Μην τον επλάκωσε το χιόνι; Μην κάρδιασε; Θεέ μου! Κ'

εμέμφετο εαυτήν διά τι να τον στείλη τοιαύτην ώραν να καλέση

τον ιατρόν. Καλλίτερα ν' άφηνεν εις το έλεος του θεού το παιδί

της. Χριστέ και Παναγία! τι έγεινεν ο μπάρμπα-Στέργιος; Δεν θα

είνε καλά.

Και αν της τον φέρουν το πρωί ξεπαγιασμένον, καρδιασμένον,

αποθαμμένον! ω!

Έκλεισε το παράθυρον, εσκέφθη προς στιγμήν τι να κάμη.

Της ήρχετο να κινήση η ιδία, όπως ευρίσκετο, να υπάγη να ιδή τι

έγεινεν ο άνδρας της. Αλλά το παιδί, πού ν' αφήση το παιδί; Κ'

έπειτα ειμπορούσε αυτή, γυναίκα, να υπάγη να τρέξη νύκτα μες τα

χιόνια; Επατείτο τάχα ο τόπος; Ανεζήτει εις τον λογισμόν της

εικασίας προς καθησύχασιν. Ίσως ο μπάρμπα-Στέργιος δεν έπεισε

τον ιατρόν, ίσως ο ιατρός εφάνη σκληρός και ο μπάρμπα-Στέργιος

θα εντρέπετο να γυρίση άπρακτος, και στον θυμόν του επάνω. . . .

να ηύρε τάχα κανένα μαγαζί ανοικτό τέτοια ώρα, να αντάμωσε

τίποτα φίλους του και ήρχισαν να πίνουν;. . . Αλλά τι ώρα να

είνε;. . . Θα είνε πολύ ώρα πού λείπει. Τέτοια ώρα μαγαζί

ανοικτό; Δεν είνε καλή δουλειά αυτή. Εδίστασεν ακόμη ολίγον,

και είτα, ελθούσα προς την άλλην πλευράν της οικίας, ήνοιξε το

άλλο παράθυρον, προς δυσμάς. Εκεί κολλητά σχεδόν ήτο η οικία

του Γιώργη του Σεφερτζή, γείτονος με τον οποίον προ πολλού δεν

έτυχε να μαλλώσουν.

— Γειτόνισσα Γιώργαινα! ανέκραξε· γειτόνισσα Γιώργαινα!

Επερίμενεν ολίγας στιγμάς.

Δεν έλαβεν απάντησιν.

— Γειτόνισσα! επανέλαβε· γείτονα Γιώργη!

Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα ακόμη, και είτα γυναικεία φωνή

είπε·

— Τι φωνάζεις, Στέργαινα;

— Κοιμάται ο Γιώργης; είπεν η Θοδωριά αναγνωρίσασα την φωνήν

της γειτονίσσης.

— Κοιμάται.

— Δε μου κάνεις τη χάρι να τόνε ξυπνήσης;

— Τι τρέχει;

Η Γιώργαινα είχεν ανοίξει το παράθυρον. Η Στέργαιννα διηγήθη εν

συντόμω τι της συνέβαινε.

— Και τι τόνε θέλεις;

— Ας κάμη ένα έλεος να πάη να ιδή τι έγεινεν ο άνδρας μου.

— Και πώς να πάη, που είνε το χιόνι ένα μπόι;

— Ένα μπόι!. . . Ω! καϋμένη, τι να γείνω;

Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει και ο Γιώργης, όστις μετά τινας

αντιρρήσεις καμφθείς εις τας παρακλήσεις της δυστυχούς γυναικός

απεφάσισε να εξέλθη προς αναζήτησιν του συζύγου της. Η χιών ήτο

πράγματι είς τινα μέρη υπέρ το γόνυ, αλλαχού, εις επιπλέον

υπήνεμα, έως δύο σπιθαμάς. Ευτυχώς ο Γεώργιος Σεφερτζής, πρώην

ναυτικός και ήδη γεωργοκτηματίας, είχε ζεύγος παλαιών

υποδημάτων υψηλών άνω του γόνατος.

