48. Τοιουτοτρόπως οι μεν άλλοι σύμμαχοι έδοσαν τριήρεις οι δε

Μήλιοι, οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι, πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι,

καταγόμενοι εκ της Λακεδαίμονος, έφερον δύο· οι Σίφνιοι και οι

Σερίφιοι, όντες Ίωνες εξ Αθηνών, έφερον από μίαν. Ο δε αριθμός

των πλοίων όλων, πλην των πεντηκοντόρων, ήτο τριακόσια

εβδομήκοντα και οκτώ.

49. Ότε δε συνήλθον από των ειρημένων πόλεων οι στρατηγοί εις

την Σαλαμίνα, διεσκέφθησαν· και ο Ευρυβιάδης προέτεινε να ειπή

ο θέλων την γνώμην του εις ποίον μέρος εξ όσων ήσαν ακόμη

κύριοι ενόμιζεν ότι ήτο επιτηδειότατον να γίνη ναυμαχία, καθότι

είχον αφήσει πλέον την Αττικήν και επρόκειτο λόγος περί των

λοιπών μερών. Αι πλείσται δε των λεγόντων γνώμαι συνεφώνουν να

πλεύσωσιν εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσωσι προ της

Πελοποννήσου· εστηρίζοντο δε εις τούτον τον λόγον, ότι αν

νικηθώσιν εις την ναυμαχίαν, όντες μεν εις την Σαλαμίνα, θα

πολιορκηθώσιν εις νήσον όπου δεν θα έχωσι να ελπίσωσιν ουδεμίαν

βοήθειαν, όντες δε πλησίον του Ισθμού δύνανται να καταφύγωσιν

εις τους ιδικούς των.

50. Ταύτα σκεπτομένων των εκ Πελοποννήσου στρατηγών, ήλθεν

άνθρωπός τις από τας Αθήνας αγγέλλων ότι ο βάρβαρος έφθασεν εις

την Αττικήν και έκαιεν αυτήν όλην· διότι ο μετά του Ξέρξου

ερχόμενος διά των Βοιωτών στρατός, εμπρήσας τας πόλεις των

Θεσπιέων και των Πλαταιέων των οποίων οι κάτοικοι είχον

καταφύγει εις την Πελοπόννησον, έφθασεν εις τας Αθήνας και

κατέστρεφε τα πάντα. Ενέπρησε δε ο βάρβαρος την Θέσπειαν και

την Πλάταιαν, μαθών παρά των Θηβαίων ότι δεν εμήδιζον.

51. Από της διαβάσεως του Ελλησπόντου, όθεν οι βάρβαροι ήρχισαν

να έρχωνται πεζοί, αφού διέτριψαν εκεί ένα μήνα έως ου διαβώσιν

εις την Ευρώπην, εχρειάσθησαν άλλους τρεις μήνας διά να έλθωσιν

εις την Αττικήν, επί άρχοντος των Αθηναίων Καλλιάδου. Φθάσαντες

εκυρίευσαν το άστυ έρημον ευρόντες μόνον ολίγους τινάς

Αθηναίους διαχειριστάς του ιερού και πτωχούς ανθρώπους, οίτινες

φράξαντες διά σανίδων και ξύλων την ακρόπολιν, επερίμενον να

πολεμήσωσι τους επερχομένους, αφ' ενός μεν διότι ένεκα της

πενίας των δεν ηδυνήθησαν να υπάγωσιν εις την Σαλαμίνα, αφ'

ετέρου δε διότι ενόμισαν ότι αυτοί ενόησαν τον χρησμόν τον

οποίον είπεν η Πυθία, ότι το ξύλινον τείχος θα ήναι ανάλωτον,

και ότι κατά τον χρησμόν αυτό είναι το άσυλον και όχι τα πλοία.

52. Οι Πέρσαι εστρατοπεδεύσαντο εις τον απέναντι της ακροπόλεως

όχθον, τον οποίον οι Αθηναίοι καλούσιν Άρειον πάγον, και

επολιόρκησαν τον ναόν κατά τον εξής τρόπον. Τυλίσσοντες με

στυπείον τα βέλη και ανάπτοντες αυτό, ετόξευον εις το φράγμα.

Οι δε πολιορκούμενοι Αθηναίοι, μολονότι έφθασαν εις τα έσχατα

δεινά και κατεστράφη το φράγμα, αντείχον όμως και δεν εδέχοντο

τους λόγους των Πεισιστρατιδών οίτινες τους προέτρεψαν να

συνθηκολογήσουν. Αμυνόμενοι δε και άλλα πολλά αντεμηχανώντο και

προσέτι ότε οι βάρβαροι επλησίαζον εις τας πύλας έρριπτον κατ'

αυτών μεγάλας πέτρας στρογγύλας· ώστε ο Ξέρξης επί πολύν χρόνον

ήτο εις απορίαν μη δυνάμενος να τους κυριεύση.

