Αριστείδης του Λυσιμάχου, ανήρ Αθηναίος, εξωστρακισμένος υπό
του δήμου. Έμαθον ποία ήσαν τα ήθη αυτού και έκρινα ότι
εξωστρακίσθη διότι ήτο ο εναρετώτατος και δικαιότατος των
Αθηναίων. Ελθών ούτος εις το συνέδριον, εκάλεσεν έξω τον
Θεμιστοκλέα, μη όντα φίλον του, αλλά μάλιστα εχθρόν του· διά το
μέγεθος όμως των παρόντων δεινών, ελησμόνησεν όλας τας μεταξύ
των έριδας, και τον εκάλεσε διά να συνομιλήση μετ' αυτού,
καθότι είχεν ακούσει προλαβόντως ότι οι Πελοποννήσιοι έσπευδον
να μεταφέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν. Εξελθόντος του
Θεμιστοκλέους, ο Αριστείδης τω είπε τα εξής· «Ας αναβάλωμεν τας
έριδάς μας δι' άλλον αρμοδιώτερον καιρόν· τώρα δε ας
αγωνισθώμεν τις των δύο να πράξη περισσότερα καλά εις την
πατρίδα. Σε λέγω λοιπόν ότι είτε ολίγον ομιλήσωσιν οι
Πελοποννήσιοι περί του εντεύθεν απόπλου των είτε πολύ, είναι έν
και το αυτό, διότι εγώ είδον ιδίοις όμμασι, και σε βεβαιώ ότι
οι Κορίνθιοι και ο Ευρυβιάδης είτε θέλωσιν είτε δεν θέλωσι, δεν
θα δυνηθώσι να εκπλεύσωσι. Περιεκυκλώθημεν υπό των εχθρών.
Είσελθον λοιπόν και ανάγγελον αυτοίς ταύτα.»
80. Ο δε Θεμιστοκλής απεκρίθη· «Αι συμβουλαί σου είναι ωφέλιμοι
και αι ειδήσεις σου κάλλισται, καθότι με βεβαιοίς ότι είδες
εκείνο το οποίον επιθύμουν να γίνη. Ήξευρε ότι εγώ συνήργησα να
πράξωσι τούτο οι Μήδοι, καθότι αφού δεν ήθελον εκόντες οι
Έλληνες να πολεμήσωσιν, έπρεπεν άκοντας να τους αναγκάση τις
εις τούτο. Συ δε, επειδή ήλθες με καλάς ειδήσεις, είσελθον και
ειπέ τας εις αυτούς ο ίδιος· καθότι αν τας είπω εγώ θα
υπολάβωσιν ότι τας έπλασα και δεν θα τους πείσω, νομίζοντας ότι
οι βάρβαροι δεν έκαμον τίποτε. Είσελθον λοιπόν και είπε εις
αυτούς το πράγμα πώς έχει. Αφού δε τους ειδοποιήσης, εάν μεν
πεισθώσιν, έχει καλώς· εάν δε δεν το πιστεύσωσιν, εις ημάς
είναι το αυτό, καθότι δεν θα δυνηθώσι πλέον να φύγωσιν αφού ως
λέγεις είμεθα περικυκλωμένοι πανταχόθεν.»
81. Εισελθών ο Αριστείδης διηγήθη ότι ήλθεν εξ Αιγίνης και ότι
διήλθε χωρίς να τον ίδωσι τα εχθρικά πλοία, καθότι όλος ο
Ελληνικός στόλος ήτο περικυκλωμένος υπό των πλοίων του Ξέρξου·
τους συνεβούλευσε δε να ετοιμασθώσι προς υπεράσπισιν. Και ο μεν
Αριστείδης ταύτα ειπών ανεχώρησεν· εκείνοι δε πάλιν ήσαν εις
αμφισβητήσεις, καθότι οι περισσότεροι των στρατηγών δεν
επίστευον εις την είδησιν.
82. Ενώ δε ούτοι ηπίστουν εις τα αγγελθέντα, ήλθον Τήνιοι τινες
αυτόμολοι μετά τριήρεως, αρχηγός των οποίων ήτο ο Παναίτιος του
Σωσιμένους, και αυτοί έφερον όλην την αλήθειαν. Χάριν της
εκδουλεύσεως ταύτης το όνομα των Τηνίων ενεγράφη εις τον εν
Δελφοίς αφιερωθέντα τρίποδα, μεταξύ των καταστρεψάντων τον
βάρβαρον. Με το πλοίον τούτο το αυτομολήσαν εις την Σαλαμίνα,
και το Λήμνιον το αυτομολήσαν προλαβόντως εις το Αρτεμίσιον,
συνεπληρώθη ο αριθμός του Ελληνικού στόλου εις τριακόσια
ογδοήκοντα πλοία, καθότι προ τούτων δύο μόνον έλειπον όπως
συμπληρωθή ο αριθμός ούτος.