Εις το άκρον της παραθαλασσίας ανωφερούς οδού, παρά το

λιθόστρωτον, δι' ού ανήρχετο τις εις την άνω ενορίαν, εκεί όπου

δεν ήτο πλέον αγορά, αλλά και όχι έξω της αγοράς εξ ολοκλήρου,

ήτο το μαγαζί του κυρ-Αργυρού του Συρματένιου. Εάν τυχόν ο

έφορος και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, και δεν ειξεύρω

άλλος ακόμη, ήθελον να κατανείμωσι δικαίως τους φόρους του

επιτηδεύματος, πολύ θα εδίσταζον, εις ποίαν τάξιν εμπορευμάτων

να τον κατατάξωσι, διότι κατά το φαινόμενον, δεν επώλει τίποτε.

Εντός του μαγαζείου, ανοικτού πάντοτε όντος από πρωίας μέχρι

της ογδόης της εσπέρας, δεν έβλεπε τις τίποτε άλλο, ειμή να

«σκελετά», μόστρας κενάς, με δύο ή τρία βαρέλια πάντοτε άδεια,

με μίαν ζυγαριάν, ήτις άδηλον εις τι εχρησίμευε, και με έν

πιθαράκι δίπλα εις την ζυγαριάν, του οποίου το επί του στομίου

πινάκιον πολλοί πολλάκις ανεσήκωσαν υποθέσαντες ότι περιείχε

ταμβάκον, αλλ' εψεύσθησαν της ελπίδος, ευρόντες το πιθαράκι

αδειανόν. Είνε αληθές, ότι τότε, πρόθυμος προσεφέρθη αυτοίς η

ταμβακέρα του κυρ-Αργυρού του Συρματένιου, όστις εκάθητο όλην

την ημέραν επί του σκίμποδός του ροφών ταμβάκον και συνομιλών

με φίλους τινας περί των πολιτικών της ημέρας ή περί των

τοπικών πραγμάτων.

Ο κυρ-Αργυρός, υψηλός, λευκός, ευτραφής, εξηκοντούτης,

ξανθόφαιος, λεπτότατος τους χαρακτήρας, με μικρά όμματα αόρατα

όπισθεν των ομματογυαλίων, οψέ αποφασίσας να φραγκοφορέση,

υπείκων εις τας απαιτήσεις της εποχής, φορών ουχ ήττον επί των

φραγκικών ενδυμάτων την γούναν του μακράν ως τους αστραγάλους

και σκούφον κεντητόν επί της κεφαλής, είχε πάντοτε τον

αντίχειρα και τον δείκτην της αριστεράς ηνωμένους, σχεδόν

κολλημένους, κρατών αιωνίως την πρέζαν του. Ερρόφα ταμβάκον,

καθώς όλοι οι γέροντες φιλάργυροι, οι αισθανόμενοι την ανάγκην

ν' αντικαταστήσωσιν όλα τα πάθη — τον καπνόν, τον οίνον, τα

χαρτιά, το σφαιριστήριον, τας εκδρομάς, τα συμπόσια και αυτόν

τον έρωτα, δι' ενός μόνου, του ευθηνοτέρου. Και μ' όλον ότι το

πιθαράκι ήτο κενόν, ο κυρ-Αργυρός προθύμως προσέφερε πρέζαν εκ

της ταμβακέρας του, σκεπτόμενος ίσως ότι με δέκα πέντε ή είκοσι

πεντάραις τον μήνα υπεχρέωνε τόσους και τόσους και τους έκαμνε

φίλους.