53. Τέλος οι βάρβαροι ανεκάλυψαν είσοδόν τινα ανελπίστως,

καθότι ήτο πεπρωμένον, κατά τον χρησμόν, όλη η εις την ήπειρον

Αττική να πέση υπό τους Πέρσας. Έμπροσθεν της ακροπόλεως

όπισθεν δε των πυλών και της ανόδου, πλησίον του ιερού της

Αγλαύρου, θυγατρός του Κέκροπος, εις το μέρος όπου ούτε

εφύλαττέ τις ούτε ηδύνατο να φαντασθή ότι εκείθεν δύναται ν'

αναβή άνθρωπος, καθότι ήτο πολύ απόκρημνον, βάρβαροί τινες

ανέβησαν. Οι Αθηναίοι ιδόντες αυτούς αναβάντας εις την

ακρόπολιν, άλλοι μεν εκρημνίσθησαν από του τείχους και

εφονεύθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εντός του ναού της Αθήνας. Οι

δε αναβάντες Πέρσαι, πρώτον μεν έδραμον εις τας πύλας, και αφού

ήνοιξαν αυτάς εφόνευσαν τους ικέτας· και αφού τους έστρωσαν

όλους νεκρούς υπό τους πόδας των, εσύλησαν το ιερόν και

ενέπρησαν πάσαν την ακρόπολιν.

54. Κυριεύσας λοιπόν ο Ξέρξης κατά κράτος τας Αθήνας, έπεμψεν

εις τα Σούσα ιππέα αγγελιαφόρον διά να αναγγείλη εις τον

Αρτάβανον την μεγάλην ταύτην επιτυχίαν. Δύο δε ημέρας μετά την

αναχώρησιν του κήρυκος συγκαλέσας τους Αθηναίους όσοι

εξορισθέντες άλλοτε από την πόλιν ηκολούθουν τότε αυτόν, τοις

είπε να αναβώσιν εις την ακρόπολιν και να θυσιάσωσι κατά τον

ιδικόν των τρόπον. Παρήγγειλε δε ταύτα είτε διότι είδε φάσμα τι

εις τον ύπνον του, είτε διότι μετενόησε διά τον εμπρησμόν του

ιερού. Οι δι φυγάδες των Αθηναίων διετέλεσαν τα προσταχθέντα.

55. Τώρα θα είπω διά ποίον λόγον ανέφερον τούτο. Υπάρχει εις

την ακρόπολιν ταύτην ναός του Ερεχθέως, του λεγομένου γηγενούς,

εντός του οποίον ευρίσκονται ελαία και θάλασσα, τα οποία ως

λέγουσιν οι Αθηναίοι έθεσαν εκεί ο Ποσειδών και η Αθηνά εις

μαρτύριον της έριδός των περί της κατοχής της χώρας. Αύτη

λοιπόν η ελαία, ομού με το άλλο ιερόν, εκάη υπό των βαρβάρων.

Δύο δε ημέρας μετά τον εμπρησμόν, ότε ανέβησαν εις το ιερόν οι

υπό του βασιλέως προσταχθέντες Αθηναίοι να θυσιάσωσιν, είδον

βλαστόν περίπου πηχυαίον αναδεδραμηκότα εκ του στελέχους. Ούτοι

μεν ταύτα είπον.

56. Οι δε εν Σαλαμίνι Έλληνες, άμα ανηγγέλθησαν εις αυτούς τα

περί την ακρόπολιν των Αθηναίων διατρέξαντα, τοσούτον

εταράχθησαν ώστε τινές των στρατηγών ουδέ να κυρωθή περιέμεινον

το ζήτημα το οποίον είχον υπό συζήτησιν, αλλ' έδραμον εις τα

πλοία των και ανεπέτασαν τα ιστία διά να αποπλεύσωσιν· όσοι δε

έμειναν απεφάσισαν να ναυμαχήσωσι προ του Ισθμού. Εν τούτοις

εγένετο νυξ, και διαλυθέντες εκ του συνεδρίου εισήλθον εις τα

πλοία.

57. Τότε τον Θεμιστοκλέα ελθόντα εις το πλοίον ηρώτησεν ο

Αθηναίος Μνησίφιλος τι απεφασίσθη εις το συνέδριον· μαθών δε

παρ' αυτού ότι απεφασίσθη να φέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν και

να ναυμαχήσωσι προ της Πελοποννήσου, είπεν· «Εάν απομακρύνωσι

τα πλοία από την Σαλαμίνα, δεν θα ναυμαχήσης πλέον περί μιας

πατρίδος, καθότι όλοι θα τραπώσιν εις τας πόλεις των και ούτε ο

Ευρυβιάδης ούτε άλλος τις άνθρωπος δεν θα δυνηθή να τους

κρατήση ώστε να μη διασκορπισθή ο στρατός· και τοιουτοτρόπως η

Ελλάς θα χαθή εκ της ανοησίας των αρχηγών της. Εάν υπάρχη ακόμη

μέσον τι, δράμε και προσπάθησον να ματαιώσης τα αποφασισθέντα,

πράξον ό,τι δυνηθής διά να πείσης τον Ευρυβιάδη ότι πρέπει να

μεταβάλη γνώμην και να μείνωσι αυτού.»