83. Επειδή λοιπόν οι λόγοι των Τηνίων εγένοντο πιστευτοί εις
τους Έλληνας, ητοιμάσθησαν ούτοι να ναυμαχήσωσιν. Η ηώς εν
τούτοις ήρχισε να διαφαίνη και όταν συνηθροίσθησαν οι
στρατιώται, ο Θεμιστοκλής κάλλιον παντός άλλου ωμίλησε προς
αυτούς ενθουσιωδώς. Ο λόγος του ήτο σύγκρισις των καλών με τα
κακά. Αφού δε τους συνεβούλευσε να εκλέγωσι τα καλλίτερα εξ
εκείνων άτινα εξήρτηνται εκ της φύσεως και της καταστάσεως του
ανθρώπου, κατέληξε τον λόγον συμβουλεύσας αυτούς να εισέλθωσιν
εις τα πλοία. Και ούτοι μεν εισήλθον· επέστρεψε δε κατ' εκείνην
την στιγμήν εκ της Αιγίνης η τριήρης ήτις είχε σταλή διά τους
Αιακίδας. Τότε οι Έλληνες ανήγαγον όλα τα πλοία.
84. Άμα δε εξήλθον εις το πέλαγος, επέπεσον κατ' αυτών οι
βάρβαροι. Και οι μεν άλλοι Έλληνες, πρύμνην ανακρούοντες,
επλησίαζον τα πλοία των προς την γην· ο δε Αμεινίας ο
Παλληνεύς, ανήρ Αθηναίος, πλέων εκτός της γραμμής, προσέκρουσεν
εις πλοίον εχθρικόν. Επειδή δε τα δύο πλοία περιεπλέχθησαν και
δεν ηδύναντο να χωρισθώσι, τότε δραμόντες και οι άλλοι εις
βοήθειαν του Αμεινίου, συνεπλάκησαν. Οι μεν Αθηναίοι ούτω
λέγουσιν ότι εγένετο η αρχή της ναυμαχίας, οι δε Αιγινήται
λέγουσιν ότι το πλοίον το οποίον εστάλη εις την Αίγιναν διά
τους Αιακίδας, τούτο ήρχισε την ναυμαχίαν. Λέγονται προσέτι και
τα εξής, ότι εφάνη εις τους Έλληνας φάσμα γυναικός και ότι η
γυνή αύτη τους παρώτρυνε διά φωνής τοσούτον βροντώδους ώστε
ηκούσθη παρ' όλου του στρατού των Ελλήνων, ονειδίζουσα αυτούς
διά των εξής λέξεων: «Ω ανδρείοι μου, έως πότε θα
οπισθοδρομείτε με την πρύμνην;»
85. Απέναντι μεν των Αθηναίων ετάχθησαν οι Φοίνικες (καθότι
είχον το προς την Ελευσίνα και προς δυσμάς κέρας), απέναντι δε
των Λακεδαιμονίων οι Ίωνες, οίτινες είχον το προς ανατολάς και
προς τον Πειραιά κέρας. Τινές όμως τούτων εφέροντο νωθρώς κατά
την παραγγελίαν του Θεμιστοκλέους, οι δε περισσότεροι έπραττον
το εναντίον. Και δύναμαι μεν να απαριθμήσω τα ονόματα πολλών
τριηράρχων οίτινες εκυρίευσαν Ελληνικά πλοία, δεν αναφέρω όμως
ειμή δύο Σαμίων, του Θεομήστορος, υιού του Ανδροδάμαντος και
του Φυλάκου υιού του Ιστιαίου. Αναφέρω δε τούτους μόνον, καθότι
ο μεν Θεομήστωρ διά τούτο το έργον ετυράννευσε της Σάμου
διορισθείς υπό των Περσών ο δε Φύλακος, αναγραφείς ευεργέτης
του βασιλέως, έλαβε πολλήν χώραν. Οι δε ευεργέται του βασιλέως
καλούνται Περσιστί οροσάγγαι. Ταύτα όσον αφορά τους δύο
Σαμίους.
86. Τα δε πλειότερα πλοία των βαρβάρων κατεστράφησαν εις την
Σαλαμίνα, άλλα μεν υπό των Αθηναίων, άλλα δε υπό των Αιγινητών·
καθότι, επειδή οι μεν Έλληνες επολέμουν με τάξιν, οι δε
βάρβαροι μη έχοντες ακόμη τότε ουδεμίαν τακτικήν δεν έκαμνον
τίποτε με σκέψιν, έπρεπεν αναγκαίως να συμβή ό,τι συνέβη,
μολονότι κατ' εκείνην την ημέραν εφάνησαν πολύ ανδρειότεροι
παρ' όσον εφάνησαν εις την Εύβοιαν, προθυμούμενοι και
φοβούμενοι τον Ξέρξην· καθότι έκαστος ενόμιζεν ότι τον έβλεπεν
ο βασιλεύς.