Κ' ενώ κάτω εις το μαγαζείον ούτω μονοτόνως διήγε τας ημέρας

του ο φιλήσυχος κυρ-Αργυρός απιδαψιλεύων πολλάκις και συμβουλάς

εις πάντας, άνω εις την οικίαν η γυνή του, γραία ομήλιξ με

αυτόν, εξήσκει το κυρίως εμπόριον, το οποίον συνίστατο εις την

πώλησιν μεταξωτών υφασμάτων και χρυσού νήματος διαφόρων

ποιοτήτων εις τας γυναίκας όλου του χωρίου, τας εχούσας κοράσια

προς υπανδρείαν και υποχρεωμένας να κεντήσωσι τα «προικιά». Εκ

του εμπορίου τούτου ο κυρ-Αργυρός, ευσυνειδήτως λίαν, θα

ωφελείτο έως 75 %.

Ελέγετο εν τούτοις ότι ενίοτε εδάνειζεν, εις στενούς φίλους,

και χρήματα επί ενεχύρω πάντοτε τριπλασίας αξίας της του

δανειζομένου ποσού, και με τόκον όχι ανώτερον των 80 τοις

εκατόν κατ' έτος.

— Οι καιροί είνε δύσκολοι, να σας χαρώ. Και ο παράς, το

σήμερο, εύκολα δεν βγαίνει. Κι' όταν, εσύ, κατάλαβες, σου

φταίει άλλος, ορίστε; Τι σου χρωστάει άλλος, ας πούμε, να σου

δώση λεπτά; Εσύ φταις που είσαι τεμπέλης, έτσι να έχουμε καλά

στερνά, και δεν είσαι ικανός να ζήσης. Περισσεύουν λεπτά,

νάχουμε καλή ψυχή, για να βοηθήση κανείς κ' ένα άλλονε; Εγώ δεν

μπορώ να δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο, δεν μπορώ να δώσω

παράδες στα χαμένα. . .

Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ότε, παύσαντος του νιφετού και

των νεφών διαλυθέντων, ο ήλιος είχεν ανατείλει πράως φωτίζων

την γην, διαλύων που και που τα ελαφρότερα στρώματα της χιόνος,

πολλαχού δε της κώμης, κατά γειτονίαν, άνθρωποι με υψηλά

υποδήματα και με πτυάρια εκοπίαζον να ξεχιονίσουν και ν'

ανοίξουν δρόμον διά μέσου της χιόνος, ο μπάρμπα-Στέριος με την

κάπαν του, στυγνός, κατηφής, επαρουσιάσθη περί την ενάτην εις

το μαγαζείον του κυρ-Αργυρού.

— Τι έχουμε, Στέργιο! του είπεν ούτος. Σαν συλλογισμένο σε

βλέπω.

— Τι νάχουμε, κυρ-Αργυρέ, απήντησε στενάξας ο μπάρμπα-

Στέργιος, μην τα ρωτάς. Δεν είμαι καλά.

— Τι τρέχει;

— Το παιδί μου πέθανε σήμερα το πρωί, ένα που τούχα. . . Και

λέγων εδάκρυε.

— Πώς; είχε καιρό άρρωστο;

— Λίγαις μέραις είχε, μα. . . ψες το βράδυ εβάρυνε. . . πήγα

μεσάνυκτα να φωνάξω το γιατρό, κ' έξαφνα άρχισε να χιονίζη. Δεν

μπόρεσα να ξυπνήσω το γιατρό, εγύρισα πίσω, τα μάτια κλαμμένα

. . . κι' ως το πρωί το παιδί τελείωσε.

— Και γιατί δεν ξυπνούσες το γιατρό, αφού ήτον ανάγκη;

— Δεν ήτον σπίτι.

— Πώς γίνεται; τέτοια ώρα;

— Ή δεν ήτον, ή δεν μου τον μαρτύρησαν, είπεν ο μπάρμπα-

Στέργιος, αποφεύγων να είπη ακεραίαν την αλήθειαν.

