Αρτεμισίαν να τους φέρη εις την Έφεσον, καλέσας τον Μαρδόνιον
διέταξεν αυτόν να εκλέξη εκ του στρατού όσους ήθελε και να
προσπαθήση να πραγματοποιήση τας υποσχέσεις του. Ταύτην μεν την
ημέραν τόσον μόνον έγινε· την δε νύκτα, κατά διαταγήν του
βασιλέως, οι στρατηγοί απήγαγον οπίσω τα πλοία εκ του Φαλήρου
εις τον Ελλήσποντον όσον ηδύνατο ταχύτερον έκαστος διά να
φυλάξωσι την διά πλοίων γέφυραν όθεν έμελλε να διέλθη ο
βασιλεύς. Όταν οι βάρβαροι πλέοντες έφθασαν πλησίον του
Ζωστήρος όπου μικραί τινες άκραι συνεχόμεναι με την ξηράν
εξέχουσιν από την θαλασσαν, εξέλαβον αυτάς ως πλοία και έφυγον
μακράν· μαθόντες δε τέλος ότι δεν ήσαν πλοία, αλλά βράχοι,
ηνώθησαν πάλιν και εξακολούθησαν τον πλουν των.
108. Άμα εγένετο ημέρα, βλέποντες οι Έλληνες τον πεζόν στρατόν
ότι ίστατο εις τας θέσεις του, ήλπιζον ότι και τα πλοία ήσαν
εις το Φάληρον, και νομίζοντες ότι θα ναυμαχήσωσιν, ητοιμάζοντο
προς άμυναν. Μαθόντες όμως ότι ανεχώρησαν, αμέσως απεφάσισαν να
τα καταδιώξωσιν· αλλά δεν απήντησαν αυτά, μολονότι έπλευσαν
μέχρι της Άνδρου. Εκεί δε φθάσαντες συνεκρότησαν συμβούλιον.
Και ο μεν Θεμιστοκλής έδιδε γνώμην να πλεύσωσι διά των νήσων,
και διώκοντες τα πλοία να έλθωσι κατ' ευθείαν εις τον
Ελλήσποντον διά να λύσωσι τας γεφύρας· ο δε Ευρυβιάδης υπέβαλε
γνώμην εναντίαν ταύτης, λέγων ότι εάν λύσωσι τας γεφύρας, τούτο
ήθελεν είσθαι το μέγιστον αδίκημα το οποίον οι ίδιοι ηδύναντο
να πράξωσιν εις την Ελλάδα. Διότι εάν ο Πέρσης αποκλεισθείς
αναγκασθή να μένη εις την Ευρώπην, βεβαίως δεν θα κάθηται
ήσυχος, καθότι η απραξία ήθελε καταστρέψει τας υποθέσεις του,
ήθελε τω αφαιρέσει την ελπίδα της επιστροφής και ήθελε
διαφθείρει τον στρατόν του εκ της πείνης. Θα κινήται λοιπόν,
και είναι ακόμη αρκετά ισχυρός, ώστε να υποτάξη την Ευρώπην
όλην, πόλιν προς πόλιν, έθνος προς έθνος, είτε κυριεύων αυτάς,
είτε συμβιβαζόμενος μετ' αυτών. Τότε δε θα έχη και τροφήν τον
ετήσιον καρπόν των Ελλήνων. Τώρα όμως επειδή ενικήθη εις την
ναυμαχίαν, βεβαίως δεν θα μείνη εις την Ευρώπην, και πρέπει να
τον αφήσωσι να φύγη, μέχρις ου φεύγων φθάση εις το βασίλειόν
του. Διά να επιτύχωσι δε το αποτέλεσμα τούτο τους συνεβούλευε
ν' αφιερώσωσιν όλους των τους αγώνας. Ταύτην την γνώμην του
Ευρυβιάδου ενέκρινον και οι στρατηγοί των άλλων Πελοποννησίων.
109. Όταν ο Θεμιστοκλής είδεν ότι δεν θα πείση τουλάχιστον τους
περισσοτέρους να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, μετέβαλε
σχέδιον και απέτεινε τον ακόλουθον λόγον προς τους Αθηναίους
οίτινες ηγανάκτουν επί τη ιδέα να αφήσωσι τον εχθρόν να
διαφύγη, και οίτινες ήσαν έτοιμοι να πλεύσωσιν εις τον
Ελλήσποντον, χωριζόμενοι από τους άλλους, αν δεν ήθελον να τους
ακολουθήσωσι. «Και εκ πείρας γνωρίζω και πολλάκις ήκουσα να
λέγωσιν ότι άνθρωποι περιελθόντες εις απελπισίαν, αφού
ενικήθησαν, επολέμησαν εκ δευτέρου και ηνώρθωσαν την
προλαβούσαν ζημίαν. Όθεν και ημείς, αφού κατ' ευτυχίαν
ανέλπιστον εσώσαμεν ημάς αυτούς και την Ελλάδα, απωθήσαντες
τόσον νέφος ανθρώπων, ας μη καταδιώξωμεν ανθρώπους φεύγοντας.