87. Δεν δύναμαι να είπω ακριβώς ποίαι υπήρξαν κατά την
ναυμαχίαν ταύτην αι πράξεις ενός εκάστου των βαρβάρων ή των
Ελλήνων, ιδού όμως το γνωρίζω περί της Αρτεμισίας και τι
κατέστησεν αυτήν αξίαν μεγαλειτέρας υπολήψεως παρά τω βασιλεί.
Καθ' ην στιγμήν περιήλθον εις αταξίαν πολλήν αι δυνάμεις του
βασιλέως, το πλοίον της Αρτεμισίας κατεδιώχθη υπό πλοίου
Αττικού· μη δυναμένη δε η Αρτεμισία να διαφύγη, καθότι
έμπροσθέν της ήσαν άλλα φίλια πλοία και το ιδικόν της ήτο από
το μέρος όθεν ήρχοντο οι εχθροί, κατέφυγεν εις το εξής
στρατήγημα όπερ και επέτυχεν. Ενώ η Αττική τριήρης την
κατεδίωκεν, αυτή ορμά και επιπίπτει καθ' ενός πλοίου των
Καλυνδών, εντός του οποίου ήτο και αυτός ο βασιλεύς των
Καλυνδών Δαμασίθυμος. Αγνοώ εάν είχε προηγουμένην τινά έριδα
μετ' αυτού ότε ήσαν ακόμη εις τον Ελλήσποντον, ή εάν έπραξε
τούτο εσκεμμένος, ή εάν κατά τύχην ευρέθη ενώπιόν της το πλοίον
των Καλυνδών. Όπως και αν έχη το πράγμα, κτυπήσασα και βυθίσασα
το πλοίον κατ' ευτυχίαν, ωφελήθη διττώς. Πρώτον μεν ο του
Αττικού πλοίου τριήραρχος, ιδών αυτήν βυθίζουσαν βαρβαρικόν
πλοίον, ενόμισεν ότι το πλοίον της Αρτεμισίας ήτο Ελληνικόν ή
ότι ηυτομόλησεν εκ του Περσικού στόλου και ήλθε προς βοήθειαν
των Ελλήνων, και στραφείς ήρχισε να καταδιώκη άλλα πλοία.
88. Τούτο ήτο το πρώτον καλόν το οποίον εγένετο εις αυτήν, να
διαφύγη και να μη απολεσθή· δεύτερον δε συνέβη ώστε πράξασα
κακόν να συστηθή τούτου ένεκα μεγάλως παρά τω Ξέρξη. Καθότι
λέγουσιν ότι ο Ξέρξης ακολουθών αυτήν διά του βλέμματος την
είδε βυθίζουσαν πλοίον, και είς των παρόντων είπε· «Βλέπεις, ω
δέσποτα, πώς η Αρτεμισία αγωνίζεται ανδρείως και εβύθισε πλοίον
των πολεμίων;» Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν εάν αληθώς το έργον είναι
της Αρτεμισίας. Τότε εκείνοι τον εβεβαίωσαν περί τούτου
λέγοντες ότι εγνώριζον καλώς τα σημεία του πλοίου της και ότι
το βυθισθέν πλοίον ήτο εχθρικόν. Άλλως τε, επαναλαμβάνω, η τύχη
την ηυνόησε και ουδείς των Καλυνδών του πλοίου εσώθη διά να την
κατηγορήση. Ο δε Ξέρξης ακούσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Οι
άνδρες μου εγένοντο γυναίκες, και αι γυναίκες μου άνδρες.»
Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Ξέρξης.
89. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθη ο στρατηγός Αριαβίγνης, υιός
του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξου, απέθανον δε και πολλοί
άλλοι ονομαστοί από τους Πέρσας, τους Μήδους και τους άλλους
συμμάχους· απέθανον δε και ολίγοι τινές από τους Έλληνας. Εκ
τούτων εκείνοι των οποίων τα μεν πλοία εβυθίζοντο αλλ' οι ίδιοι
δεν εφονεύοντο υπό χειρός εχθρικής, εξήρχοντο κολυμβώντες εις
την Σαλαμίνα. Εκ των βαρβάρων όμως πάμπολλα εχάθησαν εις την
θάλασσαν, μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν. Ότε τα πρώτα πλοία
ετράπησαν εις φυγήν, τότε αι απώλειαι υπήρξαν μέγισται· καθότι
οι όπισθεν τεταγμένοι, θέλοντες να περάσωσιν εμπρός διά να
δείξωσιν εις τον βασιλέα ότι κατώρθωσάν τι, έπιπτον επί των
ιδικών των πλοίων τα οποία εζήτουν να φύγωσιν.
90. Εγένετο δε και τούτο μεταξύ του θορύβου. Τινές των
Φοινίκων, των οποίων τα πλοία είχον διαφθαρή, ελθόντες εις τον
βασιλέα, κατηγόρουν τους Ίωνας ότι προδοτικώς τους κατέστρεψαν.