58. Η συμβουλή αύτη ήρεσε πολύ εις τον Θεμιστοκλέα και χωρίς να

αποκριθή τίποτε υπήγεν εις το πλοίον του Ευρυβιάδου· φθάσας

είπεν ότι ήθελε να τω ομιλήση περί κοινής τίνος υποθέσεως, ο δε

Ευρυβιάδης τω εμήνυσε να αναβή εις το πλοίον εάν ήθελε να τω

ομιλήση. Τότε ο Θεμιστοκλής καθεσθείς πλησίον του επανέλαβεν

όλα όσα ήκουσεν από τον Μνησίφιλον οικειοποιούμενος αυτά και

προστεθείς και άλλα πολλά μέχρις ου τον έπεισε να εξέλθη του

πλοίου και να συγκαλέση τους στρατηγούς εις το συνέδριον.

59. Συναχθέντων δε αυτών, πριν εκθέση ο Ευρυβιάδης τον λόγον

διά τον οποίον τους συνεκάλεσεν, ο Θεμιστοκλής είχεν ήδη

αρχίσει να λέγη πολλά όπως κατορθώση τον σκοπόν του. Ενώ δε

ωμίλει, ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος του Ωκύτου είπεν· «Ω

Θεμιστόκλεις, οι παρεξανιστάμενοι εις τους αγώνας ραπίζονται.»

Ο δε Θεμιστοκλής απολογούμενος είπε· «Και οι εγκαταλειπόμενοι

δεν στεφανούνται.»

60. Και τότε μεν απήντησεν ηπίως προς τον Κορίνθιον, προς δε

τον Ευρυβιάδη δεν είπε πλέον τίποτε εξ εκείνων τα οποία τω είπε

προηγουμένως, ότι δηλαδή εάν αναχωρήσωσιν εκ της Σαλαμίνος θα

διασκορπισθώσιν εδώ και εκεί, καθότι ενόμισεν απρεπές να

κατηγορήση τους συμμάχους παρόντας. Μετεχειρίσθη λοιπόν άλλα

επιχειρήματα και είπεν. 1. «Εις σε τώρα απόκειται να σώσης την

Ελλάδα εάν πεισθής εις εμέ και ναυμαχήσης μένων εδώ, χωρίς να

ακούσης εκείνους οίτινες προτείνουσι να φέρωμεν τα πλοία εις

τον Ισθμόν. Άκουσον και παράβαλε τας δύο γνώμας. Ναυμαχών εις

τον Ισθμόν, θα ναυμαχήσης εν πελάγει αναπεπταμένω, όπερ ουδόλως

συμφέρει εις ημάς, διότι έχομεν πλοία βαρύτερα και ελάσσονα τον

αριθμόν. Διά τούτον δε, εάν κατά τα άλλα ευτυχήσωμεν, θα

χάσωμεν όμως την Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και την Αίγιναν, καθότι ο

πεζός στρατός θέλει ακολουθήσει τον εχθρικόν στόλον.

Τοιουτοτρόπως θα τους σύρης εις την Πελοπόννησον και θα θέσης

εις κίνδυνον όλην την Ελλάδα. 2. Εάν εκτελέσης όσα λέγω, ιδού

ποίας ωφελείας θα εύρης εις αυτά· πρώτον μεν ναυμαχούντες εις

στενόν μέρος με ολίγα πλοία εναντίον πολλών, εάν ο πόλεμος λάβη

την εις τοιαύτας περιστάσεις συνήθη έκβασιν, ημείς θα

υπερισχύσωμεν πολύ· διότι να ναυμαχήσωμεν εις στενόν συμφέρει

εις ημάς, να ναυμαχήσωμεν όμως εις ευρυχωρίαν συμφέρει εις

εκείνους. Προς τούτοις αφ' ενός μεν σώζεται η Σαλαμίς, όπου

έχομεν τα τέκνα και τας γυναίκας ημών, αφ' ετέρου δε

επιτυγχάνεται εκείνο το οποίον τόσον επιθυμείτε· μένων εδώ θα

ναυμαχήσης υπέρ της Πελοποννήσου επίσης, ως και πλησίον του

Ισθμού, και δεν θα φέρης, αν φρονής ορθώς, τους βαρβάρους εις

την Πελοπόννησον. 3. Εάν δε γίνωσι και όσα εγώ ελπίζω, εάν

νικήσωμεν με τα πλοία, ούτε θα έλθωσιν εις τον Ισθμόν οι

βάρβαροι ούτε θα προχωρήσωσι μακρύτερον της Αττικής, αλλά θα

φύγωσιν εν αταξία και θα έχωμεν το κέρδος ότι θα σωθώσι τα

Μέγαρα, η Αίγινα και η Σαλαμίς, εις την οποίαν έχομεν και

χρησμόν ότι θα νικήσωμεν τους εχθρούς. Όταν οι άνθρωποι

βουλεύωνται καλώς, ως επί το πλείστον και η επιτυχία είναι

βεβαία, ενώ όταν δεν βουλεύωνται καλώς, ούτε ο θεός δεν θέλει

να τους βοηθή.»