Δεν κατωρθώσαμεν ημείς ταύτα, αλλ' οι θεοί και οι ήρωες,
οίτινες εφθόνησαν διότι είς άνθρωπος ηθέλησε να βασιλεύση επί
της Ασίας και της Ευρώπης, άνθρωπος ανόσιος και σκληρός, όστις
δεν κάμνει διάκρισιν μεταξύ των ιερών πραγμάτων και των
ιδιωτικών, καίων και κρημνίζων τα αγάλματα των θεών, μαστιγών
την θάλασσαν και ρίπτων εις αυτήν πέδας. Τώρα λοιπόν ότε τα
πράγματά μας εβελτιώθησαν, ας μείνωμεν εις την Ελλάδα, ας
φροντίσωμεν περί ημών και των οικογενειών μας, ας κτίσωμεν
πάλιν τας οικίας μας, ας σπείρωμεν τους αγρούς μας, αφού
απεδιώξαμεν ολοτελώς τον βάρβαρον. Άμα δε τω έαρι ας πλεύσωμεν
εις τον Ελλήσποντον και εις την Ιωνίαν.» Έλεγε δε ταύτα θέλων
να αποταμιεύση υποχρέωσιν εις τον Πέρσην, ώστε εάν ποτέ τω
συμβή τι εκ μέρους των Αθηναίων, να εύρη καταφύγιον· όπερ και
εγένετο.
110. Και ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα λέγων ηπάτα τους Αθηναίους·
εκείνοι όμως επείσθησαν· καθότι, επειδή και πρότερον
νομιζόμενος σοφός άνθρωπος, εφάνη τωόντι με νουν και εύβουλος,
ανυπόπτως ήσαν πρόθυμοι να πείθωνται εις όσα έλεγεν. Άμα δε
εβεβαιώθη ότι επείσθησαν, εξέπεμψε με πλοιάριον ανθρώπους προς
ους είχε πάσαν πίστιν, έστω και αν υποβληθώσιν εις τας
σκληροτέρας βασάνους, ότι θα φυλάξωσι μυστικά όσα τοις
παρήγγειλε να είπωσιν εις τον βασιλέα· μετ' αυτών δε ήτο πάλιν
και ο δούλος του Σίκινος. Φθάσαντες ούτοι εις την Αττικήν
έμειναν εις το πλοιάριον, πλην του Σικίννου, όστις αναβάς προς
τον Ξέρξην είπε τα εξής· «Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους,
στρατηγός των Αθηναίων, και εκ των συμμάχων όλων ο ανδρειότατος
και σοφώτατος, με πέμπει να σε είπω ότι, επιθυμών να σοι φανή
χρήσιμος, εμπόδισε τους Έλληνας, οίτινες ήθελον να καταδιώξωσι
τα πλοία σου και να λύσωσι τας γεφύρας του Ελλησπόντου. Τώρα
λοιπόν αναχώρησον με την ησυχίαν σου.» Οι μεν απεσταλμένοι
ταύτα ειπόντες, απέπλευσαν οπίσω.
111. Οι δε Έλληνες αφού απεφάσισαν μήτε να καταδιώξωσι
περισσότερον τα πλοία μήτε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον διά
να λύσωσι τας γεφύρας, επολιόρκησαν την Άνδρον θέλοντες να την
κυριεύσωσι καθότι πρώτοι εκ των νησιωτών οι Άνδριοι, ζητήσαντος
χρήματα του Θεμιστοκλέους, δεν έδοσαν. «Οι Αθηναίοι, είπεν ο
Θεμιστοκλής, ήλθον έχοντες μεθ' εαυτών δύο μεγάλας θεάς, την
Πειθώ και την Ανάγκην· πρέπει λοιπόν αφεύκτως να τοις δώσετε
χρήματα.» Οι Άνδριοι απεκρίθησαν εις ταύτα λέγοντες· «Μετά
λόγου αι Αθήναι είναι μεγάλαι και ευδαίμονες αφού τοιαύται
καλαί θεαί κατοικούσιν εις αυτάς. Εξ εναντίας οι Άνδριοι έχουσι
γην πτωχοτάτην, και δύο άχρηστοι θεαί δεν αφίνουσι την νήσον
των ποτέ, αλλά θέλουν να κατοικώσι πάντοτε εκεί, η Πενία και η
Αμηχανία. Τοιαύτας έχοντες θεάς δεν δίδομεν τίποτε, διότι
ουδέποτε η δύναμις των Αθηναίων θα γίνη ανωτέρα της ημετέρας
αδυναμίας.» Ούτοι λοιπόν ταύτα αποκριθέντες και μη δόντες
χρήματα επολιορκούντο.