Έτυχεν όμως το ακόλουθον συμβεβηκός, ώστε και οι στρατηγοί των
Ιώνων να μη καταδικασθώσι, και οι κατηγορήσαντες αυτούς
Φοίνικες να λάβωσι την εξής τιμωρίαν. Ενώ ούτοι ωμίλουν ακόμη,
πλοίον Σαμοθρακικόν εκτύπησε πλοίον Αττικόν· το Αττικόν
εβυθίσθη, και άλλο πλοίον Αιγινητικόν ορμήσαν εβύθισε το
Σαμοθρακικόν. Αλλ' οι Σαμοθράκες ήταν ακοντισταί και κτυπώντες
από του βυθιζομένου πλοίου των τους επιβάτας του εχθρικού
πλοίου, τους εφόνευσαν και εκυρίευσαν το πλοίον των. Τούτο το
κατόρθωμα έσωσε τους Ίωνας· καθότι άμα είδεν ο Ξέρξης ότι
έκαμον τόσον μέγα έργον, εστράφη προς τους Φοίνικας, όλος
αγανακτών, και αιτιώμενος πάντας διέταξε να κόψωσι τας κεφαλάς
των Φοινίκων διά να μη διαβάλλωσι τους καλλιτέρους των ενώ
αυτοί εφάνησαν άνανδροι. Ο Ξέρξης διά να βλέπη τους ιδικούς του
και τα κατορθώματά των, εκάθητο εις τους πρόποδας του αντικρύ
της Σαλαμίνος όρους, όπερ καλείται Αιγάλεως· εζήτει πληροφορίας
περί αυτών και οι γραμματείς εσημείουν τους τριηράρχους διά του
ονόματος του πατρός και της πόλεώς των. Προσέτι και ο Πέρσης
Αριαράμνης, φίλος των Ιώνων, ευρεθείς εκεί, συνήργησεν εις την
καταδίκην των Φοινίκων.
91. Τοιουτοτρόπως η οργή του βασιλέως έπεσεν επί των Φοινίκων·
εν τούτοις οι βάρβαροι έφευγον και εζήτουν καταφύγιον εις το
Φάληρον, οι δε Αιγινήται στάντες εις τον πορθμόν έπραξαν έργα
αξιοσημείωτα. Καθότι οι μεν Αθηναίοι εν τω μέσω του θορύβου
κατέστρεφον όσα πλοία ή ανθίσταντο ή έφευγον, οι δε Αιγινήται
εκτύπων τα πλοία όσα εμακρύνοντο από το μέρος της μάχης.
Τοιουτοτρόπως όσα πλοία διέφευγον τους Αθηναίους, ήρχοντο και
έπιπτον εις τους Αιγινήτας.
92. Τότε συνέπεσε να συναντηθώσι δύο πλοία. Το μεν, επί του
οποίου ήτο ο Θεμιστοκλής, διώκον άλλο εχθρικόν· το δε, επί του
οποίου ήτο ο Αιγινήτης Κρίος του Πολυκρίτου, όπερ προ ολίγου
είχε καταβυθίσει το Σιδώνιον πλοίον, εκείνο το οποίον είχε
συλλάβει το Αιγινητικόν το φυλάττον προ της Σκιάθου τον Πυθέα
του Ισχενόου τον οποίον οι Πέρσαι θαυμάζοντες την ανδρείαν του
έλαβον πλήρη πληγών. Τούτον έχον το Σιδώνιον πλοίον ομού με
τους Πέρσας συνελήφθη· ώστε τοιουτοτρόπως ο Πυθέας σωθείς ήλθεν
εις την Αίγιναν. Άμα ο Πολύκριτος είδε το Αττικόν πλοίον,
ανεγνώρισεν αυτό εκ των σημείων της ναυαρχίδος, και φωνάξας
προς τον Θεμιστοκλέα, είπε προς αυτόν χλευαστικώς να ιδή τον
μηδισμόν των Αιγινητών. Τούτον τον σαρκασμόν επέρριψε κατά του
Θεμιστοκλέους ο Πολύκριτος καθ' ην στιγμήν επέπιπτε κατά του
εχθρικού πλοίου. Όσα δε πλοία των βαρβάρων εσώθησαν, κατέφυγον
εις το Φάληρον υπό την προστασίαν του πεζού στρατού.
93. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εδοξάσθησαν υπέρ πάντας τους
Έλληνας οι Αιγινήται· και μετ' αυτούς οι Αθηναίοι. Ατομικώς δε
εκ των ανδρών επηνέθησαν ο Αιγινήτης Πολύκριτος, οι Αθηναίοι
Ευμένης και Αναγυράσιος, και ο Παλληνεύς Αμεινίας, όστις και
κατεδίωξε την Αρτεμισίαν. Και εάν ήξευρεν ότι εις εκείνο το
πλοίον έπλεεν η Αρτεμισία, δεν ήθελε παύσει πριν ή εκείνην
συλλάβη ή αυτός συλληφθή· καθότι είχε δοθή διαταγή εις τους
τριηράρχους των Αθηναίων, επί υποσχέσει αμοιβής δέκα χιλιάδων
δραχμών, να συλλάβωσιν αυτήν ζώσαν. Ζωηροτάτην αγανάκτησιν
ησθάνοντο να βλέπωσι γυναίκα πολεμούσαν τους Αθηναίους. Αλλ' η
μεν Αρτεμισία, ως είπον προηγουμένως, διέφυγε και ήτο εις το
Φάληρον μετά των άλλων όσων τα πλοία εσώθησαν.