61. Ταύτα λέγοντος του Θεμιστοκλέους, πάλιν ο Κορίνθιος

Αδείμαντος ανθίστατο λέγων να σιωπήση άνθρωπος μη έχων πατρίδα,

και δεν άφινε τον Ευρυβιάδην να θέση εις ψηφοφορίαν την

πρότασιν ανδρός απόλιδος. Προς δε τον Θεμιστοκλέα έλεγε να

δείξη πρώτον ποία ήτο η πόλις του και έπειτα να δίδη γνώμας εις

το κοινόν. Έλεγε δε ταύτα καθότι αι Αθήναι είχον αλωθή και

κατείχοντο υπό των βαρβάρων. Τότε ο Θεμιστοκλής δεν ηδυνήθη

πλέον να κρατηθή, αλλ' αφού ύβρισε πικρώς τους Κορινθίους και

τον Αδείμαντον, υπέδειξεν ότι ενόσω οι Αθηναίοι, είναι κύριοι

διακοσίων πλοίων με πληρώματα τέλεια, και πόλιν έχουσι και γην

μείζονα της ιδικής των, καθότι ουδείς των Ελλήνων θα δυνηθή να

αποκρούση την έφοδόν των.

62. Μετά τας εξηγήσεις ταύτας, έστρεψε πάλιν τον λόγον προς τον

Ευρυβιάδην και τω είπε με τόνον περισσότερον· «Εάν μείνης εδώ,

θα φανής ανήρ δίκαιος· ει δε μη, θα απολέσης την Ελλάδα, καθότι

η τύχη του πολέμου εξαρτάται από τα πλοία ταύτα. Αλλά πρόσεξον,

εάν δεν εκτελέσης ταύτα, ημείς μεν, ως έχομεν, λαμβάνοντες τα

τέκνα και τας γυναίκας μας, αναχωρούμεν εις την Σίριν της

Ιταλίας, ήτις είναι ημετέρα εκ παλαιού και οι χρησμοί λέγουσιν

ότι πρέπει να οικισθή από ημάς· υμείς δε μονωθέντες τοιούτων

συμμάχων, θα ενθυμηθήτε τους εμούς λόγους.»

63. Ταύτα ειπόντος του Θεμιστοκλέους, ο Ευρυβιάδης μετέβαλε

γνώμην, φοβηθείς, ως νομίζω, προ πάντων μήπως εάν φέρωσι τα

πλοία εις τον Ισθμόν τους αφήσωσιν οι Αθηναίοι και φύγωσι·

καθότι αν άφινον αυτούς οι Αθηναίοι, οι λοιποί δεν ήσαν πλέον

ικανοί ν' αντιταχθώσι κατά των πολεμίων. Όθεν επροτίμησε την

γνώμην να μείνωσιν αυτού και να ναυμαχήσωσιν.

64. Ούτω λοιπόν οι περί την Σαλαμίνα αφού ηκροβολίσθησαν διά

λόγων, ητοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν αυτού, επειδή το ενέκρινεν ο

Ευρυβιάδης. Εφάνη εν τούτοις η ημέρα, και άμα ανέτειλεν ο

ήλιος, εγένετο σεισμός εις την γην και εις την θάλασσαν.

Έκρινον λοιπόν εύλογον να προσευχηθώσιν εις τους θεούς και να

επικαλεσθώσι την βοήθειαν των Αιακιδών. Άμ' έπος, άμ' έργον.

Αφού δε προσευχήθησαν εις όλους τους θεούς, τον μεν Αίαντα και

τον Τελαμώνα επεκαλέσθησαν εκεί εις την Σαλαμίνα, τον δε Αιακόν

και τους άλλους Αιακίδας έπεμψαν πλοίον εις την Αίγιναν διά να

τους μεταφέρη.

65. Ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδους, φυγάς και πολλήν υπόληψιν