112. Ο δε Θεμιστοκλής (όστις δεν έπαυε πλεονεκτών) πέμπων εις
τας άλλας νήσους λόγους απειλητικούς εζήτει χρήματα,
επαναλαμβάνων διά των μηνυτών τους αυτούς λόγους τους οποίους
μετεχειρίσθη προς τους Ανδρίους και λέγων ότι αν δεν δώσωσιν
ό,τι ζητεί, θα κινήση κατ' αυτών τον Ελληνικόν στρατόν και θα
τους κυριεύση διά πολιορκίας. Ταύτα λοιπόν λέγων συνέλεγε
χρήματα πολλά παρά των Καρυστίων και των Παρίων, οίτινες
ακούοντες ότι η Άνδρος επολιορκείτο διότι εμήδισε και ο
Θεμιστοκλής απελάμβανεν υπόληψιν μεγαλειτέραν από όλους τους
στρατηγούς, ταύτα φοβηθέντες έπεμπον χρήματα. Εάν έδοσαν
χρήματα και άλλοι νησιώται, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω· αλλά
νομίζω ότι και άλλοι έδοσαν, και όχι μόνον αυτοί. Και όμως οι
Καρύστιοι δεν απέφυγον τας συμφοράς· οι δε Πάριοι, εξιλεώσαντες
τον Θεμιστοκλέα διά χρημάτων, απέφυγον να έλθη ο Ελληνικός
στόλος εις την νήσον των. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν διαμένων εις την
Άνδρον συνέλεγε χρήματα παρά των νησιωτών, εν αγνοία των άλλων
στρατηγών.
113. Ο δε Ξέρξης μετά του στρατού, περιμείνας ολίγας ημέρας
μετά την ναυμαχίαν, επέστρεψεν εις την Βοιωτίαν διά της αυτού
οδού. Τον ηκολούθησε δε και ο Μαρδόνιος, κρίνας άμα μεν ότι
ώφειλε να προπέμψη τον βασιλέα, άμα δε ότι η ώρα του έτους δεν
ήτο πλέον αρμοδία διά να πολεμήση. Απεφάσισε λοιπόν να
διαχειμάση εις την Θεσσαλίαν και έπειτα άμα τω έαρι να
στρατεύση κατά της Πελοποννήσου. Όταν έφθασαν εις την
Θεσσαλίαν, εκεί εξελέξατο ο Μαρδόνιος εκ των Περσών πρώτον μεν
όλους τους καλουμένους αθανάτους, πλην του στρατηγού αυτών
Υδάρνους, καθότι ούτος είπεν ότι δεν ήθελε να αφήση τον
βασιλέα· έπειτα τους θωρακοφόρους και τους χιλίους ιππείς·
προσέτι δε τους Μήδους, τους Σάκας, τους Βακτηρίους, τους
Ινδούς, πεζόν και ιππικόν. Ταύτα μεν τα έθνη έλαβεν ολόκληρα·
εκ δε των άλλων συμμάχων έλαβεν ολίγους, εκλέξας τους έχοντας
ανάστημα καλόν και όσους ήξευρεν ότι διεκρίθησαν διά τινος
κατορθώματος. Την πρώτην τάξιν κατείχον οι πλείστοι των Περσών,
όσοι εφόρουν περιδέραια και ψέλια· μετά τούτους ήσαν οι Μήδοι.
Ούτοι κατά μεν το πλήθος, δεν ήσαν ολιγώτεροι των Περσών, κατά
δε την ανδρίαν ήσαν κατώτεροι· ώστε σύμπαντες, μετά των ιππέων,
εγένοντο τριάκοντα μυριάδες.
114. Καθ' ον χρόνον ο Μαρδόνιος εχώριζε τον στρατόν και ο
Ξέρξης ήτο ακόμη εις την Θεσσαλίαν, ήλθεν εις τους
Λακεδαιμονίους χρησμός εκ Δελφών, να ζητήσωσιν ικανοποίησιν από
τον Ξέρξην διά τον φόνον του Λεωνίδου και να δεχθώσιν ό,τι
ήθελε τοις δώσει. Πέμπουσι λοιπόν άνευ αναβολής κήρυκα οι
Σπαρτιάται, όστις προφθάσας όλον τον στρατόν όντα ακόμη εις την
Θεσσαλίαν, παρουσιάσθη εις τον Ξέρξην και είπε τα εξής·
«Βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ηρακλείδαι της
Σπάρτης ζητούσι παρά σου ικανοποίησιν ενός φόνου, διότι
απέκτεινας τον βασιλέα των πολεμούντα υπέρ της Ελλάδος.» Ο δε
Ξέρξης γελάσας και μετά τινα χρόνον δείξας τον Μαρδόνιον (όστις
έτυχε να ίσταται πλησίον του) είπεν· «Ο Μαρδόνιος λοιπόν ούτος
θα δώση ικανοποίησιν τοιαύτην οία πρέπει εις τους
Λακεδαιμονίους.» Ο μεν κήρυξ δεχθείς το ρηθέν ανεχώρησεν.