94. Οι δε Αθηναίοι λέγουσιν ότι ο στρατηγός των Κορινθίων
Αδείμαντος, φοβηθείς άμα τη ενάρξει της συμπλοκής, ανεπέτασε τα
ιστία και έφυγεν. Ιδόντες δε οι Κορίνθιοι την στρατηγίδα
φεύγουσαν, έφυγον και αυτοί. Ότε δε φεύγοντες έφθασαν πλησίον
του εν Σαλαμίνι ιερού της Σκιράδος Αθηνάς, συνήντησαν πλοιάριον
σταλέν θεόθεν. Τούτο χωρίς να φανή τις ότι το έστειλεν,
επλησίασε τους Κορινθίους οίτινες δεν εγνώριζον τίποτε εκ των
συμβαινόντων εις τον στόλον. Εκ τούτου λοιπόν ενόησαν ότι το
πράγμα ήτο θείον. Ότε δε επλησίασεν εις τα πλοία, οι από του
πλοιαρίου είπον τα εξής· «Αδείμαντε, συ μεν έστρεψες τα πλοία
και ετράπης εις φυγήν καταπροδίδων τους Έλληνας· ούτοι όμως
πάλιν νικώσι και κατά την επιθυμίαν των υπερίσχυσαν των
εχθρών.» Τούτα είπον και επειδή ο Αδείμαντος δεν τους
επίστευεν, είπον προσέτι ότι προσεφέροντο ως όμηροι· και ότι αν
ίδωσιν ότι οι Έλληνες δεν νικώσι, να τους θανατώσωσιν. Ούτω
λοιπόν στρέψαντες τα πλοία ο Αδείμαντος και οι άλλοι, ήλθον εις
τον στόλον ότε πλέον το πράγμα είχε τελειώσει. Τοιαύτη φήμη
επικρατεί περί αυτών μεταξύ των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι όμως δεν
το δέχονται, αλλά βεβαιούσιν ότι έλαβον μέρος εις την ναυμαχίαν
εν τοις πρώτοις. Μαρτυρεί δε τούτο υπέρ αυτών και η άλλη Ελλάς.
95. Ο δε Αθηναίος Αριστείδης ο Λυσιμάχου τον οποίον ολίγον
ανωτέρω ανέφερα ως άνδρα άριστον, ούτος εν τω περί την Σαλαμίνα
γενομένω τούτω θορύβω έπραξε τα εξής. Παραλαβών πολλούς των
οπλιτών τους οποίους είχον παρατάξει εις την ακτήν της
Σαλαμινίας χώρας, και οίτινες ήσαν όλοι Αθηναίοι, τους
απεβίβασεν εις την νήσον Ψυττάλειαν, και κατεφόνευσαν όλους
τους εν τη νησίδι ταύτη Πέρσας.
96. Αφού δε διελύθη η ναυμαχία, σύραντες οι Έλληνες εις την
Σαλαμίνα όσα ναυάγια επέπλεον ακόμη, ήσαν έτοιμοι να
συγκροτήσωσι και άλλην ναυμαχίαν, νομίζοντες ότι ο βασιλεύς θα
κάμη ακόμη κανέν τόλμημα με τα περισωθέντα πλοία. Εν τούτοις
φυσήσας ο ζέφυρος έφερε πολλά των ναυαγίων εις την
παραθαλασσίαν της Αττικής την καλουμένην Κωλιάδα. Ώστε
εξεπληρώθηοαν και όλοι οι άλλοι χρησμοί όσους είπον ο Βάκις και
ο Μουσαίος περί της ναυμαχίας ταύτης και προσέτι ο εξής όστις
προ πολλών ετών περί των ναυαγίων και του μέρους όπου έμελλον
να ριφθώσιν εδόθη υπό του Αθηναίου Λυσιστράτου, ερμηνευτού των
χρησμών. Αλλ' η έννοια του χρησμού τούτου ελάνθανεν όλους τους
Έλληνας.
_Αι Κωλιάδες γυναίκες θα ψήσωσι με ξύλα κωπίων·_ Όπερ και
συνέβη μετά την αναχώρησιν του βασιλέως.
