37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την

μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον

προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο

ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον

επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου

συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον

θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις

τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων

κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον

να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου.

Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την

οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως

εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού

εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της

ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους

φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας

μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και

διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας

έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις

την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην

του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον

δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους

Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ'

εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε

και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των

Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των

Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος

την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και

εφονεύθη.

38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα

Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του

Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος

υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του,

όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την

έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ'

αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των

μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον

πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος

Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας

διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν

εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς.

39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει

οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι

απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην

καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του

Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν

Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς.

Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον

πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα

φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και

ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι,

γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε

υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν

φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον

Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον.

40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες

μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι

βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι

τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι

Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν

επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι

μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον

αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και

οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας.

41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων

εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν

αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον

λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών.

Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του

Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι

Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν

διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι

τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των

Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα

υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον

διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις

νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός

τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους

προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι

την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης.

Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο

προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο

βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως

επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο

πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν

όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους

ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου,

και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες

αυτά.

42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να

αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και

ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν

του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και

τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν

εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να

απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων

άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους

ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο

Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν

τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του

οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι

Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των

Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς

λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν,

ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την

αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε

ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι

είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε

ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα

εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να

γίνη η συμπλοκή.

43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη

εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς

και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας.

Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις

ταύτην την μάχην.

_Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού

γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν

φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι

παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι._

Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους

Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και

Γλίσαντος.

44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την

παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι

φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία

εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας

έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου,

όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να

ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν

εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς·

ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του

στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον

αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να

ομιλήση εις αυτούς.

45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις

τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής·

«Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας

παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις

άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με

θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί

απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν

θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω

λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον

Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει.

Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να

προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται

μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και

ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και

δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον

δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση

κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως

εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον

έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να

μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να

τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.»

Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το

στρατόπεδον και εις την τάξιν του.

46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας

είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο

Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής·

«Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι

Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των

Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι

απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον

Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε

είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς

Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα

έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες

τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το

ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ

αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας,

διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και

επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις.

Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με

πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.»

47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να

διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των.

Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον

Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν

και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο

Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των

Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους

Πέρσας εις το αριστερόν.

48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο

Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω

Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε

ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον

πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε

τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές,

καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας

είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους

Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους

απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών

γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την

οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας,

περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και

θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε

περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε,

αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν

επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς.

Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και

ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς

ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να

πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή

εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς,

και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι

ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.»

49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ'

ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν

εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος

και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν

κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον

Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι

ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι

και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την

Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα.

Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι

Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης

τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον

οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου,

ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς

και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν.

50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες

ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού,

συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως

συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον

ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον

εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την

Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του

ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον.

51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν

εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν

αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα

στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ'

εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς

ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός

άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε

ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα

ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και

λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις

τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να

έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως

συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να

μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη

τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι

ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα

φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ

του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι

τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι

τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες

ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι.

52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα

των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε

έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και

ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε

εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά

νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα

εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι

προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το

Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει

είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες

κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού.

53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε

Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου,

παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να

ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν

εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι

ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο

Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών,

είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη

την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν,

εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ

εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι

μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν

ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών,

φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον

συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος

και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι,

εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και

επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον

έπραττε.

54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ

των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι

έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες

τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα

λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά

να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να

μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι

διαταγάς παρά του Παυσανίου.

55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε

τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών

φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον

τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον

αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν

ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε

ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών,

λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των

ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη

φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε

Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς

τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον

επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε

να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους

παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι

τα κινήματά των.

56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους

Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο

Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη

τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να

μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το

σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των

λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει

έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν

Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους

λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι

ετράπησαν προς την πεδιάδα.

57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν

ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού

και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν

και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον

άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα

όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων

Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες

περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον,

όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον

τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής

αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν

εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν

οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ'

αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων·

καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν

ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε

κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν

τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και

φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν.

58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την

νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα

και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα

εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το

μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι

Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι

άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας

από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την

παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι

προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι

μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας

ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας,

συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε

ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο

τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν

δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την

πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα

αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα

συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας

φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν

και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.»

59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν (27) με τους Πέρσας τους

οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι

έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των

Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους

καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων,

βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν

όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον

ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν

ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι

τους Έλληνας.

60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε

προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι,

αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η

Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν

υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν

λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον

δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν

το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν

ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται·

τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι

δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης

μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να

έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε

τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος

πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε

και την παράκλησιν ταύτην.»

61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι

και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως

επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι

ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να

βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες

έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και

οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα

χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους

Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με

τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν

απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και

ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες

ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα

τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών

και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς

το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν

να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των.

62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι

Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά

την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους

Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και

ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα

τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των

ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί

πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν

τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα

τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά

το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν

εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν

ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή

ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα,

έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 · 第 24 / 27 段