115. Ο δε Ξέρξης, αφήσας τον Μαρδόνιον εις την Θεσσαλίαν,
διευθύνθη ταχέως εις τον Ελλήσποντον, και έφθασεν εις το στενόν
της διαβάσεως εις τεσσαράκοντα πέντε ημέρας, μη φέρων οπίσω,
ούτως ειπείν, ουδέν μέρος του στρατού· καθότι πανταχού όθεν
διέβαινον και εις οιονδήποτε έθνος έφθανον οδοιπορούντες οι
Πέρσαι, έζων αρπάζοντες τους καρπούς. Εάν δεν εύρισκον καρπούς,
έτρωγον την χλόην της γης, τον φλοιόν και τα φύλλα των ημέρων
και των αγρίων δένδρων, και δεν άφινον τίποτε. Ταύτα δε
έπραττον ένεκα του λιμού· συγχρόνως ενέσκηψεν εις τον στρατόν
λοιμός και δυσεντερία και διέφθειρον αυτόν καθ' οδόν. Ο
βασιλεύς άφινεν οπίσω τους νοσούντας, διατάσσων τας πόλεις διά
των οποίων διήρχετο να επιμελώνται και να τρέφωσιν αυτούς.
Άφησε δε τινάς μεν εις την Θεσσαλίαν, άλλους δε εις την Σίριν
της Παιονίας και άλλους εις την Μακεδονίαν, όπου δεν εύρε πλέον
το ιερόν άρμα του Διός το οποίον είχεν αφήσει εκεί καθ' ην
στιγμήν έμελλε να εισβάλη εις την Ελλάδα, καθότι οι Παίονες το
είχον δώσει εις τους Θράκας· ότε δε το εζήτησεν ο Ξέρξης,
απεκρίθησαν ότι οι άνω Θράκες, οι κατοικούντες περί τας πηγάς
του Στρυμόνος, ήρπασαν τας ίππους ενώ έβοσκον.
116. Τότε και ο βασιλεύς των Βισαλτών και της Κρηστωνικής γης,
Θραξ τα γένος, έπραξεν έργον υπέρ φύσιν. Ούτος ου μόνον είχε
δηλώσει ότι εκουσίως ποτέ δεν θα γίνη δούλος του Ξέρξου και
έφυγεν επάνω εις το όρος Ροδόπην, αλλά και τους υιούς του
διέταξε να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Ούτοι όμως είτε
αψηφήσαντες τους λόγους του, είτε απλώς επιθυμούντες να γίνωσι
θεαταί του πολέμου, συνεξεστράτευσαν μετά του Πέρσου. Ότε δε
επέστρεψαν όλοι αβλαβείς, έξ όντες, ο πατήρ εξώρυξε τους
οφθαλμούς των διά την αιτίαν ταύτην. Και ούτοι μεν τούτον τον
μισθόν έλαβον.
117. Οι δε Πέρσαι, ότε κινήσαντες από την Θράκην έφθασαν εις
τον Ελλήσποντον, διέβησαν ταχέως μετά των πλοίων εις την
Άβυδον· καθότι αι γέφυραι δεν υπήρχον πλέον, διαλυθείσαι υπό
της τρικυμίας. Εκεί κρατούμενοι εύρισκον τροφάς περισσοτέρας ή
καθ' οδόν· τρώγοντες δε αμέτρως και πίνοντες άλλα ύδατα,
απέθνησκον πολλοί εκ του εναπομείναντος στρατού. Οι λοιποί,
μετά του Ξέρξου, έφθασαν εις τας Σάρδεις.
118. Λέγεται προς τούτοις, και το εξής. Ότε ο Ξέρξης αναχωρήσας
εξ Αθηνών έφθασεν εις την Ηιόνα την παρά τας όχθας του
Στρυμόνος, εκείθεν πλέον δεν επορεύετο διά ξηράς, αλλά τον μεν
στρατόν παρέδωκεν εις τον Υδάρνη διά να τον φέρη εις τον
Ελλήσποντον, αυτός δε επιβάς επί πλοίου Φοινικικού εκομίζετο
εις την Ασίαν. Ενώ δε έπλεε, κατέλαβεν αυτόν άνεμος Στρυμωνίας
σφοδρός και κυματίας· επειδή δε το πλοίον ήτο υπερβεβαρημένον
και επί του καταστρώματος ήσαν πολλοί Πέρσαι μετά του Ξέρξου
κομιζόμενοι, η δε τρικυμία εγίνετο βιαιοτέρα, τότε ο βασιλεύς
φοβηθείς εβόησε και ηρώτησε τον κυβερνήτην εάν υπάρχη μέσον τι
σωτηρίας. Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, δεν υπάρχει κανέν,
εκτός εάν γίνη ελάφρωσις εκ των πολλών τούτων επιβατών.» Ο
Ξέρξης άκουσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Ω Πέρσαι, ας δείξη
τώρα έκαστος υμών ότι αγαπά τον βασιλέα· καθότι φαίνεται ότι η
σωτηρία μου εξαρτάται από υμάς.» Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι
δε Πέρσαι προσκυνούντες έπιπτον εις την θάλασσαν και
τοιουτοτρόπως ανακουφισθέν το πλοίον, εσώθη και έφθασεν εις την
Ασίαν. Άμα δε απέβη ο Ξέρξης εις την ξηράν, έπραξε το εξής·
επειδή ο κυβερνήτης έσωσε την ζωήν του βασιλέως, τον εβράβευσε
με χρυσούν στέφανον· επειδή δε απώλεσε πολλούς των Περσών,
διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του.