απολαμβάνων παρά τοις Μήδοις, κατ' εκείνην την εποχήν, είπεν ότι

όταν η Αττική έρημος ούσα Αθηναίων κατεστρέφετο υπό του πεζού

στρατού του Ξέρξου, έτυχε τότε να ήναι αυτός ομού με τον

Λακεδαιμόνιον Δημάρατον εις το Θριάσιον πεδίον, και είδε

κονιορτόν ερχόμενον εκ της Ελευσίνος ως να ηγείρετο υπό

τριάκοντα τουλάχιστον χιλιάδων ανθρώπων. Ενώ δε εθαύμαζον αυτός

και ο Δημάρατος και ηρώτων καθ' εαυτούς ποίων αρά γε ανθρώπων

να ήτο ο κονιορτός· «Αίφνης, είπεν, ηκούσαμεν φωνήν και

ανεγνώρισα ότι η φωνή αύτη ήτο ο μυστικός ίακχος. Ο Δημάρατος

αδαής ων των Ελευσινίων μυστηρίων, ηθέλησε να μάθη τι ήτο τούτο

το φθεγγόμενον. Εγώ δε είπον· «Δημάρατε, αδύνατον είναι να μη

συμβή μεγάλη τις βλάβη εις τον στρατόν του βασιλέως· διότι,

αφού η Αττική είναι έρημος, δεν μένει αμφιβολία ότι το

φθεγγόμενον είναι θείον τι, και έρχεται εκ της Ελευσίνος προς

βοήθειαν των Αθηναίων και των συμμάχων. Εάν ο κονιορτός ούτος

επισκήψη εις την Πελοπόννησον, θα ήναι ο κίνδυνος εις αυτόν τον

βασιλέα και εις τον στρατόν της ξηράς· εάν δε εις τα πλοία τα

εν Σαλαμίνι, ο βασιλεύς θα κινδυνεύση να χάση τον ναυτικόν

στρατόν. Οι Αθηναίοι κατά παν έτος τελούσιν εορτήν προς τιμήν

της μητρός και της κόρης και μυείται εις αυτήν όστις θέλει εξ

αυτών και εκ των άλλων Ελλήνων· η δε φωνή την οποίαν ακούεις

είναι μυστική φωνή την οποίαν εκπέμπουσιν εις αυτήν την εορτήν

και ήτις καλείται ίακχος.» Προς ταύτα ο Δημάρατος επανέλαβε·

«Σιώπα, και μη είπης τούτο εις κανένα άλλον, διότι εάν οι

λόγοι ούτοι φθάσωσιν εις τα ώτα του βασιλέως, θα χάσης την

κεφαλήν σου· ούτε εγώ θα δυνηθώ να σε σώσω, ούτε άλλος κανείς

άνθρωπος. Μένε λοιπόν ήσυχος· όσον δ' αφορά τον στρατόν, ας

φροντίσωσι περί τούτου οι θεοί. Τοιαύτη ήτο η συμβουλή του

Δημαράτου· εν τούτοις η φωνή και το νέφος του κονιορτού εξ ου

αύτη εξήρχετο εφέροντο προς την Σαλαμίνα όπου ήτο ο ελληνικός

στόλος και τοιουτοτρόπως ενοήσαμεν ότι το ναυτικόν του Ξέρξου

έμελλε να καταστραφή.» Ταύτα μεν διηγήθη ο Δίκαιος του

Θεοκύδους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν του Δημαράτου καί τινων

άλλων.

66. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου, αφού εθεώρησε την θραύσιν

των Λακεδαιμονίων διέβη εκ της Τραχίνος εις την Ιστίαιαν·

μείνας εκεί τρεις ημέρας, έπλευσεν έπειτα διά του Ευρίπου και

εις τρεις άλλας ημέρας έφθασεν εις το Φάληρον. Ως εγώ νομίζω ο

αριθμός των διά ξηράς εισβαλόντων εις τας Αθήνας και των διά

θαλάσσης ελθόντων δεν ήτο ελάσσων εκείνων οίτινες ήλθον εις την

Σκηπιάδα και εις τας Θερμοπύλας. Διότι αντί εκείνων οίτινες

απώλοντο είτε εις τας Θερμοπύλας είτε εις τας ναυμαχίας του

Αρτεμισίου, καθιστώ τους εξής, οίτινες τότε ακόμη δεν

ηκολούθουν τον βασιλέα· τους Μαλιής, τους Δωριείς, τους Λοκρούς

και όλους τους Βοιωτούς πλην των Θεσπιέων και των Πλαταιέων·

προς τούτοις δε τους Καρυστίους τους Ανδρίους, τους Γοννίους

και τους λοιπούς νησιώτας όλους, πλην των πέντε πόλεων των

οποίων τα ονόματα εμνήσθην ανωτέρω διότι όσον περισσότερον

επροχώρει ο Πέρσης εις τα ενδότερα της Ελλάδος, τόσον

περισσότερα έθνη τον ηκολούθουν.

67. Όταν λοιπόν όλοι ούτοι πλην των Παρίων (οίτινες είχον

μείνει εις την Κύθνον και εκαραδόκουν πώς ήθελεν αποβή ο

πόλεμος) έφθασαν οι μεν εις τας Αθήνας οι δε εις το Φάληρον, ο

Ξέρξης κατέβη αυτοπροσώπως εις τα πλοία επιθυμών να ομιλήση με

τους ναυτικούς και να μάθη τας γνώμας αυτών. Αφού δε ελθών

εκάθισε, παρέστησαν προσκληθέντες οι των υπ' αυτόν εθνών

τύραννοι και ταξίαρχοι και εκάθισαν κατά τον βαθμόν με τον

οποίον είχε τιμήσει έκαστον ο βασιλεύς· πρώτος μεν ο Σιδώνιος

βασιλεύς, μετά τούτον ο Τύριος, και κατόπιν οι άλλοι. Αφού δε

εκάθησαν όλοι με τάξιν, έπεμψεν ο Ξέρξης τον Μαρδόνιον διά να

ερωτά και να εξετάζη την γνώμην εκάστου, εάν ενέκρινον να δοθή

ναυμαχία.

68. Επειδή δε ο Μαρδόνιος περιερχόμενος ήρχισεν από τον

Σιδώνιον και ηρώτα, οι μεν άλλοι έδιδον όλοι την αυτήν γνώμην,

παρακινούντες να γίνη ναυμαχία· η δε Αρτεμισία είπε τα εξής· 1.