Μετά στιγμιαίαν σιωπήν, ο μπάρμπα-Στέργιος εξηκολούθησεν·

— Ήρθα, κυρ-Αργυρέ, να βάλω τα μούτρα μου . . . επειδή είμαι

σε μεγάλη απελπισία. . . σου έφερα κ' αυτά τα ειδιώματα. . . αν

θέλης να με δανείσης καμμιά εικοσαριά δραχμαίς, να κάμω τα

έξοδα της θανής του παιδιού . . . επειδή δεν έχω λεπτά σε χέρι

. . .

Και του έδειξε δύο σκουλαρίκια αργυρά της γυναικός του και έν

δακτυλίδι.

— Πώς δεν έχεις λεπτά; είπε με στρυφνόν ύφος ο κυρ-Αργυρός·

εσύ φέτος έκαμες, καθώς έμαθα, τόσα καμίνια . . .

— Κ' εψές ακόμα επήρα λεπτά, είπεν ο μπάρμπα-Στέργιος,

χρωστούσα και τάδωσα . . . πού να είξερα;

— Και δεν πας 'ς εκείνους που χρωστούσες κ' επλήρωσες να σε

ξαναδανείσουν; παρετήρησεν ο κυρ-Αργυρός, χωρίς να εγγίση με

τας χείρας τα αργυρά κοσμήματα.

Ο μπάρμπα-Στέργιος ήτο και εις τας δεινάς περιστάσεις

ετοιμόλογος.

— Κείνοι πού τους χρωστούσα είνε μπακάληδες και δε δανείζουν

απήντησε. Το χρέος μου ήτον από βερεσέδια.

— Κ' εμένα με ξέρεις να δανείζω; είπεν ο κυρ-Αργυρός. Ο

μπάρμπα-Στέργιος είπε μετά θλίψεως·

— Αν θέλης, κυρ-Αργυρέ. . . ύστερα-ύστερα ειμπορώ να το θάψω

και βερεσέ το παιδί μου . . .

Ο κυρ-Αργυρός έλαβεν εις χείρας τα τρία αργυρά τεμάχια και

εξήτασεν επί μακρόν.

— Ποιός ξέρει αν είνε κι' ασήμι; είπε· χρειάζεται να είνε

κανείς κουιουμζτής για να ξέρη. . . Μα ως τόσο, δεν τα πιστεύω

όλα όσα είπες, Στέργιο. . . χρωστούσες κ' επλήρωσες. . .

μπορεί. Σ' αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ. . . Μεγάλο

κεσσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! . . Ο παράς δεν ξέρω πού

πάει και χώνεται, και δε βγαίνει στο μεϊντάνι. . . Κι' αν πας

εσύ και πίνης και μεθάς, νάχουμε καλή ψυχή. . . Όταν τα έχης τα

λεπτά, δεν τα στιμάρεις. . . Δεν μου βρίσκονται παράδες, έτσι

νάχω καλά υστερνά. . . Να ιδώ, αν έχω είκοσι δραχμαίς να σου

δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο. . .

Εκύτταξεν ακόμη τα τρία κοσμήματα, τα εζύγισε με την χείρα, και

είτα είπεν·

— Αυτά δεν αξίζουν ούτε δέκα δραχμαίς. . . σύρε να μου φέρης

και τίποτε άλλο καν.

— Δεν έχω άλλο ασημικό στο σπίτι.

— Δεν είχε τσαπράκια η γυναίκα σου;

— Δεν είχε.

— Κανένα φερμεσάτο φουστάνι δεν της βρίσκεται; κανένα λαχουρί;

κανένα μπαμπουλλί ατλαζένιο, καμμιά καζάκα τλαζένια;

— Να πάω να ιδώ.

Ο μπάρμπα-Στέργιος απήλθεν οίκαδε, έλαβεν ό,τι μεταξωτόν ένδυμα

είχεν η Θοδωριά κ' επέστρεψε πλησίον του κυρ-Αργυρού·

Ο γέρων τοκογλύφος του εμέτρησε τότε είκοσι δραχμάς.