119. Ο λόγος ούτος περί της επιστροφής του Ξέρξου ουδόλως
φαίνεται εις εμέ πιστευτός, ούτε ως προς τα άλλα ούτε ως προς
το πάθημα των Περσών. Τωόντι, αν ο κυβερνήτης είπε ταύτα προς
τον Ξέρξην, πάλιν δύναταί τις να στοιχηματίση μύρια προς έν ότι
ο βασιλεύς δεν ήθελε πράξει αυτό το οποίον λέγουσιν ότι
έπραξεν, αλλά θα διέταττε τους όντας επί του καταστρώματος να
καταβώσιν εις το κοίλωμα του πλοίου. Οι άνδρες ούτοι ήσαν
Πέρσαι και εκ των πρώτων μάλιστα. Ηδύνατο λοιπόν να λάβη εκ των
κωπηλατών, οίτινες ήσαν όλοι Φοίνικες, και να ρίψη εις την
θάλασσαν τόσους όσοι ήσαν οι ριφθέντες Πέρσαι. Αλλ' ο βασιλεύς,
ως είπον ανωτέρω, ηκολούθησε την αυτήν οδόν μετά του λοιπού
στρατού και επέστρεψεν εις την Ασίαν.
120. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής. Γνωστόν ότι
κατά την επιστροφήν του ο Ξέρξης ήλθεν εις τα Άβδηρα και
συνέδεσε μετά των Αβδηριτών ξενίαν, χαρίσας εις αυτούς ακινάκην
χρυσούν και τιάραν χρυσόπαστον. Ως λέγουσι δε αυτοί οι
Αβδηρίται, όπερ όμως εγώ ουδόλως πιστεύω, εκεί πρώτον από της
εξ Αθηνών αναχωρήσεώς του έλυσε την ζώνην του, ως ων πλέον
εκτός κινδύνου. Τα δε Άβδηρα κείνται μάλλον προς τον
Ελλήσποντον ή προς τον Στρυμόνα και την Ηιόνα, όθεν οι άλλοι
αξιούσιν ότι εισήλθεν εις το πλοίον.
121. Οι δε Έλληνες, επειδή δεν ηδυνήθησαν να κυριεύσωσι την
Άνδρον, τραπέντες προς την Κάρυστον και δηώσαντες την χώραν
αυτή, επέστρεψαν εις την Σαλαμίνα. Εκεί πρώτον μεν έθεσαν κατά
μέρος διά τους θεούς, πλην των άλλων ακροθινίων, τρεις τριήρεις
Φοινίσσας· την μεν διά να αφιερωθή εις τον Ισθμόν, ήτις και
μέχρι των ημερών μου υπάρχει, την άλλην εις το Σούνιον, και την
άλλην εκεί εις την Σαλαμίνα προς τιμήν του Αίαντος. Μετά ταύτα
εμοίρασαν τα λάφυρα και έπεμψαν εις τους Δελφούς τα ακροθίνια,
εξ ων κατεσκευάσθη δωδεκάπηχυς ανδριάς κρατών εις την χείρα το
έμπροσθεν μέρος πρώρας πλοίου. Είναι δε εστημένος ο ανδριάς
ούτος πλησίον του χρυσού ανδριάντος του Μακεδόνος Αλεξάνδρου.
122. Πέμψαντες δε οι Έλληνες ακροθίνια εις τους Δελφούς, ηρώτων
κοινώς όλοι τον θεόν εάν έλαβε πλήρη και αρεστά ακροθίνια. Ο δε
θεός απεκρίθη ότι από μεν τους άλλους Έλληνας έλαβεν, από δε
τους Αιγινήτας όχι, και εζήτη παρ' αυτών ιδιαίτερα ακροθίνια
διά τα αριστεία της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας. Οι Αιγινήται
ακούσαντες τούτο αφιέρωσαν τρεις αστέρας χρυσούς οίτινες εισίν
εστημένοι επί χαλκίνου ιστού, εις την γωνίαν όπου πολύ πλησίον
είναι ο κρατήρ του Κροίσου.
123. Μετά την διανομήν των λαφύρων οι Έλληνες έπλευσαν εις τον
Ισθμόν διά να δώσωσιν αριστεία εις εκείνον όστις εκ των Ελλήνων
εφάνη αξιώτατος εις τον πόλεμον εκείνον. Άμα έφθασαν εκεί
εμοιράσθησαν οι στρατηγοί τας ψήφους επί του βωμού του
Ποσειδώνος, διά να υποδείξωσι ποίον εξ όλων κρίνουσι πρώτον και
ποίον δεύτερον. Τότε έκαστος αυτών έδωκε την πρώτην ψήφον εις
εαυτόν, κρίνων ότι αυτός εφάνη άριστος· διά δε τα δευτερεία οι
περισσότεροι συνεφώνησαν κρίναντες ότι ανήκουσιν εις τον
Θεμιστοκλέα. Ώστε οι μεν άλλοι είχον μίαν ψήφον έκαστος υπέρ
εαυτού, ο δε Θεμιστοκλής εις τα δευτερεία υπερέβαινε πολύ.