«Ειπέ εκ μέρους μου εις τον βασιλέα, Μαρδόνιε, ότι εγώ ταύτα

λέγω· Δέσποτα, επειδή εις τας ναυμαχίας τας περί την Εύβοιαν

δεν εφάνην άνανδρος ούτε έπραξα ολιγώτερα των άλλων, είναι

δίκαιον να είπω την γνώμην την οποίαν έχω και ό,τι φρονώ

ωφελιμώτατον εις τα συμφέροντά σου. Όθεν ταύτα λέγω· Φείδου των

πλοίων και μη κάμνης ναυμαχίαν· καθότι οι άνθρωποι ούτοι εις

την θάλασσαν είναι τόσον κρείττονες των σων ανδρών, όσον άνδρες

γυναικών. Ποία η απόλυτος ανάγκη να κινδυνεύσης πάλιν ναυμαχών;

Δεν έχεις τας Αθήνας διά τας οποίας απεφάσισες να εκστρατεύσης;

δεν έχεις και την άλλην Ελλάδα; Ιδού, κανείς πλέον δεν ίσταται

ενώπιόν σου εμπόδιον, διότι όσοι αντέστησαν, ετιμωρήθησαν ως

τους έπρεπε. 2. Πώς δε θα αποβώσι τα πράγματα ταύτα εις τους

εχθρούς σου, θα σοι είπω αμέσως· εάν μεν δεν βιασθής να δώσης

ναυμαχίαν, αλλ' έχης εδώ τα πλοία μένων πλησίον της γης ή και

προβαίνων εις την Πελοπόννησον, ευκόλως, ω δέσποτα, θα επιτύχης

όσα κατά νουν έχων ήλθες, καθότι δεν δύνανται να αντέχωσιν επί

πολύ οι Έλληνες και θα τους αναγκάσης τοιουτοτρόπως να

διασκεδασθώσι και να φύγωσιν έκαστος εις την πόλιν του. Η νήσος

αύτη, ως έμαθον, δεν έχει αρκούσας τροφάς δι' αυτούς, και

ουδεμία πιθανότης υπάρχει, εάν φέρης τον πεζόν στρατόν εις την

Πελοπόννησον, ότι θα μείνωσιν εδώ ήσυχοι όσοι εξ αυτών ήλθον

εκείθεν, ούτε θα τους μέλη να ναυμαχήσωσιν υπέρ των Αθηνών. 3.

Εάν όμως βιασθής να ναυμαχήσης αμέσως, φοβούμαι μήπως βλαφθείς

ο ναυτικός στρατός βλάψη και τον πεζόν. Προς τούτοις, ω

βασιλεύ, σκέφθητι και τούτο ότι συνήθως οι καλοί άνθρωποι

έχουσι δούλους κακούς και οι κακοί καλούς· συ λοιπόν όστις

είσαι ο κάλλιστος των ανθρώπων, έχεις δούλους κακούς οίτινες

λέγονται σύμμαχοί σου, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες, οι

Πάμφυλοι, παρά των οποίων μη περιμένης όφελος.»

69. Ότε η Αρτεμισία είπε ταύτα προς τον Μαρδόνιον, όσον μεν

ήσαν εύνοοι προς αυτήν εθεώρησαν τους λόγους τούτους ως

δυστύχημα και εφοβήθησαν μήπως πάθη κακόν από τον βασιλέα

εμποδίζουσα αυτόν να ναυμαχήση· όσοι δε την εμίσουν και την

εφθόνουν, καθότι μεταξύ των συμμάχων απελάμβανε τας πρώτας

τιμάς, έχαιρον δια την αντίστασίν της, ελπίζοντες ότι αύτη

ήθελε την απολέσει. Ότε όμως ανεφέρθησαν αι γνώμαι εις τον

Ξέρξην, πολύ ήρεσεν η γνώμη της Αρτεμισίας, και κρίνων ούτος

ότι η βασίλισσα αύτη ήτο έτι μάλλον αξία της υπολήψεώς του, την

επήνεσε τότε πολύ περισσότερον. Συγχρόνως όμως διέταξε ν'

ακολουθήσωσι την γνώμην των περισσοτέρων, και υποθέτων ότι εις

την Εύβοιαν εφέρθησαν χαλαρώς, διότι δεν ήτο

αυτός εκεί, ητοιμάσθη ο ίδιος να γίνη θεατής της ναυμαχίας.

70. Ότε εδόθη η διαταγή να κινήσωσιν, ανήγαγον τα πλοία και

ελθόντες εις την Σαλαμίνα παρετάχθησαν εκεί ησύχως. Τότε όμως

δεν τους έφθασεν η ημέρα διά να ναυμαχήσωσι, καθότι επήλθεν η

νυξ· όθεν ητοιμάσθησαν διά την ακόλουθον ημέραν. Εν τούτοις

φόβος και τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας, προ πάντων τους εκ

Πελοποννήσου. Εφοβούντο δε, διότι μένοντες εις την Σαλαμίνα

έμελλον να ναυμαχήσωσιν υπέρ της χώρας των Αθηναίων, και ότι

εάν νικηθώσι θα πολιορκηθώσι περιωρισμένοι εις νήσον αφίνοντες

την ιδίαν εαυτών χώραν αφύλακτον.