Είχεν επανέλθει εις την οικίαν περί το λυκαυγές,

πειθαναγκασθείς υπό του Γιώργη του Σεφερτζή, όστις είχεν έλθει

εις το καπηλείον. Ο ιατρός επείσθη και αυτός, αφού άπαξ θ'

απήρχετο οίκαδε να κοιμηθή την πρωίαν, να περάση από την οικίαν

του γέροντος ασβεστά. Έφθασεν εις την οικίαν, προπορευόμενου

του Γιώργη του Σεφερτζή πατούντος επί των ιδίων ιχνών, τα οποία

είχεν αφήσει επί της χιόνος κατά την εις την αγοράν κάθοδόν

του, και κρατούντος φανάριον. Ο Ιατρός ήρχετο δεύτερος, και

τελευταίος ο Μπάρμπα-Στέργιος, παραπατών και γλιστρών εις την

χιόνα πίπτων και ανορθούμενος.

Έφθασαν, ενώ το παιδίον έπνεε τα λοίσθια. Παρέστησαν εις τας

τελευταίας στιγμάς του. Ο Ιατρός είχεν επάνω του

μολυβδοκόνδυλον και χάρτην έγραψε το «ενταφιαστήριον» ή την

έκθεσιν της νεκροσκοπίας, την ενεχείρισεν εις τον μπάρμπα-

Στέργιον κ' επήγε να κοιμηθή. Η Θοδωριά έκλαιε και εδέρνετο . . .

Περί το δειλινόν, εξήρχετο η μικρά πομπή από την εκκλησίαν, Έν

μικρόν φέρετρον, όμοιον με λίκνον κρατούμενον υπό δύο ανθρώπων,

οι δύο ιερείς της ενορίας, ο μπάρμπα-Στέργιος, η Θοδωριά, και

τέσσαρες πέντε άλλαι γυναίκες, συγγενείς ή γειτόνισσαι.

Αντικρύ της εκκλησίας, παρά την θύραν παντοπωλείου, ίστατο ομάς

τις ανθρώπων, οίτινες, ιδόντες την πομπήν, έβγαλαν τα καπέλλα

των. Ήσαν ο υπολιμενάρχης, ο τηλεγραφητής και ο γραμματεύς του

Ειρηνοδικείου και δυο άλλοι. Ο Αριστείδης ο Μαγγανόπουλος

αναγνωρίσας τον γέροντα ασβεστάν ηρώτησε·

— Μπα! ο μπάρμπα-Στέργιος, τι θέλει εκεί;

— Είνε το παιδί του που απέθανε, απήντησεν είς εντόπιος.

— Αλήθεια; Κι' απόψε τα μεσάνυκτα περάσαμε τόσο καλά μαζί. . .

Ηύρε τον καιρό ν' αποθάνη με τέτοιο χιόνι!

Ο TYΦΛΟΣΥPTHΣ

— «Δευτέρας ουν σκέψεως αρχή προυτάθη τις αρίστη των τεχνών

και ράστη εκμαθείν και ανδρί ελευθέρω πρέπουσα . . . »

απήγγελλεν όρθιος κρατών το βιβλίον, με την παιδικήν και άχρουν

φωνήν του, αλλά με φοβισμένον κάπως το ήθος, ο κληρωθείς προς

διόρθωσιν της &εξηγήσεως& μαθητής.