124. Μολονότι δε οι Έλληνες εκ φθόνου δεν ηθέλησαν να λύσωσι το
περί πρωτείων ζήτημα, αλλ' επέστρεψαν εις τας πατρίδας των
χωρίς να το κρίνωσιν, ο Θεμιστοκλής όμως εφημίσθη ανά πάσαν την
Ελλάδα και εδοξάσθη ως άνθρωπος σοφώτατος πάντων των Ελλήνων.
Επειδή δε εκείνοι οίτινες εναυμάχησαν μετ' αυτού εις την
Σαλαμίνα ηρνήθησαν να τον τιμήσωσι μετά την νίκην, μετέβη
αμέσως εις την Λακεδαίμονα θέλων να τιμηθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι
τον υπεδέχθησαν καλώς και τον ετίμησαν πολύ. Προσέτι έδοσαν εις
μεν τον Ευρυβιάδην το βραβείον της ανδρίας, στέφανον ελαίας·
εις δε τον Θεμιστοκλέα το βραβείον της σοφίας και της
δεξιότητος, ομοίως στέφανον ελαίας. Τω εδώρησαν δε και άρμα, το
κάλλιστον των εν Σπάρτη υπαρχόντων. Επαινέσαντες δε αυτόν πολύ,
τον προέπεμψαν αναχωρούντα, τριακόσιοι λογάδες Σπαρτιάται,
οίτινες καλούνται ιππείς, μέχρι των Τενεατικών ορίων. Εις αυτόν
μόνον, από όσους άνθρωπους ημείς ηξεύρομεν, οι Σπαρτιάται έκαμον
τοιαύτην πομπήν.
125. Όταν εκ της Λακεδαίμονος επέστρεψεν εις τας Αθήνας, ο
Αφιδναίος Τιμόδημος, είς μεν των εχθρών του Θεμιστοκλέους, ουχί
όμως εκ των επιφανών ανδρών, έξω φρενών υπό φθόνου, κατηγόρησε
τον Θεμιστοκλέα μεμφόμενος αυτόν διά την εις Λακεδαίμονα
μετάβασίν του και λέγων ότι αι τιμαί τας οποίας έλαβεν εδόθησαν
διά τας Αθήνας και όχι διά την ατομικήν του αξίαν. Ο δε
Θεμιστοκλής, επειδή δεν έπαυε να λέγη ταύτα ο Τιμόδημος, είπεν·
«Ούτως έχει το πράγμα· ούτε εγώ αν ήμην Βελβινίτης ήθελον
τιμηθή τόσον υπό των Σπαρτιατών, ούτε συ, ω άνθρωπε, αν ήσο
Αθηναίος.» Και αύτη μεν η έρις μέχρι τούτου του σημείου
εσταμάτησεν.
126. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και πρότερον ήτο
επιφανής μεταξύ των Περσών, από δε της εν Πλαταιαίς μάχης
εγένετο έτι μάλλον διάσημος, προέπεμψε τον βασιλέα μέχρι του
Ελλησπόντου, έχων εξήκοντα χιλιάδας εκ του στρατού τον οποίον
είχεν εκλέξει ο Μαρδόνιος. Αφού ο βασιλεύς διέβη εις την Ασίαν,
ο Αρτάβαζος επέστρεψεν οπίσω· διερχόμενος δε πλησίον της
Παλλήνης εσκέφθη ότι επειδή ο Μαρδόνιος διεχείμαζεν εις την
Θεσσαλίαν και την Μακεδονίαν, δεν ήτο καμμία βία να φθάση αυτός
ταχέως εις το άλλο στρατόπεδον και εθεώρησεν ανάξιον εαυτού να
μη ωφεληθή εκ της γειτνιάσεως διά να εξανδραποδίση τους
αποστατήσαντας Ποτιδαιάτας· καθότι οι Ποτιδαιάται, άμα ο
βασιλεύς διέβη εκείθεν και ο ναυτικός στρατός των Περσών
ενικήθη και έφυγεν εκ της Σαλαμίνος, απεστάτησαν αναφανδόν από
τους βαρβάρους· μετ' αυτούς δε απεστάτησαν και οι άλλοι
κάτοικοι της Παλλήνης.
127. Ο Αρτάβαζος λοιπόν επολιόρκησε την Ποτίδαιαν. Υποπτεύσας
δε και τους Ολυνθίους ότι ήθελον ν' αποστατήσωσιν από τον
βασιλέα, επολιόρκησε και τούτους. Είχον δε την Όλυνθον οι εκ
του Θερμαίου κόλπου εκδιωχθέντες υπό των Μακεδόνων Βοττιαίοι.
Αφού δε τους εκυρίευσε πολιορκών, τους μεν κατοίκους εξαγαγών
κατέσφαξεν εις λίμνην τινα, την δε πόλιν παρέδωκεν εις τους
Χαλκιδείς, ονομάσας επίτροπον αυτής τον Τορωναίον Κριτόβουλον.
Τοιουτοτρόπως την Όλυνθον κατέλαβον Χαλκιδείς.
128. Μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ο Αρτάβαζος έστρεψε τας
δυνάμεις του προς την Ποτίδαιαν· ενώ δε επολιόρκει αυτήν
στενώς, ο στρατηγός των Σκιωναίων Τιμόξενος συνεφώνησε μετ'
αυτού να τω την παραδώση. Πώς ήρχισεν η συνεννόησις αύτη, δεν
ηξεύρω να είπω, διότι δεν αναφέρεται τίποτε, το τέλος όμως της
συνεννοήσεως ήτο τοιούτο. Ότε ο Τιμόξενος ήθελε να ειδοποιήση
περί τινος τον Αρτάβαζον, ή ο Αρτάβαζος τον Τιμόξενον,
γράφοντες ετύλισσον την επιστολήν περί τας γλυφίδας βέλους, και
έπειτα θέτοντες πτερόν, ετόξευον εις ωρισμένον μέρος.
Ανεκαλύφθη δε ο Τιμόξενος ότι επρόδιδε την Ποτίδαιαν ούτω.
Τοξεύσας ο Αράβαζος ημέραν τινά εις το συμπεφωνημένο μέρος,
απέτυχε του σκοπού και το βέλος εκτύπησεν εις τον ώμον
Ποτιδαιάτην τινά· τούτον κτυπηθέντα περιεκύκλωσαν πολλοί, ως
γίνεται τούτο συνήθως εις τον πόλεμον, οίτινες εξαγαγόντες το
βέλος και ευρόντες το γράμμα, έφερον αυτό εις τους στρατηγούς,
μετά των οποίων ευρίσκετο κατ' εκείνην την στιγμήν επικουρία εξ
άλλων Παλληναίων. Οι δε στρατηγοί αναγνώσαντες το γράμμα έμαθον
τον αίτιον της προδοσίας, πλην δεν έκρινον καλόν να ενάξωσι
τον Τιμόξενον ως προδότην, χαριζόμενοι εις την πόλιν Σκιώνην,
μήπως εις τον μετέπειτα χρόνον νομίζονται οι κάτοικοι αυτής
πάντοτε προδόται. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως εφανερώθη.
129. Τρεις μήνες δε είχον παρέλθει αφότου ο Αρτάβαζος
επολιόρκει την Ποτίδαιαν, και μεγάλη άμπωτις εγένετο της
θαλάσσης ήτις διήρκεσε πολύν χρόνον. Ιδόντες δε οι βάρβαροι ότι
το πέραμα ήτο διαβατόν, εκίνησαν διά την Παλλήνην. Είχον δε
διανύσει τα δύο πέμπτα της οδοιπορίας και έμενον ακόμη τρία διά
να εισέλθωσιν εις την πόλιν, όταν επλημμύρησε πάλιν η θάλασσα
τόσον, όσον ουδέποτε κατά το λέγειν των επιχωρίων, μολονότι
πολλάκις εγένοντο τοιαύται πλημμύραι. Όσοι λοιπόν εκ των
βαρβάρων δεν ήξευρον να κολυμβώσιν, επνίγησαν· εκείνοι δε
οίτινες ήξευραν εφονεύθησαν υπό των Ποτιδαιατών, οίτινες
ήρχοντο με πλοιάρια και τους εφόνευον. Λέγουσι δε οι
Ποτιδαιάται ότι αιτία της αμπώτιδος, της πλημμυρίδος και της
φθοράς των Περσών ήτο η εξής· ότι αυτοί οίτινες επνίγησαν είχον
βεβηλώσει εις το προάστειον της πόλεως ταύτης τον ναόν και το
άγαλμα του Ποσειδώνος. Αποδίδοντες εις το γεγονός τούτο
τοιαύτην αιτίαν, με φαίνεται ότι λέγουσιν ορθώς. Τους δε
περισωθέντας έλαβεν ο Αρτάβαζος και τους έφερεν εις την
Θεσσαλίαν προς τον Μαρδόνιον. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη των
προπεμψάντων τον βασιλέα.
130. Ο δε περισωθείς στόλος του Ξέρξου, αφού έφθασεν εις την
Ασίαν φυγών εκ της Σαλαμίνος, και διεπόρθμευσε τον Βασιλέα και
τον στρατόν εκ της Χερσονήσου εις την Άβυδον, διεχείμασεν εις
την Κύμην. Άμα δε τη επανόδω του έαρος, συνηθροίσθη εις την
Σάμον, όπου μάλιστα πλοία τινά, είχον διαχειμάσει. Εις ταύτα οι
πλειότεροι πολεμισταί ήσαν Πέρσαι και Μήδοι· και στρατηγοί
διωρίσθησαν ο Μαρδόνιος του Βαγαίου και ο Αρταΰντης του
Αρταχαίου, έχοντες συνάρχοντα και τον Ιθαμίτρην ανεψιόν του
Αρταΰντου, τον οποίον αυτός ο ίδιος προσέλαβεν. Επειδή δε είχον
πάθει καιρίως, δεν επροχώρησαν περισσότερον προς δυσμάς, αλλά
μένοντας εις την Σάμον με τριακόσια πλοία, συμπεριλαμβανομένων
και των Ιωνικών, εφύλαττον την Ιωνίαν μήπως αποστατήσει. Ποτέ
δεν ήλπιζον ότι οι Έλληνες θα έλθωσιν εις την Ιωνίαν, αλλ' ότι
θα αρκεσθώσι να φυλάττωσι τα μέρη των, εικάζοντες τούτο ότι
φεύγοντας εκ της Σαλαμίνος δεν κατεδίωξαν αυτούς, αλλ' άσμενοι
ανεχώρησαν και αυτοί. Κατά θάλασσαν λοιπόν οι βάρβαροι
εθεώρουν εαυτούς ηττημένους· κατά ξηρά όμως δεν είχον
αμφιβολίαν ότι ο Μαρδόνιος ήθελεν υπερισχύσει κατά πολύ.
