15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες

όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν

επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον

πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον

έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν.

Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν

ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων.

Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν,

ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην

ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε

καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου

απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον

τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από

τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της

Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον

τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα

σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος

Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και

προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των

μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το

δείπνον εγένετο εις τας Θήβας.

16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον

Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με

είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου

εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς

τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά

τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν

ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι

και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν

ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης

είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω

να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να

προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των

συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ

και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον

ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους

μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε

πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους

είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους

μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα·

«Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι

άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει

να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί

εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της

ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή

άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να

πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και

προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν

γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη.

17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν,

οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων

Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας

Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον

μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε

ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και

εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο

Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις

τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους

διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού

έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα

δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι

ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο

στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων·

«Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ

προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι

Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος·

διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και

αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον.

Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται

βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.»

18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού

περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι

είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να

ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι

προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς

υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά

βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον

να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον

λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ

των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι

τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο

Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε

επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής·

«Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι

και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας

εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας

ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις

τους Φωκείς.

19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν

εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί

Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα,

και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον

να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού

συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν

όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί

θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω·

συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος

και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις

τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν

εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να

αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος.

20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την

πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος

ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις,

τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον

Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς.

Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες,

προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην

και τους απεκάλεσαν γυναίκας.

21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι

εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το

ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των

ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών

δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω

σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του

ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ

αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως,

καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας

αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ

ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και

εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και

διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν

οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των

οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος.

22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι

ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε

επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε

ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων

των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη

ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι

Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον

εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής.

Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος

εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν

έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν

εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα

πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε

πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον

δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους

χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον

εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες

δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την

επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν.

23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά

τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου

στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία

εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι

μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε

έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν

ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν,

αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων.

Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να

πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς

τον Μαρδόνιον.

24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός

και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες

εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον

μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα

μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του

βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον

Μαστίστιον αποθανόντα.

25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και

απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον

θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις.

Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το

κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν

εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται

και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν

εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο

επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το

ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και

πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι

έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα

όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος

και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν

κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του

ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις

μέρος επίπεδον.

26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ

Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν

κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά

και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς

πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι

παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων

των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον

θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την

Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν.

Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις

την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να

αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την

Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν

ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε

κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να

μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν

οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα

εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να

καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας

νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι

τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την

Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του

Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι

εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου

τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα

μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και

προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή

εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα·

σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των

προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι

εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου

το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να

έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως

και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω

λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι

Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς,

ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον.

27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής·

«Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά

διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε

το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν

έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να

δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις

Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας

όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας,

των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους

προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων

προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι

ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως,

μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την

Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του

Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι,

ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς

και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης

ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες,

ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την

Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν

κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών,

ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε

ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες

τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα

παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι

επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων,

πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν

τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν

μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και

επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν

τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και

μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την

παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα

έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την

θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και

εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα

προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και

υπακούομεν.»

28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των

Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι

το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι

Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε

ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι

είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι

Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και

είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά

έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής

ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι

οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και

πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι

Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς

ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι

Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν

τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται,

έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι

Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους

Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα

τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά

τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι

μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς

πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν

εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν

οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε

αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου.

29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον

Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες

τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του

βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής.

Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος·

καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι

ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και

Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να

ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί

ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι.

30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας

Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον

χιλίων οκτακοσίων (26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων

συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το

στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον

αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι

Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού.

31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον

Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον

και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε

αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των

Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν

περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις

τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους

μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των

Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των

Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε

μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των

Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους

έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων,

των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων.

Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων,

των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς

έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των

Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των

Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους

Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους

χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές

εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας

και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και

τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των

Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας.

32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν

ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια.

Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες

αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων·

προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι

Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι

μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος

είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των

πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο

Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι

λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των

δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον

αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως

πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε

ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος.

33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την

δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις

μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι

ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της

Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι

έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά

να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση

πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν,

επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση

γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε

να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον

ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο

περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας

αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να

γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας.

Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να

κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι,

εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα

προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ.

Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν

και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως,

επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης

εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν.

Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι

πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να

γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα

με τα οποία γίνεται και αυτός.

34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί

τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και

ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον

εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να

θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της

βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι

τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο

πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις

του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι

εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας,

εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν

δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον

της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά,

εδέχθησαν και τούτο.

35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του

Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα,

τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας

μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των

ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν

αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους

Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους

Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους

Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και

τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών.

36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι

Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε

τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις

αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν

αρχίσωσι πρώτοι την μάχην.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 · 第 23 / 27 段