71. Κατ' αυτήν την ιδίαν νύκτα ο πεζός στρατός των βαρβάρων

επορεύετο και ήρχετο εις την Πελοπόννησον, μολονότι όλα τα

μέτρα ελήφθησαν διά να μη εισέλθωσιν οι βάρβαροι εις αυτήν διά

ξηράς. Τωόντι, άμα έμαθον οι Πελοποννήσιοι τον θάνατον των μετά

του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, συνδραμόντες εκ των πόλεων,

εστρατοπεδεύσαντο εις τον Ισθμόν. Στρατηγός δε αυτών ήτο ο

Κλεόμβροτος του Αναξανδρίδου, αδελφός του Λεωνίδου.

Στρατοτεδευσάμενοι λοιπόν εις τον Ισθμόν, πρώτον μεν

περιχαράκωσαν την Σκιρωνίδα οδόν μετά ταύτα δε σκεφθέντες

απεφάσισαν και ήρχισαν να κτίζωσι τείχος εκ του ενός μέχρι του

άλλου άκρου του Ισθμού. Επειδή δε ήσαν πολλαί μυριάδες και όλοι

εν γένει ειργάζοντο, το έργον προώδευε ταχέως καθότι όλοι

έφερον άλλος λίθους, άλλος πλίνθους, άλλος ξύλα, άλλος κοφίνους

πλήρεις άμμου και δεν έπαυον εργαζόμενοι ούτε ημέραν ούτε

νύκτα.

72. Οι δε Έλληνες οι ελθόντες πανδημεί εις τον Ισθμόν ήσαν οι

εξής· όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι

Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλιάσιοι, οι

Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς. Ούτοι ήσαν οι ελθόντες και

απόφασιν έχοντες να σώσωσι την Ελλάδα κινδυνεύουσαν, οι δε

άλλοι Πελοποννήσιοι ουδεμίαν φροντίδα έλαβον, μολονότι τα

Ολύμπια και τα Κάρνεια είχον ήδη παρέλθει.

73. Κατοικούσι δε την Πελοπόννησον έθνη επτά. Εκ τούτων τα μεν

δύο, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονα και κατέχουσι

την αυτήν γην έκπαλαι· έν δε έθνος, το Αχαϊκόν, εκ μεν της

Πελοποννήσου δεν εξήλθεν, αφήκεν όμως την πάλαιάν χώραν του και

τώρα κατοικεί άλλην. Τα δε λοιπά τέσσαρα ήλθον έξωθεν, και

είναι Δωριείς, Αιτωλοί, Δρύοπες και Λήμνιοι. Και οι μεν Δωριείς

έχουσι πολλάς και αξιολόγους πόλεις· οι Αιτωλοί μίαν μόνην, την

Ήλιδα· οι Δρύοπες την Ερμιόνην και την Ασίνην ήτις είναι

πλησίον της Καρδαμύλης της Λακωνικής· οι δε Λήμνιοι όλοι την

γην των Παρωρεατών. Οι δε Κυνούριοι, αυτόχθονες όντες, μόνοι

φαίνοντες Ίωνες και ότι με τον καιρόν εγένοντο Δωριείς, καθό

κυβερνηθέντες υπό των Αργείων ότε εκαλούντο Ορνεάται και ήσαν

περίοικοι αυτών. Τούτων λοιπών των επτά εθνών αι λοιπαί πόλεις,

πλην εκείνων τας οποίας απηρίθμησα, έμενον ουδέτεραι, και εάν

μοι ήναι επιτετραμμένον να ομιλήσω ελευθέρως, μένουσαι

ουδέτεραι εμήδιζον.

74. Όσοι λοιπόν ήσαν εις τον Ισθμόν, τοιαύτας εργασίας είχον,

καθότι διέτρεχον κίνδυνον περί του παντός και δεν ήλπιζον να

κατορθώσωσι διά των πλοίων λαμπρόν τι έργον. Οι δε εν Σαλαμίνι

όντες μολονότι εμάνθανον αυτάς τας ετοιμασίας, πάλιν ανησύχουν,

φοβούμενοι ουχί τόσον περί εαυτών όσον περί της Πελοποννήσου.

Και επί τινα μεν χρόνον περιωρίζοντο αθορύβως να ανακοινώσι τας

σκέψεις των, συνομιλούντες ανήρ προς άνδρα και εκπληττόμενοι

διά την αφροσύνην του Ευρυβιάδου. Τέλος οι ψιθυρισμοί

εξερράγησαν και συνεκροτήθη συνέλευσις εις την οποίαν ελέχθησαν

πολλά περί των αυτών. Οι μεν έλεγον ότι έπρεπεν, αποπλεύσαντες

εις την Πελοπόννησον, να πολεμήσωσιν υπέρ αυτής, και όχι

μένοντες εις την Σαλαμίνα να πολεμήσωσιν υπέρ χώρας

κατακτηθείσης· οι δε Αθηναίοι, οι Αιγινήται και οι Μεγαρείς

έλεγον ότι έπρεπεν αυτού μένοντες να πολεμήσωσιν.

75. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή υπερίσχυεν η γνώμη των

Πελοποννησίων, εξέρχεται κρυφίως εκ του συνεδρίου, και εξελθών

πέμπει άνθρωπον με πλοίον εις το στρατόπεδον των Μήδων εντείλας

αυτώ τι έπρεπε να είπη· ωνομάζετο δε ο άνθρωπος ούτος Σίκιννος

και ήτο οικέτης και παιδαγωγός των παίδων του Θεμιστοκλέους,

τον οποίον μετά τα γεγονότα ταύτα τον έκαμε Θεσπιέα (επειδή οι

Θεσπιείς εδέχοντο πολίτας) και τον υπερεπλούτισε. Τότε φθάσας

ούτος με πλοίον έλεγεν εις τους στρατηγούς των βαρβάρων τα

εξής· «Ο στρατηγός των Αθηναίων με έπεμψε λάθρα των άλλων

στρατηγών (καθότι ενδιαφέρεται υπέρ του βασιλέως και επιθυμεί

να υπερισχύσετε υμείς μάλλον ή οι Έλληνες) διά να σας είπω ότι

οι Έλληνες φοβηθέντες απεφάσισαν να φύγωσι. Τώρα είναι καιρός

να κατορθώσετε έργον λαμπρότατον πάντων, εάν δεν τους αφήσετε

να φύγωσι, καθότι ούτε ομοφρονούσι προς αλλήλους ούτε θα σας

αντισταθώσι πλέον, αλλά θα ιδήτε να ναυμαχώσι προς εαυτούς, οι

τα υμέτερα φρονούντες με τους εναντίους σας.» Ο μεν Σίκιννος

ταύτα αναγγείλας ανεχώρησεν.

76. Οι δε Πέρσαι, επειδή επίστευσαν εις τα αγγελθέντα, πρώτον

μεν απεβίβασαν πολλούς εις την νησίδα Ψυττάλειαν, ήτις είναι

μεταξύ της Σαλαμίνος και της ξηράς· έπειτα δε, ότε εγένετο

μεσονύκτιον, εξέτεινον το αριστερόν κέρας του στόλου και

εσχημάτισαν ημικύκλιον προς την Σαλαμίνα· συγχρόνως δε ανήγαγον

τα πλοία οι περί την Κέον και την Κυνόσουραν τεταγμένοι και

κατέλαβον όλον τον πορθμόν μέχρι της Μουνυχίας. Ο σκοπός δε διά

τον οποίαν παρέταξαν τοιουτοτρόπως τα πλοία ήτο ο εξής, να μη

αφήσωσιν έξοδον εις τους Έλληνας, αλλά να τους αποκλείσωσιν εις

την Σαλαμίνα και να τους τιμωρήσωσι δι' όσα έπαθον παρ' αυτών

εις το Αρτεμίσιον. Εις δε την νησίδα την καλουμένην Ψυττάλειαν

απεβίβασαν Πέρσας διά την εξής αιτίαν, ότι όταν γίνη ναυμαχία,

εκεί ήθελον παρασυρθή και οι άνδρες και τα ναυάγια, καθότι η

νήσος αύτη κείται εις το στενόν όπου έμελλε να γίνη η ναυμαχία·

ώστε τους μεν ιδικούς των να περιποιώνται, τους δε εχθρούς να

φονεύωσιν. Έκαμνον δε ταύτα εν σιγή διά να μη τους εννοήσωσιν

οι εναντίοι. Και ούτοι μεν, χωρίς να κοιμηθώσι δι' όλης της

νυκτός, ητοίμαζον ταύτα.

77. Όταν δε αποβλέπω εις αυτά τα γεγονότα, δεν δύναμαι να

κατηγορήσω τους χρησμούς ως ψευδείς, ούτε θέλω να πολεμήσω

αυτούς εκφραζομένους τοσούτον σαφώς, ως εξής·

_Αλλ' όταν με πλοία γεφυρώσωσι την ιεράν ακτήν της χρυσά όπλα

εχούσης Αρτέμιδος και την παραθαλασσίαν Κυνόσουραν,

πυρπολήσαντες μετά μαινομένης ελπίδος τας πλουσίας Αθήνας, τότε

η θεία Δίκη θα σβέση τον κρατερόν Κόρον, τον υιόν της Ύβρεως,

τον δεινώς μανιώδη και θέλοντα να υπακούωσιν εις αυτόν τα

πάντα. Ο χαλκός θα συγκρουσθή με τον χαλκόν, και ο Άρης θα

κοκκινίση με αίμα την θάλασσαν. Τότε ο παντεπόπτης Ζευς και η

σεβασμία Νίκη θα φέρωσιν ημέραν ελευθερίας εις την Ελλάδα._

Εις τοιούτους λόγους τοσούτον σαφώς λεγομένους υπό του Βάκιδος

ούτε ο ίδιος τολμώ να αντιλέγω, ούτε παρ' άλλων ανέχομαι τούτο.

78. Οι δε εν Σαλαμίνι στρατηγοί εξηκολούθουν λογομαχούντες και

δεν ήξευρον ακόμη ότι τους είχον περικυκλώσει οι βάρβαροι με τα

πλοία, αλλ' όπως τους είδον τεταγμένους την ημέραν, ούτως

ενόμιζον ότι ίσταντο εις τας θέσεις των.

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 · 第 19 / 27 段