97. Ο δε Ξέρξης, άμα είδε την γενομένην καταστροφήν, φοβηθείς
μη τις των Ιώνων συμβουλεύση τους Έλληνας, ή αυτοί αφ' εαυτών
νοήσωσι να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον και λύσωσι τας
γεφύρας, και ούτω περικλεισθείς εις την Ευρώπην κινδυνεύση και
απολεσθή, απεφάσισε να φύγη. Θέλων όμως να μη εννοήσωσι τούτο
μήτε οι Έλληνες μήτε οι ιδικοί του, επειράθη να ρίψη γέφυραν
μέχρι της Σαλαμίνος και προς τούτο συνέδεσε φορτηγά πλοιάρια
Φοινικικά, διά να χρησιμεύσωσιν ως γέφυρα και τείχος· συγχρόνως
δε έκαμνον ετοιμασίας πολεμικάς, ως να ήθελον να συγκροτήσωσι
και άλλην ναυμαχίαν. Βλέποντες αυτόν πράττοντα ταύτα, πάντες
μεν οι άλλοι ήσαν πεπεισμένοι ότι τωόντι είχε κατά νουν να
μείνη εις την Αττικήν και να εξακολουθήση τον πόλεμον· τον
Μαρδόνιον όμως ουδέν τούτων ελάνθανε, καθότι ήτο λίαν έμπειρος
των διανοημάτων αυτού. Ταύτα πράττων ο Ξέρξης έπεμπε συγχρόνως
εις την Περσίαν ταχυδρόμον διά να αναγγείλη την παρούσαν
συμφοράν.
98. Ουδέν ταχύτερον των ταχυδρόμων τούτων. Ιδού δε πώς η
υπηρεσία των είναι ωργανωμένη· όσαι ημέραι πορείας είναι, εις
τόσα μέρη ίστανται ίπποι και άνθρωποι απέχοντες αλλήλων κατά
ημερήσια διαστήματα. Τούτους ούτε χιών, ούτε βροχή, ούτε καύμα,
ούτε νυξ εμποδίζει να διατρέξωσι τάχιστα το ωρισμένον διάστημα.
Αφού διανύσας ο πρώτος τον δρόμον του, δίδει την εντολήν εις
τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον, και ούτως ακολούθως
παραδιδομένη η εντολή διέρχεται από του ενός εις τον άλλον, ως
η λαμπαδηφορία παρά τοις Έλλησι κατά την εορτήν του Ηφαίστου.
Καλούσι δε οι Πέρσαι το δράμημα τούτο των ίππων αγγαρείαν.
99. Η μεν πρώτη είδησις, ότι ο Ξέρξης εκυρίευσε τας Αθήνας,
φθάσασα εις τα Σούσα τόσην χαράν επροξένησεν εις τους μείναντας
εκεί Πέρσας, ώστε έστρωσαν όλας τας οδούς με μυρσίνας, έκαιον
θυμιάματα, έκαμνον θυσίας και εώρταζον· η δε δευτέρα είδησις,
φθάσασα κατόπιν, τοσούτον συνετάραξεν αυτούς, ώστε έσχισαν όλοι
τα φορέματά των και παρεδόθησαν εις απλέτους θρήνους και
οδυρμούς, κατακρίνοντες τον Μαρδόνιον. Έπραττον δε ούτω οι
Πέρσαι ουχί τόσον διότι ελυπούντο διά τα πλοία, όσον διότι
εφοβούντο διά την ζωήν αυτού του Ξέρξου.
100. Το πένθος τούτο των Περσών εξηκολούθησε καθ' όλον τον
μεταξύ χρόνον, μέχρις ου φθάσας ο Ξέρξης ησύχασεν αυτούς. Ο δε
Μαρδόνιος, βλέπων τον Ξέρξην λυπούμενον πολύ διά την
καταστροφήν του στόλου του και υποπτεύων ότι είχε σκοπόν να
φύγη εκ των Αθηνών, εσκέφθη καθ' εαυτόν ότι θα τιμωρηθή διότι
έπεισε τον βασιλέα να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και
επομένως ότι ήτο προτιμότερον αναδεχόμενος δεύτερον κίνδυνον ή
να καθυποτάξη την Ελλάδα, ή να τελευτήση καλώς τον βίον
επιχειρών μεγάλα έργα· περισσότερον όμως ήλπιζεν ότι θα υποτάξη
την Ελλάδα. Ταύτα, λοιπόν σκεφθείς, είπε προς τον βασιλέα· «Μη
λυπείσαι, δέσποτα, μήτε νόμιζε αυτό το οποίον συνέβη ως μεγάλην
συμφοράν, καθότι ο αγών εις τον οποίον περιεπλέχθημεν δεν
εξαρτάται ολόκληρος εκ των ξύλων των πλοίων, αλλ' εκ των ανδρών
και των ίππων. Ουδείς θα τολμήση να σε εναντιωθή, ούτε εξ
εκείνων οίτινες νομίζουσιν ότι κατώρθωσαν τα παν και οίτινες
δεν θα εξέλθωσιν από τα πλοία των, ούτε κανείς κάτοικος της
ηπείρου ταύτης. Όσοι ηντιώθησαν εις ημάς, ετιμωρήθησαν. Εάν
λοιπόν εγκρίνης, ας επιχειρήσωμεν κατά της Πελοποννήσου αμέσως·