Μένοντες δε εις την Σάμον, αφ' ενός μεν εβουλεύοντο, ίσως
δυνηθώσι να βλάψωσι τους πολεμίους, αφ' ετέρου δε επρόσεχον να
μάθωσι ποίαν έκβασιν θα λάβη η εκστρατεία του Μαρδονίου.
131. Η επάνοδος του έαρος και η εις την Θεσσαλίαν παρουσία του
Μαρδονίου ήγειρον πάλιν τους Έλληνας. Και ο μεν πεζός στρατός
δεν είχεν εισέτι συναθροισθή, ο δε στόλος ήλθεν εις την
Αίγιναν, πλοία εκατόν δέκα τον αριθμόν. Στρατηγός και ναύαρχος
ήτο ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, του Αγησιλάου, του Ιπποκρατίδου,
του Λεωτυχίδου, του Αναξιλάου, του Αρχιδάμου, του Αναξανδρίδου,
του Θεοπόμπου, του Νικάνδρου, του Χαρίλλου, του Ευνόμου, του
Πολυδέκτους, του Πρυτάνεως, του Ευρυφώντος, του Προκλέους, του
Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του
Ηρακλέους ων εκ της άλλης βασιλικής οικογενείας. Όλοι ούτοι
τους οποίους απηρίθμησα υπήρξαν βασιλείς της Σπάρτης, πλην των
δύο πρώτων μετά τον Λεωτυχίδην. Των δε Αθηναίων εστρατήγει ο
Ξάνθιππος του Αρίφρονος.
132. Αφού έφθασαν όλα τα πλοία εις την Αίγιναν, ήλθον πρέσβεις
των Ιώνων εις το στρατόπεδον των Ελλήνων. Ούτοι, μεταξύ των
οποίων ήτο και ο Ηρόδοτος του Βασιλείδου, ολίγον πρότερον
μεταβάντες εις την Σπάρτην παρεκάλουν τους Λακεδαιμονίους να
ελευθερώσωσι την Ιωνίαν. Κατ' αρχάς ήσαν επτά και είχον
συνομόσει να φονεύσωσι τον Στράττιν, τύραννον της Χίου· επειδή
όμως είς των συνωμοτών απεκάλυψε την συνωμοσίαν, οι άλλοι έξ
έφυγον εκ της Χίου και ήλθον πρώτον εις την Σπάρτην και έπειτα
εις την Αίγιναν, παρακαλούντες τους Έλληνας να πλεύσωσιν εις
την Ιωνίαν. Μόλις όμως τους έπεισαν να έλθωσι μέχρι της Δήλου·
καθότι εφοβούντο να προχωρήσωσι περισσότερον οι Έλληνες, μη
γνωρίζοντες καλώς τα μέρη και νομίζοντες ότι όλα ήσαν πλήρη
στρατευμάτων· η δε Σάμος ενομίζετο ότι απείχεν όσον αι
Ηράκλειαι στήλαι. Συνέπιπτε δε ώστε οι μεν βάρβαροι
καταφοβημένοι να μη τολμώσι να πλεύσωσι προς δυσμάς ανωτέρω της
Σάμου, οι δε Έλληνες προς ανατολάς κατωτέρω της Δήλου, με όλας
τας παρακλήσεις των Χίων. Τοιουτοτρόπως ο φόβος εφύλαττε το
μεταξύ αυτών διάστημα.
133. Οι μεν Έλληνες λοιπόν έπλεον εις την Δήλον, ο δε Μαρδόνιος
διεχείμαζεν ακόμη εις την Θεσσαλίαν. Πριν δε κινήση εκείθεν
έπεμψεν εις τα χρηστήρια άνδρα τινά, Ευρωπέα το γένος, ου το
όνομα ήτο Μυς, παραγγείλας αυτώ να μεταβή και ζητήση χρησμούς
από όλα τα μαντεία όσα ηδύνατο να συμβουλευθή. Τι θέλων να μάθη
από τα χρηστήρια έδιδε τας διαταγάς ταύτας, αγνοώ, καθότι δεν
αναφέρεται· νομίζω όμως ότι έπεμψε να ερωτήση περί των παρόντων
πραγμάτων και ουχί περί άλλου τινός.