— &Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροβλήθη ποία να ήτον

καλλιτέρα ανάμεσα εις τας τέχνας&. . . ερρινοφθόγγει αργά-αργά

ο διδάσκαλος, εγκύπτων όλος εις το τετράδιον, με την ρίνα

εγγίζουσαν εις το χαρτίον, με τα μάτια τέσσαρα μην του διαφύγη

επί του χειρογράφου κανείς σολοικισμός ή βαρβαρισμός, προσθέτων

&κόμματα& και &τελείας& και μεταβάλλων όλας τας &οξείας& εις

&βαρείας&. Εδίστασεν επί μικρόν, είτα μετέβαλε το &επροβλήθη&

εις &επροτάθη&, και το &ανάμεσα εις τας τέχνας& εις &μεταξύ των

τεχνών&. Μεθ' ό επανέλαβε την περικοπήν διωρθωμένην ως εξής:

&Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροτάθη ποία να είναι καλλιτέρα

μεταξύ των τεχνών&. . .

Αίφνης, ενώ η ρις του εφαίνετο ως να ώργωνε το τετράδιον, και η

στεγνή μελάνη υγραίνετο σχεδόν και άχνιζεν από την πνοήν του,

ανέκυψεν ερυθρός και μετ' αγανακτήσεως ανέκραξεν·

— Αυτό είνε εξ αντιγραφής!

Δεν εφρόντιζεν ουδέ να κρύψη καν το ελάττωμά του, ή ίσως θα

επίστευεν ότι μάλλον θ' ανεδείκνυε τούτο, αν ώπλιζε τους

οφθαλμούς του με διόπτρα. Ήτο μικρόσωμος, σοβαρός άνευ

επιτηδεύσεων, προγάστωρ, επιμελής και αυστηρός εις το έργον

του. Επανελάμβανε καθ' εκάστην την &εξήγησιν& επτάκις μετά την

πρώτην ανάπτυξιν, χαριζόμενος εις τους σκληροτραχήλους και

χονδροκεφάλους μαθητάς της Β' τάξεως. Αλλ' ουχ' ήττον, αντί να

σκοτίζωνται όπως ενθυμηθώσι τας πτεροέσσας λέξεις, τας

πιπτούσας εκάστοτε από το στόμα του, πολλοί τούτων ευκολώτερον

και προχειρότερον εύρισκον ν' αντιγράφωσι κάποτε από τας

&καθαράς εξηγήσεις& του αυτού και άλλοτε παραδοθέντος λόγου,

τας οποίας ευκόλως επρομηθεύοντο από περυσινούς ή προπερυσινούς

μαθητάς, συγγενείς ή φίλους των. Εάν όμως ο κλήρος έπιπτεν εις

ένα εκ των αντιγράφων τούτων, τότε με όλην την μυωπίαν του, ή

ίσως ένεκα της μυωπίας αυτής, ο διδάσκαλος ανεγνώριζεν, εκ της

στρωτής και ομαλωτέρας γραφής, την λαθροχειρίαν, και η πρέπουσα

τιμωρία ανέμενε τον βαρυκέφαλον μαθητήν.

Την ημέραν εκείνην ο διδάσκαλος εφαίνετο δύσθυμος, και μετά

δυσκολίας συνέχων πάλαι υποβρέμουσαν οργήν. Ουχ' ήττον ευθύς

δεν παρεφέρθη, αλλ' αφού απήγγειλε δι' εκατοστήν φοράν

στερεότυπον νουθεσίαν περί της βλάβης της προσγενομένης εις τον

μαθητήν εκ της αντιγραφής, ήτις αντί ν' αναπτύξη την διάνοιαν

των νέων, ματαιώνει το έργον της διδασκαλίας, κάμνει τον

διδάσκαλον να φαίνεται άξιος οίκτου ως δυστυχής αεροβάτης, ως

ταλαίπωρος υλοτόμος, ως μη απολαμβάνων τους κόπους του γεωργός,

και δεικνύει τους μαθητάς ως ψιττακούς, ως κολοιούς με ξένα

πτερά, «ως ξηρά ξύλα άκαρπα εκκοπτόμενα και εις πυρ βαλλόμενα»,

εξέφερεν απλήν καταδίκην κατά του ενόχου της λαθροχειρίας

μαθητού, όπως την προσεχή Κυριακή ν' αντιγράψη επτάκις την

αυτήν &εξήγησιν&. Είτα εκάλεσε διά κλήρου άλλον προς διόρθωσιν

της &εξηγήσεως&, και πάλιν διά κλήρου εσήκωσεν άλλον και ήρχιζε

να τον εξετάζη Γραμματικήν.

