63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και

εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας

Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους

εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι

κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο

Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν

ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα

παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε

τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς

θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών.

64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την

οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους

Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου

εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν.

Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα

αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του

Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά

τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με

όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και

αυτός και οι τριακόσιοι.

65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας

Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν

εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι

της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του

άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη

εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι

περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω

λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί

πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως

εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν

η μεγάλη αύτη μάχη.

66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν

αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση

τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας

να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε

τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του

Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος

ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την

στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά

τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας

να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον

ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις

την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε

πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη

τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος

των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση

τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν

ετράπησαν.

67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι

εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν

αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των

Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο

άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και

ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε

ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό

μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων

συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν

λαμπρόν τι έργον.

68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από

τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να

έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν

βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι

πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο

μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους

πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από

τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες

και φονεύοντες τους ηττηθέντας.

69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους

Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της

μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων.

Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν

Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν

προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον

διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι

επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων

ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι

ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους

ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν,

τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και

ούτοι μεν απώλοντο αδόξως.

70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον

εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους

πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος

όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι,

συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι

έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων,

οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι

Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν

ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες,

ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι

Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του

Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη

χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου

αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα

έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα

λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν

πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή,

ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν

περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο

Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ

τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν

ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις

χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την

μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ

και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο.

71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το

ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ

των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν

ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την

ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων

εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι

Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού

στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο

μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και

ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος.

Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο

Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις

εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι

παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων

αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά

τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε

Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά

τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ

φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην,

ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου.

Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την

προειρημένην αιτίαν.

72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων·

καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο

ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των

Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε

έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του,

ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι

εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε

προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν

υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του,

ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη.

73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του

Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως

λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον

εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην

εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και

ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε

λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο

Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος

δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν

εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας

τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής

ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και

έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι

σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη

ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι,

δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας.

74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε

μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο

τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε

δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε

ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις

την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να

τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων

και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους

κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος

διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν

άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας

επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν

άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον.

75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι

Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον

Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης

όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών

εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του

Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων.

76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των

Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή

τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα

έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες,

κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα

κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ

της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι

ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν

εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα

προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα

πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα

γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά

σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως

καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε

δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του

Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ

της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω·

«Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν

ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις

εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο

προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν

εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε

την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή.

77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς,

αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την

μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας·

έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους,

κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι

απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την

χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά

τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν

λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους

στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους.

78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο

Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών

σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν

πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του

Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το

κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να

αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις

τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να

προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής

κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια.

Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο

Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις

πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα

επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και

υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον,

εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε,

νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν.

79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα,

επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου

όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την

πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών

με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ

περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους

βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας

πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων

ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις

ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων

και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να

εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν

Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου

πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη

πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν

ετιμωρήθης.»

80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας

εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να

συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε

περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και

αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς,

φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους

εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί,

και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και

ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς

εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις

τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον.

Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν,

επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός.

81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν

την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο

χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του

τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν

Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς·

αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης

κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας

τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των

Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα

υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος.

Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους

αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι

εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες,

ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα.

82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ

της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του,

συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων.

Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και

τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το

ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας

ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας

χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς,

κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας

διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν.

Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο

μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς

των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο

ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να

σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων,

ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν

ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων.

83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας

πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων.

Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού

διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι

Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν

ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου

οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου,

έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους

εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός

πενταπήχεως.

84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον.

Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά

πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον,

και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου,

υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να

εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του

Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος

Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη.

85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς

έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν

Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους

ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο

Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι

ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον

τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται

έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και

ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του

ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε

τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως

μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ

της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους

μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των

Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην

ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς

Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών.

86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας

Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να

στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας

εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν

οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι

την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν

ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και

επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους

ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους

παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του

τείχους.

87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον

βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους

Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον

τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας

κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα

ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως

θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι

μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι

ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να

απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των.

Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να

τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους.

88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος

απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και

τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα

τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι

Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να

απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας

όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον

στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την

Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν

Θήβαις γενόμενα.

89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν

ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν,

προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν

περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας

Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την

αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή

και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν

ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα

σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους

Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως

βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω

σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι'

υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού

ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον

ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο

πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών

έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και

της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε

τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε

τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας·

καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των

Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του

Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως

επέστρεψεν εις την Ασίαν.

90. Την αυτήν δε ημέραν καθ' ην εγένετο η μάχη των Πλαταιών

συνέπεσε να γίνη και εν τη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ οι Έλληνες

ήταν εις την Δήλον με τα πλοία τα υπό την αρχηγίαν του

Λακεδαιμονίου Λεωτυχίδου, ήλθον προς αυτούς πρέσβεις εκ της

Σάμου, ο Λάμπων του Θρασυκλέους, ο Αθηναγόρας του Αρχεστρατίδου

και ο Ηγησίστρατος του Αρισταγόρου πεμφθέντες υπό των Σαμίων εν

αγνοία των Περσών και του Θεομήστορος, υιού του Ανδρομάδαντος,

τον οποίον οι Πέρσαι είχον καταστήσει τύραννον της Σάμου. Αφού

παρουσιάσθησαν ούτοι εις τους στρατηγούς, είπεν ο Ηγησίστρατος

πολλά και διάφορα ότι αν τους ίδωσι μόνοι οι Ίωνες, θα

αποστατήσωσιν από τους Πέρσας, ότι οι βάρβαροι δεν θα ηδύναντο

να αντισταθώσι, και ότι εάν επιμείνωσι, καλλιτέραν άλλην άγραν

δεν είναι δυνατόν να εύρωσιν οι Έλληνες. Αναφέρων δε τα ονόματα

των κοινών θεών, προέτρεπεν αυτούς να λυτρώσωσιν εκ της

δουλείας άνδρας Έλληνας και να διώξωσι τον βάρβαρον. Είπε δε

ότι το εύκολον να γίνωσι ταύτα, καθότι τα πλοία των βαρβάρων

και κακώς πλέουσι και δεν είναι αξιόμαχα με τα των Ελλήνων, και

ότι αυτοί είναι έτοιμοι να μείνωσιν εις τα πλοία των ως όμηροι

εάν υποπτεύωσιν οι Έλληνες ότι ζητούσι διά δόλου να τους

ελκύσωσιν εις εκείνα μέρη.

91. Επειδή δε ο ξένος Σάμιος επέμενε παρακαλών, ο Λεωτυχίδης,

είτε θέλων ν' ακούση, μάντευμά τι εκ των λέξεων του Σαμίου,

είτε κατά θείαν έμπνευσιν, τον ηρώτησεν· «Ω ξένε Σάμιε, ποίον

είναι το όνομά σου;» Εκείνος, δε απεκρίθη· «Ηγησίστρατος.» Τότε

ο Λεωτυχίδης, φοβηθείς μήπως προσθέση περισσότερα, τον διέκοψε

και είπεν «Ηγησίστρατος (29)! δέχομαι τον οιωνόν, ω ξένε Σάμιε.

Πριν όμως συ και οι μετά σου αναχωρήσετε, δώσατέ μας τα πιστά

ότι οι Σάμιοι θα γίνωσι πρόθυμοι σύμμαχοί μας.»

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 · 第 25 / 27 段