εάν δε κρίνης να αναβάλωμεν, και τούτο δυνάμεθα να πράξωμεν. Μη
δυσθύμει όμως, διότι δεν είναι δυνατόν να μη δώσωσιν οι Έλληνες
λόγον δι' όσα έπραξαν τώρα και πρότερον, και να μη γίνωσι
δούλοι σου. Λέγω λοιπόν τούτο να πράξωμεν προ παντός άλλου· εάν
όμως θέλης να λάβης τον στρατόν και να αναχωρήσης, τότε έχω
άλλην γνώμην να προβάλλω. Ω βασιλεύ, μη κάμης τους Πέρσας να
γίνωσι καταγέλαστοι εις τους Έλληνας, καθότι δεν εβλάφθησαν εξ
αιτίας των τα πράγματα, ούτε δύνασαι να είπης πού εφάνησαν
άνανδροι. Εάν δε οι Φοίνικες ή οι Αιγύπτιοι, ή οι Κύπριοι, ή οι
Κίλικες εφάνησαν δειλοί, οι Πέρσαι όμως δεν είναι υπεύθυνοι διά
το δυστύχημα τούτο. Όθεν, επειδή οι Πέρσαι ουδόλως έπταισαν,
άκουσον τούτο το οποίον θα σε είπω. Εάν απεφάσισες να μη
παραμείνης εδώ, επίστρεψον εις τα βασίλειά σου λαβών το
περισσότερον μέρος του στρατού· εγώ δε εκλέξας εξ όλου του
στρατού τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, θα σοι προσφέρω την Ελλάδα
δεδουλωμένην.»
101. Ο Ξέρξης ακούσας τούτο εχάρη και κατεθέλχθη, ως ήτο
επόμενον ύστερον από τόσην καταστροφήν την οποίαν έπαθεν· είπε
λοιπόν εις τον Μαρδόνιον ότι θα σκεφθή και θα τω ανακοινώση
ποίαν εκ των δύο τούτων προτάσεων θα παραδεχθή. Ενώ δε
συνεσκέπτετο μετά των Περσών τους οποίους συνεκάλεσεν, ενόμισεν
εύλογον να προσκαλέση επίσης εις το συνέδριον τούτο την
Αρτεμισίαν, ήτις τω εφαίνετο ότι εις τα προλαβόντα είχε δώσει
φρονίμους συμβουλάς τι έπρεπε να πράξωσιν. Άμα λοιπόν ήλθεν η
Αρτεμισία, διατάξας τους συμβούλους Πέρσας και τους δορυφόρους
να αποχωρήσωσιν, είπε προς αυτήν τα εξής· «Ο Μαρδόνιος με
παρακινεί να μείνω εδώ και να επιχειρήσω κατά της Πελοποννήσου,
λέγων ότι οι Πέρσαι και ο πεζός στρατός δεν είναι αίτιοι της
συμφοράς και ότι είναι πρόθυμοι να αποδείξωσι τούτο. Με
παρακινεί λοιπόν ή τούτο να πράξω, ή να τον αφήσω να εκλέξη
τριακοσίας χιλιάδας άνδρας και υπόσχεται να μοι παραδώση την
Ελλάδα δεδουλωμένην, εγώ δε μετά του επιλοίπου στρατού να
επιστρέψω εις τα βασίλειά μου. Συ λοιπόν ήτις σοφώς είχες
προΐδει την έκβασιν της ναυμαχίας και με είχες συμβουλεύσει να
μη την κάμω, συμβούλευσόν με και τώρα ποίον εκ των δύο είναι
ωφελιμώτερον να πράξω.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα συνεβουλεύετο.
102. Η δε Αρτεμισία απεκρίθη τα εξής· «Δύσκολον είναι, ω
βασιλεύ, να επιτύχω την καλλιτέραν γνώμην εις ταύτα τα οποία με
ερωτάς· εν τούτοις, ως ήλθον τα πράγματα, νομίζω συμφέρον συ
μεν να επιστρέψης οπίσω, τον δε Μαρδόνιον, εάν θέλη και
υπόσχεται να πράξη ταύτα, να αφήσης εδώ με αυτούς τους οποίους
ζητεί. Καθότι εάν μεν υποτάξη αυτοίς τους οποίους θέλει να
υποτάξη και ευδοκιμήσωσιν οι σκοποί του, το έργον τούτο θα
αποδοθή εις σε, ω βασιλεύ, διότι οι δούλοι σου θα κατορθώσωσιν
αυτό· εάν δε τα πράγματα αποβώσιν άλλως ή όπως ελπίζει ο
Μαρδόνιος, ουδεμία μεγάλη συμφορά γίνεται σού σωζομένου και του
οίκου σου μη καταστρεφομένου, διότι ενόσω υπάρχεις συ και ο
οίκος σου, πολλάκις πολλούς αγώνας θα διατρέξωσιν οι Έλληνες
περί της σωτηρίας των. Όσον δ' αφορά τον Μαρδόνιον, εάν ούτος
πάθη τι, ουδείς λόγος θα γίνη, καθότι οι Έλληνες δεν θα
δοξασθώσι πολύ καταστρέφοντες ένα δούλον σου. Συ δε, αφού
εξεπλήρωσες τον σκοπόν της εκστρατείες σου καύσας τας Αθήνας,
δύνασαι να επιστρέψης.»
103. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον Ξέρξην, καθότι η Αρτεμισία
επέτυχε να τω είπη ακριβώς όσα διενοήτο. Τωόντι, αν όλοι οι
άνδρες και όλαι αι γυναίκες συνεβούλευον αυτόν να μείνη, νομίζω
ότι δεν θα έμενε· τόσος φόβος τον είχε κυριεύσει. Όθεν
επαινέσας την Αρτεμισίαν, την απέπεμψε και την επεφόρτισε να
φέρη τους παίδας του εις την Έφεσον, καθότι τον ηκολούθουν
νόθοι τινές παίδες του.
104. Μετά των παίδων δε τούτων συνέπεμψε φύλακα τον Πηδασέα
Ερμότιμον, όστις παρά τω βασιλεί κατείχε την πρώτην τάξιν
μεταξύ των ευνούχων. Κατοικούσι δε οι Πηδασείς υπέρ την
Αλικαρνασόν. Ιδού τι συμβαίνει εις τούτους τους Πηδασείς· όταν
εις αυτούς η εις τους περί την πόλιν ταύτην κατοικούντας μέλλη
εντός ολίγου να συμβή τι κακόν, τότε η αυτόθι ιέρεια της Αθηνάς
καταβιβάζει μεγάλην γενειάδα. Τούτο δε συνέβη εις αυτούς δις
ήδη.
105. Εκ τούτων λοιπόν των Πηδασέων ήτο ο Ερμότιμος, όστις
αδικηθείς υπό τινος εξεδικήθη σκληρότατα. Τούτον
αιχμαλωτισθέντα υπό πολεμίων και πωληθέντα ηγόρασεν ο Χίος
Πανιώνιος, όστις έζη πράττων ανοσιώτατα έργα. Οσάκις ηγόραζε
παίδας ευειδείς, ευνούχιζεν αυτούς και τους επώλει αντί πολλών
χρημάτων εις τας Σάρδεις και εις την Έφεσον, καθότι παρά τοις
βαρβάροις οι ευνούχοι διά την πίστιν των είναι πολυτιμότεροι
των μη ευνούχων. Όθεν και άλλους πολλούς ευνούχισεν ο Πανιώνιος
διότι εκ τούτου έζη, και προσέτι τον Ερμότιμον. Αλλ' ο
Ερμότιμος δεν υπήρξε καθ' όλα ατυχής· οι Σάρδιοι τον έπεμψαν
μετ' άλλων δώρων εις τον βασιλέα και προϊόντος του χρόνου
ετιμήθη υπό του Ξέρξου πλειότερον όλων των ευνούχων.
106. Ότε δε ο βασιλεύς ων εις τας Σάρδεις εκίνει το Περσικόν
στράτευμα κατά των Αθηνών, τότε ο Ερμότιμος, καταβάς δι'
υπόθεσίν τινα εις την πόλιν της Μυσίας την οποίαν νέμονται οι
Χίοι και ήτις καλείται Αταρνεύς, ευρίσκει εκεί τον Πανιώνιον.
Γνωρίσας αυτόν, τω είπε πολλούς και φιλικούς λόγους· και πρώτον
τω απηρίθμησε τα αγαθά τα οποία χάρις εις αυτόν απελάμβανεν,
έπειτα δε τω υπεσχέθη αντί τούτων να τον τιμήση με άπειρα
αγαθά, εάν έστεργε να έλθει μεθ' όλης της οικογενείας του εις
τας Σάρδεις. Αφού δε ο Ερμότιμος τον έβαλεν εις χείρας πανοικί,
τω είπεν· «Ω κάκιστε άνθρωπε, όστις ζης δι' έργων ανοσιωτάτων,
τι κακόν σοι έκαμα εγώ ή των εμών τις, εις σε ή είς τινα των
σων, ώστε αντί ανδρός με έκαμες να ήμαι μηδέν; Ενόμιζες ότι το
έγκλημά σου ήθελε λανθάσει τους θεούς, οίτινες διά τας ανοσίας
πράξεις σου δικαίως σ' έφεραν εις τας χείρας μου, ώστε δεν θα
παραπονεθής λαμβάνων παρ' εμού την πρέπουσαν τιμωρίαν.» Αφού δε
τον ωνείδισε τοιουτοτρόπως, έφερε τους παίδας του ενώπιόν του
και ηνάγκασε τον Πανιώνιον να αποκόψη τα αιδοία των τεσσάρων
παίδων του· ακολούθως οι παίδες ηναγκάσθησαν να αποκόψωσι τα
αιδοία του πατρός των. Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε τον Πανιώνιον ο
Ερμότιμος.