Ο τελευταίος έτυχε να είνε εκ των επιμελεστέρων, κατά την

μαθητικήν σημασίαν της λέξεως, εκ των μάλλον προσομοίων δηλαδή

με τους ψιττακούς, ούς είχεν αναφέρει ως παράδειγμα ο

διδάσκαλος, και είχε μάθει το μάθημα &νεράκι&. Εσταύρωσε τας

χείρας και ήρχισε ν' απαγγέλλη κανόνας της Γραμματικής ως

&Πάτερ ημών&, απνευστί και χωρίς στιγμάς και τελείας. Ούτε

κατεδέχθη μάλιστα να στρέψη πλάγιον βλέμμα εις τον

&μαυροπίνακα&, εφ' ού υπήρχον διά καλόν και διά κακόν, τινές

&αγκούτσαις& διά κιμωλίας χαραγμέναι. Υπέψαλλε δι' απαλής και

σιγανής φωνής: «Των εχόντων ρίζαν &κλε, βλε, στρε&. . . », ή

«Τα δίχρονα εν τέλει ουδετέρων. . . » Και δεν έστρεφε βλέμμα

προς τον επί του τοίχου μέλανα πίνακα, διά να ίδη ότι οι δύο

ούτοι κανόνες, τους οποίους είχε βάλει να μελετήσωσιν

&ανακατωτά& ο διδάσκαλος, επιβάλλων εις την Β' τάξιν επανάληψιν

των μαθημάτων της Α', φαίνοντο την πρωίαν εκείνην και διά

κιμωλίας ευκρινώς αναγεγραμμένοι. Αλλ' είπε το μάθημα κ'

εκάθισε.

Ο αγαθός διδάσκαλος ανέπτυξε δι' ολίγων το &παρακάτω& «Περί των

εις &μι&» και ώρισε δύο ή τρεις κανόνας &ανακατωτά& πάλιν δι'

&επανάληψιν&, μεθ' ό έκλεισε την Γραμματικήν. Μετέβη εις τον

&Συγγραφέα&, κ' εξαγάγων κλήρον ήρχισε να εξετάζη κείμενον κ'

ερμηνείαν. Την φοράν ταύτην ο κληρωθείς δεν ήτο τόσον ανενδεής

του μαυροπίνακος, όσον και ο προκαθίσας.

Μετά τους γραμματικούς κανόνας εφαίνετο επί της μαυροβαφούς και

ξασπρισμένης από τα σβυσίματα της κιμωλίας και από την

πολυκαιρίαν σανίδας οριζόντιος γραμμή, και κάτω ταύτης

μακροτέρα παράγραφος έλεγεν : «Άρτι μεν επεπαύμην. . . τοις

πλείστοις μεν ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλοί και χρόνου

μακρού και δαπάνης ου σμικράς. . . » Και ο μαθητής, σταθείς εις

ευλαβή απόστασιν από της διδασκαλικής έδρας και τραπέζης, με το

έν όμμα προσβλέπων περιδεής τον διδάσκαλον, με το άλλο κυττάζων

ευγνωμόνως τον μαυροπίνακα, ήρχιζε ν' απαγγέλλη: «Άρτι μεν

επεπ. . . επεπαύ. . . επεπαύμην. . . Αρτι μεν επεπαύ. . . μην

εις τα διδασκαλεία φοιτών. . .

— Ελθέ πλησιέστερον, είπεν ο διδάσκαλος· διατί εστάθης τόσον

μακράν;. . .

Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα · 第 2 / 7 段